Danilo Kiš – Homo Poeticus

Η λογοτεχνία ως ύστατο καταφύγιο

Μέρος Α΄

Στα μπουντρούμια της NKVD, στην παγερή έρημο του Μακρινού Βορρά, κάθε φορά που τα μαρτύριά μου, υπερέβαιναν κάθε ανθρώπινο όριο και οποιοδήποτε μέτρο, έκανα μέσα μου μία και μοναδική ευχή: να επιζήσω για να διηγηθώ σε όλον τον κόσμο, και κυρίως στους κομματικούς μου συντρόφους και φίλους, όλες τις φρικαλεότητες που ζήσαμε έγραφε ο Κάρλο Στάινερ, στον πρόλογο του περιβόητου βιβλίου του «7.000 μέρες στη Σιβηρία» (πολύτιμος οδηγός για τη συγγραφή του Ένας τάφος για τον Μπορίς Νταβίντοβις). Κι όμως μέχρι σήμερα το χειρόγραφο (διαρκώς εξαφανιζόμενο ως ανεπιθύμητο σ’ έναν κατεξοχήν γκογκολικό κόσμο) εκδόθηκε μόνο σε Γιουγκοσλαβία, Γερμανία και Γαλλία, δεκαετίες μετά την ολοκλήρωσή του. Στις άλλες χώρες «χανόταν» μυστηριωδώς.

Η συνάντηση με τον Στάινερ και την σύζυγό του Σόνια Μαρμελάντοβα, μια ζωντανή μεταφορά της «καθαρής ανθρώπινης οδύνης», με μάτια βαθιά σαν πηγάδι, που δεν τον απαρνήθηκε δημόσια (οι σοβιετικές εφημερίδες ήταν γεμάτες με δηλώσεις αποκήρυξης συλληφθέντων συζύγων ως «εχθρών του λαού») παρά περίμενε για 20 χρόνια την επιστροφή του από την εξορία πάνω από τον πολικό κύκλο συγκλόνισε τον Κις. Κάθε συσχετισμός με την γαλήνια, πολυθαυμασμένη Πηνελόπη είναι προσβλητική: η Σόνια στα μάτια του κόσμου υπήρξε πάντα η ταπεινωμένη «γυναίκα του εχθρού» («Μάρτυρας Κατηγορίας Κάρλος Στάινερ»). (1)

Στον αντίποδα, ο Ναμπόκοφ κατάλαβε εγκαίρως τον μάταιο χαρακτήρα των πολιτικών παθών και της νοσταλγίας της εξορίας, αλλά και τον θλιβερό κόσμο της προσφυγιάς, που αδυνατεί να ενσωματωθεί στους τόπιους πληθυσμούς ή να κάνει οτιδήποτε σε πολιτικό ή πνευματικό πλαίσιο. Εάν αγνόησε το ουσιώδες γεγονός των 20ού αιώνα, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης, απομακρύνοντάς το ως ανάξια ύλη από την πένα του, αυτό δεν ήταν μόνο από άρνηση να σπαταληθεί σε μάταιες πολεμικές· κυρίως δεν ήθελε να στοιχηματίσει στη στιγμή αλλά στην αιωνιότητα. Διαφορετικά, θα ήταν «μισητός και δοξασμένος, μεσσίας και θύμα, Σολζενίτσιν πριν από τον Σολζενίτσιν, Κέσλερ και Παναΐτ Ιστράτι και Βικτόρ Σερζ συγχρόνως». Όλο το έργο του δεν είναι τίποτε άλλο από μια προυστική Αναζήτηση του χαμένου παράδεισου (της Ρωσίας των παιδικών του χρόνων) και μια ένθερμη υπεράσπιση του δικαιώματος για προστασία των πνευματικών αξιών. Και εάν η λογοτεχνία δεν έχει γίνει θεραπαίνιδα των ιδεολογιών αλλά παραμένει όνειρο και καταφύγιο, το παιχνίδι πνεύματος και φαντασίας, τότε το οφείλουμε κατά μεγάλο μέρος στον ίδιο («Ναμπόκοφ ή η νοσταλγία»).

Στον σύγχρονο συγγραφέα μένει μια και μοναδική έντιμη διαπίστωση: ότι κανένας από τους δρόμους που θα διαλέξει δεν είναι δίχως κινδύνου: κάθε επιδίωξη μιας παγκόσμιας λύσης οδηγεί στην απλοποίηση, ενώ ο εγκλεισμός σε «εύηχη σιωπή» αποτελεί εκμετάλλευση του ταλέντου του. «Ο συγγραφέας στέκεται σήμερα ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο επιλογές: να ριχτεί στον αγώνα για τις αρχές ή να καλλιεργήσει τον δικό του κήπο. Εάν διαλέξει το πρώτο, κατά κάποιον τρόπο προδίδει τη λογοτεχνία· εάν διαλέξει το δεύτερο, του απομένει η συνεχής πικρία ότι έζησε το ζωή του μάταια και ότι πρόδωσε το ταλέντο του».

Σε κάθε περίπτωση «η λογοτεχνία είναι – ή θα έπρεπε να είναι – το τελευταίο καταφύγιο της λογικής», γράφει ο Κις στο φερώνυμο δοκίμιο, εκφράζοντας την απέχθειά του στη λογοτεχνία που γράφεται για οποιαδήποτε μειονότητα· πολιτική, εθνική, φυλετική. «Η λογοτεχνία είναι μια και αδιαίρετη. Καλή ή κακή» (2). Η δεοντολογία της γραφής, η Κεντρική Ευρώπη, το γαλλικό διήγημα, ο Μαρκήσιος Ντε Σαντ, ο Φλωμπέρ, οι Ασκήσεις ύφους του Καινώ κ.ά. συμπληρώνουν τη θεματολογία των 18 εξαιρετικών δοκιμίων, που αποτέλεσαν άρθρα σε εγχώρια και διεθνή περιοδικά, στην Nouvel Observateur, προλόγους σε βιβλία, συνέντευξη στον Κριστιάν Σαλμόν, ανακοινώσεις σε συμπόσια (όπως εκείνο της Διεθνούς Ομοσπονδίας Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) κ.ά.

Εκδ. Scripta, 2011, μτφ. από τα Σερβικά Ισμήνη Ραντούλοβιτς, 151 σελ. [η πρωτότυπη έκδοση: 1993]. Με δισέλιδο βιβλιογραφικό σημείωμα.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 3.9.2011 (και εδώ). Ακολουθεί Β΄μέρος στην αμέσως επόμενη ανάρτηση (εδώ) όπου και οι παραπομπές.


Τέρρυ Ήγκλετον – Κείμενα για τη ζωή, την ποίηση, την πολιτική

 Το νόημα μιας άξιας ζωής

Ένας καθολικός ιρλανδικής καταγωγής, σε μια προτεσταντική Αγγλία, με προέλευση από την εργατική τάξη, στην καρδιά ενός θεσμού της άρχουσας τάξης (το Οξφορδιανό Πανεπιστημιακό Άβατο) και με επαναστατικές μαρξιστικές ιδέες: οι ταυτοτικές «αντιφάσεις» όχι μόνο δεν βραχυκύκλωσαν τον Τέρρυ Ήγκλετον αλλά και τον ενέπνευσαν προς την διεύρυνση της προσωπικότητας, της ιδεολογίας, των λογοτεχνικών και πολιτικών του απόψεων. Ο παρών τόμος αποτελεί ιδανική χειραψία γνωριμίας και πρόσκληση εισαγωγής στο έργο του, καθώς περιλαμβάνει κείμενα από και για τον περίφημο θεωρητικό, ή, καλύτερα, αντι-θεωρητικό, εφόσον εξέθεσε την κενότητα και την έλλειψη χρησιμότητας ενός μεγάλου μέρους της κριτικής θεωρίας.

Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται η μια από τις τρεις διαλέξεις που έδωσε στην Αθήνα (που αφορά την τέχνη της ποίησης) και έξι, αμετάφραστα στα ελληνικά, κείμενά του για διανοούμενους, κλασσικούς του 20ού αιώνα και σύγχρονους (Ζακ Ντεριντά, Τ.Σ.Ελιοτ, Εριχ Άουερμπαχ κ.ά.), ενώ, επιπρόσθετα, ο ίδιος απαντά στις καίριες ερωτήσεις του Δημήτρη Δημηρούλη. Στην δεύτερη ενότητα οι Γιάννης Βαρουφάκης, Αθηνά Bογιατζόγλου, Κώστας Βούλγαρης, Ρένα Δούρου, Τάκης Καγιαλής, Βασίλης Λαμπρόπουλος, Γιώργος Μέρτικας, Νίκολας Ρο, Νικόλας Σεβαστάκης και Ευκλείδης Τσακαλώτος παρουσιάζουν απόψεις για το έργο (ή με αφορμή αυτού) που κατέθεσαν σε δυο συνεχόμενα αφιερώματα στο ένθετο «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής.

Αποτελώντας, κατά τον φίλο του Ταρίκ Άλι, ένα είδος διττής ύπαρξης, ο Ήγκλετον (Σάλφορντ, 1943) έμαθε να απολαμβάνει μια ζωή στην κόψη, στο σημείο τομής διαφορετικών κόσμων, ενώ, πολύ περισσότερο, στο λογοτεχνικό πεδίο ελίχθηκε με δεξιοτεχνία ανάμεσα σε διαφορετικές τάσεις, απόψεις και πολιτικές και επεδίωξε το φαινομενικά αδύνατο: την διατήρηση της εξάρτησης από τον αγγλικό εμπειρισμό, τον επιτονισμό της ιρλανδικής «ιδιαιτερότητάς» του, την συντήρηση της βιωματικής του σχέσης με τον καθολικισμό και την προώθηση ενός δικής του επινόησης ριζοσπαστικού μαρξισμού. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, «όλες οι κατηγορίες μπορούν να είναι ανοικτές, πορώδεις και διαπερατές».

Χάρη στον Ήγκλετον αναγνωρίστηκαν πολλά ξεχασμένα λογοτεχνικά κείμενα, υποδείχθηκαν νέοι τρόπο ανάγνωσης των ήδη αναγνωρισμένων, φωτίστηκαν οι δευτερεύοντες μυθιστορηματικοί χαρακτήρες και αναδείχθηκε το έργο γυναικών συγγραφέων και συγγραφέων έγχρωμων ή προερχόμενων από την εργατική τάξη. Είχε άλλωστε επισημάνει τον αποκλεισμό των μελών της από την απόλαυση της λογοτεχνίας: «[οι εργαζόμενοι] όντας φιμωμένοι για γενιές, έχουν διδαχθεί να θεωρούν τη λογοτεχνία μια ελιτίστικη δραστηριότητα που ξεπερνά τα όρια της αντίληψής τους» (από την «Εισαγωγή στη Θεωρία της Λογοτεχνίας»).

Όμως πέρα από τις λέξεις της πολιτικής ο Ήγκλετον επιμένει (ιδίως στο αυτοβιογραφικό του βιβλίο The Gatekeeper: A Memoir (2001)) στον άμεσο μετασχηματισμό της θεωρίας σε «υλική δύναμη». Βέβαιος πως η αριστερά δεν έχει μόνο τα καλύτερα οράματα αλλά και τον μεγαλύτερο ρεαλισμό, αντλεί αισιοδοξία από τις δυο σύγχρονες επαναστάσεις που συνέβησαν χωρίς πολλή αιματοχυσία (την πτώση του απαρτχάιντ και του σταλινισμού). Στις αιτιάσεις περί επανάστασης της πολυθρόνας το «κακό παιδί» της Οξφόρδης και «ο γνωστότερος βρετανός αντάρτης πανεπιστημιακός» απαντά πως πάντα υποστήριζε περιθωριακές απόψεις μέσα στα μεγάλα ιδρύματα και πως δεν υπάρχει καμία καθαρή και καθαρά ασυμβίβαστη θέση. Αξιώνοντας, όπως αναφέρει χαρακτηριστικά, να δρα ως δημόσιος διανοούμενος έχει πάντα ως οδοδείκτη πνευματικής και πολιτικής πορείας την επίτευξη μιας εύλογης δικαιοσύνης. Πρόκειται για στοιχείο που τον συνδέει τόσο με τον Έντουαρντ Σαΐντ όσο και με τον Σλαβόι Ζίζεκ, στους οποίους αφιερώνει εγκωμιαστικά κείμενα: αμφότεροι διαπερνούσαν τα σύνορα κάθε είδους κουλτούρας αλλά περισσότερο από τους απεγνωσμένους προσδιορισμούς ταυτοτήτων τους ενδιέφερε η καθολική απονομή της δικαιοσύνης.

Στο Νόημα της Ζωής (The Meaning of Life, 2007) ο Ήγκλετον προχωρά ένα βήμα πιο πέρα Στην κοινωνία μας, γράφει, έχει επικρατήσει η ιδανική «εικόνα» του αυτόνομου ατόμου. Για τους συντηρητικούς φιλελεύθερους, ο «άλλος» όχι μόνο δεν είναι απαραίτητος για να υπάρχει «εγώ», αλλά αποτελεί απειλή για την ύπαρξή μας. Όμως το νόημα της ζωής δεν βρίσκεται εντός του ατόμου μας αλλά διαβιεί στις σχέσεις των ανθρώπων. Το ζητούμενο είναι η ανοικοδόμηση μιας κοινωνίας που να θυμίζει ένα μουσικό συγκρότημα τζαζ όπου οι μουσικοί «…αυτοσχεδιάζουν, διαισθανόμενοι όμως ο ένας τον άλλο, παράγοντας έτσι μια σύνθετη αρμονία, που προέρχεται όχι από κάποια κεντρικά σχεδιασμένη παρτιτούρα αλλά από την ελεύθερη μουσική έκφραση του κάθε μουσικού, που όμως έχει ως προϋπόθεση την ελεύθερη έκφραση των υπολοίπων».

Εκδ. Το Πέρασμα, 2009, επιμέλεια – πρόλογος Ρένα Δούρου, σελ. 187.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 23 (φθινόπωρο 2010)