Frédéric Lenoir – Ο Χριστός φιλόσοφος

To επεισόδιο του Μεγάλου Ιεροεξεταστή στο έργο του Ντοστογιέβσκη Αδελφοί Καραμάζοβ διηγείται έναν μύθο: την επιστροφή του Χριστού στη γη στην Σεβίλλη του 16ου αιώνα. Ο Μέγας Ιεροεξεταστής τον ενημερώνει ότι είναι ανεπιθύμητος· τονίζει ότι ποτέ δεν υπήρξε για τον άνθρωπο και την κοινωνία πιο αφόρητο δώρο από την ελευθερία κι ότι η Εκκλησία διόρθωσε το έργο του και το θεμελίωσε στο θαύμα, στο μυστήριο και στο κύρος. Τέλος τον απειλεί να τον κάψει γιατί ήρθε να τους ενοχλήσει και τον διαβεβαιώνει ότι θα δει την υπάκουη αγέλη να τρέχει με το πρώτο νεύμα του να συνδαυλίσει την πυρά. Ο μύθος μεταφράζει με μυθιστορηματικούς όρους την πραγματικότητα της ιστορίας του χριστιανισμού: την ριζική αντιστροφή των ευαγγελικών αξιών.

Το μήνυμα ελευθερίας του Χριστού απορρίφθηκε από την Εκκλησία, στο όνομα της ανθρώπινης αδυναμίας, ώστε να μπορέσει να θεμελιώσει την εξουσία της, προσφέροντας στους ανθρώπους αυτό που επιζητούσαν περισσότερο: το θαύμα, το μυστήριο και την εξουσία· με άλλα λόγια, την ασφάλεια σε τρεις μορφές. Η Εκκλησία όχι απλώς μείωσε αλλά και αντέστρεψε εντελώς το μήνυμα του Ιησού και  η «χριστιανοσύνη» της στράφηκε κατά του χριστιανισμού. Οι στοχαστές που επισήμαναν αυτή την ανατροπή δεν ήταν κήρυκες του αθεϊσμού αλλά πεπεισμένοι χριστιανοί που γνώριζαν καλά το μήνυμα των Ευαγγελίων. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτελεί ο Soren Kierkegaard· λίγοι ελευθερόφρονες άθεοι φιλόσοφοι έχουν γράψει τόσο δηλητηριώδεις σελίδες κατά της Εκκλησίας όσο αυτός ο ένθερμος και βασανισμένος χριστιανός.

Στην σύγχρονη εποχή ο Jacques Ellul, στρατευμένος χριστιανός, εξέφρασε σ’ ένα δοκίμιό του ακριβώς την Ανατροπή του χριστιανισμού, εξηγώντας ότι ο ιστορικός χριστιανισμός έγινε μια θρησκεία (με τις τελετουργίες και τα δόγματά της), μια ηθικολογία (του καθήκοντος και της υποταγής) και μια μορφή εξουσίας. Ο Marcel Gauchet στο δοκίμιο Η απομάγευση του κόσμου υπογραμμίζει την φοβερή ανατροπή που επέφερε η νεωτερικότητα: την απόρριψη της χριστιανικής θρησκείας, η οποία υπήρξε εντούτοις η μήτρα των κυριότερων φορέων της νεωτερικότητας, δείχνοντας έτσι πως ο χριστιανισμός έγινε στην ουσία «μια θρησκεία εξόδου από την θρησκεία».

Αρκεί να συγκρίνει κάποιος την επίσημη θρησκεία με τα ευαγγελικά κείμενα για να διαπιστώσει ότι ο πραγματικός χριστιανισμός παραμένει απρόσιτος και κρυμμένος από τους πιστούς. Ο Χριστός άνοιξε έναν νέο πνευματικό δρόμο και μετέδωσε μια ηθική διδασκαλία με οικουμενική εμβέλεια: μη βία, ίση αξιοπρέπεια για όλους τους ανθρώπους, πρωτείο του ατόμου έναντι της ομάδας, ελεύθερη επιλογή, διαχωρισμό πολιτικής και θρησκείας, αγάπη μέχρι την συγχώρεση. Το μεγάλο παράδοξο, η υπέρτατη ειρωνεία της Ιστορίας είναι ότι η ανάπτυξη του εκκοσμικευμένου κράτους, τα ανθρώπινα δικαιώματα και η ελευθερία συνείδησης, που προτάθηκαν ενάντια στην θέληση των κληρικών από τον 16ο έως τον 18ο αιώνα, αποτελούσαν το αρχικό μήνυμα των ίδιων των Ευαγγελίων! Και τελικά τα πλέον ουσιώδη ηθικά διδάγματα του Χριστού δεν μεταδόθηκαν από την Εκκλησία αλλά μέσα από τον ανθρωπισμό, την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό!

Ο Λενουάρ γνωρίζει την ιδιότητα των Ευαγγελίων ως στρατευμένων αφηγήσεων που γράφτηκαν από κοινότητες πιστών πολλές δεκαετίες μετά τον θάνατο του Ιησού και στοχεύουν στην πληροφόρηση και την διδασκαλία. Δεν έχουμε καμία ορθολογική βεβαιότητα για την αυθεντικότητά τους (όπως και για τα λόγια του Σωκράτη, όπως τα μεταφέρει ο Πλάτων) αλλά εκείνο που έχει σημασία δεν είναι αν πρόκειται για λόγια του Ιησού αλλά το γεγονός ότι υπάρχουν και θεμελιώνουν έναν τρόπο ζωής.

Ο συγγραφέας παίρνει τα πράγματα από την αρχή. Μας προσφέρει ωραιότατα πυκνά κείμενα αρχικά για τον Ιησού τις Ιστορίας με αναφορά στις χριστιανικές και μη χριστιανικές πηγές, την ζωή και τα Πάθη του Ιησού αλλά και την ζωή στη Παλαιστίνη. Στο κείμενο Ο περιπλανώμενος κήρυκας, που αφορά την δημόσια θρησκευτική δράση του, γράφει πως ο Ιησούς δεν είναι ούτε θεολόγος ούτε πολιτικός ταραχοποιός αλλά ένας περιπλανώμενος και ανεξάρτητος προφήτης που κυρήσσει την αγάπη και την μη βία σε μικρές κωμοπόλεις. Αντίθετα με τον Ιωάννη τον Βαπτιστή δεν επιτίθεται άμεσα στην πολιτική εξουσία και δεν καλεί σε κοινωνική εξέγερση ούτε στην ανατροπή των πλουσίων αλλά διακηρύττει την ματαιότητα των υλικών αγαθών και καλεί στο μοίρασμά τους. Το γεγονός ότι τον ακολουθούν γυναίκες μοιάζει αδιανόητο για την κοινωνία της εποχής, όπου οι γυναίκες είναι πάντα εξαρτημένες από την κηδεμονία ενός άντρα, ενώ συχνά πρόκειται και για «περιθωριακές» γυναίκες, πόρνες, χήρες κλπ.

Το ιστορικό πρόσωπο του Ιησού είναι πολύ πιο σύνθετο από αυτό που περιέγραφε ανά τους αιώνες η εικονοποιία των ευλαβών. Ο ανθρωπισμός του είναι «ακραίος»: τείνει το χέρι σε όλους και πρώτα απ’ όλα στους βασανισμένους. Ο Ιησούς δεν ήθελε τόσο να ιδρύσει μια νέα θρησκεία (τόνιζε άλλωστε ότι δεν επιθυμούσε να καταργήσει τον εβραϊκό Νόμο) όσο να απελευθερώσει τον άνθρωπο από το βάρος των θρησκευτικών παραδόσεων, τονίζοντας την ατομική ελευθερία και την εσωτερικότητα της πνευματικής ζωής. Δυο θεμελιώδη επίπεδα της διδασκαλίας του (ένα πνευματικό κι ένα φιλοσοφικό) δείχνουν εντονότερα την ριζοσπαστική πρωτοτυπία της και τον οικουμενικό χαρακτήρα της. Σε αυτά εστιάζεται το πλέον ουσιώδες μέρος του βιβλίου.

Η πνευματικότητα του Χριστού συνοψίζεται καταρχήν στην προτροπή «έλα να με ακολουθήσεις»· πρόκειται για ένα μήνυμα που απευθύνεται σε κάθε άτομο, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε έξωθεν μεσολάβηση. Ο Ιησούς δεν μιλά για εκλεκτό λαό αλλά για την σωτηρία οποιουδήποτε ατόμου. Η έννοια της ακολουθίας του είναι το άκουσμα και η εφαρμογή του λόγου του. Έπειτα ανατρέπει κάθε κυρίαρχη ιεραρχία των ανθρώπων και δηλώνει ότι η χάρη αναδύεται από τη αθλιότητα, τον πόνο και την αδυναμία· αναγγέλλει δηλαδή την ευδαιμονία στην ίδια την καρδιά της δυστυχίας. Ο Θεός είναι παρών σε οτιδήποτε ταπεινό και περιφρονημένο.

Η φιλοσοφική του πλευρά προτείνει συγκεκριμένες ηθικές αρχές και πρώτα απ’ όλα την ισότητα: όλοι οι άνθρωποι κατάγονται από τον ίδιο Πατέρα και είναι ίσα αδέλφια. Η έννοια της παγκόσμιας ανθρώπινης αδελφοσύνης είναι ριζικά νέα στην δυτική σκέψη. Δεν υπήρχε καμία ισότητα για τους αρχαίους Έλληνες και τους Εβραίους που διαχώριζαν τους εαυτούς τους από τους άλλους. Ο Ιησούς αποδίδει στον άνθρωπο – αυτόνομο ον μια πρωτοφανή αξία, αναγνωρίζοντας την αξιοπρέπεια και την πλήρη ελευθερία του καθενός, ανεξάρτητα από οποιαδήποτε εξωτερική ιδιότητα: εθνικότητα, θρησκεία, κοινωνική θέση, ηλικία, φύλο. Είναι εμφανής εδώ η επίδραση των Στωικών, που είχαν θέσει τον θεμέλιο μιας οικουμενικής ιδέας περί προσώπου, σύμφωνα με την οποία όλα τα ανθρώπινα όντα έχουν την ικανότητα να ολοκληρωθούν χάρη στην ελεύθερη προαίρεση που ανήκει στο εσωτερικό εγώ.

Η ελευθερία, κατόπιν, του ατόμου αποτελεί την δεύτερη μέγιστη ηθική πλευρά της διδασκαλίας του. Σε ένα περιβάλλον όπου ο καθένας δεσμεύεται από την εθνοτική, κοινωνική, θρησκευτική και οικογενειακή του καταγωγή ο Ιησούς ζητάει απ’ όσους τον ακολουθήσουν να σπάσουν τις αλυσίδες τους, αψηφώντας την παράδοση και το πρωτείο της ομάδας πάνω στο άτομο. Κατόπιν προσπερνιούνται οι αντιλήψεις σύμφωνα με τις οποίες οι γυναίκες είναι σαφώς κατώτερες από τον άντρα και όσες δεν έχουν άνδρες κηδεμόνες μπαίνουν στο περιθώριο της κοινωνίας. Ο Ιησούς αποδεικνύει ιδιαίτερα προχωρημένη για την εποχή σκέψη και τις δέχεται όλες στο πλευρό του.

Η αγάπη του πλησίον, η μη βία και ο διαχωρισμός των εξουσιών αποτέλεσαν βασικές ηθικές και φιλοσοφικές πλευρές της διδασκαλίας του. Η αγάπη του πλησίον αποτελεί έναν αρχαίο κανόνα που βρίσκουμε σχεδόν σε όλα τα φιλοσοφικά και θρησκευτικά συστήματα του κόσμου αλλά εδώ ριζοσπαστικοποιείται, καθώς ο Ιησούς τοποθετεί την αγάπη πάνω από όλους τους νόμους. Ο Γκάντι επανέλαβε πολλές φορές ότι τα Ευαγγέλια τον είχαν εμπνεύσει στον μη βίαιο αγώνα του για την ανεξαρτησία της Ινδίας. Ο Ιησούς κήρυξε την μη βία και την συγχώρεση, μια ριζική αλλαγή συμπεριφοράς και μια υπέρβαση του αρχαίου Νόμου της ανταπόδοσης. Συγχώρεση δεν σημαίνει λήθη ή απουσία δικαιοσύνης αλλά μια πράξη εσωτερική. Η αναγνώριση της πολιτικής εξουσίας και η επιμονή του στον διαχωρισμό των πνευματικών και των εγκόσμιων εξουσιών (παρά τις αντιφάσεις και τα μέγιστα πρακτικά προβλήματα) υπήρξε επίσης ιδιαίτερα πρωτότυπη και κατά κάποιο τρόπο προάγγελος του διάκρισης κράτους και εκκλησίας.

Στην συνέχεια ο συγγραφέας σε σύντομα και καλογραμμένα κεφάλαια εξετάζει την γέννηση του χριστιανισμού (την σχέση του Ιησού με τον ιουδαϊσμό, τις τρεις καινοφανείς πρακτικές του, την πρώτη Εκκλησία, τον ρόλο του Παύλου, τις χριστολογικές διαμάχες, τους μάρτυρες) αλλά και την χριστιανική κοινωνία όπου ο χριστιανισμός πλέον είναι η επίσημη θρησκεία, την σχέση του με την εξουσία, την χριστιανική Ευρώπη και την Εκκλησία ως τον ένοπλο βραχίονα του Χριστού, την Ιερά Εξέταση και την στάση απέναντι στους Ινδιάνους.

Στο κεφάλαιο από «τον χριστιανικό στον αθεϊστικό ανθρωπισμό» ερευνώνται οι θέσεις σπουδαίων μορφών όπως ο Πετράρχης και ο Έρασμος αλλά και του κινήματος του Διαφωτισμού, ο οποίος επιτίθεται στην απαίτηση των Εκκλησιών να υποτάξουν την ορθολογική γνώση στις Γραφές και στην διδασκαλική τους αυθεντία· άλλωστε ο John Locke στην περίφημη Epistla de tolerantia [1689] περιελάμβανε αναφορά στις φιλειρηνικέ διδαχές του Χριστού που καταδικάζουν οποιονδήποτε θρησκευτικό καταναγκασμό αλλά και υπενθύμιζε πως η ίδια η αρχή της ελευθερίας συνείδησης και η ανεκτικότητα απέναντι σε εκείνους που έχουν διαφορετική θρησκεία είναι καθ’ όλα σύμφωνη με τον ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού. Ο αντίλογος του αθεϊστικού ανθρωπισμού βλέπει την θρησκεία ως πνευματική, ανθρωπολογική, οικονομική και ψυχική αλλοτρίωση (Comte, Feuerbach, Marx, Freud αντίστοιχα).

Ο νεωτερικός κόσμος εφοδιάζει την θρησκεία με νέους μύθους ή επαναφέρει παλαιότερους σε άλλη μορφή. Θεϊκές υποσχέσεις και προφητείες διαμορφώνουν μια γραμμική αντίληψη του χρόνου η οποία διαφοροποιείται από την μέχρι τότε κυρίαρχη ιδέα του κυκλικού χρόνου και δίνει ένα νόημα στην ανθρώπινη περιπέτεια. Η βιβλική αντίληψη της ιστορίας περιλαμβάνει μια παράμετρο που θα έχει τεράστια επιρροή στην συγκρότηση των μεγάλων σύγχρονων θεολογιών: τον χιλιασμό. Η συγγένεια ανάμεσα στον κομμουνισμό και την εβραϊκή και χριστιανική εσχατολογία έχει προβληθεί ρητά από ορισμένου σοσιαλιστές ηγέτες, παρότι ήταν υλιστές και άθεοι, όπως ο Rosa Luxemburg η οποία έλεγε πως είναι υπέρ της κληρονομιάς των Πατέρων της Εκκλησίας, το δόγμα των οποίων περιγράφει ως «κομμουνιστικό». Και είναι γνωστή η αποστροφή του Νίτσε: Δεν ακούμε ακόμη τίποτε από την φασαρία που κάνουν οι νεκροθάφτες που θάβουν τον Θεό; Ο Θεός είναι νεκρός! Κι εμείς τον σκοτώσαμε. Για τον Νίτσε ο ιουδαιο-χριστιανισμός αφού σκότωσε τους αρχαίους θεούς υπέρ του ενός και μοναδικού Θεού, έγινε στην συνέχεια ο νεκροθάφτης του δικού του Θεού.

Το ίδιο το μήνυμα του Ευαγγελίου ενθαρρύνει τον πιστό να προχωρήσει πέρα από το γράμμα του κειμένου. Ο Ιησούς ασκεί κριτική σε εκείνους οι οποίοι διαβάζουν το κείμενο κατά γράμμα αντί να προσπαθούν να κατανοήσουν το πνεύμα του.

Καταλαβαίνουμε καλύτερα γιατί ο Ιησούς δεν έγραψε ο ίδιος: το κείμενό του θα εξέτρεφε τον φονταμενταλισμό ενώ ο ίδιος ήθελε να τον υπερβεί και αναμφίβολα να δείξει πως κανένα κείμενο δεν είναι οριστικό, διότι όσο οικουμενικό και αν ισχυρίζεται πως είναι, παραμένει συνδεδεμένο με μια δεδομένη συγκυρία. Περιορίζει λοιπόν τον λόγο του σε αυτό που μπορεί να γίνει κατανοητό στους συνομιλητές του και, αντί να τον χαράζει στο μάρμαρο, αναγγέλλει ως το θείο πνεύμα θα οδηγήσει τους πιστούς με την πάροδο του χρόνου σε πολύ ευρύτερους και βαθύτερους ορίζοντες της γνώσης και της κατανόησης. [σ. 253]

Σήμερα βρισκόμαστε μπροστά σε μια κοπερνίκεια επανάσταση της θρησκευτικής συνείδησης: η παράδοση δεν διαπλάθει πλέον το άτομο, αλλά το άτομο παίρνει από την παράδοση ό,τι του ταιριάζει και απορρίπτει τα υπόλοιπα. Η θρησκεία εξατομικεύεται ολοένα και περισσότερο στην ιδιωτική σφαίρα ενώ οι Εκκλησίες έχουν χάσει την επιρροή τους στην κοινωνία. Η πρόοδος του κριτικού λόγου οδηγεί στην αποδοχή του θρησκευτικού πλουραλισμού ενώ ο σκεπτικισμός και το πνεύμα της ανεκτικότητας θεωρούν νόμιμη την ύπαρξη ενός πλήθους φιλοσοφικών και θρησκευτικών συστημάτων. Η θρησκεία πλέον σχετίζεται με την αναζήτηση της επίγειας ευτυχίας. Για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του Edgar Morin, τα πιστεύω «αναβοσβήνουν»

Ο Michel Onfray υποστηρίζει ότι η σύγχρονη εποχή παραμένει χριστιανική και μάλιστα πολύ περισσότερο απ’ όσο φαίνεται. και μιλά για έναν «χριστιανικό αθεϊσμό». Το μήνυμα του Χριστού έχει βγει έξω από την Εκκλησία για να επανέλθει στον σύγχρονο κόσμο με μια εκκοσμικευμένη μορφή. Παραμένουμε εμποτισμένοι από τον χριστιανισμό που έχει γίνει πλέον αόρατος. Ο συγγραφέας εδώ εκφράσει την συμφωνία του αλλά και την διαφωνία του με το σημαντικό κείμενο του Onfray.

Στο τελευταίο του κεφάλαιο ο Λενουάρ εστιάζει στην διήγηση της συνάντησης του Ιησού με την Σαμαρείτισσα, όπως περιγράφεται από τον συγγραφέα του Ευαγγελίου που αποδίδεται στον Ιωάννη, και ιδίως σ’ ένα απόσπασμα που συνθέτει την φιλοσοφία του Χριστού και προβάλλει τον πιο επαναστατικό και τον πιο ανατρεπτικό χαρακτήρα του. Πουθενά αλλού δεν είναι τόσο συμπυκνωμένο το δίδαγμά του όσο στον σύντομο διάλογο με μια γυναίκα που περιφρονείται τριπλά, από άνδρες, γυναίκες και Εβραίους. Ανατρέπεται η εικόνα του παντοδύναμου αλλά και του γήινου Μεσσία ανατρέπεται, αγνοούνται οι διακρίσεις και οι προκαταλήψεις και προτείνονται η εσωτερικότητα πνευματικής ζωής, η ελευθερία συνείδησης, η απελευθέρωση από την κοινότητα, η αγάπη.

Εκδ. Πόλις, 2010, μτφ. Αιμίλιος Βαλασιάδης, σελ. 368, με έντεκα σελίδες υποσημειώσεων [Le Christ philosophe, 2007].

Τα έργα ζωγραφικής είναι των: Eva Campbell, αγνώστου, Norval Morrisseau, Sekha Roy, Frederick J. Brown, Sister Mary Grace, The Benedictine Sisters of Turvey Abbey, Mary Blair, Sadao Watanabe, Eva Campbell.

Πάμπλο Γκουτιέρεθ – Τα ανατρεπτικά βιβλία

Η λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης

Πρόκειται κατά κυριολεξία για λογοτεχνία της διέγερσης και της εξέγερσης, εφόσον σ’ αυτό το απολαυστικότατο μυθιστόρημα η λογοτεχνία αλλάζει σταδιακά πλην ολοκληρωτικά την κεντρική ηρωίδα, την εβδομηντάχρονη Ρέμε: της αναστατώνει το πνεύμα και της ξεσηκώνει το σώμα· ανοίγει τους κρουνούς της ηδονής αλλά και της ίδιας της συνείδησης· της εμπνέει την σκέψη και την ωθεί στην πράξη. Κοινώς, την ξυπνάει παντοιοτρόπως. Η λογοτεχνία της μαθητείας και της αφύπνισης δεν αποτελεί πρωτότυπο εύρημα αλλά ο βασικός της χαρακτήρας, μια άσεμνη γριά, με λυτά μαλλιά σαν άγρια χόρτα, ντυμένη με κουρέλια, «που ήταν είκοσι χρονών πριν κλείσει τα εβδομήντα» και η δια της κατακλυσμικής λογοτεχνικής γραφής δραματοποίηση του συγγραφέα απογειώνουν το βιβλίο.

Πού, πώς γλίστρησε η ζωή της δόνα Ρεμέδιος; Πώς στέρεψε η αρχική της πλημμύρα; Από τα δεκαπέντε της η Ρέμε ένοιωθε την καταρροή να κυλάει στα πόδια της, ποθούσε τους άντρες, μα πώς να τα βγάλει πέρα με τα λόγια της γειτονιάς και τα χαστούκια των γονιών; Στα μέρη της ο έρωτας θεωρείται αμαρτία και ντροπή κι έτσι στα δεκαοκτώ της δεν της μένει παρά να διαλέξει κάποιον, κι ας συνεχίζει να μουσκεύει με την ιδέα των φιλιών ενός ωραίου ηθοποιού και με φαντασιώσεις που ξεκινούν ήδη  με τις αφίσες έξω από τον κινηματογράφο.

Η Ρέμε δεν ανήκει στους προνομιούχους της ισπανικής, φρανκικής κοινωνίας, άρα ζει εκτός των τειχών, εκεί που η Καθολική Δράση ιδρύει έναν νέο οικισμό και παραχωρεί για πενήντα χρόνια σπίτια μικρά σαν ποντικοφωλιές, καλύβες από λαμαρίνα, χτισμένες σ’ έναν ξερότοπο με αγκάθια. Οι εργολάβοι της νέας πατρίδας αναλαμβάνουν να βάλουν σε τάξη τους φτωχούς, έστω και ως τρωγλοδύτες των χαμόσπιτων. Όχι ιδιοκτησία και συμβόλαια: το κράτος κυριαρχεί και παραχωρεί, η οικογένεια ευγνωμονεί και κατοικεί. Πρώην καταδικασμένοι και νυν προσηλυτισμένοι προσήλθαν στην ελεημοσύνη και στο πρώτο συγκρότημα κτιρίων που ονομάστηκε Βασιλικό Ίδρυμα Εργατικών Κατοικιών. Τα νανόσπιτα με τα ακάλυπτα δοκάρια αυξάνονται και πληθύνονται στη άκρη του ξερού αυτοκινητόδρομου και φτιάχνουν τείχος από ομοιόμορφες οικοδομές σαν μια μασέλα. Η δεκαετία του ’60 αλλάζει τον ψημένο πηλό με το σκυρόδεμα, τα ατσάλινα πλέγματα και τον αμίαντο, που είναι εύκαμπτος κι αφήνει μόνο μια ελάχιστη σκόνη. Ο εργάτης σύζυγος βήχει, νοιώθει τα γυαλάκια στο στήθος, η ζωή με σκονισμένο πνεύματα αρχίζει την αντίστροφη μέτρηση.

Οι εκκλησιαστικές τελετές θα συμπληρώσουν περίτρανα αυτήν την ενοριακή δημοκρατία. Η συμμετοχή των νέων σε αδελφότητες για την λιτανεία της Μεγάλης Εβδομάδας αποτελεί χρέος τους, είναι άλλωστε μια τελετουργία της νομιμότητας και μια καλή ευκαιρία για στολές και μουσικά όργανα. Δεν είναι η θρησκευτική πίστη ή χριστιανική ηθική που ωθεί το κατεστραμμένο λούμπεν να σπεύδει στις παρελάσεις όσο το ίδιο το φετίχ της ομάδας, η φιγούρα της πομπής, και βέβαια η αρσενική επίδειξη για τους βαστάζους του άρματος. Για μια αλλά Μεγάλη Βδομάδα, γίνονται οι εθνικοί φύλακες του οικισμού, ενώ μαζί τους παρελαύνουν και οι φιλήσυχοι κλητήρες που παριστάνουν τους ιδιοκτήτες των δρόμων αλλά και οι τραυματισμένοι φαλαγγίτες του καθεστώτος, για να φανούν δοξασμένοι πολεμιστές. Και όπως πάντα «αυτοί που σέρνουν τους πιο βαρείς σταυρούς είναι αυτοί που δέρνουν πιο δυνατά τις γυναίκες τους».

Άλλωστε οι επιφανείς γνωρίζουν «πως κάποια πνευματικά δεσμά θα ήταν αναγκαία μόλις ολοκληρωνόταν η διαχείριση του τούβλου για να μη δραπετεύσουν τα ποντίκια όταν πια όλα θα ήταν βαρετά». Οι γυναίκες του οικισμού γεννούν παιδιά μιας προδιαγεγραμμένης πορείας, όπως είναι και τα παιδιά της Ρέμε που μεγαλώνουν σε χολερικά δωμάτια, γίνονται τεμπέλικα κι επιθετικά και σύντομα ζουν περισσότερο έξω από το σπίτι. Γύρω τους μαζεύονται, δεύτεροι χαρακτήρες του βιβλίου και πρώτοι αναλώσιμοι της συντηρητικής κοινωνίας οι συνομήλικοι φίλοι τους, οι μεγαλύτεροι των συμμοριών, οι νεαροί «βαρόνοι» της περιοχής, όλοι εθισμένοι στη χημεία και στην επιθυμία να ξεφύγουν από μια περιοχή που δημιουργήθηκε ως οχετός της απόμακρης πόλης.

Η δεκαετία του ’80 φέρνει κι άλλες καλύβες στις αλάνες, μαζί με την πανδημία της άσπρης. Οι νέοι που φυλακίζονται συχνά προτιμούν την άνεση ενός κελιού από το ξεροκόμματο του φτωχικού. Το πνεύμα του κιμπούτς έχει πεθάνει, τώρα κανείς δεν εμπιστεύεται κανέναν, μόνο τον θεό των ναρκωτικών. Το ’90 έρχεται μαζί με την επέλαση της πορνογραφίας και τα αμέτρητα χάπια που κρατούν τους νέους σε συνεχή χορό κάτω απ’ τα στροβοσκόπια. Τα κορίτσια αλητεύουν μέχρι να μείνουν έγκυες και να συνεισφέρουν σε μια ολόκληρη αποικία χαμένων παιδιών που οι μητέρες έχουν για παιχνίδια, βασανισμένες κούκλες οι μεν για τους δε και αντίστροφα, όπως η Ανίτα κι ο Ρόμπε, δεύτερα πρόσωπα του δράματος: εκείνη ένα κορίτσι που καταδέχτηκε να πάρει την θέση της φεύγουσας κόρης της Ρέμε· εκείνος, ένας θετός εγγονός, που εθίζει δεκάδες χρήστες σε στρατηγικά βιντεοπαιχνίδια δικής του έμπνευσης, πουλώντας κουπόνια με κωδικούς εισόδου ενώ φτιάχνει σιγά σιγά ένα ολόκληρο ηλεκτρονικό βασίλειο, έχοντας ανακαλύψει «την μήτρα του καπιταλισμού για νέους».

Μέχρι που έφτασε η ημέρα όπου ένα κιβώτιο με βιβλία προορισμένα για έναν γείτονα παραδόθηκε από λάθος στην δική της πόρτα. Επρόκειτο να κλείσει τα εβδομήντα και τα βιβλία έφτασαν με πενήντα χρόνια καθυστέρηση αλλά ακριβώς την κατάλληλη στιγμή. Εκείνη που μέχρι τώρα έβλεπε μόνο τις μεσημεριανές τηλενουβέλες άρχισε να διαβάζει όλα όσα δεν ήξερε: πως είχαν σφετεριστεί την μισή και παραπάνω ζωή της. Βιβλία! Αυτά ξορκίζουν την μελαγχολία και την επανάληψη ολόιδιων ημερών και κάνουν την Ρέμε να γίνεται πολλές ηρωίδες και να βρίσκεται παντού και να μαθαίνει την ζωή. Φυσικά η αρχή είναι δύσκολη, το διάβασμα αργό, οι δύσκολες λέξεις συλλαβίζονται, το δάχτυλο σημαδεύει σειρά με τη σειρά. Δεν πηδάει καμία παράγραφο και συμπληρώνει με το μυαλό της ό,τι δεν καταλαβαίνει.

Το κλεμμένο κιβώτιο ήταν ένας θάλαμος θεραπείας, ένα πλατωνικό καταφύγιο. Τώρα η μοναξιά της είναι ανακούφιση κι ο χρόνος ατέλειωτος, να διαβάζει μέρα νύχτα κι ύστερα να παίρνει τους δρόμους και να κάθεται στα μπαρ όπου δεν αντέχει για πολύ χωρίς διάβασμα. Όλος ο χωροχρόνος είναι στην διάθεσή της, και τα μάτια της τώρα είναι ορθάνοιχτα μετά από τόσα χρόνια αυτοματισμού. Ατημέλητη και ρακένδυτη, η «τρελή» Ρέμε, διαβάζει τα βιβλία της παντού, στο παγκάκι της άδειας πλατείας ή στο ύπαιθρο, μέχρι να πονέσουν τα μάτια της. Οι γυναίκες του οικισμού, γειτόνισσες, νεαρές χήρες, παρατημένες, μητέρες μόνες ή νοσοκόμες ανάπηρων συζύγων του εμφυλίου ή του αμίαντου, απορούν για το μόνιμο χαμόγελό της. Δεν έχουν ποτέ τους καταφύγει στα βιβλία «για να σταματήσουν την αγωνία του χαμένου χρόνου»· προτιμούν την πάντα αναμμένη τηλεόραση και  προτιμούν να ξεφυλλίζουν ανόρεχτα τα περιοδικά ή να μαντάρουν την κάπα της Παρθένου. «Το αλέτρι της τηλεόρασης είχε αφήσει χέρσα τα κεφάλια τους, πενήντα χρόνια παραχώρησης συνέθλιψαν το ηθικό τους και το μισό τους ένστικτο ανταρσίας· η ενορία πήρε το άλλο μισό».

Τα απρόσμενα βιβλία έπεσαν στα χέρια της σαν μία θεραπευτική ιεροτελεστία για να επουλώσουν μια πληγή που δεν μάτωνε από την επερχόμενη μοναξιά αλλά από τη συνειδητοποίηση μιας σοβαρής αλήθειας: πως η ζωή της έσβηνε, πως όλα ήταν λάθος από την αρχή, πως τίποτα δεν είναι καίριο εκτός από το πέρασμα του χρόνου. [σ. 179]

Στο μεταξύ σ’ ένα τυπογραφείο του Δήμου γράφεται ένα άλλο, διόλου μυθιστορηματικό κείμενο: ένας κανονισμός που θα διανεμηθεί σε όλα τα γραμματοκιβώτια του οικισμού. Κι ο κόσμος της Ρέμε είναι έτοιμος να ανατραπεί για δεύτερη φορά. Απαγορεύεται το κρέμασμα της μπουγάδας γιατί ασχημαίνουν οι δρόμοι. Οι κάτοικοι διατάζονται να απλώνουν τα ρούχα μέσα στα σπίτια τους. Η Ρέμε βγαίνει από την έκστασή της και διαβάζει μεγαλόφωνα το χαρτάκι στις περαστικές, ένα «Ζερμινάλ στο ιδίωμα της καθημερινής πλύσης». Ποιος τολμάει να ζητάει κάτι τέτοιο;

Οι γυναίκες εξέρχονται από την κοσμική τους αποξένωση και συμφωνούν ν’ αδειάσουν τα συρτάρια τους σε σκοινιά σαν πανηγυρικές σημαίες. Προτού νυχτώσει κάθε μπαλκόνι του οικισμού είναι γεμάτο «αναρχικά ρούχα». Ανεβασμένες πάνω σ’ επικίνδυνες σκάλες οι γυναίκες τεντώνουν τα σκοινιά από την μια πλευρά του δρόμου στην άλλη, για να κατασκευάσουν ένα δάσος από κρεμασμένα ρούχα, σαν μοντέρνα τέχνη ενός οργισμένου γκέτο. Νυχτικά, σεντόνια, ρούχα, χιτώνες της Μεγάλης Εβδομάδας ανεμίζουν σαν πολεμικά λάβαρα στη μέση των δρόμων. Οργανώνονται βάρδιες επιτήρησης – η Ρέμε αναλαμβάνει την νυχτερινή φύλαξη με μια λάμπα κι ένα βιβλίο. Ο οικισμός ξεσηκώνεται μόνος του, χωρίς πολιτικές συγκεντρώσεις ή υψωμένες γροθιές. Ο Πίο Μπαρόχα και οι άλλοι συγγραφείς ήταν αρκετοί.

Η επανάσταση είχε αρχίσει αλλά χρειάζεται και η απαραίτητη προπαγάνδα. Σ’ ένα διαμέρισμα στην άλλη άκρη της πόλης ένας ακτιβιστής και η σύντροφός του, ο Λεάνδρο και η Ελοΐζα, ούτως ή άλλως ονειρεύονται την καταστροφή του σύμπαντος. Εδώ ψυχογραφούνται περίφημα οι μονομανείς με τις προλεταριακές φαντασιώσεις που αδυνατούν να χαρούν ακόμα και τον ίδιο τον έρωτα αλλά και αναζητούνται στις δικές τους βιογραφίες τα κίνητρα της εξέγερσης. Άλλωστε αυτές ακριβώς οι φαντασίες πυροδοτούν τα πρώτα βήματα της. Ο ακτιβιστής εκστασιάζεται: μια αληθινή λαϊκή επανάσταση μπορεί να ξεκινήσει από την πόρτα του σπιτιού του. Αυτός θα είναι ο διανοούμενος ταραχοποιός που έλειπε σε προηγούμενες καταστάσεις, αφού κάθε φορά περίσσευαν τα μπράτσα και οι πέτρες αλλά έλειπαν τα μυαλά και οι ιδέες. Δημοσιεύει τα δεδομένα σε μια σελίδα για κοινωνικές πρωτοβουλίες, ακολουθούν τα ειδικά έντυπα και μια βάση δεδομένων για διεθνή κινήματα αντίστασης.

Σε όλη τη χώρα αναδύεται ένα ρεύμα αλληλεγγύης – η πλατεία της Καταλωνίας περικυκλώθηκε με σεντόνια απλωμένα σε αυτοσχέδιες λόγχες, η Πουέρτα ντε Σολ είδε να ξαναφυτρώνουν οι σκηνές εκστρατείας του τότε – ενώ αντικαπιταλιστικά κινήματα σε άλλες χώρες τυπώνουν μπλουζάκια με το περίγραμμα ενός πουκάμισου απλωμένου στον ήλιο. Η είδηση διαρρέει στο ραδιόφωνο και στην τηλεόραση, «ο οικισμός του Ιδρύματος επαναστατεί εναντίον της νέας διάταξης». Η τηλεόραση γνωρίζει καλά να μεγαλοποιεί τα γεγονότα, η ηθική της συμβαδίζει με την ακροαματικότητα. Μια τόσο μικροσκοπική και φωτογενής επανάσταση κι ένας αυτοδίδακτος διαφωτισμός δικαιώνει και διαφημίζει τον οικισμό. Η κοινωνική οργή ενώθηκε με την περιέργεια, ο οικισμός κυριεύτηκε από ένα εκστρατευτικό σώμα που μυρίστηκε εξέγερση: πανκς και ρέτρο-πανκς, Ινδιάνοι και πλείστοι οργανωμένοι ισοπεδώνουν την πλατεία για να κατασκηνώσουν, μια θορυβώδης στρατιά που τις νύχτες παίζει αφρικανικά τύμπανα σε γιορτές αδελφοποίησης.

Αλλά η υδροφόρα φυσιολογία της Ρέμε συνεχίζει να ρέει σαν ένα υδραυλικό κέντρο βαρύτητας. Αυτό που θα μπορούσε να της έχει προσφέρει αμέτρητους οργασμούς τώρα δεν βρίσκει τους απαραίτητους χειριστές, αλλά και πάλι τα βιβλία συνδράμουν και διεγείρουν τις ευαίσθητες ζώνες. Τα βήματα την οδηγούν μέχρι την δημοτική βιβλιοθήκη ακριβώς όπως οι τζάνκις οδηγούνταν στις αλάνες για την δόση τους. Αναζητά την ηδονή, επιθυμεί το σεξ που δεν είχε, μια ανάμνηση, μια δαγκωματιά, κάτι να έχει να θυμάται, δεν έχει καν για παρηγοριά το καταφύγιο ενός παρελθόντος με περιπέτειες σχεδόν παρθένα, όμοια με την κούκλα στο άρμα της αδελφότητας, δυο φορές παρθένα απ’ αυτήν και δυο φορές μητέρα δυο σταυρωμένων παιδιών [σ. 136]

Δυο πρόσθετοι ήρωες που μάλλον λειτουργούν παραπληρωματικά, ο Ντεβότο που βρίσκει παρηγοριά στην θρησκεία και ο Ρομάν ο Φερόμενος ταπεινωμένος ξυλουργός, ενδεικτικές μορφές για τον τρόπο που η εκκλησία διάβρωσε τις ψυχές στην φρανκική Ισπανία ή για την αιωνιότητα της μισογυνίας ή των κρυπτών ερωτισμών. Άλλοι δυο δικαιούνται μερικές σελίδες εφόσον άθελά τους τα ξεκίνησαν όλα: ο δημοτικός σύμβουλος που έγραψε την απαγόρευση και η «Μαινάδα» σύζυγός του, που αναζητούν κι αυτοί τον μέσω διαδικτύου πλουτισμό, εκθέτοντας στις οθόνες των υπολογιστών, φορώντας μάσκα φυσικά, τις ερωτικές περιπτύξεις ή διαστροφές που επιλέγουν οι χρήστες – θεατές.

Ο αγκιτάτορας διακαώς επιθυμεί να μετατρέψει το ξεχασμένο γκέτο σε προμαχώνα της πάλης των τάξεων, ακόμα και σε μια καινούργια προσοβιετική δημοκρατία. Αλλά φυσικά θέλει αυτός να εμφανιστεί ως νόμιμος εκπρόσωπος των εξεγερμένων, κι όχι η γριά μάγισσα, «ένα πέτρινο άγαλμα στις συνελεύσεις, ένα κλειστό στόμα Ινδιάνου αρχηγού». Ακολουθούν συναντήσεις, διαβουλεύσεις, ο δημοτικός σύμβουλος εκλιπαρεί ή προστάζει, η Ρέμε σιωπά, η εξέγερση είναι έτοιμη να μολυνθεί από έμπορους ναρκωτικών, κι εφόσον επανάσταση χωρίς πολιτοφύλακες δεν έχει νόημα, οι συγκρούσεις με τα μέσα καταστολής θα είναι σκληρές. Νεομαρξιστές και ιακωβίνοι, συνειδητοποιημένοι και ασυνείδητοι, όλοι συμμετέχουν με το μερίδιό τους στην «αναρχική φαντασίωση» και στο μυθιστόρημα του εξεγερμένου οικισμού. Δεν έχει σημασία αν η επανάσταση κινδυνεύει να εκτροχιαστεί στον λήθαργο της καθημερινότητας και στο ζεστό φαγητό ή αν οι ακτιβιστές θα αναζητήσουν άλλη μάχιμη αποικία. Ορισμένοι δεν εξαγοράζονται και επιλέγουν το τέλος που τους αξίζει.

Είναι σε κάθε σελίδα εμφανές πως ο συγγραφέας επιθυμεί να διηγηθεί την ιστορία του με την μέγιστη δυνατή λογοτεχνικότητα. Παίζει με τις λέξεις, τις ρίχνει σωρηδόν κάθε φορά, πρωτότυπες και αντι-κυριολεκτικές (οι μεταφορές και οι παρομοιώσεις πράγματι κατακλύζουν την πρόζα του)· αλλάζει πρόσωπα και αφηγητές, βομβαρδίζει με επίθετα, εξαντλεί την παρατακτική σύνδεση. Ενίοτε μοιάζει να παραληρεί αλλά την ίδια στιγμή δεν βιάζεται καθόλου, καθώς ξεδιπλώνει με την ησυχία του τις ιστορίες του, τις διακλαδώνει, τους ξεφεύγει για να εστιάσει σε μικρο- και μακρο-περιβάλλοντα.

Το διακειμενικό του εύρημα σαφώς ενισχύει την πρόζα του, καθώς εντάσσει ανθολογημένα αποσπάσματα απολύτως ταιριαστά με όσα ήδη γράφονται, τα οποία δεν αποτελούν μόνο δείγματα των αναγνώσεων της Ρέμε αλλά και λειτουργούν ως διαλεκτική για την μαθητεία και την μεταμόρφωσή της. Πρόκειται για βιβλία των Πιο Μπαρόχα [ιδίως Ο διεστραμμένος αισθησιασμός, Κόκκινη αυγή, Κακό χορτάρι κ.ά.], Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ [Η εξέγερση των μαζών], Αντόνιο Μπουέρο Βαγιέχο [Ιστορία μιας σκάλας] αλλά και των Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, Βισέντε Μπλάσκο Ιμπάνιεθ, Πέρεθ ντε Αγιάλα, Μπενίτο Πέρεθ Γκαλντός, Ρουμπέν Νταρίο, Αντόνιο Ματσάδο, Καλδερόν ντε λα Μπάρκα, Μιγέλ ντε Ουναμούνο κ.ά.

Κρατώντας στον βασικό κορμό την αδιανόητη ιστορία της αξιολάτρευτης Ρέμε, την εγκαταλείπει κάθε τόσο για να ασχοληθεί με τις παράπλευρες βιογραφήσεις των δεύτερων χαρακτήρων, ενίοτε με ιδιαίτερες και μάλλον άσχετες με την βασική ιστορία λεπτομέρειες, ώστε να γνωρίζουμε ολόκληρη την πορεία όλων όσοι πρόκειται ή νομίζουμε πως θα συμμετάσχουν στην τελική φάση της εξέγερσης. Το τέλος τους βρίσκει όλους εξουθενωμένους, νικητές ή νικημένους, ακόμα κι εμάς τους αναγνώστες, που διαβάσαμε μια ιστορία πλήρους αληθοφάνειας αλλά και απατηλής ουτοπίας. Σε κάθε περίπτωση ο έρωτας συνδιαλέγεται με την επανάσταση, την εμπνέει ή την ακυρώνει, αλλά σε κάθε περίπτωση αποτελούν τις μέγιστες εξεγέρσεις.

Κι αυτά τα βιβλία που διάβασες, τι λένε; – Εξηγούν πώς είναι η ζωή, η αληθινή ζωή που εμείς δεν γνωρίζουμε – Καταραμένα να ’ναι! [Πίο Μπαρόχα, Κόκκινη αυγή]

Εκδ. Καστανιώτη, 2017, μτφ. από τα Ισπανικά Κλαίτη Σωτηριάδου, σελ. 282, [Pablo Guttiérez, Los libros repentinos, 2015].

Στις εικόνες, εκτός από τα «ανατρεπτικά βιβλία» του βιβλίου, επέλεξα δυο ώριμες υπό ερωτισμό γυναίκες της Paula Rego ως απολύτως ταιριαστές με την μορφή της Ρέμε δυο έργα του Andre de Loba και δυο αφίσες των ελεύθερων γυναικών μιας παράλληλης με το μυθιστόρημα Ιστορίας.

Δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr / βιβλιοπανδοχείο, αρ. 220, με τίτλο Spanish Bombs, από άλλες διαχρονικές ισπανικές βόμβες.