Στο αίθριο του Πανδοχείου, 68. Σταύρος Σταυρόπουλος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μπέκετ, Χειμωνάς, Κάφκα, Πεσσόα, και αρκετοί άλλοι. Δεν έχει νόημα, νομίζω, η παράθεση ενός καταλόγου, μιας συγκεκριμένης σορτ λίστ ή ενός τοπ 10 αγαπημένων μου συγγραφέων. Η λογοτεχνία δεν είναι facebook για να κάνεις απλώς ένα like. Είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό: μια παγίδα, μια εσωτερική φυλακή, μια εξιλέωση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ισχύει η προηγούμενη απάντησή μου. Ας πω όμως, απολύτως ενδεικτικά, δυο ελληνικούς τίτλους: «Ο γιατρός ινεότης» του Γιώργου Χειμωνά και «Η γραμμή του ορίζοντος» του Χρήστου Βακαλόπουλου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν διαβάζω συχνά διηγήματα. Επομένως, η άποψή μου για το είδος δεν είναι βαρύνουσα. Ούτε καν ενδιαφέρουσα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Δεν θα ήταν σωστό να το απαντήσω αυτό. Θα δυσαρεστούσα πολλούς.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Στα βιβλία που γράφω παρακολουθώ απλώς τον εαυτό μου. Δεν θέλω να διασκευάσω την «Αποκάλυψη», να προχωρήσω την «Έρημη χώρα» του Έλιοτ ή να επινοήσω μια ιστορία εμπνευσμένη από κάποια τραγωδία του Ευριπίδη. Επομένως, οι ήρωές μου συρρικνώνονται απελπιστικά σε αυτούς που είμαι, άρα, με ακολουθούν παντού και πάντοτε. Αναγκαστικά, μαθαίνω και τα νέα τους αφού  με αφορούν άμεσα.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Φάνης, στον «Οργισμένο Βαλκάνιο» του Νίκου Νικολαίδη: Αφελής, ονειροπόλος, φλεγόμενος, αντικαθεστωτικός, ένας μικρός Τσε του ροκ εν ρολ. Και βέβαια, ο Άμλετ, ένα αμφιλεγόμενο πρόσωπο, με τεράστιο λογοτεχνικό ενδιαφέρον. Θα ήθελα να μιλούσα σαν τον πρίγκιπα της Δανίας και να οδηγούσα την μηχανή του Φάνη, «χαράζοντας μια ασημένια λάμψη μες στο απομεσήμερο…»

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει παντού. Σε πάγκους διάφορων μπαρ, σε χαρτοπετσέτες, σε παιδικές εκδηλώσεις, σε ξενοδοχεία, σε Σαββατοκύριακα στην εξοχή, στη θάλασσα, σε ημίχρονα ποδοσφαιρικών αγώνων, σε σκαλιά εκκλησίας, κατά την διάρκεια του φαγητού, οδηγώντας, σε συναυλίες, σε πακέτα τσιγάρων, σε αποδείξεις μαγαζιών, σε συνεργεία, στο κρεβάτι, παντού. Δεν με κινεί ο χώρος για να γράψω, αλλά η επιθυμία να γράψω. Και η επιθυμία μπορεί να γεννηθεί οπουδήποτε.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Έχω μια ονειροπαγίδα κρεμασμένη μονίμως πάνω απ’ το κεφάλι μου, κάτι σαν φωτοστέφανο της ψυχής. Ουσιαστικά, πρόκειται για έναν αόρατο εργοστασιακό χώρο, όπου παρασκευάζονται – και προστατεύονται  οι εικόνες και οι ιδέες. Είναι κάτι, νομίζω, τόσο απλό όσο το βλέμμα. Το κακό είναι ότι αιχμαλωτίζει μόνο εικόνες καταστροφής. Δηλαδή, την πραγματικότητα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Το γράψιμο είναι, ούτως ή άλλως, τελετουργία. Μια μυστική τελετή του μυαλού. Χρειάζεται μόνο να μείνεις προσηλωμένος στον άνθρωπο που αποτελείς. Και να τον εμπιστευθείς. Δεν ακούω ποτέ μουσική όταν γράφω. Με μουσική δεν μπορεί να γίνει τίποτε άλλο εκτός από μουσική. Έχω πει ότι αν ο David Bowie δεν έγραφε το Rock’n’roll suicide, ίσως δεν γινόμουν συγγραφέας. Οπότε, καταλαβαίνετε και τι μουσική ακούω… Άλλωστε, από κει ξεκίνησαν όλα.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Θα πω επιγραμματικά: Το «Διαμελίζομαι» (Βασδέκης 1983, 1990) περιέχει όλο εκείνο το αφελές εγχείρημα του ρίσκου της έκθεσης, όταν είσαι ακόμα παιδί. Αποτελεί, απλά, την συνειδητοποίηση μιας κραυγής, το πρώτο βιαστικό βήμα. «Το ροκ που παίζουν τα μάτια σου» (Απόπειρα 2002, 2004) είναι η γραφή της αθωότητας μιας γενιάς που φετιχοποίησε τις αντιφάσεις της, και ο ατέλειωτος έρωτας με την μουσική. Το «Για όσο ροκ αντέχεις ακόμα» (Απόπειρα 2005) είναι η αθωότητα της γραφής που άντεξε την ωριμότητα και την ξεπέρασε, αποδεχόμενη τον εαυτό της, και η ζωή μέσω της μουσικής. Το «Φως γυναίκας» (Αστάρτη 2004) είναι το φως της ποίησης που αγκαλιάζει ένα γυμνό γυναικείο σώμα. Το «Οι άλλοι που είμαι» (Μεταίχμιο 2007) μοιάζει με στενογραφημένες σημειώσεις για την άγραφη ιστορία του βλέμματος – κάτι σαν στοχασμός πάνω στο αόρατο σκηνικό των ίδιων των λέξεων.

Στο «Τι γίνονται οι λέξεις όταν μεγαλώνουν» (Ελληνικά Γράμματα 2008) παρουσιάζονται οι ήρωες μιας καθημερινότητας που επελαύνει, για να μας θυμίσουν ποιοι είμαστε και κυρίως, πώς φτάσαμε ως εδώ.  Το «Unplugged» (Ελληνικά Γράμματα 2008) είναι ένα συλλεκτικό δώρο. Το «Δυο μέρη σιωπή, ένα μέρος λέξεις» (Μεταίχμιο 2009) είναι σαν να έβγαλε κάποιος την πραγματικότητα απ’ τη τσέπη του βιαστικά και να την πέταξε στη θάλασσα για να απαλλαγεί απ’ το βάρος της. Το «Ο έρωτας θα μας κάνει κομμάτια» (Απόπειρα 2010, 2011) είναι ένας δημόσιος διασυρμός της ιδέας του μυθιστορήματος, ένας θεματικός τάφος για όλες τις φορμαλιστικές καταχρήσεις του είδους, που παραλείπει ότι ονομάζεται πλοκή. Στο «Πιο νύχτα δεν γίνεται» (Οξύ 2011) διαπιστώνεται ένα φυσικό τέλος, ένα όριο. Υπάρχει η εικόνα μιας βιβλικής καταστροφής, οι λέξεις καταρρέουν. Σε κάθε περίπτωση, για όλα, αφορμή είναι η ποίηση. Και σκοπός, αυτό το «μετεβλήθη εντός μου και ο ρυθμός του κόσμου» του Βιζυηνού.

Έχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στα δύο; Βλέπετε κάποιο να επικρατεί του άλλου;

Νομίζω ότι πάντα επικρατούν οι λέξεις. Οι λέξεις βασιλεύουν. Είναι αυτές που οδηγούν τελικά ένα κείμενο, το προϋποθέτουν, αποφασίζουν για την πεζόμορφη ή την ποιητική του ανέλιξη. Μ’ αρέσει πάντως αυτή η ταλάντευση ανάμεσα στα είδη. Τίποτα δεν σου ανήκει την  ίδια στιγμή που σου ανήκουν όλα. Όποιο και να ισχύει δεν έχεις τίποτα να εξαγοράσεις. Κρύβει μια γοητευτική αντίφαση, όπως η ζωή μας, ενώ συγχρόνως αποτελεί και μια δήλωση, έστω υποφωτισμένη: Δεν θέλω να επωμιστώ ή να υποστώ το βάρος και την ταυτότητα καμιάς ταμπέλας.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Κοιτάξτε, το «Πιο νύχτα δεν γίνεται» είναι ένα βιβλίο οριακό, οι άνθρωποι δρουν ως πρώην πρόσωπα. Τους έχει αφαιρεθεί η δυνατότητα της ζωής. Ουσιαστικά, ζουν τον θάνατό τους, χωρίς να τον κατονομάζουν. Υπάρχει ένας πόλεμος βλεμμάτων, εικόνων, σιωπών. Και ο λόγος που βάφει. Που παρακολουθεί τα ίχνη της καταστροφής, της εκθεμελίωσης. Είναι ένα πολύ φιλόδοξο εγχείρημα, μια απογραφή ενός ιστορικού κύκλου. Ενός καιρού των ανθρώπων. Που τελειώνει.

Πώς βιοπορίζεστε;

Εργάζομαι σε μια τράπεζα.

Ασχολείστε επισταμένα με την παρουσίαση λογοτεχνίας και μάλιστα με έναν ιδιαίτερα προσωπικό τόνο. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Σας κλέβει συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Είναι λάθος αυτό, τουλάχιστον ως προς το «επισταμένα». Δεν πιστεύω καθόλου στην αναγκαιότητα της κριτικής, ούτε θεωρώ την αρθρογραφία και την κριτικογραφία μου αυτονόητη συνέχεια ή συμπλήρωμα του έργου μου. Αντιθέτως. Είναι μια αναγκαστική διαδικασία συμμετοχής στα πράγματα, το θεωρώ μάλιστα τιμωρία. Κατά κάποιο τρόπο, η κριτική είναι τα «μαγειρεία» της λογοτεχνίας. Στο στρατό, αν υποπέσεις σε κάποιο παράπτωμα, για να σε παραδειγματίσουν περνάς απ’ τα μαγειρεία. Το θέμα είναι να μην μείνεις εκεί.

Δυστυχώς, η κριτική έχει καταντήσει αλληλογραφία μεταξύ φίλων. Προσπαθώ να διατηρήσω έναν προσωπικό τόνο, για να αισθάνομαι σε περιβάλλον βιβλίου. Σε κάθε περίπτωση, είναι χρόνος που αφαιρείται από το κυρίως συγγραφικό έργο.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Δεν διαβάζω λογοτεχνικά περιοδικά. Τα θεωρώ ανιαρά και απολύτως προβλέψιμα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Δεν θα την έγραφα.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι, φυσικά. Τουλάχιστον, όποτε μου δίδεται η δυνατότητα. Θεωρώ, ακόμη και σήμερα, αξεπέραστη την σκηνή του διαλόγου ανάμεσα σε σκηνοθέτη και παραγωγό, στην ταινία του Βιμ Βέντερς, «Κατάσταση πραγμάτων». Είναι μια σκηνή δρόμου μέσα σε ένα πουλμανάκι – καταφύγιο, όπου οι δυο άνδρες συνομιλούν – ουσιαστικά μονολογούν – σκάβοντας τα έγκατα της ψυχής τους. Παρά την αβάσταχτη μοναξιά του λόγου τους, αυτά τα κατακλυσμικά θραύσματα μονολόγου συγχωνεύονται σ’ ένα πελώριο «μαζί». Είναι καταπληκτικό αυτό, πέρα απ’ όλα όσα θίγονται. Είναι καταπληκτικός ο τρόπος που επικοινωνούν χωρίς να ακούν ο ένας τον άλλον, χωρίς καν να κοιτάζονται. Μια μαγική σκηνή.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τίποτα. Ξεφυλλίζω απλώς κάποιες σελίδες – από διαφορετικά βιβλία. Τις διατρέχω με τα μάτια μου. Μοιάζει περισσότερο με κολύριο παρά με ανάγνωση. Αισθάνομαι ότι είμαι κοντά στο τέλος κάποιου κύκλου. Δεν ξέρω τι θα προκύψει μετά. Μπορεί και να μείνει μόνο το τέλος.

Τι γράφετε τώρα; 

Ένα ποιητικό βιβλίο με τον τίτλο «Μετά». Πρόκειται για το μετά της νύχτας, το μετά της καταστροφής, το μετά το τέλος. Κάποτε βρίσκεσαι με τα κόκκαλα στο χέρι, ο νεκρός είναι ήδη γεγονός. Θα πρέπει να αποφασίσεις αν θα τα πλύνεις με κρασί ή αν θα τα πετάξεις. Είναι, θέλω να πιστεύω, η φυσική συνέχεια του «Πιο νύχτα δεν γίνεται».

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αν αρχίσω με τις ερωτήσεις, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Οι ερωτήσεις είναι το σημείο που τα καταφέρνω καλύτερα. Στις απαντήσεις δυσκολεύομαι – γιατί μάλλον δεν υπάρχουν.

Οι εμπειρίες σας από το ιστολογείν και το διαδικτυώνεσθαι γενικότερα;

Έχω μόνο ένα blog το οποίο χειρίζομαι, σχεδόν σε καθημερινή βάση, με μεγάλη δυσκολία. Δεν θέλω να εξοικειωθώ περισσότερο. Συνεχίζω να ακούω μουσική από βινύλια και καμιά φορά γράφω επιστολές που στέλνω με το ταχυδρομείο. Νομίζω ότι έτσι υπερασπίζομαι μια εποχή ήδη νεκρή. Αλλά, όλοι κάτι δεν νομίζουν;

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Με χαρά και ανακούφιση. Είναι πολύ σπουδαίο να είσαι νέος. Αντίθετα, δεν θεωρώ και τόσο σπουδαίο το να είσαι συγγραφέας. Απλώς, γερνάς γρηγορότερα. Έχοντας επιβαρύνει τον εαυτό σου με μια επιπλέον ματαιοδοξία.

Σημ.:  Το ιστολόγιο του συγγραφέα εδώ. Επίσης, 10 πιθανοί λόγοι για τους οποίους ο έρωτας απουσιάζει, ένα παλαιότερο κείμενο του συγγραφέα, στο συγγενές μας mic.gr, εδώ.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 63. Μιχάλης Γεννάρης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μαξίμ Γκόρκι, Στρίντμπεργκ, Μπρετόν, Έσσε, Μπάροουζ, Ούγκο φον Χόφμανσταλ, Πάουντ, Ντιντερό, Αντρέγιεφ, Ρίτσος, Καρυωτάκης, Ρεμπώ, Νατάσα Χατζιδάκι,  Ζενέ, Θωμάς Μανν, Μπέρνχαρντ, Μέλβιλ, Καβάφης, Σολωμός, Χρονάς, Ιβάν Γκολ, Καρούζος, Πεντζίκης, Κακναβάτος, Σαχτούρης, Γκομπρόβιτς, Χοσέ Θέλα, Ντύλαν Τόμας

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Γιάννης Ρίτσος: Άπαντα. Συγγενής.

Γιώργος Χρονάς: Άπαντα. Στις Συμπλοκές της Νύχτας (Το ωραιότερο ελληνικό ποίημα από συστάσεως Ελληνικού Κράτους, μαζί με τις καβαφικές Μέρες του 1908)

Νατάσα Χατζιδάκι: Άπαντα. Ενσαρκωμένη ιδιοφυία.

Δήμητρα Χ. Χριστοδούλου: Άπαντα. Τεράστια ποιήτρια.

Βαλεντίνη Ποταμιάνου: Ποιήματα Ωμόφυλα. Θεά βεβακχευμένη.

Μαρία Σερβάκη: Άπαντα

Καραπάνου: Υπνοβάτης

Λυμπεράκη: Άπαντα

Ζατέλη: Το Πάθος χιλιάδες φορές. Αριστούργημα.

Δημητριάδης: Insenso.

Κοροβίνης: Άπαντα.

Μάρω Δούκα: Σκούφος από πορφύρα.

Πεντζίκης: Ο Πεθαμένος και η Ανάσταση.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

του Μαντιάργκ, του Ροΐδη, του Ρένου Αποστολίδη, του Μητσάκη

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Γιάννης Λειβαδάς.

Σας ακολουθεί μέχρι σήμερα κανένας από τους χαρακτήρες του βιβλίου σας (ή άλλων αδημοσίευτων γραπτών σας); Μαθαίνετε τα νέα τους;

Είμαι νεορεαλιστής μυθιστοριογράφος. Τα αγόρια των Πριγκίπων είναι υπαρκτά. Ακόμα και η γίδα Κλημεντίνη που συμπρωταγωνιστεί στο βιβλίο. (παραθέτω σχετική παιδοφωτογραφία, φορώ στρουμφομπλούζα και έμπροσθεν συγχαμογελά η νυν παιδοψυχολόγος αδελφιδή μου. Η Κλημεντίνη βρώσκει στα δεξιά.)

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ορέστης, Αισχύλος. Πάρζιφαλ, Βάγκνερ. Ραγκόζιν, Ντοστογιέφσκι.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Μικρές τελετουργίες που παρακαλώ να συγχωρεθούν. Αταξίες μη βλαπτικές ως προς τα εκθέματα. Το έκανα για να ενδυναμώσω. Στη Στοκχόλμη, στο μουσείο ιστορίας, έγραψα πάνω σε πέτρινο ρούνο. Στην Πάρο, πάνω στο Πάριο Χρονικό (ελλιπής φύλαξη εκθεμάτων, καλοκαιράκι γαρ). Στη Λυβέκη κοιμήθηκα δύο βραδιές στο σπίτι των Μανν. Στον Άγιο Φλωριανό σωριάστηκα πάνω στην επιτύμβια πλάκα του Μπρούκνερ. Κανονικό πικ-νικ. Άπλωσα χαρτί και μελάνι. Με κουβάλησαν σηκωτό οι αυγουστίνοι μοναχοί. Στο Βάνφριντ ανακάτεψα τον Αισχύλο της βαγκνερικής βιβλιοθήκης. Στην Κοπεγχάγη έγραψα πολύ, μπροστά στον Ιησού Απόλλωνα του Θόρβαλντσεν.

Έχω γράψει πάνω στην ωμοπλάτη κοριτσιού. Θέλησα να την πυρώσω με καύτρα τσιγάρου για να μείνουν. Γέλασε, νόμισε πως το είπα αστειευόμενος.

Ήμουν όμως απόλυτα σοβαρός και μεθυσμένος.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ορθόδοξος σαμανισμός με υπόκρουση Μπρούκνερ, Βάγκνερ και Χάινριχ Σουτς.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πρίγκιπες και Δολοφόνοι. Εκδόσεις της αγίας Ινδίκτου. Τρία ερωτοδοσμένα αγόρια, καλλιμάρτυρες άρνες Θεού στην απειλητική Αθήνα τού Σήμερα, αποδίδονται σταδιακώς, παρά τις απέλπιδες προσπάθειες της ομηρικής Τροφού αυτών, προς σφαγιασμόν ηδονοβλεπτικό και τελετουργική αφάνιση.

Πώς βιοπορίζεστε;

Σαν τον Μπάροουζ, μ’ ένα γλίσχρο επίδομα. Η σεπτή Οικογένεια λαμβάνει μισθώματα από ακίνητα και μου παραχωρεί ένα μικρότατο μερίδιο ώστε να χασομερώ καλλιτεχνικώς. Κοινώς, τεμπελόσκυλο.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μανδραγόρας: γυαλιστερό χαρτί και big size μέγεθος

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Πίνδαρος

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θα γυρίσω τουλάχιστον μία ταινία. Με ερασιτέχνες ηθοποιούς που θα παιδαγωγήσω αυστηρά, δικά μου σκηνικά και μουσική. Κι ύστερα Βενετία, Κάννες, Βερολίνο. Τέρμα τα γραπτά. Κλακέτα.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Καθημερινά γράφω δύο-τρία ποιήματα, είναι ενόργανη γυμναστική και δείκτης προθέσεων της Μούσας. Αν δεν πάνε καλά τα ποιήματα, δεν προχωρώ σε μυθιστορηματικές εργασίες. Επιστρέφω άλλη μέρα που θα βρέχει.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Βιβλία που μου στέλνουν. Ωραίο έθιμο. Σήμερα πρωτοδιαβάζω ποιήματα δεκαετίας 1960 που μου χάρισε ο Λουκάς Θεοδωρακόπουλος, για ακούστε:

ΧΩΡΙΣ ΥΠΟΜΟΝΗ

Παράξενο καλοκαίρι το φετινό.

Χωρίς θάλασσα χωρίς υπομονή

με μια βροχή σαν μέσα

σε όνειρο ασταμάτητη

κι ένα χέρι που απομακρύνεται –

το δικό σου χέρι.

Αγάπη μου μας ρήμαξαν

δεν έχω πια όνειρα

μας πήραν τα πουλιά

τα μικρά μας στηρίγματα.

Παντού σημαίες μεσίστιες.

Τι γράφετε τώρα;

Το Μεγάλο Ακατόρθωτο.

Θα χρειαστώ μία δεκαετία αλλά πρέπει να το κάνω τώρα που είμαι τριάντα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αγαπημένος ζωγράφος;

Πάουλ Κλέε ο φωτοπύκνωρ.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν αυτή τη συναλλαγή;

Όχι. Δεν θα ρισκάρω υπεσχημένες ενσαρκώσεις γενέθλιου Αυτοδαίμονος. Με αλεξίμορους καθαρμούς πάνω στον ερυθρό ίασπι πέπρωται να επανέλθω ως λυγξ πτερωτός, Ιππόγρυψ μυκηναίος. Γάλα αγριοσυκιάς θα στάξει πάνω στη βασιλική σφενδόνη και τα σφιχτοδεσίδια της Ειμαρμένης θα λυθούν. Με ιερή αμώμητη παρθένο θα σμίξει ο πρίγκηψ του δαχτυλιδιού και φωτοβίαιος θ’ αναδυθώ ξανά. Χίλια πρόβατα θα διοικώ, φαλκόνια πολλά, βόδια χρυσοκερατισμένα και μαύρους μυώδεις σκύλους της Ανάγκης.

Στις φωτογραφίες, αναφερόμενοι συνομιλητές του συγγραφέα: André Pieyre de Mandiargues, Camilo José Cela, Denis Diderot.