Στο αίθριο του Πανδοχείου, 171. Άκης Παπαντώνης

Άκης Παπαντώνης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Ένας μοριακός βιολόγος μετακομίζει από την Αθήνα στην Οξφόρδη για να εργαστεί σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα. Εκεί, ξένος μεταξύ ξένων, μέσα από τα πειράματά του αναζητά απαντήσεις στα προσωπικά ερωτήματα που τον βασανίζουν. Είναι η γονεϊκή στοργή εγγενές ένστικτο ή επίκτητος χαρακτήρας; Πως αναδιαμορφώνει η γενετική του καταγωγή την καθημερινότητά του; Είναι η μοναξιά επιλογή ή αναπόδραστη ανθρώπινη κατάσταση; Πως μπορεί κανείς να πει ψέμματα στον εαυτό του; Καταλήγει, όμως, ο ίδιος πειραματόζωο του εαυτού του, εθελούσιος μετανάστης από την πραγματικότητα, κι έτσι να ξεχνά να ζήσει. Η αφήγηση υποδιαιρείται σε 24 κεφάλαια, τα οποία φέρουν την αρίθμηση των ανθρωπίνων χρωμοσωμάτων, εξού και ο τίτλος της νουβέλας, «Καρυότυπος», αποτελεί και τη δομική της συνθήκη.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Το βιβλίο γράφτηκε «στο σύνορο Αττικής-Όξφορντσαϊρ», όπως γράφεται (με άλλη αφορμή) σε κάποια σελίδα του. Πρόθεσή μου, κατά τη σύνθεση των δεκαεννέα χιλιάδων (και κάτι) λέξεων του βιβλίου, που διήρκεσε κάτι περισσότερο από τέσσερα χρόνια, ήταν ένα σχόλιο για τη ρίζα της εσωστρέφεια της σύγχρονης ζωής—για τον ίλιγγο του να είσαι μόνος ανάμεσα σε πλήθος (μόνων) και για το βάρος των πρώτων βιωμάτων. Με γνώμονα αυτό, καθώς διατρέχουμε χρωμόσωμα-χρωμόσωμα τον καρυότυπο του ήρωα, προσπάθησα να ανασυστήσω την αναμέτρησή του με τις ρίζες του, τη χώρα στην οποία ζει, τη χώρα την οποία άφησε, τη γλώσσα, την εικόνα του εαυτού του, την οικογένειά του, το άλλο φύλο, τις επινοημένες μνήμες και ενοχές του, τα πειραματόζωά του και τα «ορφανά Τσαουσέσκου»—με όλα όσα ναρκοθετούν την πραγματικότητα ενός νέου ανθρώπου ο οποίος «πάσχει από μνήμη» και κινείται χωρίς πυξίδα σε μια πόλη που αρνείται πεισματικά να γνωρίσει.

Καρυότυπος

Ο μεγαλύτερος πόθος μου, ή ακριβέστερα, η μεγαλύτερη αγωνία μου, ήταν (και είναι) οι λέξεις που έβαλα στο χαρτί να αναπαριστούν πειστικά τις προθέσεις της αφήγησης. Κι αυτή η συνθήκη δύσκολα ικανοποιείται, κυρίως επειδή ο γράφων την ίδια στιγμή δημιουργεί και δημιουργείται. Και τώρα, που το βιβλίο βρήκε δίοδο προς τους αναγνώστες, απομένει να φανεί εάν τα γραφόμενά μου αφορούν (ερεθίζουν, ικανοποιούν, προβληματίζουν) και άλλους ανθρώπους.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολλάκις· κατά τη διάρκεια κάποιου βαρετού σεμιναρίου, σε κάποιο καφέ ή στο αεροδρόμιο περιμένοντας την αναχώρηση μιας πτήσης, ακόμα και κατά τη διάρκεια της πτήσης—κυρίως, όμως, με τη μορφή σημειώσεων.

Σας ακολούθησε ποτέ ο ήρωας του βιβλίου σας; Μαθαίνετε νέα του;

Στο πρώτο-πρώτο κεφάλαιο του «Καρυότυπου» ο ήρωας πεθαίνει. Από επιλογή. Δεν θα ήθελα η παρουσία του να απασχολεί τον συγγραφέα ή τον αναγνώστη πιο πέρα από τα όρια των 117 σελίδων της νουβέλας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πολύ νωρίς το πρωί ή πολύ αργά το βράδυ, στο λαπτοπ μου. Χωρίς μουσική, χωρίς οχλήσεις, απαραιτήτως συνοδεία δυνατού εσπρέσσο. Συνήθως έτσι γράφω.

Robert Musil

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω μια αξεπέραστη εμμονή με τη φόρμα, τη γραμματοσειρά, το διάστιχο… έτσι σπαταλάω χρόνο για να προετοιμάσω το αρχείο πριν καν αυτό αρχίσει να γεμίζει με λέξεις. Μουσική, ενώ γράφω, δεν ακούω. Όμως πολύ συχνά όταν διαβάζω παίζει κάτι στο πικάπ: Μπαχ ή Μπραμς δια χειρός Glenn Gould, Σκριάμπιν δια χειρός Horowitz, ή τζαζ από το Esbjorn Svensson Trio, για παράδειγμα.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας;

Σπούδασα βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, έκανα μεταδιδακτορική έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, από το 2013 εργάζομαι ως Junior Research Group Leader (αντίστοιχο του Επίκουρου Καθηγητή) στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Παρά τον μείζονα ρόλο της βιολογίας στην καθημερινότητά μου—η έρευνα είναι εξίσου απαιτητική και εξουθενωτική με την γραφή—το μόνο κοινό που σημειώνω είναι η ανάγκη για διάβασμα και επαναλήψεις, των πειραμάτων αφενός, των δοκιμών στην αφήγηση αφετέρου. Ξέρω, σκέφτεστε τώρα πως ο πρωταγωνιστής στον «Καρυότυπο» είναι κι αυτός μοριακός βιολόγος—μη φοβού, δεν είναι παρά μια επιμελώς επινοημένη σύμπτωση.

Tomas Tranströmer Photo by Lois Shelton 02-26-1974

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Μια φορά μόνο. Ακριβώς επειδή θαυμάζω τους ποιητές, αυτή την πύκνωση που επιτυγχάνουν, φοβάμαι την δοκιμή της ποίησης. Προσπάθησα, πάντως, ν’ αφηγηθώ μια ιστορία σε δεκαέξι χαϊκού (όπως κάποτε ο Σεφέρης). Τα έγραψα στο αεροπλάνο, στην πτήση Αθήνα-Λονδίνο, μετά το θάνατο του θείου μου. Ο ευγενής Ντίνος Σιώτης τα δημοσίευσε αργότερα στο Poetix.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας, ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να είχα γράψει τη βιογραφία του σπουδαίου Ελίας Κανέττι, ειδικά τα όσα ο ίδιος περιγράφει στο «Η γλώσσα που δεν κόπηκε» (Καστανιώτης). Επειδή όμως (ευτυχώς) με πρόλαβε, στο νου έρχεται το όνομα του ###.

Τι γράφετε τώρα;

Έχω ξεκινήσει κάτι που δεν έχει ακόμα σαφές σχήμα, έχει μάλλον όμως τίτλο: «Faux Bijoux». Θα χρειαστεί αρκετός χρόνος ώστε να αποκτήσει κρίσιμη μάζα το κείμενο. Δε βιάζομαι—δηλώνω άλλωστε συγγραφικό σαλιγκάρι.

C. Lispector

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Με τη βεβαιότητα πως θα ξεχάσω αρκετούς: ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Ν. Γ. Πεντζίκης, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Δημήτρης Χατζής, ο Τάσος Χατζητάτσης, ο Μισέλ Φάις, η Μαρία Μήτσορα, ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης· ο Κόρμακ Μακάρθι, ο Ρίτσαρντ Φορντ, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, ο Ρέημοντ Κάρβερ, ο Ελίας Κανέττι, ο Β. Γκ. Ζέμπαλντ, η Κλαρίς Λισπέκτορ, ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο Φραντς Κάφκα, ο Φίοντορ Ντοστοέφσκι, ο Τόμας Τρανστρούμερ, η Ανν Σέξτον, ο Αντόνιο Πόρτσια.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Με την ίδια αίρεση όπως πιο πάνω: «Η Πάπισσα Ιωάννα» (Ροΐδης), «Το διπλό βιβλίο» (Χατζής), «Aegypius monachus» (Φάις), «Έντεκα σικελικοί εσπερινοί/Στη σφενδόνη» (Χατζητάτσης)· «Λολίτα» (Ναμπόκοφ), «Infinite Jest» (Γ. Φ. Γουάλλας), «Elephant and other stories» (Κάρβερ), «Οι ξεριζωμένοι» (Ζέμπαλντ), «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» (Σελίν), «Τα μαγαζάκια της κανέλας» (Σουλτς), «Πλωτή όπερα» (Μπαρθ), «Καθώς ψυχορραγώ» (Φώκνερ), «Ιστορίες από τη ζωή στο χωριό» (Οζ), «Collected prose» (Μπέκετ), «Μέρα ανεξαρτησίας» (Φορντ), «Ναρκόπολις» (Θαχίλ), «Ο ηλίθιος» (Ντοστοέφσκι), «Η αριστερόχειρη γυναίκα» (Χάντκε), «Oι άγριοι ντετέκτιβ» (Μπολάνιο), «Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer» (Σεπούλβεδα).

Elias Canetti

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όσα έχει γράψει ο Τάσος Χατζητάτσης, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, το «Τέλος της μικρής πόλης» του Δημήτρη Χατζή (Το Ροδακιό) ή τα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» του Αντώνη Σουρούνη (Καστανιώτης), ο «Επιτάφιος θρήνος» του Γιώργου Ιωάννου (Κέδρος). Τελευταία, ξαναδιαβάζω—και προσπαθώ να μεταφράσω—τις ιστορίες του Miroslav Penkov στο «East of the West» (Sceptre), οι οποίες είναι σπουδαίες.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Νομίζω πως τα τελευταία 3-4 χρόνια έχουμε διαβάσει βιβλία ανθρώπων της γενιάς μου, λιγότερο ή περισσότερο, που είναι ζηλευτά. Δείτε, για παράδειγμα, τις «Ιστορίες του Χαλ» του Γιώργου Μητά (Κίχλη), το «Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γιάννη Τσίρμπα (Νεφέλη), το «Ο βυθός είναι δίπλα» του Νίκου Βουδούρη, τις «Αλεπούδες στην πλαγιά» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη και το «Μια χαρά» του Χρίστου Κυθρεώτη (Πατάκης), τη «Νουθεσία ημιόνου» του Γιάννη Αστερή και το «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» του Αλέξανδρου Κυπριώτη (Ίνδικτος), ή τη «Μοναδική οικογένεια» του Λευτέρη Καλοσπύρου (Πόλις).

Peter Handke

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένος ο «κύριος Krapp» του Μπέκετ, ζηλευτή η Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Θα μου επιτρέψετε μια κάπως εκτενή απάντηση. Τα (δέ)κατα δημοσίευσαν το πρώτο πρώτο μου διήγημα, αλλά κι ένα ακόμα το 2009 το οποίο αποτέλεσε τη μαγιά του «Καρυότυπου». Το Εντευκτήριο όχι μόνο με φιλοξένησε πολλάκις, αλλά μου έδωσε και την ευκαιρία να διατηρώ μια μικρή στήλη στο «Καπνιστήριό» του. Πρόσφατα, το Intellectum μου εμπιστεύτηκε μέρος της επιλογής της ύλης του, ενώ φιλοξενεί, στην ιστοσελίδα του, φωτογραφίες μου. Εξού, λοιπόν, η πολυπλόκαμη προτίμησή μου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το σημαντικό «Πόλεμος και πόλεμος» του Krasznahorkai (Πόλις), το συγκλονιστικό «Family Ties» της Clarice Lispector (University of Texas Press), ξανά τα ποιήματα του Tomas Tranströmer, ξανά τα διηγήματα του Χατζητάτση.

john barth

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, ναι, και όχι μόνο τώρα που αγωνιώ για τη πρόσληψη του «Καρυότυπου». Με ενδιαφέρει η προσέγγιση των βιβλίων από διαφορετικούς ανθρώπους—πείτε τους κριτικούς, βιβλιόφιλους bloggers ή απλά συστηματικούς αναγνώστες—και, ελέω επιστημονικής ξενιτιάς, τις διαβάζω πια μόνο ηλεκτρονικά. Αν έχω, πάντως, κάποια προτίμηση, είναι σε όσες κριτικές δεν περιορίζονται στα δυνατά σημεία ενός βιβλίου, αλλά επισημαίνουν και τις αδυναμίες.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;

Το καλοκαίρι του 2007, στην διάρκεια της πτήσης Νέα Υόρκη-Αθήνα, επιστρέφοντας από ένα επιστημονικό συνέδριο, διάβασα το «The Road» του Κόρμακ Μακάρθι (Knopf) το οποίο είχε μόλις βραβευθεί με Πούλιτζερ. Με συγκλόνισε ο συντονισμός γλώσσας-αφηγηματικού περιβάλλοντος. Εν μέσω ενός μετα-αποκαλυπτικού τοπίου ο Μακάρθι επέλεξε να αναπαραστήσει το τέλος του Κόσμου με το τέλος της γλώσσας: κυκλοτερής αφήγηση, επαναληπτική, περιορισμένο λεξιλόγιο και χειρουργική επιλογή επιθετικών προσδιορισμών. [ΥΓ: χρόνια μετά, το 2011, το ξαναδιάβασα—μόλις είχε γεννηθεί ο μεγάλος μου γιος—και ανακάλυψα πόσο συγκλονιστικότερη της γλώσσας είναι η ίδια η ιστορία. Ξαγρύπνησα.]

cormac mccarthy

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ όσο μπορώ—τώρα στη Γερμανία πιο δύσκολα, καθώς υπάρχει μια εμμονή με τις μεταγλωττίσεις. Σε κάθε περίπτωση, από την «Έκλειψη» του Αντονιόνι έως το «Lost in translation» της Σοφίας Κόππολα και από το ελειπτικό στήσιμο του «Dogville» του Λαρς φον Τρίερ έως τα κάδρα του Ταρκόφσκι (για να αναφέρω όσα μου έρχονται αντανακλαστικά στο νου), η κινηματογραφία έχει επανακαθορίσει την έννοια της αφηγηματικότητας (και) στη λογοτεχνία—πως θα μπορούσα να αποτελώ εξαίρεση;

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι εθισμένος· χρησιμοποιώ μετά μανίας το facebook από το 2008, οπότε και μετακόμισα στην Οξφόρδη, διατηρώ τη σελίδα Absentia lucis στο tumblr, όπου συχνά πυκνά αναρτώ φωτογραφίες μου, ενώ παλαιότερα διατηρούσα το blog «Υψικάμινος» με σύντομα διηγήματά μου. Άλλωστε, αναρωτιέμαι τώρα, οι περσόνες που ο καθένας μας υποδύεται στο διαδίκτυο, δεν είναι κι αυτές ένα είδος αφήγησης;

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν υποθέσουμε πως κανείς δεν ζει την αιωνιότητα μέσα από τα γραπτά (δικά του ή άλλων), τότε: που υπογράφω;

mark rothko blue-no-18-ketubah

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

«Τι σας γοητεύει στη ζωγραφική του Μαρκ Ρόθκο;» Η εμμονή στο ίδιο αισθητικό ερώτημα. (Μη με ρωτήσετε, όμως, πως προέκυψε αυτή η ερώτηση.)

Στις εικόνες: Robert Musil, Tomas Tranströmer [φωτ. Lois Shelton, 26 – 2 – 1974], Clarice Lispector, Elias Canetti, Peter Handke, John Barth, Cormac McCarthy, Mark Rothko.

Βίτολντ Γκομπρόβιτς – Διαθήκη. Συνομιλίες με τον Ντομινίκ ντε Ρου

Διαθήκη

Αυτό που είμαστε ενώ δεν είμαστε

Ούτε τη ζωή μου γνωρίζω, ούτε το έργο μου. Σέρνω το παρελθόν πίσω μου σαν σκονισμένη ουρά κομήτη και για το έργο μου γνωρίζω ελάχιστα εξομολογείται ο συγγραφέας στο πρώτο κεφάλαιο μιας μεγάλης και συναρπαστικής συζήτησης που φιλοδοξούσε να αποκαλύψει την προσωπικότητα και το έργο του αλλά τελικά ανέσκαψε τα βάθη της σκέψης μιας μοναδικής περίπτωσης συγγραφέα. Από πού να ξεκινήσει κανείς; Από την καταγωγή, επιλέγει ο συνομιλητής, αλλά ο συγγραφέας αδυνατεί να ξεδιαλέξει το νήμα: στην ζωή του δράμα και αντίδραμα γίνονται αδιαχώριστα, όπως κι οι μεγάλες λέξεις εξισορροπούνται από τις μικρές. Η μόνη βεβαιότητα του παρελθόντος του ήταν ένα αβέβαιο περιβάλλον, μια ξεριζωμένη οικογένεια με ελάχιστα ξεκάθαρη κοινωνική θέση, που ζούσε μεταξύ Λιθουανίας και Πολωνίας, ανάμεσα σε γη και βιομηχανία, σε μια προυστιανή εποχή. Αυτά ήταν τα πρώτα «ανάμεσα» της ζωής του, που στο τέλος έγιναν η κατοικία του, ο αληθινός γενέθλιος τόπος του.

Στο σπίτι ανάσαινε την παράνοια στον αέρα. Μια μητέρα που ανήκε σ’ εκείνο το είδος των ανθρώπων που είναι ανίκανοι να δουν τον· εαυτό τους όπως είναι πραγματικά. Ακόμα χειρότερα: πίστευε ακράδαντα πως ήταν το αντίθετο απ’ ότι ήταν στην πραγματικότητα. Αυτό τον ώθησε στο καθαρό παράλογο, που έγινε αργότερα ένα από τα σημαντικά στοιχεία της τέχνης του. Ακριβώς οι παράλογες συζητήσεις μαζί της αποτέλεσαν την πρώτη του μύηση στην τέχνη και στην διαλεκτική. Απέκτησε την ευχέρεια να βυθίζεται στη χαζομάρα, να επιμένει πανηγυρικά στη βλακεία. Έκτοτε αρνήθηκε να υποταχτεί στις εύκολες και βολικές ψευδαισθήσεις και κληρονόμησε την λατρευτική του σχέση με την πραγματικότητα. Ακολούθησε η απέχθεια για το σαλόνι και η λατρεία των πλυσταριών, των κουζινών, του στάβλου και των χωραφιών. Η κατωτερότητα έγινε το ιδανικό του: οι εντός της μυήσεις όρισαν το έδαφος της μετέπειτα ζωής του.

 Gombrowicz 2

Δεν θυμόμαστε γαλήνια τα παρελθόν, δεν το αναπολούμε χωρίς πάθος. Το παρόν είναι πάντα επιθετικό, ακόμα και στη δύση της ζωής, και η ζωή του παρόντος όσο πιο διαμορφωμένη, παγιωμένη, καθορισμένη είναι, τόσο πιο πολύ καταδύεται στα ταραγμένα νερά του παρελθόντος για να αλιεύσει μονάχα ό,τι της είναι χρήσιμο τώρα και ό,τι μπορεί να βελτιώσει τη σημερινή της μορφή. Ίσως να μη θυμάμαι πολύ καλά το παρελθόν, ίσως απλώς να το καταβροχθίζω για να θρέψω αυτό που είμαι σήμερα. [σ. 22]

Στις αναγνώσεις των Σπένσερ, Καντ, Σοπενάουερ, Νίτσε, Σαίξπηρ, Γκέτε, Μονταίνι, Πασκάλ, Ραμπελαί αναζητούσε «το ύφος της θεμελιώδους σκέψης, μιας ευαισθησίας που πηγαίνει μέχρι το βάθος των πραγμάτων». Από πού πήγαζε όμως εκείνη η εσωτερική διαταραχή που μετέτρεπε ένα γελαστό αγόρι σε ένα παράδοξο τέρας που το έθελγαν όλες οι δυσκολίες και οι εκτροπές της ύπαρξης; Από την μια βρισκόταν η καθωσπρέπει ζωή, από την άλλη η γκροτέσκα πλευρά της: δυο όψεις που συνυπήρχαν αλλά δεν συμφιλιώνονταν. Βυθισμένος «ανάμεσα» στις δυο, ο Γκομπρόβιτς αισθανόταν ένα μαύρο πρόβατο έξω απ’ το κοπάδι ένας νεαρός ικανός να πάρει κάθε μορφή, σαν τα κουκλάκια από πλαστελίνη που μπορεί κανείς να τα πλάσει ακατάπαυστα.

SONY DSC

Και δεν θα έλεγα ψέματα αν έλεγα πως, κατά τη διάρκεια των εξορμήσεών μου στις εργατικές φτωχογειτονιές της Βαρσοβίας, την πραγματικότητα αναζητούσα στην απλότητα και στη ζωώδη υγεία των χαμηλότερων κοινωνικών τάξεων. Την πραγματικότητα αναζητούσα και μέσα μου, στις αχανείς, ερημωμένες, περιφερειακές, απάνθρωπες εσωτερικές εκτάσεις, όπου μαίνονταν οι ανωμαλίες, το Άμορφο, η Ασθένεια, η Αθλιότητα. Γιατί την πραγματικότητα μπορεί να την βρει κανείς στο πιο συνηθισμένο, στο πιο πρωτόγονο και στο πιο υγιές, όπως επίσης και στο πιο διεστραμμένο και φρενοβλαβές. Η πραγματικότητα του ανθρώπου δεν είναι το μόνο πιο φυσιολογικό και το υγιές, είναι και ό,τι έχει μέσα του αφύσικο και νοσηρό, ό,τι του ανοίγει άγνωστες δυνατότητες. [σ. 35]

Η πρώτη του λογοτεχνική γραφή ονομάστηκε Αναμνήσεις από την εποχή της ανωριμότητας [1933]: «μια λαμπερή ασημαντότητα φαντασίας, επινοητικότητας, ειρωνείας. Μια παρωδία της πραγματικότητας και της τέχνης». Το πρόβλημα παρέμενε: Πώς θα συνδεθεί η γραφή του με την πραγματικότητα της ύπαρξής του; Ο Γκομπρόβιτς γνώριζε καλά εκείνο που θα γινόταν η ψίχα της δημιουργίας του: Η γενική πραγματικότητα δεν είναι καθόλου πραγματικότητα. Η αληθινή πραγματικότητα είναι μόνον αυτή που καθορίζει ο καθένας μας. Και εγεννήθη ο Φερντυντούρκε! [1937]: «Μια παρωδία φιλοσοφικού παραμυθιού στο ύφος του Βολταίρου».

 Gombrowicz 4

Γιατί άραγε ένα έργο που γεννήθηκε από προσωπικά τραύματα τον παρέσυρε σε μια τόσο οικουμενική περιπέτεια προς το δράμα της ανθρώπινης Μορφής; Εδώ περιγραφόταν η ανηλεής μάχη μεταξύ του ανθρώπου και της μορφής του, δηλαδή εναντίον του τρόπου του να είναι, να αισθάνεται, να σκέφτεται, να μιλά και να πράττει· εναντίον της κουλτούρας του, των ιδεών του, των πεποιθήσεών του, εναντίον όλων εκείνων με τα οποία εμφανίζεται στον εξωτερικό κόσμο. Ανάμεσα στις πολλαπλές μορφές, η εθνικότητα. Ο συγγραφέας διαπίστωνε πως η χώρα του ανήκε σε κατώτερη κατηγορία χωρών.

Έχει φτάσει καιρός να χαμηλώσουν τη μύτη τους οι κληρονόμοι των ανώτερων πολιτισμών. Στη θέση της Πολωνίας, βάλτε την Αργεντινή, τον Καναδά, τη Ρουμανία κ.λπ. Και θα δείτε ότι τα λόγια μου διευρύνονται τόσο, που [] αφορούν όλες τις δευτερεύουσες ευρωπαϊκές κουλτούρες [] Είναι μια χώρα εκεί που όπου η Ευρώπη αρχίζει να σταματά, μια χώρα – πέρασμα όπου η Ανατολή και η Δύση απορροφούν η μία τους κραδασμούς της άλλης. Πού ήταν η πρωτότυπη πολωνική σκέψη, η πολιτική φιλοσοφία, η πνευματική και διανοητική συμμετοχή της Πολωνίας στην ευρωπαϊκή δημιουργία; Τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια η λογοτεχνία μας στραγγαλιζόταν από το τραύμα της απώλειας της ανεξαρτησίας των τοπικών μας δυστυχιών. [σ. 52, 53]

9780300065039

Ο Γκομπρόβιτς σκεφτόταν πως αν ως άνθρωπος, ως Πολωνός κι ως καλλιτέχνης, ήταν καταδικασμένος να παραμείνει ατελής, δεν υπήρχε κανένας λόγος να υπομένει τα βάσανα και να υποκρίνεται στον εαυτό του τον ίδιο και σε όλο τον κόσμο πως όλα πήγαιναν από το καλό στο καλύτερο. Ήταν, αντίθετα, ζήτημα εντιμότητας, αξιοπρέπειας, λογικής, ζωτικής ανάγκης, να έρθει σε ρήξη μια για πάντα με αυτή τη φενάκη: Προχώρησα στον ακρωτηριασμό. Το νυστέρι μου ήταν η ακόλουθη σκέψη: Αποδέξου, κατάλαβε ότι δεν είσαι ο εαυτός σου, ότι κανένας δεν είναι ποτέ με κανέναν ο εαυτός του, υπό καμία συνθήκη, ότι το να είσαι άνθρωπος σημαίνει να είσαι τεχνητός [σ. 61]

Ο σύγχρονος άνθρωπος χαρακτηριζόταν από μια νέα συμπεριφορά απέναντι στη Μορφή. Στις καλύτερες περιπτώσεις την έπλαθε εύκολα, πλασμένος όπως ήταν από αυτή. Όμως κάποια στιγμή θα καταλάβει πως βρίσκεται σε δυσαρμονία με την πραγματική του φύση, πως εκφράζεται με έναν τρόπο τεχνητό που του επεβλήθη επώδυνα απέξω, είτε από τους ανθρώπους είτε από τις περιστάσεις. Και σύντομα όλοι θα αρχίσουμε να φοβόμαστε τον εαυτό μας και την προσωπικότητά μας, γιατί θα ανακαλύψουμε πως δεν μας ανήκουν ολότελα.

Gombrowicz 6

Κατά τη διάρκεια είκοσι τριών ετών στις πάμπες της Αργεντινής η βεβαιότητα πως είναι πιο Ευρωπαίος από τους Ευρωπαίους της Ρώμης και του Παρισιού, δεν τον εγκατέλειψε ποτέ. Ήταν σχεδόν πεπεισμένος ότι η αναθεώρηση της Ευρωπαϊκής Μορφής θα μπορούσε να επέλθει μόνον από εξωευρωπαϊκή θέση, από εκεί που είναι αδύναμη και λιγότερο τέλεια. Η βαριά πεποίθηση ότι το ατελές είναι ανώτερο από το τέλειο (γιατί είναι πιο δημιουργικό) ήταν μια από τις βασικές θέσεις του Φερντυντούρκε. Ο εθνικιστικός Τύπος του επιβλήθηκε βάναυσα για το βιβλίο, κατηγορώντας τον για εκμαυλιστική επιρροή.

Ακολούθησε το πρώτο του θεατρικό έργο, Υβόννη, Πριγκίπισσα της Βουργουνδίας [1938] και μετά η αυτοεξορία στην Αργεντινή. Ζούσε σε ξενοδοχεία τρίτης κατηγορίας, έγραφε με ψευδώνυμο μυθιστορήματα σε συνέχειες για εφημερίδες, ζούσε με μια πενιχρή επιχορήγηση και με την βοήθεια φίλων. Η φτώχεια ήταν η χαρά του, η πτώση του η καινούργια του πτήση. Αφέθηκε στην βαβυλωνία των γλωσσών, στις τυχαίες γνωριμίες που δημιουργούσε με ευκολία, στις φιλίες δίχως δεσμεύσεις. Αποδέχτηκε την ανωνυμία του και δεν έδινε δεκάρα τσακιστή για τον λογοτεχνικό κόσμο. Υπήρξε ο ένας και μοναδικός αλλοδαπός που δεν πήγε για προσκύνημα στο σαλόνι της Βικτόρια Οκάμπο και η περίφημη επιθεώρησή της Sur ήταν το μόνο περιοδικό που δεν ανέφερε τον Φερντυντούρκε. Με τον Μπόρχες δεν μπορούσε τίποτα να τον συνδέσει: εκείνος είχε βαθιές ρίζες στη λογοτεχνία, εγώ στη ζωή.

novels_0025

Ο Γάμος [1947] υπήρξε μια νέα παρωδία της μορφής. Όπως λέει ο μεθύστακας στο έργο, «Κήρυξε τον εαυτό σου βασιλιά και καμία εξουσία, θεϊκή ή άλλη, δεν θα είναι αναγκαία. Θα τελέσεις μόνος σου το ιερό μυστήριο του γάμου και θα υποχρεώσεις τους πάντες να τον αναγνωρίσουν». Το κλειδί του Γάμου είναι ακριβώς η μετάβαση από έναν κόσμο βασισμένο στη θεϊκή και πατρική εξουσία σε έναν άλλο κόσμο, όπου τα νήματα κινεί η προσωπική βούληση. Αλλά ο άνθρωπος ήδη νιώθει τρόμο απέναντι στον κόσμο που έρχεται, όπου ο ίδιος θα είναι θεός και βασιλιάς του εαυτού του. Και ο γάμος δεν θα γίνει ποτέ.

Ο Υπερ-Ατλαντικός – «μια παρωδία του παραδοσιακού επικού μυθιστορήματος της πολωνικής αριστοκρατίας» – μοιάζει με ξέσπασμα γέλιου σε κηδεία. μια ακούσια έκφραση της πολωνικής ελευθερίας. Ένα μυθιστόρημα σκόπιμα απρόσιτο στους ξένους, εξαιτίας των γλωσσικών του δυσκολιών, ανοιχτή πρόσκληση δε για τους Πολωνούς μετανάστες, το μόνο αναγνωστικό κοινό στο οποίο μπορούσε να στηριχτεί.

5

Αυτά συμβαίνουν την ώρα της ήττας! Γράφουμε ενάντια στα πάντα, μόνο για την απόλαυσή μας. Τι πολυτέλεια ήταν κι αυτή που επέτρεψα στον εαυτό μου μέσα στη δυστυχία μου! / Τι να διαλέξω; Πίστη στο παρελθόν…ή την ελευθερία να πλάθει τον εαυτό του ο καθένας όπως θέλει; Να τον φυλακίσω στην αταβιστική του μορφή ή να ανοίξω το κλουβί; [σ. 144, 145]

Το 1952 τον βρίσκει ως «ένα λαμπρό αντιταλέντο» στην υπηρεσία της Πολωνικής Τράπεζας του Μπουένος Άιρες, με μια σειρά από ακατανόητα έγγραφα μπροστά του. Έχει αρχίσει να γράφει για την Kultura, την κυριότερη πολωνική επιθεώρηση της διασποράς, που τυπωνόταν στο Παρίσι. Ένα από τα πρώτα του κομμάτια εκεί γράφτηκε σε μορφή ημερολογίου. Έκτοτε, αυτό το Ημερολόγιο έχει ήδη την μορφή τριών τόμων και χιλιάδων σελίδων και συνεχίζει…Ο κόσμος αγοράζει ημερολόγια γιατί ο συγγραφέας τους ήδη είναι διάσημος, ενώ εγώ έγραφα το δικό μου προκειμένου να γίνω διάσημος. Σταδιακά το Ημερολόγιο άρχισε να παίρνει τη μορφή μιας ανοιχτής διαμάχης με την σύγχρονη κουλτούρα. Κι έτσι βρέθηκε σε άμεση ρήξη με όλες τις μεταπολεμικές τάσεις που καταδίκαζαν τη λέξη «εγώ».

gomb-bacacay1

Το «εγώ» το αφόριζε η Εκκλησία ως ανήθικο, το περιφρονούσε η επιστήμη ως αντίθετο προς την αντικειμενικότητα, το απέρριπτε ο μαρξισμός και όλα τα ρεύματα της εποχής. Από όλες τις πλευρές ακούγοντας αυστηρές νουθεσίες: δεν είστε τίποτε, ξέχνα τον εαυτό σου, ζήσε μέσα από τους άλλους! [σ. 154]

Ακολούθησαν η Πορνογραφία [1960]μια συνέχεια του καλοκάγαθου «πολωνικού βουκολικού μυθιστορήματος», ο Κόσμος [1965], η δική του μορφή αστυνομικού μυθιστορήματος, η επαυξημένη έκδοση των Αναμνήσεων ως Μπακακάι [1957], η Οπερέτα [1966], Οι μαγεμένοι [1973], Η ιστορία [1988], τα Μαθήματα φιλοσοφίας σε έξι ώρες και ένα τέταρτο [1995]… Σε ένα ξέσπασμα απελπισμένου ηρωισμού παραιτήθηκε από την τράπεζα. Η λογοτεχνία βρισκόταν έξω, στους ανθρώπους, στην περιπλάνηση. Ο Γκομπρόβιτς άφηνε τους «καινοτόμους των Παρισίων» στον ελεφάντινο πύργο τους – χάρισμά τους η έγκλειστη γραφή!. Εκείνος δεν είχε σαλόνι, δεν είχε γραφείο, ζούσε στο πλήθος, στον δρόμο. Και μέχρι σήμερα απολαμβάνουμε την ιδιαίτατη λογοτεχνία του και την θεατρική του γραφή.

Gombrowicz 3

Σ’ ένα αμιγώς πολιτικό σημείο των συζητήσεων ο συγγραφέας τοποθετεί τον εαυτό του στην άκρα αριστερά, τάσσεται υπέρ του προλεταριάτου αλλά εναντίον του κομουνισμού (οι συνάδελφοί του στις σοσιαλιστικές χώρες απολαμβάνουν πολύ περισσότερα προνόμια από τον ίδιο), με τον οποίο πάντως τον συνδέει ένας κοινός στόχος αλλά διαφωνεί στην επιλογή των μεθόδων. Διαπιστώνει άλλωστε πως ο σοσιαλισμός γίνεται εργαλείο στα χέρια του φιλελευθερισμού που κρύβεται από πίσω του. Σε κάθε περίπτωση δηλώνει είναι άθεος, φιλοσημίτης, συγγραφέας της πρωτοπορίας, «καταστροφέας» και δεδηλωμένος εχθρός όλων των ρόλων και κυρίως του ρόλου του στρατευμένου συγγραφέα.

Η εξαιρετική έκδοση, σε ελκυστικό ελαφρώς τετραγωνισμένο σχήμα, περιλαμβάνει πολυσέλιδο παράρτημα με σημείωμα των Ρίτα Γκομπρόβιτς και Ζακλίν ντε Ρου «Προς τον αναγνώστη», επιλογή από τις επιστολές του Βίτολντ Γκομπρόβιτς και του Ντομινίκ ντε Ρου [1967 – 1969], εισαγωγή του ντε Ρου στις γαλλικές εκδόσεις του 1968, 1977 και 1990, αποσπάσματα από βιβλία του συγγραφέα, εισαγωγή του Μορίς Ναντό στην αγγλική έκδοση του 1973, βιογραφία και εργοβιογραφία του συγγραφέα (με τις πρώτες εκδόσεις και τις ελληνικές μεταφράσεις των έργων του) και βιογραφία και εργογραφία του Ντομινίκ ντε Ρου.

4 Gombrowicz as a young boy standing on a horse in Malosyce in 1909

Ο Γκομπρόβιτς πέθανε το 1969, δυο χρόνια μετά την διαλεκτική που αποτέλεσε αυτό το βιβλίο. Είχε σαφώς εξοικειωθεί με κάθε μορφή τερματισμού της ζωής. Έχουμε προσαρμοστεί στο θάνατο από τη στιγμή της γέννησής μας. Και μολονότι λίγο λίγο κάθε μέρα μας καταβροχθίζει, ποτέ δεν θα τον αντιμετωπίσουμε καταπρόσωπο, γιατί, όπως λέει κι ένας αφορισμός, όταν έρθει ο θάνατος, εμείς δεν θα είμαστε εκεί.

Εκδ. Πατάκης, μτφ. Θεόφιλος Τραμπούλης, σελ. 393 [Witold Gombrowicz, Testament: Entretiens avec Dominique de Roux, 1968 / 1977 / 1990].

Σημ. Ο Κόσμος του Γκομπρόβιτς εδώ.