Στο αίθριο του Πανδοχείου, 42. Κοσμάς Ι. Χαρπαντίδης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς. 

Ξεκίνησα την αναγνωστική μου καριέρα με Α. Παπαδιαμάντη, Ν. Καζαντζάκη και γενιά του ’30 (Σεφέρης – Ελύτης). Δέσμιος του Δημήτρη Χατζή. Μάριος Χάκκας, Στρατής Τσίρκας, Ανδρέας Φραγκιάς, Μένης Κουμανταρέας προσκυνητές του άδικα σπαταλημένου. Κοντά τους ο Μανώλης Αναγνωστάκης και ο Τάκης Σινόπουλος. Μέσω του  Γ. Ιωάννου και του Ν. Χριστιανόπουλου αναγνώρισα τη διαχρονική γοητεία του Κ.Π. Καβάφη, για να καταλήξω στη μοναξιά του Ν.Α. Ασλάνογλου. Ο Βασίλης Βασιλικός και ο Γιώργος Χειμωνάς αξεπέραστα αναστήματα της γενέτειρας προκαλούν συχνές επιστροφές. Νίκος Καρούζος, Μίμης Σουλιώτης, Γιώργος Χρονάς, Ηλίας Λάγιος στην ποίηση. Παύλος Μάτεσις, Σωτήρης Δημητρίου, Ρέα Γαλανάκη στην πεζογραφία. Δεν διακινδυνεύω ξένους. Λατρεμένοι και διαβασμένοι πολλοί, συχνά κολλημένοι στην κακή μετάφραση.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία. 

Ο ηλίθιος του Ντοστογιέφκσι, Ο μαίτρ και η Μαργαρίτα  του Μπουλγκάκοφ, Ταξίδι στα βάθη της νύχτας του Σελίν, Η ζωή του Μαρσέλ Ράιχ Ρανίτσκι, μερικά από  τα βιβλία του Στέλιου Ράμφου, η τριλογία του Κούντερα, οι μικρές πρόζες του Παβέζε, τα ποιήματα του Πάουλ Τσέλαν, Στοιχεία από την δεκαετία του 1960 του Βαλτινού, τα Ημερολόγια του Φράντς Κάφκα, Οι ξεριζωμένοι του Β.Γκ. Ζέμπαλντ, Η πόλη και τα σκυλιά του Λιόσα, Μπαλκόνι στο Δάσος του Ζυλιέν Γκράκ, οι Ευμενίδες του Τζόναθαν Λίτελ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.  

Του Τσέχωφ, του Μωπασάν, του Κάρβερ, της Πρου και του Καπότε. Των προπατόρων Βιζυηνού, Παπαδιαμάντη, Θεοτόκη, Παπαντωνίου, Μυριβήλη, Καραγάτση.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο ποιητής Δημήτρης Λεοντζάκος.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Ένας γέροντας, θαμμένος στο πρώτο νεκροταφείο Αθηνών,  με παρακαλά τακτικά  να τον μεταφέρω στην ανοιχτωσιά των μακεδονίτικων βουνών για να αναπαυθεί η ψυχή του ανάμεσα στο θυμάρι και τη μέντα.

Ένας θρυμματισμένος καπετάνιος τσέπης με ικετεύει να του σερβίρω λίγη αναγνώριση (δεν του την έδωσε η ιστορία) για να μην θυμώνει με τον εαυτό του πως  μάτωσε άδικα τα χέρια του.

Το όχι που δεν εμπόδισε τον Τσολάχ Κορυφίδη να αυτοκτονήσει.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας. 

Άντριαν Λέβερκυν στον Δόκτωρ Φάουστους του Τόμας Μαν. Η συμπύκνωση της πνευματικής Ευρώπης του 20ου  σε έναν χαρακτήρα.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας; 

Θα ήθελα να γράφω όπως ο Νίκος Μπακόλας σε καφενεία, μπαρ και πιεστήρια εφημερίδων, όπως ο Μαρκές σε μπορντέλα, όταν ησυχάζουν οι πόρνες τα πρωινά, ή έστω σε βουνά σε δροσερά, απομονωμένα εξοχικά. Ατυχώς πια γράφω μόνο στο γραφείο, όταν είμαι μόνος.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; 

Πρώτα στον υπολογιστή κι αν δεν βγαίνει επιστρέφω χειροκίνητα για μεγαλύτερο παιδεμό, ξαναγυρίζοντας τον μίτο από την αρχή. Οι ιδέες παγιδεύονται φτάνοντας στον πάτο και κάνοντας σύντροφο τον πόνο.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όχι. Εργάζομαι όταν με συντρίβει ο βιοπορισμός και σαν ένα όχι διαμαρτυρίας «δεν πάει άλλο» ή «δεν θέλω άλλο». Το καλλίτερό μου είναι να δουλεύω ξεκούραστος  σε απόλυτη ησυχία με την μουσική να παίζει στο νου μου και όχι στον χώρο. Μουσική ακούω όταν διαβάζω έντυπα – στο χέρι ή στην οθόνη, ποτέ όταν γράφω. Μικρές εταιρίες (γερμανικές και γαλλικές κυρίως, με φίνο ήχο) στην διαδικτυακή μουσική  βιβλιοθήκη της Naxos.

Μια μικρή παρουσίαση/εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά [ή για όσα κρίνετε]. Είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν. Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων;

Γυρνώντας χειμώνες με κρύο σε πόλεις μακεδονικές και θρακικές, με φύλλα ιθαγενή  και ξένα, με νεκρούς σε εξοχές, ζωντανούς σε ερημιές, ασφυκτιώντας στον χώρο, παθαίνεις μανία πόλεως και αναζητάς  στο έκτο  δάχτυλο, ιδιότητες μαγικές για να επιβιώσεις. Και επιβιώνεις αν διαθέτεις κρυφές αντοχές πια κι αν δεν πάθεις κρίσεις πανικού ή κατάθλιψη στο δρόμο για να βρεις και να αποκαλύψεις τον τύραννο της ψυχής σου. Τότε τα δώρα είναι σίγουρα.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Κρυφές αντοχές (έτσι λέγεται η συλλογή διηγημάτων, που τελείωσα ) σε ένα κόσμο, που δεν μας θέλει και μας πετά έξω. Αντοχές  για να επιζήσουμε όχι για να βγούμε νικητές (σχεδόν ποτέ δεν συμβαίνει), αλλά για να κάνουμε τους άλλους λιγότερο δυστυχισμένους ή αλλιώς για να περιορίσουμε το μαύρο.

Μας έχετε ξεναγήσει με πολλούς τρόπους στον τόπο όπου ζείτε, την Καβάλα αλλά και την ευρύτερη περιοχή (Θάσος, Παγγαίο κ.λπ.). Ανεξάντλητος τόπος έμπνευσης, μήτρα της ζωής σας ή απλώς προσωπική πατρίδα; 

Μην δίνετε σημασία στην εικονογραφία. Δεν είναι αυτή το έργο. Το έργο είναι αλλού. Δεν είμαι βουκόλος της ερημιάς και της σιωπής και  δεν είναι οι τόποι μου  η μήτρα της έμπνευσης, όπως λανθασμένα εξέλαβαν ορισμένοι. Μόνο στην Ελλάδα οι συγγραφείς εκτός λεκανοπεδίου στιγματίζονται με την ρετσινιά του επαρχιακού και του ηθογραφικού κι απομονώνονται μέσα στο ζουμί του  περιορισμού μέχρι να τους φάει η αφάνεια. Τους στερούν έτσι το οξυγόνο και την ενθάρρυνση να απευθύνονται σε ένα ευρύτερο κοινό, που θα μπορούσε να τους διαβάσει με ενδιαφέρον.

Η προαναφερθείσα «ξενάγηση» γίνεται με έναν ιδιαίτερο λογοτεχνικό τρόπο. Στην ουσία τα όποια «ταξιδιωτικά» ή «περιγραφικά» κλπ. κείμενα εφοδιάζονται με ιδιαίτερη λογοτεχνικότητα. Αποτελεί αυτό προϊόν μιας συνειδητής προσπάθειας; Γνωρίζετε άλλους συγγραφείς ή έργα που ακολουθούν την ίδια «οπτική»; 

Τα κείμενά μου (ακόμη και στο πρώτο μου βιβλίο) δεν είναι κείμενα γνωριμίας ή ξενάγησης – περιγραφής κανενός  τόπου. Είναι αφηγήσεις λογοτεχνικές. Και σαν τέτοιες πρέπει να κριθούν. Και συνειδητά παραμένω εδώ και γράφω στην κόψη της μεθορίου για πράγματα, που γνωρίζω. Και βεβαίως γνωρίζω κι άλλους σαν εμένα. Να μερικά ονόματα σε ελεύθερο συνειρμό. Λευτέρης Μαυρόπουλος, Βασίλης Τσιαμπούσης, Γιάννης Καισαρίδης, Βασίλης Παππάς, Διαμαντής Αξιώτης, Νίκος Βασιλειάδης κ.α. Κυρίως βορειοελλαδική η εμμονή σε όλους μας. Παράγεται λογοτεχνία στα κείμενά μας;  Αυτό θα πρέπει να απαντηθεί.

Πώς βιοπορίζεστε;

Δικηγορώντας μάχιμα και στα ακροατήρια σε σύνολο είκοσι επτά ετών.

Η ενασχόλησή σας με τη νομική επιστήμη σας απορροφά μόνο πολύτιμο συγγραφικό χρόνο ή εξαργυρώνεται «συγγραφικά» με κάποιο τρόπο; 

Μου απορροφά πολύτιμο χρόνο και με εξαντλεί. Δεν θα είχα  μείνει στα πέντε βιβλία διαφορετικά. Όσο για την συγγραφική εξαργύρωση ανιχνεύεται στις παρυφές της, αλλά με γερό τίμημα.

Συνεργαστήκατε στην έκδοση του λογοτεχνικού περιοδικού Υπόστεγο. Τι θυμάστε από εκείνες τις μέρες, τι σας μένει από την σκιά του Υποστέγου σήμερα;

Τα δάκρυα για την παρέα που δεν υπάρχει πια. Κι οι χαμένες ώρες για να στηθεί. Όλα περνούσαν από τα χέρια δυο ατόμων δυστυχώς.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το Εντευκτήριο του Γιώργου Κορδομενίδη, το Πλανόδιον του Γιάννη Πατίλη, η Παρέμβαση  της Κοζάνης, η Εξώπολις  της  Αλεξανδρούπολης, η Δίοδος  των Δραμινών φίλων (μακάρι να συνεχίσει). Τα αγαπώ  όλα σαν εργόχειρα χειροποίητα από χέρι προσφιλών προσώπων.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Θα ήθελα να εξιστορήσω τον βίο του ποιητή Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου.

Πώς και δεν γράψατε ποίηση;

Ξεκίνησα με ποιήματα και με παίδεψαν μέχρι το 1993, που εκδόθηκε το πρώτο μου πεζό. Η πλακέτα με ορισμένα από αυτά παραμένει ανέκδοτη οριστικά πια.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης ή ταινία; 

Ναι. Βρίσκω ενδιαφέρον στους συγκαιρινούς μας σκηνοθέτες Μάικλ Χάινεκε, Αλεξάντρ  Σοκούροφ, Γουόνγκ Καρ Γουάι.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό; 

Robin Corey – O φόβος: H ιστορία μιας πολιτικής ιδέας.

Lyall Watson – Σκοτεινή φύση: Φυσική ιστορία του κακού.

Τι γράφετε τώρα αυτόν τον  καιρό;

Ένα μυθιστόρημα, που πρωτοάρχισα το  2002 και το έχω αλλάξει μέχρι τώρα τρεις φορές. Ελπίζω η τωρινή να είναι η τελευταία.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε;

Πόσα ψέματα μας  είπατε μέχρι τώρα;

Και η απάντηση; 

Πορτρέτο φιλοτεχνώ, αγνώστου σχετικώς ανδρός. Πόσες αλήθειες λέτε να χωρούν;

Σημ.: Φωτογραφία του συγγραφέα: Θεόδωρος Παπαδόπουλος.

Φίλιπ Γκούρεβιτς (επιμ.) – Η τέχνη της γραφής. 10 κορυφαίοι συγγραφείς αποκαλύπτουν τα μυστικά της τέχνης τους στο Paris Review

Υποθέτω πως όλοι μας έχουμε μέσα μας έναν πρωτόγονο υποβολέα ή σχολιαστή, ο οποίος από την τρυφερή ηλικία ακόμα δεν παύει να μας συμβουλεύει, να μας λέει πώς είναι ο αληθινός κόσμος. Υπάρχει ένας τέτοιος σχολιαστής μέσα μου. Πρέπει να προλειαίνω το έδαφος γι’ αυτόν. Από αυτή την πηγή προέρχονται οι λέξεις, οι φράσεις, οι συλλαβές· κάποιες φορές μόνο οι ήχοι, τους οποίους προσπαθώ να ερμηνεύω, άλλες φορές ολόκληροι παράγραφοι, ακόμα και ως προς τα σημεία στίξης. Όταν ο Ε.Μ. Φόρστερ είπε: «Πώς να ξέρω τι σκέφτομαι αν δεν δω τι λέω;» ενδεχομένως αναφερόταν στον δικό του υποβολέα. Υπάρχει μέσα μας εκείνο το όργανο παρατήρησης – στην παιδική ηλικία τουλάχιστον. Στη θέα ενός προσώπου, στη θέα των παπουτσιών ενός ανθρώπου, του χρώματος του φωτός, του στόματος μιας γυναίκας ή ίσως του αυτιού της, συλλαμβάνει κανείς μια λέξη, μια φράση, κάποιες φορές τίποτε άλλο πέρα από μια ακατάληπτη συλλαβή που του μεταδίδει ο πρωτόγονος σχολιαστής.

… εξομολογείται ο Σόλ Μπέλοου σε μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες συνομιλίες που περιλαμβάνονται εδώ. Σήμερα όλο και περισσότερες τέτοιες συζητήσεις με συγγραφείς δημοσιεύονται σε μορφή βιβλίου καθώς η σημαντικότητα των προσώπων συμβαδίζει με το ενδιαφέρον των λόγων τους. Η συνέντευξη πράγματι έχει εξελιχθεί σε (έστω και ψευδεπίγραφο) λογοτεχνικό είδος, αποκαλύπτοντας έναν παράλληλο, προφορικό λόγο του ερωτώμενου, το εργαστήριό του, αλλά και διάφορες ενδιαφέρουσες πλευρές μιας ούτως ή άλλως ιδιαίτερης προσωπικότητας.

To Paris Review εξελίχθηκε σε κορυφαίο έντυπο του είδους, καθώς δημιουργήθηκε (στις αρχές της δεκαετίας του ’50 στο Παρίσι) από μια ομάδα αμερικανών διανοουμένων που επιθυμούσαν ακριβώς να δώσουν το λόγο στους ίδιους τους συγγραφείς και να προτιμήσουν μια «κουβεντιαστή» εξέταση του έργου τους. Ο τόμος περιλαμβάνει συζητήσεις με τους Τ. Σ. Ελιοτ, Τρούμαν Καπότε, Σολ Μπέλοου, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Γκράχαμ Γκριν, Ισαάκ Μπάσεβιτς Σίνγκερ, Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες, Ουίλιαμ Φόκνερ, Τζον Στάινμπεκ, Έρνεστ Χέμινγουεϊ και τον κριτικό Χάρολντ Μπλουμ, όλες μεταξύ των ετών 1957 και 1991. Ο επιμελητής υπήρξε διευθυντής του περιοδικού από το 2005 έως το 2010.

Περισσότερο κυνικός και γωνιώδης όλων, ο Φώκνερ καθίσταται απομυθοποιητής του εαυτού του: Αν δεν είχα υπάρξει, κάποιος άλλος θα είχε γράψει τα έργα μου, του Χέμινγουεϊ, του Ντοστογέφσκι, όλων μας. Απόδειξη γι’ αυτό αποτελεί το γεγονός ότι υπάρχουν τρεις υποψήφιοι που διεκδικούν την πατρότητα των θεατρικών έργων του Σέξπιρ. Εκείνο που έχει σημασία, συνεχίζει, δεν είναι ποιος τα έγραψε αλλά ότι κάποιος το έκανε. Καθ’ όλη την συνομιλία o Φώκνερ παραμένει απόλυτος όσον αφορά τη συγγραφή (Αν ο συγγραφέας δεν είναι κορυφαίος, ξεγελάει τον εαυτό του λέγοντας πως δεν έχει χρόνο ή οικονομική ανεξαρτησία. Τίποτα δεν μπορεί να καταστρέψει έναν καλό συγγραφέα) και την ανάγνωση (-Κάποιοι λένε ότι δεν καταλαβαίνουν τη γραφή σας, ακόμα και μετά από δύο η τρεις αναγνώσεις. Πώς θα τους προτείνατε να προσεγγίσουν τα γραπτά σας; -Να τα διαβάσουν τέσσερις φορές).

Στην ερώτηση ποιο θα ήταν το καταλληλότερο περιβάλλον για έναν συγγραφέα απαντά: Την τέχνη δεν την απασχολεί ούτε το περιβάλλον· δεν τη νοιάζει πού βρίσκεται. Αν εννοείτε για μένα, η καλύτερη δουλειά που μου είχαν ποτέ προσφέρει ήταν να γίνω επιστάτης σε πορνείο. Κατά τη γνώμη μου, είναι ο τέλειος χώρος για να δουλέψει ένας καλλιτέχνης. Το μέρος είναι ήσυχο τις πρωινές ώρες, δηλαδή το καλύτερο διάστημα της μέρας για δουλειά. Υπάρχει αρκετή κοινωνική ζωή τα βράδια, αν επιθυμεί να συμμετέχει, για να μη βαριέται. Από την προσωπική μου εμπειρία κατέληξα στο ότι τα εργαλεία που χρειάζομαι για την τέχνη μου είναι χαρτί, καπνός, τροφή και λίγο ουίσκι. Εξίσου ενδιαφέρουσα η εξομολόγησή του πως διαβάζει τους αγαπημένους του συγγραφείς τόσο συχνά, που δεν αρχίζει πάντα από την πρώτη σελίδα, ούτε φτάνει ως το τέλος, αλλά πως μπορεί να διαβάσει μόνο μια σκηνή ή για έναν χαρακτήρα, όπως ακριβώς θα συναντούσε και θα μιλούσε σε έναν φίλο για λίγα λεπτά.

Ιδιαίτερη έκπληξη δοκιμάζει κανείς όταν κάποιοι συγγραφείς αδυνατούν να χειριστούν ερωτήσεις που καίνε. Ο Γκρέιαμ Γκριν π.χ. αδυνατεί να δώσει πειστική απάντηση στα σχόλια πως αυτό που αποκομίζει κανείς από το διαμέρισμά του είναι πως «το εκλεπτυσμένο γούστο βασιλεύει στο χώρο του και όχι η τραγωδία» κι ότι δείχνει πολύ πιο ευτυχισμένος απ’ ότι περίμεναν. Καθώς τον ρωτούν πώς είναι δυνατόν στη δική του ζωή να ζει με την οξυμμένη αντίληψη που απαιτεί από τους χαρακτήρες του, εκείνος απαντάει πως η ερώτηση είναι δύσκολη, ζητά την …ανάλυσή της και στο τέλος αρκείται σ’ ένα: «δεν είναι παρά η τρύπα που έχω ανοίξει στο χώμα. Να μείνουμε σε αυτό». Καθώς το στρίμωγμα συνεχίζεται («Γνωρίσατε ποτέ προσωπικά πώς είναι η ζωή των φτωχών ή των ανήθικων ανθρώπων»;) ο Γκριν απαντά ένα «όχι, πάρα πολύ λίγο», προτού κάνει έναν σχετικά αποδεκτό ελιγμό: κανείς δεν ξέρει αρκετά για κάποιους χαρακτήρες στην πραγματική ζωή για να τους βάλει στο μυθιστόρημα. Για άλλη μια φορά ένα φλέγον ζήτημα με πλήθος διαβαθμίσεων: η συμφωνία έργου και ζωής. Τουλάχιστο το βρετανικό φλέγμα δεν τον εγκαταλείπει: Λίγοι συγγραφείς είναι πολύ καλοί μου φίλοι, αλλά για έναν συγγραφέα το να περνάει πολύ χρόνο κάνοντας παρέα με συγγραφείς είναι μια μορφή αυνανισμού.

Βέβαια οι πρώτες σελίδες που επισκέφθηκα ανυπομόνως ήταν του Ι. Μ. Σίνγκερ ο οποίος την εποχή της συνέντευξης (1968) είχε ακόμα το όνομά του καταχωρισμένο στον τηλεφωνικό κατάλογο του Μανχάταν και δεχόταν καθημερινά τηλεφωνήματα από άγνωστους αναγνώστες που επιθυμούσαν να συζητήσουν μαζί του και τους οποίους συνήθως καλούσε για καφέ. Πιστός της «παραδοσιακής» αφήγησης τονίζει πόσο του αρέσει μια ιστορία να είναι ιστορία, με αρχή και τέλος – να είναι ιστορία όπου ο αναγνώστης ακούει και θέλει να μάθει τι γίνεται παρακάτω. Ο Σίνγκερ εξακολουθεί να ασπάζεται την ιδέα πως μας περιβάλλουν όλων των ειδών οι μυστηριώδεις δυνάμεις που παίζουν σημαντικό ρόλο σε όλα όσα κάνουμε, όπως και η τηλεπάθεια κι η ενόραση σε κάθε ερωτική ιστορία (Ο φόβος του υπερφυσικού υπάρχει στον καθένα. Κι εφόσον όλοι το φοβόμαστε, δεν υπάρχει κανένας λόγος να μην το αξιοποιούμε. Επειδή αν φοβάσαι κάτι, το γεγονός και μόνο ότι το φοβάσαι, δείχνει ότι έχεις παραδεχτεί την ύπαρξή του) καταλήγοντας με το τρομερό: Εκείνο που για σας είναι σκοταδιστικό, για μένα είναι πραγματικό.

Ο Σίνγκερ ποτέ δεν έτρεφε αυταπάτες: Τίποτα δεν θα μας σώσει. Θα κάνουμε πολλές προόδους αλλά θα συνεχίσουμε να υποφέρουμε και δεν θα υπάρξει ποτέ τέλος σ’ αυτό. Πάντα θα επινοούμε νέες πηγές βασάνων. Η ιδέα ότι ο άνθρωπος πρόκειται να σωθεί είναι μια πέρα για πέρα θρησκευτική ιδέα και ακόμα κι οι θρησκευτικοί ηγέτες ποτέ δεν υποστήριξαν ότι θα σωθούμε σε αυτή τη γη… Το να είναι κανείς απαισιόδοξος σημαίνει να είναι ρεαλιστής. Και ήταν μόλις 1966 όταν ο Μπέλοου έβλεπε την ασθένεια της επόμενης πεντηκονταετίας: Υπάρχει μια σύγχρονη διαταραχή – η νόσος των ανθρώπων που ζουν βάσει της εικόνας του εαυτού τους την οποία έχουν δημιουργήσει οι εφημερίδες, η τηλεόραση…ή η ανάγκη του κόσμου για διασημότητες. Προσωπικά αποφεύγω αυτές τις «εικόνες». Επιθυμώ βαθιά, όχι την απόλυτη αφάνεια – παραείμαι εγωιστής για κάτι τέτοιο – αλλά την γαλήνη και την ελευθερία από παρεμβάσεις τρίτων. Μακάρι η σειρά να συμπληρωθεί με νέες φουρνιές συνεντεύξεων, από μεταγενέστερους συγγραφείς, μέχρι να φτάσουμε στους σημερινούς «επιτυχημένους». Όλοι θα είχαν ενδιαφέροντα και αμφιλεγόμενα πράγματα να πουν.

Εκδ. Τόπος, 2010, πρόλ.: Φ. Γκούρεβιτς, εισαγ.: Ορχάν Παμούκ, μτφ. Μαρίνα Τουλγαρίδου, επίβλ. Άρτεμις Λόη, 275 σελ. (Philip Gourevitch, Paris Review Interview Anthology, 2006)

Αποτύχαμε όλοι μας να εκπληρώσουμε το όνειρό μας περί τελειότητας. Άρα μας βαθμολογώ με βάση την εξαίσια αποτυχία μας να κάνουμε το αδύνατο. (Φώκνερ)

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή και εδώ. Στις δυο τελευταίες εικόνες: Ι.Μ. Σίνγκερ, Γ. Γκριν.