Régis Debray – Οδοιπορικό στις χώρες της Βίβλου

Η βιβλική μεταϊστορία

Μέρος Α΄

Ο αλλοτινός «ψηλαφιστής μιας θρησκείας εγκόσμιας σωτηρίας» (θυμίζουμε: φίλος και συνεργάτης του Τσε Γκεβάρα) οργώνει τους βιβλικούς τόπους σε μια ιδιότυπη αποστολή διερεύνησης των περιπετειών της μεγάλης θεολογικής υπόσχεσης. Εικονοπλαστικές περιγραφές, συζητήσεις με πρόσωπα κάθε άποψης και ταυτότητας και προσωπικές περιπλανήσεις μεταπλάθονται σε συναρπαστικό δοκιμιακό, πολιτικό, φιλοσοφικό και ταξιδιωτικό λόγο (που προλογίζεται από απαραίτητο εισαγωγικό και κριτικό σημείωμα του Σταύρου Ζουμπουλάκη). Τι απέγιναν οι Γραφές στην χώρα των τριών μονοθεϊσμών, των κληρονομικών μεσσιανισμών και του μέγιστου μίσους στην ελάχιστη επιφάνεια, όπου τρεις φωνές μοιάζουν να λένε η μια στην άλλη «δεν έχεις θέση εδώ»;

Το επιχείρημα της παλαιότητας συνεπάγεται την κυριαρχία στο παρόν. Το εκρηκτικό βραχυκύκλωμα χρονολόγησης και διεθνούς δικαίου (που θα ανάγκαζε πολλούς πληθυσμούς στον κόσμο να μετοικήσουν) εξηγεί γιατί η αρχαιολογία εδώ μυρίζει μπαρούτι. Το Ισραήλ κατατρυπά τη γη, ταυτίζει πηγές κι εξαφανίζει κάθε εχθρική προϊστορία. Οι χριστιανοί αναζητούν την επαλήθευση της βιβλικής αφήγησης σε χαλίκια και παπύρους. Οι μηδαμινές αρχαιολογικές πληροφορίες για τα πρωτοχριστιανικά χρόνια αναπληρώνονται από παραχαράξεις και οι βιβλικοί λόγοι συρράπτονται στα θραύσματα των σκαμμάτων: μια σχολαστική υψηλή ραπτική. Οι πιστοί μοιάζουν δεμένοι περισσότερο με τις τελετουργίες παρά με το δόγμα τους. Η θρησκεία περισσότερο δηλώνει την ταυτότητα της ομάδας παρά την αλήθεια ενός αισθήματος. Οι κληροδοτημένες χειρονομίες βαρύνουν περισσότερο από τις ιδέες.

Η βιομηχανία της μνήμης μετατρέπει τους βιβλικούς μη-τόπους σε «αυτόματους πωλητές του παγκοσμιοποιημένου μεταφυσικού. Ο επιμνημόσυνος τουρισμός μας επιστρέφει σε πηγές περισσότερο πλαστές παρά γνήσιες. Το λίκνο της χριστιανικής πίστης θεάται μόνο μέσα από τις επανειλημμένες επεμβάσεις της ενηλικίωσής της, Η σηματοδότηση ανθεί, το σημαινόμενο φθίνει. Τα μνημεία – πολυκαταστήματα της πίστης είναι για την ανάμνηση του Ιησού ό, τι είναι η φλυαρία για τον λόγο. Το μυθικό λειτουργεί με χρονοκαθυστέρηση. Ο προσκυνητές δημιούργησαν τον Άγιο Τόπο, όχι το αντίστροφο. Η Ιστορία αντικαθίσταται από μια εύπλαστη και πολυδύναμη μεταϊστορία.

Η τριπρόσωπη Πόλη μοιάζει με βιομηχανική έκθεση περιφράξεων και εμποδίων διέλευσης. Παντού κυριαρχεί η αγωνία του σωστού συνθήματος, της λάθος πινακίδας και του κλειστού περάσματος. Καμία άλλη πόλη δεν είναι τόσο κατακερματισμένη και οριοθετημένη. Η αποθέωση της τειχολογίας συμβαδίζει με την ταυτοτική σηματοδότηση: το ομοίωμα του ηγέτη κάθε κοινότητας γίνεται τελωνείο και πυξίδα ταυτόχρονα. Φωτογραφίες αγνοουμένων ή νεκρών στα μπάζα ή τους ηλεκτρικούς στύλους, αυτοσχέδια μνημεία, σημαίες στους αγρούς και τις σκεπές: μια έκρηξη εμβλημάτων, ένας αγιογραφικός ενθουσιασμός. Ο φόβος της όσμωσης δημιουργεί γωνίες λήψης που επιτρέπουν την απάλειψη των έτερων πλεοναζόντων πλησιαστών. Η κοινότητα και το τηλεοπτικό της κανάλι συνοψίζει τον μικρόκοσμο του καθενός, ενώ συχνά η εσωτερική ειρήνη εξαγοράζεται μ’ έναν εξωτερικό εχθρό ή με την υποχώρηση της δημοκρατίας.

Το Ισραήλ, σε μόνιμη κατάσταση εργοταξίου και προώθησης των συνόρων, δεν αναδεικνύει πόλεις αλλά μεγάλους άξονες κυκλοφορίας: οι μύθοι του χτίζονται με την μπουλντόζα, ο Μωυσής συμβαδίζει με το Κατερπίλλαρ. Χάρη στην τακτική του τετελεσμένου γεγονότος δεν αποτελούν οι ισραηλινοί εποικισμοί στίγματα ενός παλαιστινιακού φόντου, αλλά το αντίστροφο. Οι αναφορές των οργανισμών αγνοούν κάθε αξιολογική κρίση και προσωπική μαρτυρία. Ένα «μακελειό» καταχωρίζεται ως «συμβάν», η στατιστική μοιάζει πιο αξιόπιστη από τις φθαρμένες λέξεις. Καμιά σύγκρουση δεν είναι τόσο τεκμηριωμένη και χαρτογραφημένη. Οι λογιστές τους πένθους και της σφαγής γνωρίζουν πως τα μακροπρόθεσμα σενάρια αποτελούν ανυψωτές ηθικού και εργοδοτούν διπλωμάτες, μέσα και πολλές φάμπρικες απασχόλησης.

Ο Ντεμπρέ αισιοδοξεί παρατηρώντας την δικτύωση των προσφυγικών στρατοπέδων. Το Διαδίκτυο υποκαθιστά την εδαφική ένωση, παρακάμπτει τη λογοκρισία και οδηγεί σε μια εύπλαστη αντίληψη του ιερού. Η μεταφορά του ΟΗΕ («η τελευταία ασφάλεια, μαζί με τους Μ.Κ.Ο., πριν από την αυτοκτονία μιας κοινωνίας») στην πόλη, η επινόηση μιας πολιτικής οχυρώσεων και μιας ηθικής συνόρων και η λύση των δυο κρατών με μεγάλες εκατέρωθεν παραιτήσεις είναι απαραίτητες, όπως και η πεποίθηση πως δεν υπάρχει άλλος δρόμος από τον διάλογο ανάμεσα στις κουλτούρες και την συνύπαρξη ταυτοτήτων. Απαιτείται ένα «αυτοί» για να ζήσει ένα «εμείς». Η πολλαπλότητα των κόσμων και το ψηφιδωτό των πίστεων αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της ζωής.

Μέρος Β΄

Η σημειολογία της Αγίας Χώρας
Σπίτια μισοτελειωμένα, εντύπωση ενός διαρκούς «υπό κατασκευή», ανοιχτοί τοίχοι, κατασκηνώσεις μέσα στα μισογκρεμισμένα σπίτια, οικογένειες που κατασκηνώνουν μέσα στο μισογκρεμισμένο σπίτι τους, πάνω στα ερείπια. Στους τοίχους φωτογραφίες των νεκρών εφήβων ή κόκκινα τριαντάφυλλα αντί για τα πρόσωπα των κοριτσιών. Μια κοινωνία που εξαθλιώνεται και σαπίζει ζωντανή από έλλειψη δουλειάς, ελπίδας και εξαερισμού. Σμήνη παιδιών στη Αντ Ντεϊράτ, στην Δυτική Όχθη, υποδέχονται με κραυγές ενθουσιασμού τα σκουπιδιάρικα των εποίκων, για να βοηθήσουν στο οικογενειακό τσουκάλι: ο σκουπιδοτενεκές ως μέσο ταπείνωσης του εχθρού.

Η ειδωλολατρία της δύναμης
Στο Ισραήλ η θρησκεία είναι ένθετη στο έθνος και αντιστρόφως. Η συναγωγή κυριεύει τον στρατώνα και ο στρατώνας την κυβέρνηση. Εβραίοι εγκαταστάθηκαν άνευ όρων σ’ αυτή τη γη που τους είναι συγχρόνως ξένη και από τα πανάρχαια χρόνια πατρίδα τους. H επιστροφή ενός λαού στη γη του είναι νόμιμη, αλλά μπορεί να γίνεται δια του βίαιου διωγμού και της κατοχής ενός άλλου λαού; Εδώ εφαρμόζεται η εθνοκάθαρση και ανάγονται ως βασικοί δικαιικοί κανόνες το status quo και οι «νέες πραγματικότητες που ισχύουν επί τόπου». Ο Ντεμπρέ τονίζει πως αυτό το κράτος κινδυνεύει πρωτίστως από τον εαυτό του, από την «προσχώρηση στην ειδωλολατρία της δύναμης», στη δεισιδαιμονία της ισχύος. Είναι αξιοσημείωτο πως η αμερικανική εβραϊκή κοινότητα γίνεται όλο και πιο επιφυλακτική απέναντι στην πολιτική της ασταμάτητης φιλοπολεμικής τους δραστηριότητας, σε αντίθεση με την Γαλλία, στα λάθη της οποίας συχνά επανέρχεται ο συγγραφέας.

Οξύμωρα και υποκρισίες
Ενώ η Αμερική είναι η μεγαλύτερη χορηγός του Ισραήλ, η Ευρώπη είναι η πρώτη στην παροχή βοήθειας στην Παλαιστίνη: αφιερώνει εκατομμύρια ευρώ και τους καλύτερους εμπειρογνώμονες για την κατασκευή ενός σταθμού ηλεκτρικής ενέργειας, ενός αεροδρομίου ή ενός επιστημονικού εργαστηρίου αλλά οι ίδιες χώρες δεν διαμαρτύρονται όταν η ισραηλινή αεροπορία ισοπέδωσε αυτές τις πολυδάπανες επενδύσεις σε τρία λεπτά! (σ. 372). Έτσι το Ισραήλ επωφελείται πρώτο από την βοήθεια προς την Παλαιστίνη, αφού η Ευρώπη πληρώνει στη θέση του τα έξοδα κατοχής που βαρύνουν τον κατακτητή. Από την άλλη, Παλαιστίνιοι κάνουν ουρά σε κάποιο check point για να τους προσλάβουν με τη μέρα στο χτίσιμο του τείχους που θα περικλείσει το χωριό τους. Ή νεαρές εργάτριες ράβουν τις στολές της Τσαχάλ.

Διασκέψεις και διάλογοι πραγματοποιούνται εκτός πεδίου πυροβολισμών και καρδιάς του προβλήματος. Η υποκρισία αποτελεί το απαραίτητο λιπαντικό για τους μηχανισμούς και των δύο. Όλοι επικρότησαν τις «συμφωνίες της Γενεύης» που δεν ισχύουν πλέον, λίγοι τις διάβασαν. Μεγάλες προσδοκίες, κανένα αποτέλεσμα. Οι ισραηλινές κυβερνήσεις μεριμνούν για τη χορήγηση τριμηνιαίας δόσης αναλγητικών (μονομερή πλάνα αποχώρησης, μερικές διαλύσεις εποικισμών, εξαγγελίες απραγματοποίητες). Η δημοσιότητα ζει στην επικαιρότητα και δεν έχει μνήμη. Είκοσι νεκροί στη Γάζα είναι σαν διακόσιους στην Βαγδάτη: ένα πλάνο, τρία δευτερόλεπτα, και περνάμε στην κλήρωση του λόττο.

Η εκβιομηχάνιση του συμβολικού

Δέκα χιλιάδες διδάκτορες για τον Πλάτωνα, ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι για τον Ιησού. Οι ιδέες και οι πράξεις μετράνε λιγότερο από την σιλουέτα που έχει εντυπωθεί.

Οι Άγιοι Τόποι σύντομα δεν θα είναι η Λούρδη που φοβόταν ο Φλωμπέρ αλλά μια νέα Ντίσνεϋλαντ – επισκέψιμα πνευματικά πάρκα αναψυχής με πάρκινγκ. Τα μνημεία μένουν όρθια μόνο χάρη στις αφηγήσεις με τις οποίες τα τεκμηριώνουμε, τη λάμψη μιας κοινής μνήμης που προβάλλουμε επάνω τους. Οι μυθικές πόλεις αποτελούν σημάδια μιας υπόσχεσης που απολαμβάνεις εκ του μακρόθεν. Τελικά τι είναι ο Ιορδάνης της γεωγραφίας μπροστά στον Ιορδάνη του προσωπικού μας χάρτη, των ονείρων μας για τον υμνωδό με τον ξύλινο σταυρό; Μόνον εκείνος είναι ωραίος γιατί δεν υπάρχει (σ. 136). Ευκολότερα μιλάς γι’ αυτόν παρά τον βλέπεις. Η Βηθανία της Βάπτισης είναι ένα εγκαταλειμμένο σημείο στο μέσο ενός ναρκοπεδίου. Τα κάμπινγκ της Άνω Γαλιλαίας, το φαστ-φουντ στη Ναζαρέτ, οι εργατικές κατοικίες στην κορυφή του Όρους των Ελαιών, τα ηχεία που ουρλιάζουν στην Εμμαούς εμποδίζουν κάθε επιστροφή στο παρελθόν, το οποίο ανασκευάζεται στη βάση των νοσταλγών του παρόντος.

Αυτό που πιστεύουμε ότι ήταν η εποχή του Χριστού είναι στην πραγματικότητα η εποχή των Βυζαντινών, που ήταν οι πρώτοι που προσδιόρισαν την τοποθεσία των ipsissimi loci της Γέννησης και των Αγίων Παθών. Στα αλλεπάλληλα στρώματα του υπεδάφους στοιβάζονται οι ευσεβείς φαντασιώσεις της οικουμενικής χριστιανοσύνης. Δελεαστικά φυλλάδια και προσκλήσεις σε τετραχρωμία μας καλούν σε επιστροφή σ’ αυτό που μας διαβεβαιώνουν πως είναι η αφετηρία μας. Καθώς τα λείψανα της πόλης στριμώχνουν τις εποχές και τους θεούς τον έναν πάνω στον άλλον, η ζωτική τέχνη της προχρονολόγησης και του αναχρονισμού αναλαμβάνει μια παντομίμα κουλτούρας, όπως οι γραφείς της φυλής που διηγούνται την ιστορία από εμπρός προς τα πίσω για να ανταποκριθούν στις ανάγκες της στιγμής. Οι πρόγονοί μας, γράφει ο Ντεμπρέ, είχαν υπερεπάρκεια μνήμης και πενιχρότητα τόπων. Εμείς έλλειμμα μνήμης και πλεόνασμα τόπων. Δεν διαβάζουμε τις Γραφές, αλλά το προχρονολογημένο σκηνικό τους μας έχει γίνει πιο οικείο. Παραγνωρίζουμε ότι στην πραγματικότητα βρίσκονται μέσα μας, ότι είναι οι δικές μας αναμνήσεις και ελπίδες.

«Θεολογικές» και «λαϊκές» συλλογικότητες
Ένας τραγικός ποιητής θα χειροκροτούσε την ενότητα δράσης, τόπου και χρόνου. Πρωταγωνιστής ο Θεός, τόπος δυο τετραγωνικά χιλιόμετρα, επίδικο αντικείμενο η ίδια η αιωνιότητα. O Ντεμπρέ νοιώθει άβολα με την λατρευτική υστερία, τις ευσεβείς απάτες, «τα ασφαλιστικά συμβόλαια των σαλών του Θεού». Οι μονοθεϊστικές θρησκείες εξαγγέλλουν την συναδέλφωση και προκαλούν σφαγές στο όνομά τους. Αυτά που λέει ο Μπιν Λάντεν, περιέχονται στο Syllabus, την παπική εγκύκλιο του 1869!

Σε κάθε άνθρωπο, ας είναι και άθεος, υπάρχει ένας μουσουλμάνος, ένας χριστιανός και ένας εβραίος εν υπνώσει, που μια αναλυτική παρουσίαση μπορεί να τον ξυπνήσει φέρνοντας στην επιφάνεια ορισμένες αλλεργίες ή ενδόμυχες τάσεις που δεν υποψιαζόταν μέχρι τότε. Όλοι γνωρίζουν ότι η Βίβλος, το Κοράνι, ακόμα και τα Ευαγγέλια περιέχουν τα πάντα και τα αντίθετά τους, και ότι για κάθε μειλίχια παραίνεση των Γραφών αντιστοιχεί, τρεις σελίδες παρακάτω, μια άδεια για φόνο. (σ. 470, 472)

Οι χριστιανοί Άραβες διπλά παραμερισμένοι: στην πατρίδα ως χριστιανοί και στο εξωτερικό ως Άραβες. Οι Μαρωνίτες και οι κόπτες της Αιγύπτου αποδεικνύονται τα δυο πιο σταθερά αγκυροβόλια του ανατολικού χριστιανισμού. Δημιουργείται όμως η εντύπωση πως οι Χριστιανοί περισσότερο ενδιαφέρονται για την κλειδοκρατορία παρά για τον κίνδυνο οριστικής εξαφάνισης του χριστιανισμού στην περιοχή.

Το φράγμα των επτακοσίων χιλιομέτρων μοιάζει με την υπογραφή ενός μοιραίου πεπρωμένου «άπαξ και συγκροτηθούμε σε θίασο, εταιρεία, εκκλησία, σχολή, λέσχη, στοά, κόμμα, εθνότητα, έθνος ή κοινότητα». Εκεί όπου υπάρχει ένας εκλεκτός, υπάρχει και ένας απόβλητος. Ή απλώς «Μια εθνική μνήμη είναι η διαχείριση από κοινού μερικών βολικών παραλείψεων που θα έβλαπταν το ηθικό του έθνους». (σ. 257)

Τίτλοι τέλους (;)
Ο Ντεμπρέ είναι βέβαιος πως κάποια μέρα αυτό το σκουριασμένο καζάνι θα αυτοκαταστραφεί. Οι επιχειρήσεις αυτοκτονίας και οι απαγωγές ομήρων θα συνεχίζονται χωρίς τελειωμό, παρασυρμένες από μια τυφλή και νεανική παλίρροια, έναν ξέφρενο άνεμο συλλογικής και αυτοκτονικής ζωτικότητας. Όμως ελπίζει, καθώς το διαδίκτυο γίνεται εξισωτής δυνάμεων και νευρώνων, ευνοεί όσους έχουν χαμηλότερη μόρφωση, ενώνει τους εξόριστους, κάνει τις αποφάσεις συλλογικές και αφαιρεί από τα κράτη τον έλεγχο της αλήθειας, ελπίζει βλέποντας ένα εικονικό παλαιστινιακό μουσείο και γνωρίζοντας πως σε δέκα χρόνια από τώρα, όλοι, συμπεριλαμβανομένων των Βεδουίνων, θα είναι δικτυωμένοι. Εάν υπάρχει ένας μετα-ισλαμισμός, οφείλει πολλά στις δορυφορικές κεραίες και στους φορητούς υπολογιστές. Στον 21ο αιώνα όλοι μας θα έχουμε μια σύνθετη ταυτότητα και τόσο το καλύτερο. Ή όπως λέει ένας από τους συνομιλητές του: Είμαι Άραβας, μουσουλμανικής κουλτούρας, χριστιανικής θρησκείας, βυζαντινής μνήμης, σε εβραϊκό περιβάλλον. Είμαι όλα αυτά μαζί. Είμαι η ιστορία αυτού του τόπου εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια. Δεν μ’ αρέσουν οι ταυτότητες. Απλώς εντάσσομαι.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Άννα Καρακατσούλη, σελ. 516.

Πρώτη δημοσίευση: Α’ Μέρος : Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 623, 2.10.2010 (και εδώ). Β΄ Μέρος: αποκλειστικά εδώ στο Πανδοχείο.

Στις φωτογραφίες: Το Φράγμα των Επτακοσίων Χιλιομέτρων. Εξωτερικός (εξαεριζόμενος) τοίχος σπιτιού στη Γάζα. Πολύχρωμο «μνημείο» κατασκευασμένο από βλήματα που εκτοξεύτηκαν από άλλα βλήματα. Κόπτης μοναχός που μοιάζει με Σεκιούριτι. Η Οδός των Δακρύων (που δεκαπλασιάστηκε και περνάει μέσα από τουριστικά μαγαζιά). Ένα κορίτσι στη Γάζα. Κι ένας εγγυημένος τρόπος να θωρακίσεις την πόρτα σου.

Σταμάτης Δαγδελένης – Το βιβλίο των αιρέσεων. Δέκα μικρά μυθιστορήματα.

Εναλλακτικά δόγματα

«Ομολογώ πως για πρώτη φορά, στην άχαρη και γεμάτη αλληλοσυγκρουόμενες ιδέες και συναισθήματα πνευματική μου ζωή, ο ορθολογιστής, ο ευσεβής χριστιανός και ο συγγραφέας μέσα μου θα ομονοούσαν έτοιμοι να συνάψουν μια τριπλή ιερή συμμαχία, συμπαγή σα γροθιά… Αλλά όταν οι συμπαντικές δυνάμεις μιλάνε και οι άλλοι δύο, ο ορθολογιστής και ο χριστιανός, παραληρούν ψελλίσματα για συμπτώσεις και δαιμονοληψίες, ο συγγραφέας οφείλει να σωπαίνει για να αφουγκραστεί τα ίδια τα γεγονότα και να τα μεταφέρει αυτούσια στο χαρτί» (σ. 174). Κάπως έτσι μεταγράφονται συγγραφική και (ψευδο;)δοκιμιακή αδεία δέκα «αιρέσεις» που κυμαίνονται σε ένα μεγάλο βάθος χρόνου (από την πρώιμη χριστιανική εποχή ως τις μεταπολεμικές ΗΠΑ) αλλά και περιεχομένου, ερμηνεύοντας διαφορετικά ή αντιστρέφοντας βασικά στοιχεία της χριστιανικής διδασκαλίας.

Στην «αίρεση της αντίστροφης οδού» ο δρόμος της σωτηρία δεν περνάει απαραίτητα από στερήσεις και προσευχές, αλλά από την ελευθεριότητα και την ακολασία, ενώ η κάθοδος και η πτώση ως το έσχατο σημείο οδηγούν στην άνοδο. Ιδανικό χώρο προσηλυτισμού των Μαγδαληνών αποτελούν τα πορνεία, όπου άλλοτε εκτέθηκε ως βρέφος ο αιρεσιάρχης Καταβάσιος, εξ απαλών ονύχων συναναστραφείς με τις ιέρειες «της πλέον απολαυστικής θρησκείας του αισθησιασμού και της ηδονής». «Μια στάση στην έρημο» αποκαλύπτει την όαση όπου αυτόχθονες ερωτοτροπούν δημοσίως και συνευρίσκονται στα ξέφωτα των μνημείων, μέλη μιας λατρείας όπου η προσφορά ενός μήλου σε μια γυναίκα ακυρώνει το προπατορικό αμάρτημα για όλες τις επερχόμενες γενιές. «Η αίρεση των αρωγών», θεμελιωμένη στη φράση πως το να φέρει κανείς στους ώμους το σταυρό του είναι ανθρώπινο, το να σηκώνει όμως το σταυρό κάποιου άλλου είναι θεϊκό, οδηγεί τους Σιμωνικούς να βοηθούν κάθε συνάνθρωπο στα βάρη της ζωής, με ανεπιθύμητα για την πολιτική εξουσία αποτελέσματα.

Πρόσωπα ή γεγονότα που υπήρξαν καθοριστικά σε μια θρησκεία, διαδραματίζοντας άθελά τους καταλυτικό ρόλο συμβάλλοντας ουσιαστικά στο Θείο Σχέδιο, μπορούν να εμπνεύσουν νέες δοξασίες. Τρανό παράδειγμα ο έμπορος του ναού που από συνήθεια ή αυθάδεια ρώτησε τον Ιησού σε τι μπορεί να τον εξυπηρετήσει και δέχτηκε το χτύπημα του φραγγελίου και γυρνώντας το άλλο μάγουλο τον έκανε να τραπεί σε φυγή και να εμπνευστεί ένα από τα θεμελιώδη διδάγματα της διδασκαλίας του, μεταστρεφόμενος από την μαχητική αντιπαράθεση στο μαρτύριο και την θυσία («Λευί και υιός»). «Η αίρεση των ψηλαφιστών» αποδίδει τα αποστολικά πρωτεία στον Θωμά, που με την ψηλάφηση απέδειξε την Ανάσταση του Κυρίου αλλά και απέφυγε την θεραπεία των πληγών για να μη χαθούν τα μοναδικά αποδεικτικά στοιχεία. Στις μιμητικές τελετουργίες των Θωμαϊστών οφείλεται η διάδοση της χειραψίας ως μέσου καλόπιστης έκφρασης.

Τα πανεπιστήμια αποτελούν πάντα «εκκολαπτήρια αιρέσεων», όπως εκείνη που θεωρεί τον Άλμπερτ Αϊνστάιν δημιουργό – ρυθμιστή του Σύμπαντος και τελευταίο επί Γης προφήτη, που αποκαλύπτοντας την μεγάλη αλήθεια γεφύρωσε οριστικά το χάσμα μεταξύ επιστήμης και θρησκείας («Η αίρεση της μια νυκτός»). Αντίθετα, «μια ανώνυμη αίρεση» αποδίδει την ενσάρκωση του Θεανθρώπου σ’ έναν απλό κεραμοποιό που πέρασε όλη του τη ζωή κρύβοντας τη θεϊκή πλευρά του, ζώντας σαν οποιοσδήποτε θνητός. Αν ο Ναζωραίος θυσίασε την ανθρώπινη υπόστασή του χάριν της θεϊκής, ο αφανής αυτός Σωτήρας έπραξε το αντίστροφο. «Η διαίρεση της Διπόλεως», διπολική αίρεση δυο αδελφών που ο ένας υποστηρίζει πως υπάρχει Θεός, αλλά ο κόσμος είναι φτιαγμένος έτσι ώστε να φαίνεται πως δεν υπάρχει, ο άλλος το ακριβώς αντίστροφο, έχει ως συνέπεια οι οπαδοί να ζουν ως άθεοι αλλά να είναι πραγματικά πιστοί ή να ζουν ως πιστοί όντες ουσιαστικά άθεοι, αντίστοιχα.

Η διδαχή ενός ιερέα πως η συγχώρεση συμβαδίζει με τη μετάνοια, που είναι περισσότερο αναγκαία σε αμαρτωλούς και εγκληματίες, οδηγεί άθελά του σε εγκλήματα οι αυτουργοί των οποίων μέσα από την ομολογία, την θανατική καταδίκη και την τελική συγχώρεση εξασφαλίζουν μια θέση στον παράδεισο, ενώ ακόμα και αθώοι ομολογούν, με αντάλλαγμα οικονομική βοήθεια προς τις οικογένειές τους («Η εκκλησία της ύστατης ώρας»). «Οι ταβλιστές», τέλος, εκκλησιαζόμενοι στους άτυπους ναούς – καφενεία (ενίοτε ασεβώντας προς προϋπάρχουσες θρησκείες, εξ ου και οι εν θερμώ βλασφημίες προς τα χριστιανικά όσια), ασκούνται πνευματικά και αποκτούν ωφέλιμα διδάγματα για την ζωή – πόσες παρτίδες άλλωστε δεν έχουν ξεπεράσει τα όρια της απιθανότητας. Το τάβλι εδώ δεν αποτελεί αντικείμενο λατρείας αλλά μέσο εξέλιξης και προσέγγισης της Βασιλείας των Ουρανών.

Η ρεαλιστικής υφής και ιστοριογραφικής αληθοφάνειας πραγμάτευση των άπειρων ενδεχόμενων δογματικών εναλλακτικών είναι παιγνιώδης, διακριτικά ειρωνική και απόλυτα πειστική και «τεκμηριωμένη». Φτάνουμε στο σημείο να αναρωτηθούμε πόσες παρόμοιες περιπτώσεις στην χριστιανική ιστορία έμειναν άτυπες και άγνωστες, λησμονήθηκαν προτού αναπαραχθούν γραπτώς, ή υπήρξαν θύματα των διωκτών τους ή των ίδιων τους των απιθανοτήτων, «στις οποίες όμως δεν υστερούν και οι δοξασίες των περισσότερων ακόμα και επίσημα καθιερωμένων δογμάτων».

Εκδ. Γαβριηλίδης, 2008, σελ. 191.

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 609, 25.6.2010 (και εδώ).