Τάκης Θεοδωρόπουλος – Το τελευταίο Τέταρτο. Ένα ελληνικό χρονικό

theodoropoulos_ex_ekdoseisPolisΜια εποχή σε περιοδικό, δυο άκρα σε συνεργασία

Δυο «εμβληματικά» πρόσωπα και δυο εντελώς διαφορετικές ανθρώπινες ποιότητες, ο Μάνος  Χατζηδάκις και ο Γιώργος Κοσκωτάς, συνυπήρξαν κάτω από το ίδιο φιλόδοξο σχέδιο: συνεργάστηκαν  στο «πολιτιστικό» περιοδικό Τέταρτο, ως ιδιοκτήτης ο πρώτος, ως εκδότης – διευθυντής ο δεύτερος. Ενδιάμεσος συγγραφέας, τότε και τώρα, ο Τάκης Θεοδωρόπουλος παρουσιάζει το χρονικό της περιπέτειας του Τετάρτου που για τον ίδιο κράτησε από τις αρχές του καλοκαιριού του 1984 ως τα τέλη του καλοκαιριού του 1985. Ο συγγραφέας καταγράφει μόνο ό,τι διασώθηκε στις τριακονταετείς του αναμνήσεις χωρίς να χρησιμοποιήσει το αρχείο ή τις σημειώσεις του.

Η συνύπαρξη προφανώς φαίνεται παράδοξη, αν και κατά την συγκεκριμένη ιστορική στιγμή ο Κ. δεν είχε γίνει ακόμη Κ. Σύντομα βέβαια θα γινόταν ο κατεξοχήν νομιμοποιητής της σχέσης του μεγάλου χρήματος με την πολιτική και ο λαϊκός μύθος της συλλογικής φαντασίας που περίμενε επιτέλους έναν επιχειρηματία να μυήσει τη χώρα στα μυστικά του σύγχρονου κόσμου. Ο Κοσκωτάς έπεσε με το αλεξίπτωτο σαν υπόσχεση στην κεντρική πλατεία μιας ανοχύρωτης κοινωνίας. Εμφανίστηκε στην αθηναϊκή πιάτσα όπως στη δεκαετία του ΄50 εμφανιζόταν στην κεντρική πλατεία του χωριού ο ομογενής με τη σεβρολέτα και τα λαμπερά της νίκελ και γύρω μαζευόταν μη μαρίδα, κουρεμένη γουλί απ’ τον φόβο τα ψείρας, για να τον προϋπαντήσει. [σ. 23]

Χατζιδάκις 13Η ανάθεση της διεύθυνσης στον Χατζηδάκι υπήρξε πρόταση του Θεοδωρόπουλου προς τον Κοσκωτά, που το συζήτησε με τους σοφούς παρατρεχάμενους και τελικώς το αποδέχτηκε. Η συμφωνία Χατζηδάκι – Κοσκωτά επισφραγίστηκε την κλασική διαδικασία του ελληνοπρεπώς επιχειρείν: την χειραψία, που δέσμευε μεν, όχι όμως και εντελώς. Αποφευγόταν έτσι κάθε ανάληψη προσωπικής ευθύνης και αρκούσε που ο ένας έβαζε τα χρήματα και ο άλλος την προσωπικότητα. Την ίδια οδό ακολούθησαν και κάθε συνομιλία με τον τεράστιο επιχειρηματία: πάντα επί της διαδικασίας και ποτέ επί της ουσίας. Η ουσία ήταν η διαδικασία, με βασικότερο μέρος της το ποιος θα έχει το πάνω χέρι.

Κι εδώ αρχίζει το πανηγύρι. Ο Χατζηδάκις με το έργο του είχε κατακτήσει το δικαίωμα να παίζει με όσους τον καταλάβαιναν και να καταρρακώνει με τα καυστικά του σχόλια τους υπόλοιπους. Τα μπλεξίματα και οι δημόσιες συγκρούσεις αποτελούσαν υπαρξιακή του ανάγκη, πλήρως απογυμνωμένη όμως από πολιτικά ή συμφεροντικά συμφραζόμενα. Ο συνθέτης δεν μιλούσε ποτέ ως εκπρόσωπος κόμματος, συνδικάτου, οργάνωσης, ορχήστρας. Παρέμενε μεν εμβληματική μορφή της Δεξιάς αλλά με απόλυτα ανεξάρτητη σκέψη και πράξη. Δεν δίστασε να αποχωρήσει από φεστιβάλ της ΟΝΝΕΔ επειδή δεν ήθελε να παίξει μπροστά σε ανθρώπους που δεν καταλαβαίνουν μουσική, ενώ έδωσε συναυλία στο φεστιβάλ το Ρήγα Φεραίου.

EPSON scanner imageΤο όνομα του περιοδικού (ύστερα από ένα σπαρταριστό στάδιο κύησης επιλογών) αναφερόταν στο τελευταίο τέταρτο του εικοστού αιώνα αλλά και ως συνέχεια του Τρίτου [Προγράμματος]. Εξίσου πνευματώδεις υπήρξαν οι συνομιλίες με τον συνθέτη, συχνά με παρόντα τον Νίκο Γκάτσο, που αρκούνταν σε νεύματα και εύστοχη κριτική προσγείωση του συνθέτη, πάντα με το αναμμένο του τσιγάρο και την El Pais στο πλευρό του – «το δωρικό αντίβαρο στην ιωνική ελαφρότητα του Χατζηδάκι». Ο Χατζηδάκις είχε επεξεργαστεί σε τέτοιο σημείο το ύφος του, την εκφορά της ευαισθησίας του, ώστε να απλώνει γύρω του μιαν αύρα αφέλειας και άνεσης την οποία οι αποδέκτες της την εισέπρατταν ως εκκεντρικότητα. Ποιος άλλος θα σκεφτόταν ή θα τολμούσε να απαγορεύσει στο κρατικό ραδιόφωνο να μεταδίδει τα τραγούδια του, διότι, όπως είχε δηλώσει, «τα μεταδίδει αποκλειστικά και μόνον για να τα κακοποιεί»; [σ. 53]

Ν.Γ. - Μ.Χ.Απολαυστικές γραμμές αφιερώνονται στη σχέση του Χατζηδάκι με τον Καραμανλή, η φιλία με τον οποίο του παρείχε ασυλία σε όλα όσα έκανε, όπως, για παράδειγμα, να παίξει τον απαγορευμένο Θεοδωράκη στο κρατικό ραδιόφωνο. Ο Θεοδωρόπουλος ευστοχεί: εκτός από γαλλικά με σερραϊκή προφορά ο Καραμανλής έμαθε στο Παρίσι πως η πολιτική εξουσία οφείλει να περιβάλλεται από ανθρώπους που την βοηθούν να ανεβάσει το πνευματικό της επίπεδο και να βελτιώσει τη δημόσια εικόνα της. Η πιο ενδιαφέρουσα ιστορία αφορά την επιλογή ως εξωφύλλου ενός πορτραίτου του Καραμανλή, φιλοτεχνημένου από τον …Νίκο Γαβριήλ Πεντζίκη. Το αδιανόητο καλλιτέχνημα ξετρυπώθηκε από μια αποθήκη, ανάμεσα σε άλλα κειμήλια θαυμασμού απέναντι στον μεγάλο Εθνάρχη – εικόνες με φωτοστέφανα, δρακοντοκτόνους έφιππους, βάζα με χαλκομανία του προσώπου του και ξυλόγλυπτες προτομές και απεικόνιζε τον Καραμανλή με ρεντικότα με ουρά, που ανέμιζε μπροστά στο Λευκό Πύργο! Φυσικά απορρίφθηκε η ιδέα, αλλά για να μην παραδεχτεί την ήττα του ο Χατζηδάκις τη δημοσίευσε σε μέγεθος γραμματοσήμου κάπου στις μέσα σελίδες.

22-43b-thumb-largeΜέσα σε αυτές τις συνθήκες, ο συγγραφέας, που περιγράφει την προηγούμενη πορεία του με σύντομες αναδρομές (Liberation, Μεσημβρινή, Παρίσι, Αμερική, Επιστροφή) και προκρίνει την αποτίμηση των αισθημάτων απέναντι σε κάθε νοσταλγία, προσπαθεί να συμβιβάσει την μοναχική του ιδιοσυγκρασία με τις φρενήρεις απαιτήσεις του εγχειρήματος. Κυρίως όμως ακολουθεί το κείμενο του Μισέλ Λεϊρός Η λογοτεχνία σαν ταυρομαχία, σύμφωνα με το οποίο όταν γράφεις διακινδυνεύεις πολλές και ουσιαστικές φιλίες και δίπλα στον Μ.Χ. απελευθερώνεται από πολλά στερεότυπα και από τις κοινωνιολογικές υποχρεώσεις που όριζαν την καλή λογοτεχνική συμπεριφορά (άρα και γραφή) τον καιρό εκείνο: …στα μέρη μας η μεγάλη τραγική παράδοση η οποία βαφτίστηκε στα νάματα του χριστιανισμού ορίζει πως τίποτε δεν αξίζει τον κόπο αν δεν σε κάνει να υποφέρεις. Δεν είναι σοβαρός αν δεν πονάς και υποφέρεις για τα δεινά του κόσμου. Κι απ’ τον πολύ πόνο δεν προλαβαίνεις να ξυριστείς. [σ. 50]

5bb111fc1aa058e1283875b86b1a571c_0_taytothta%20hadjidakis_jpgΗ αισθητική αποτίμηση της ζωής είναι πρώτα από όλα ηθικό ζήτημα. Κι η μουσική του Χατζιδάκι, όπως η ζωγραφική του Τσαρούχη ή η ποίηση του Εγγονόπουλου, και τόσα άλλα παιδιά της Ψωροκώσταινας είναι τα υλικά που ακόμα και σήμερα με συμφιλιώνουν με την ύπαρξη στον τόπο μου, ο οποίος κατά τα άλλα με κάνει να αισθάνομαι μέτοικος στην καλύτερη περίπτωση, εξόριστος στη χειρότερη. [σ. 156]

Πώς τελειώνει το Τέταρτο; Ο Θεοδωρόπουλος καλείται να συνδράμει στην χειραγώγηση του χατζιδακικού παρορμητισμού, πράγμα που αρνείται, με τα απλά επιχειρήματα: ο Χατζηδάκις αποτελεί σύμπλεγμα του ψυχισμού του, του έχει περισσότερη εμπιστοσύνη από τον προχθεσινό Κοσκωτά και βέβαια όλοι θα έπρεπε να γνωρίζουν τις τους περιμένει όταν αποφάσισαν τη συνεργασία με τον συνθέτη. Η αντίστροφη μέτρηση ξεκινά όταν ο Κοσκωτάς γίνεται πλέον παράγων της Δημοκρατίας και ενοχλείται που δεν πουλάει αμέτρητα αντίτυπα, αγνοώντας το γεγονός ότι ένα μηνιαίο πολιτιστικό περιοδικό με άρθρα για τη σειριακή μουσική και συζητήσεις του Χατζηδάκι με τον Μπεζάρ έφτανε τα δώδεκα χιλιάδες αντίτυπα σε μια επικράτεια σαν την ελληνική· άλλωστε η επίκληση της αγοράς «μοιάζει ασπόνδυλο μαλάκιο, που μεγαλώνει ή μικραίνει ανάλογα με το επιχείρημα». Αναμφίβολα η ενόχληση των σοφών εκδοτών για την απρόβλεπτη και απείθαρχη παρουσία του Χατζηδάκι έγινε ανυπόφορη.

xatzidakis_afiervmaΟ συγγραφέας συγκαταλέγει τον συνθέτη ανάμεσα στους ηττημένους του 2012, καθώς αυτή τη στιγμή στην σύγχρονη Ελλάδα κυβερνούν όλα όσα εκείνος πολέμησε: το θράσος της αγραμματοσύνης, το παραλήρημα του φασισμού, οι εκδικητικές κραυγές των αδικημένων. Ο Χατζιδάκις διεκδικούσε το ύφος της ζωής του και δεν ανεχόταν να τον υποτιμούν, αντίθετα με ό,τι κάνει η χώρα σήμερα με τον εαυτό της. Χωριατιά κι επαρχιωτισμός χορεύουν τσάμικο στην πλάτη μας. Αρκεί να σκεφτείς πως τον Βάρναλη και τον Γληνό τους καθοδηγούσε ο Σιάντος του δημοτικού ή να θυμηθείς πώς φέρθηκε η Αριστερά στον Αλεξάνδρου και τον Τσίρκα που τόλμησαν να ατακτήσουν. Αυτή τη χωριατιά κι αυτόν τον επαρχιωτισμό πολεμούσε ο Χατζιδάκις με τα όπλα του, κι όπως έλεγε: «Στο κάτω κάτω θα μπορούσα κι εγώ να βγω και να πω ότι είμαι αριστερός…». [σ. 149]

Xatzidakis 298Έτσι το Τελευταίο Τέταρτο είναι δυο παράλληλα βιβλία, γραμμένα με την ίδια εξομολογητική ειλικρίνεια και την ίδια γαντοφορεμένη λεπτοειρωνεία. Από τη μία αποτελεί ένα κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας της δεκαετίας του ’80 καθώς, εν παραλλήλω, διασχίζονται βασικοί σταθμοί και μορφές της περίφημης «δεκαετίες της ιδιαιτερότητας»: η περίφημη συναυλία στη Ρωμαϊκή Αγορά με το ακριβό εισιτήριο και τους Αυριανιστές, τους θλιβερούς εκείνους εκπροσώπους της φυλλάδας που αποτελούσε κοινωνικά πρωτόγονη και πολιτικά ανθρωποφαγική ενσάρκωση της σκοτεινής βαλκανικής μας επαρχίας, ο μνημειώδους βλακείας Μαρούδας και οι λοιπές αριστερές δυνάμεις, τα επίπονα γεννητούρια της ελεύθερης ραδιοφωνίας, η ανεξέλεγκτη χρήση των όρων πολιτιστικός και κουλτούρα και η υποχρεωτική τους ταύτιση με την ποιότητα, ανεξαρτήτως δεξιότητας, ταλέντου ή ευφυΐας. Από την άλλη εκφράζει ένα κεφάλαιο της προσωπικής ιστορίας του συγγραφέα, που έχει πειστεί πως …ένα μεγάλο μέρος της ζωής σου ξεφεύγει από οποιαδήποτε απόπειρα ορθολογικής ερμηνείας, πως αυτό ενδέχεται να είναι το σημαντικότερο και πως η τέχνη της γραφής είναι ο τρόπος να μεταφράσεις σε αρθρωμένο λόγο το μερίδιο της ζωής  που δεν μπορείς να ερμηνεύσεις με άλλο τρόπο. [σ. 68 – 69].

Εκδ. Πόλις, 2012, σελ. 176.

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: mic.gr.

Εμίρ Κουστουρίτσα – Κι εγώ πού είμαι σ’ αυτή την ιστορία;

Αναμνήσεις από την ανύπαρκτη χώρα

Τα δωμάτια των ξενοδοχείων δεν ήταν το καλύτερό μου. Το ψυγείο βούιζε αδιάκοπα και το στρώμα του κρεβατιού είχε στη μέση μια γούβα, που μαρτυρούσε ότι χιλιάδες άτομα είχαν κοιμηθεί εκεί πριν από μένα. Πόσοι άνθρωποι πρέπει να έκαναν έρωτα πάνω σ’ αυτό το κρεβάτι! Γλεντζέδες κάθε είδους που έβλεπαν στις γυναίκες της Τσεχίας τον τέλειο συνδυασμό μιας οικοδέσποινας και μιας πόρνης. Το φωσφορίζον φως της ταμπέλας από νέον του απέναντι ξενοδοχείου αναβόσβηνε και η σκιά σταματούσε στον τοίχο ακριβώς πάνω από το κεφάλι μου. Ένιωθα αυτό το φως σαν έναν αφόρητο ήχο. Ανέκαθεν, δεν ξέρω γιατί, αυτό που βλέπω το ακούω κιόλας. Ενώ το τραμ διέσχιζε μουγκρίζοντας την πλατεία Βάτσλαβ, μου ήρθε η σκέψη ότι η ικανότητα να αισθάνομαι το φως σαν ήχο μπορεί να ήταν προσόν για έναν μελλοντικό σκηνοθέτη. [σ. 136]

Αυτή δεν είναι η μόνη εμπνευστήρια έκλαμψη του αχόρταγου κινηματογραφιστή, που μας εμπιστεύεται ανάλογες εξομολογήσεις εδώ κι εκεί στο αυτοβιογραφικό του γραπτό ντοκιμαντέρ. Πρώτα απ’ όλα όμως φροντίζει να ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς του με τη λήθη, στην ευεργεσία και τις παγίδες της οποίας αφιερώνει την εισαγωγή του. Μετά τα δεινά των πολέμων στη Γιουγκοσλαβία και τον βομβαρδισμό της Σερβίας εξασκήθηκε κι ο ίδιος, όπως παραδέχεται, στο να ξεχνά ή τουλάχιστον να απωθεί τις σκέψεις που τον βασάνιζαν. Έτσι ανήκει κι αυτός σ’ όσους που θεωρούν τη λήθη παράγοντα επιβίωσης αλλά αρνούνται να υποκύψουν στις σημερινές λησμονικές τάσεις, ιδίως τη συνήθεια να ξεχνάμε όπως μας βολεύει, όπως δηλαδή έγινε και την θεωρία του «τέλους της ιστορίας» κατά τη δεκαετία του ’90.

Πλάνο, πίσω, παρελθόν, πάμε. 1961, ο Γκαγκάριν στην οθόνη μοιάζει με ιντερμέτζο της σερβικής τηλεόρασης, η λέξη σεξ ακούγεται σαν τα μπισκότα Κεκς, οι αργόσχολοι της Γκόριτσα φιλοσοφούν για τις γυναίκες, οι άνθρωπο στο Σεράγεβο περπατούν με την πλάτη κυρτωμένη (από την πολλή ζέστη ή το πολύ κρύο) και ο μικρός Εμίρ γνωρίζει τον σύντροφο Γιόσιπ Μπροζ Τίτο…για την ακρίβεια, δεν τον βλέπει ποτέ, καθώς η επίσκεψη του στρατάρχη αναβάλλεται για λόγους ασφαλείας, ενώ αργότερα η πολυαναμενόμενη παρουσία του στη σχολική γιορτή μοιάζει χαμένο όνειρο: η πομπή από μαύρες Μερσεντές πιτσιλάει με νερά τους παρευρισκόμενους κι εκείνος δεν προλαβαίνει να διακρίνει τον θεό πίσω από το τζάμι.

Και όταν κάποιος έβαζε ένα εξαιρετικό γκολ σ’ ένα ποδοσφαιρικό ματς, σχολίαζαν: «Τι γκολ! Αληθινός Τίτο!» [σ. 50]

Για τον Εμίρ τελικά ο Τίτο ήταν παρόμοιος μ’ ένα φανάρι της οδού Γκορούσα: παντού παρόν, στημένο κάθε δέκα βήματα. Από τους οικογενειακούς φίλους άκουγε πως πρέπει να τον θεωρούν ως το πεπρωμένο τους. Ο πατέρας του είναι άλλη γνώμη: «Τους έμαθε να αγαπούν τον Στάλιν και τη Ρωσία και τους έστειλε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης για να ξεμάθουν να αγαπούν τον Στάλιν. Ήξερε ότι ήταν ο καλύτερος τρόπος να τους αλλάξει τα μυαλά, αφού είχε μάθει αυτήν τη μέθοδο από τον ίδιο τον Στάλιν». Και όπως είναι φυσικό, μπερδεύεται όταν κάποια στιγμή το ροκ εντ ρολ μπαίνει στο κρατικό κόμμα: «Εκεί στη Δύση οι μαλλιάδες μουτζώνουν τον Τζόνσον, και οι δικοί μας εδώ παίζουν μπροστά στον Τίτο για την Πρωτοχρονιά».

Είναι ακριβώς η παρουσία του αμφισβητία πατέρα που σταλάζει εντός του κριτικά και σαρκαστικά πνεύματα αλλά και μια εξαιρετική ευκαιρία: καθώς ο μικρός κοιμάται στο σαλόνι (θυμηθείτε τα ανάλογα πλάνα στο «Ο Μπαμπάς λείπει σε ταξίδι για δουλειές»), έχει την ευκαιρία να ακούει όλες τις συζητήσεις του πατέρα του με τους επισκέπτες φίλους. Άλλοι από τους οποίους είναι υποστηρικτές του καθεστώτος, άλλοι αντίθετοι, όλοι τους όμως συζητούν με το σαράκι του σαρκασμού. Ο Τίτο είναι ταμπού, άρα δεν σηκώνει συζήτηση, λέει ο ένας, τα ταμπού είναι δημιουργήματα των θρησκειών, άρα στο σοσιαλισμό δεν υπάρχουν, συνεπώς θα μιλάμε γι’ αυτόν, λέει ο άλλος.

Ένα βράδυ, ενώ ο πατέρας μου κουβέντιαζε με τον Σίμπα στην τραπεζαρία, έκανα πάλι τον κοιμισμένο. Αυτός ο καναπές έγινε γρήγορα η αρένα όπου, με τα μάτια κλειστά, διδασκόμουν τα μεγάλα μαθήματα της ζωής και της ιστορίας. [σ. 53]

Ο αναφερόμενος Σίμπα βέβαια κατηγορήθηκε γιατί είχε δηλώσει ότι κάποιος Γιόβα, που βρισκόταν ήδη στο Γκόλι Ότοκ [το Γυμνό Νησί της Αδριατικής, εφιαλτικός τόπος τιτοϊκής έμπνευσης], ήταν καλός άνθρωπος. Δεν υποψιαζόταν ότι η γνώμη του για τις ανθρώπινες αρετές ενός συντρόφου θα τον έστελνε στα κάτεργα. Κι ένας συμμαθητής του εξομολογείται: «Θα ήθελα πολύ να δουλεύω σε ταχυδρομείο, για να μπορώ κάθε μέρα να χτυπάω σφραγίδες στα γραμματόσημα με το κεφάλι του Τίτο».  Ο ίδιος ο αντιρρησίας πατέρας του κατάφερε και του έδιωξε οριστικά το φόβο του θανάτου.

Όποιος τυχόν αναμένει την χαοτική, μαγικορεαλιστική ή σουρεαλιστική γραφή των ταινιών του Κουστουρίτσα ή ανάλογη πολύπλοκη αφήγηση θα απογοητευτεί. Εδώ ο σκηνοθέτης των βαλκανίων και των βαλκανιστών μας προσκαλεί σε εξομολογήσεις μιας ζωής, με την απλούστερη δυνατή γλώσσα. Κι εμείς τα πίνουμε μαζί του συζητώντας για τη σύντομη ποδοσφαιρική του καριέρα, τα κορίτσια της Μπάνια Λούκα, τον αγώνα της οικογένειας για μεγαλύτερο κρατικό διαμέρισμα, τις γιορτές στο αθλητικό κέντρο του Σεράγεβο, τις γιουγκοσλαβικές κερκίδες:

Το ποδόσφαιρο έγινε στο εξής η καινούργια μου εμμονή. Ξανάβλεπα στα όνειρά μου τις διάφορες φάσεις των αγώνων, τις επαναλάμβανα ξανά και ξανά. Γιατί αυτά τα ματς στα χαλίκια του Κόσεβο ήταν πραγματικό θέαμα. Ό,τι απαγορευόταν στο κυρίως στάδιο, όπου έπαιζε η ομάδα του Σαράγεβο, επιτρεπόταν εκεί. Οι συναντήσεις του τοπικού πρωταθλήματος συγκέντρωναν όχι μόνο τους μεθυσμένους και τους τοπικούς αρχηγίσκους συμμοριών, αλλά και απαιτητικούς διανοούμενους που αρνούνταν να παρακολουθήσουν μας της Πρώτης Κατηγορίας γιατί κατά τη γνώμη τους ήταν συνήθως στημένα. Εδώ κραύγαζα, βλαστημούσαν, τραγουδούσαν και το διασκέδαζαν με ρακίγια από δαμάσκηνα και μπάρμπεκιου. Συχνά το θέαμα ήταν περισσότερο στο κοινό παρά στο γήπεδο. [σ. 104]

…κι ακόμα, την επιρροή του συγγραφέα Ράντογιε Ντομάνοβις που του ενέπνευσε ιδέες και συλλογισμούς –  ακολουθώντας την ερζεγοβινική του ρίζα και να φτάνει σε λογικά συμπεράσματα από σύντομα μονοπάτια – και την απόλυτη λογοτεχνική του πίστη στον Ίβο Άντριτς: «όταν μιλάς για τα Βαλκάνια ως τραγική περιοχή, δεν έχεις καταλάβει τίποτε αν δεν έχεις διαβάσει ούτε μια γραμμή του Άντριτς». Από τις πάμπτωχες λέσχες και τα φεστιβάλ των ερασιτεχνικών ταινιών ως «τα καρνέ των σημειώσεων του Underground», ο Κουστουρίτσα αδυνατεί να διαχωρίσει τον κινηματογράφο του από την ζωή της χώρας του. Ειδικά το περί Underground κεφάλαιο αποτελεί το οριακό του κατάθεμα για την Νοτιοσλαβία που κάποτε έζησε (ακόμα θυμάμαι την εντύπωση αυτού του ονόματος και της διαφορετικής του σημαίας σ’ ένα επίτομο πάπυρος λαρούς των δικών μου παιδικών χρόνων), την Γιουγκοσλαβία που κάποτε υπήρχε σαν χώρα και τους ανθρώπους της, που αγάπησαν έναν ηγέτη που θάφτηκε κρυφά και ανώνυμα σε άγνωστο κήπο, κοροϊδεύοντας ακόμα και στον θάνατό του έναν ολόκληρο λαό που είχε αφήσει Υπό την Γην.

Εκδ. Πατάκη, 2012, μτφ. Μαριάννα Κουτάλου, σ. 412 [Emir Kusturica, Smrt je neprovjerena glasina, 2010. Ακριβής μετάφραση του πρωτότυπου τίτλου: Ο θάνατος είναι µια ανεξακρίβωτη φήµη. Η ελληνική έκδοση ακολουθεί τον γαλλικό και ιταλικό: Où suis – je dans cette histoire?]

Τα πλάνα από τις ταινίες Ο καιρός των τσιγγάνων (2), Η ζωή είναι ένα θαύμα, Underground. Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.