Συλλογικό – Λεξικό στοχαστών του 20ού αιώνα. Πολιτικός οδηγός για τον 21ο (Επιμ. Robert Benewick – Philip Green)

Η σκέ1ψη που ονειρεύτηκε να γίνει δράση

Από την Χάνα Άρεντ και την Σιμόν Βέιλ στον Ερνέστο Τσε Γκεβάρα και τον Αντρέ Γκορζ, από τους Αντόνιο Γκράμσι, Ρόζα Λούξεμπουργκ και Λέον Τρότσκι ως τον Τζορτζ Όργουελ και τον Νίκο Πουλαντζά, από τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μάλκολμ Εξ στον Ζαν Πολ Σαρτρ και τον Μορίς Μερλό Ποντί, από τους Ζακ Ντεριντά και Ζαν – Φρανσουά Λιοτάρ στους Μισέλ Φουκό και Νόαμ Τσόμσκι, από τους Ερνστ Μπλοχ, Γκιόργκι Λούκατς και Ερρίκο Μαλατέστα στους Μιχαήλο Μάρκοβιτς, Φραντς Φανόν, Μάρτιν Χάιντεγκερ, Γιούργκεν Χάμπερμας, Μαξ Χορκχάιμερ και σε πλήθος άλλους στοχαστές λιγότερο γνωστούς σ’ εμάς, από κάθε σημείο του κόσμου, τα εκατόν εβδομήντα πέντε λήμματα της παρούσας έκδοσης καλύπτουν ένα μεγάλο μέρος της σκέψης που αναπτύχθηκε στον προηγούμενο αιώνα, αποτέλεσε οδηγό στη δράση και στο όνειρο, περιέγραψε κόσμους εφικτούς ή ανέφικτους, καθόρισε πολιτικές και διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο στις πνευματικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές εξελίξεις.

AdornoΑνοίγοντας βουλιμικά τον τόμο, μετά τον Λουί Αλτουσέρ και τον Μαξ Άντλερ, σταματώ στον Τέοντορ Αντόρνο που, σε μία από τις πρώτες προσπάθειες δημιουργίας μαρξιστικής κριτικής της μαζικής κουλτούρας, διέκρινε, μαζί με τους συνεργάτες του στο Ινστιτούτο για την Κοινωνική Έρευνα της Φρανκφούρτης πως πρόκειται για ένα σημαντικό εργαλείο ιδεολογικής χειραγώγησης και κοινωνικού ελέγχου στις καπιταλιστικές δημοκρατίες αλλά και σε φασιστικά και κομμουνιστικά καθεστώτα. Ο Αντόρνο πρώτος ανέπτυξε την κριτική αυτή σε μελέτη για τη λαϊκή μουσική, τονίζοντας ότι θα έπρεπε να αναλύεται ως εμπόρευμα που παράγεται κυρίως για την ανταλλακτική του αξία, ενώ λίγα χρόνια μετά πάλι από τους πρώτους ανέπτυξε μια κριτική ανάλυση της τηλεόρασης (1932 και 1954 αντίστοιχα). Ολοένα και περισσότερο κριτικός απέναντι στα κυρίαρχα πολιτικά ρεύματα και σκεπτικιστής απέναντι στον μαρξισμό ο Αντόρνο υπερασπίστηκε την ατομική εξέγερση και αντίσταση, ενώ πριν το τέλος του πληγώθηκε βαθιά από την οξεία κριτική των φοιτητικών κινημάτων και των ακτιβιστών στα τέλη της δεκαετίας του ’60.

marcuseΗ μαρξιστική θεωρία υπήρξε η βάση και για τον «πατέρα της Νέας Αριστεράς» και θεωρητικό της επαναστατικής αλλαγής Χέρμπερτ Μαρκούζε, που περιέγραψε, μεταξύ άλλων, το πλαίσιο ενός πολιτισμού που θα περιελάμβανε μη αλλοτριωτική και λιμπιντική εργασία, παιχνίδι και ελεύθερη σεξουαλικότητα· ένα όραμά του που προδιέγραψε πολλές από τις αξίες της αντι-κουλτούρας της δεκαετίας του 1960. Ο Μαρκούζε υποστήριζε ότι η ανεπτυγμένη βιομηχανική κοινωνία δημιουργούσε επίπλαστες ανάγκες που ενσωματώνουν τα άτομα σ’ ένα παραγωγικό και καταναλωτικό σύστημα, που αναπαράγεται από τα μαζικά μέσα επικοινωνίας, την κουλτούρα, τη διαφήμιση και τους σύγχρονου τρόπους σκέψης και προσπαθεί να εξαλείψει την αρνητική διάθεση και την κριτική. Το αποτέλεσμα είναι ένα μονοδιάστατο σύμπαν σκέψης και συμπεριφοράς όπου η ικανότητα κριτικής σκέψης και αντίστασης φθίνουν αδιάκοπα. Έτσι έσπασε το ταμπού στο κύκλο του σε ό,τι αφορά την άσκηση κριτικής στην ΕΣΣΔ καθώς αμφισβήτησε δύο από τα θεμελιώδη αξιώματα του ορθόδοξου μαρξισμού: την επαναστατικότητα του προλεταριάτου και τον αναπόφευκτο χαρακτήρα της καπιταλιστικής κρίσης.

albert-camus-by-JLB[66054]Ακόμα περισσότερο κυνικός απέναντι στην πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος, ο Αλμπέρ Καμύ ταυτίστηκε με την έννοια του παραλόγου, ως έννοιας που εκφράζει την κατάσταση των ανθρώπων, οι οποίοι επιθυμούν τη ζωή τους να έχει έναν υπερβατικό σκοπό αλλά ευρίσκονται σ’ ένα σύμπαν αδιάφορο για το μέλημά τους. Για τον Καμύ η μεταφυσική αυτή μοναξιά δεν αποτελούσε κατάληξη αλλά σημείο αφετηρίας και η πρόκληση ήταν να δει κανείς αν οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν και να δημιουργήσουν χωρίς την βοήθεια αιώνιων αξιών και έτσι ανέπτυξε ένα ηθικό και πολιτικό πλαίσιο συμπεριφοράς σ’ έναν κόσμο χωρίς «ηθικά απόλυτα». Η κριτική του αυτοκαταστροφικού μεσσιανισμού που διατρέχει τη σύγχρονη επαναστατική θεωρία αποτέλεσε μια από τις κυριότερες θεωρητικές συνεισφορές του στη δυτική πολιτική σκέψη· αλλά και εδώ οι απόψεις του οδήγησαν στην απομόνωση από το κύκλο του διανοούμενων του Παρισιού και τον έριξαν σε προσωπική και πολιτική ερημιά.

x_42baf74fa9651111b2e527bd390d1207b44bcdbaΔιακεκριμένος μεταπολεμικός πολιτικός στοχαστής της Ιταλίας και εκφραστής της ηθικής της συνείδησης ο Νορμπέρτο Μπόμπιο υποστήριζε πως η δημοκρατία είναι «η καλύτερη μέθοδος που ανακαλύφθηκε ποτέ, για το έλεγχο της ατέλειωτης αλαζονείας και ηλιθιότητας εκείνων που κυβερνούν», καθώς παρέχει τη δυνατότητα στους κυβερνώμενους να ελέγχουν, να εναλλάσσουν και να απολύουν τους κυβερνώντες. Η δημοκρατία καθιστά την άσκηση εξουσίας ορατή, ενάντια στην τάση όλων εκείνων που κατέχουν εξουσία να είναι αόρατοι, όπως ο Θεός. Ο Μπόμπιο θεωρούσε ανεδαφικό το ρουσοϊκό όνειρο για μικρές αυτοδιοικούμενες δημοκρατίες και τεχνικώς αδύνατη την άμεση συμμετοχική δημοκρατία, προτείνοντας μια μεταφιλελεύθερη δημοκρατία που θα παρέχει τη δυνατότητα στους πολίτες να ψηφίζουν για πολλά περισσότερα θέματα απ’ ότι τώρα.

emma-goldmanΑπό τις πιο χαρισματικές και αμφιλεγόμενες προσωπικότητες του διεθνούς αναρχικού κινήματος, η Έμμα Γκόλντμαν υπήρξε εξαιρετικά επικριτική απέναντι στην παραδοσιακή ηθικότητα, κατήγγειλε τον γάμο, την μονογαμία και τα δυο μέτρα και τα δυο σταθμά στην ανδρική και γυναικεία σεξουαλικότητα, αποδοκίμασε την πατριαρχική οικογένεια ως πηγή της γυναικείας εξάρτησης και ανισότητας και υποστήριξε τις ελεύθερες σχέσεις ανάμεσα στα δυο φύλα και τα δικαιώματα των ομοφυλοφίλων. Η φλογερή της κριτική στον κομμουνισμό και η παράλληλη αδιαφορία γα τον καπιταλισμό την αποξένωσαν από δυνητικές συμμαχίες· σε κάθε περίπτωση προανήγγειλε τα αιτήματα του φεμινισμού και υπήρξε η περιεκτικότερη αναρχική κριτική της γενιάς της.

Λιγότερο γνωστή αλλά εξίσου μαχητική στα ίδια πεδία η Κέιτ Μίλλετ, η Σεξουαλική πολιτική [Sexual Politics] της oποίας αποτελεί βασικό κείμενο του σύγχρονου φεμινισμού, όρισε τη σχέση μεταξύ των δυο φύλων ως στηριζόμενη στην ισχύ και συντηρούμενη από μια ιδεολογία, είναι δηλαδή μια σχέση πολιτική. Στις «ελεύθερες» σύγχρονες κοινωνίες οι γυναίκες υποτάσσονται λόγω κοινωνικού εθισμού καθώς εκπαιδεύονται από τη νηπιακή ηλικία και αργότερα με τους θεσμούς στην υποτέλεια, μπροστά και στο φόβο να θεωρηθούν «αφύσικες». Η μελέτη της για τους D.H. Lawrence, HKateMillettenry Miller, Norman Mailer και Jean Genet αποκάλυψε ότι η ισχύς και όχι ο ερωτισμός ή το ερωτικό πάθος ήταν το πραγματικό τους θέμα, ενώ η έντονη επιθυμία της κυριαρχίας ήταν το διακύβευμα κάθε ερωτικής εμπλοκής που υπήρχε στα γραπτά τους.

Τα λήμματα είναι στο κατάλληλο μέγεθος (από μισή μέχρι πέντε σελίδες) και υπογράφονται από δεκάδες ερευνητές, ειδικούς, μελετητές, πανεπιστημιακούς κλπ. Στο τέλος κάθε λήμματος παρατίθεται βιβλιογραφία του εκάστοτε στοχαστή σε τρία μέρη: πρώτα τα βασικά του έργα, μετά οι εκδόσεις στην ελληνική γλώσσα και, τέλος, άλλα σχετικά έργα, ολοκληρώνοντας την ιδιότητα του τόμου ως μιας πλήρους εισαγωγής στον βαθύτερο έργο τους.

Εκδ. Σαββάλας, 2011, μτφ. Λεωνίδας Βατικιώτης – Διονύσης Γράβαρης, σελ. 538, με ευρετήριο [The Routledge Dictionary of Twentieth – Century Political Thinkers, 1998].

Στις εικόνες: Theodor W. Adorno, Herbert Marcuse, Albert Camus, Norberto Bobbio, Emma Goldman, Kate Millet.

Βαρλάμ Σαλάμοφ – Ιστορίες από την Κολιμά

ΣημειώSALAMOV Kolymaσεις από το αληθινό σπίτι των πεθαμένων

Μάθαμε την υποταγή, ξεμάθαμε να εκπλησσόμαστε. Δεν είχαμε περηφάνια, φιλαυτία, εγωισμό, ενώ η ζήλεια και το πάθος μας φαίνονταν εξωγήινες έννοιες, κι επιπλέον ανόητες. Ήταν πολύ πιο σημαντικό να εκπαιδευτείς να κουμπώνεις το παντελόνι σου το χειμώνα, στην παγωνιά – ενήλικες άντρες έκλαιγαν που καμιά φορά δεν το κατάφερναν. Καταλαβαίναμε ότι ο θάνατος δεν ήταν διόλου χειρότερος από τη ζωή, και δεν φοβόμαστε ούτε τον έναν ούτε την άλλη. Μας καταλάμβανε μεγάλη αδιαφορία. Ξέραμε ότι εναπόκειτο στη θέληση μας το να σταματήσουμε αυτή τη ζωή, αύριο κιόλας, κι ενίοτε αποφασίζαμε να το κάνουμε, και κάθε φορά μας εμπόδιζαν διάφορα μικροπράγματα από τα οποία συνίσταται η ζωή. Πότε σήμερα θα μας επέτρεπαν να «ψωνίσουμε» από το μαγαζάκι – ένα κιλό ψωμιού ως επιβράβευση – κι ήταν χαζό να αυτοκτονήσεις μια τέτοια μέρα. Πότε ο επιστάτης του διπλανού παραπήγματος θα σου υποσχόταν ότι το βράδυ θα σου δώσει να καπνίσεις, θα σου ανταποδώσει ένα παλιό χρέος. [σ. 78]

tumblr_lxxan4YqDO1qeu6ilo1_500Αν υπάρχει Ιστορία της Υπο-Ανθρωπότητας, αυτή βρίσκεται παγώνει και ξεπαγώνει στις εκατόν σαράντα πέντε ιστορίες του Σαλάμοφ, στην σχεδόν εικοσαετή ζωή στα στρατόπεδα του ηθικού ψύχους, στα σαράντα χρόνια που πέρασαν μέχρι να φτάσει στα χέρια μας η έκδοση, στις χίλιες εννιακόσιες εξήντα οκτώ σελίδες της. Το μέγιστο αυτό corpus της μέγιστης ηθικοψυχικής περιπέτειας μέσα από την ανθρώπινη κτηνωδία – αν και ο όρος θα έπρεπε να είναι κάπως σαν ανθρωπωδία, καθώς ο λυσσασμένος δόλος των ανθρώπων εκείνου του καθεστώτος ξεπερνάει και το αγριότερο θηρίο  – περιλαμβάνει πέντε ενότητες με ιστορίες όλων των μεγεθών και μία ενότητα με δοκίμια.

Gulag Workuta / Foto -  -Πώς βρέθηκε ο Σαλάμοφ από τον ανθό της ρωσικής πρωτοπορίας και τις οργιαστικές αίθουσες με τους Λουνατσάρσκι, Μαγιακόφσκι, Ασέγιεφ, Παστερνάκ, Αχμάτοβα, Μαντελστάμ, Μπρικ και άλλους στο άλλο άκρο της απανθρωπίας; Πρώτη θητεία: 1929 – 1932. Λόγος σύλληψης: διακίνηση στο πανεπιστήμιο της Διαθήκης του Λένιν, της προθανάτιας επιστολής  με τις γνωστές αρνητικές παρατηρήσεις για τον Στάλιν. Ποινή: τριετής εξορία στο στρατόπεδο εργασίας της Βισερά. Κείμενα από το Βισερά – Αντιμυθιστόρημα συμπεριλαμβάνονται εδώ. Δεύτερη θητεία: 1937 – 1953. Αδίκημα: «αντεπαναστατική τροτσκιστική δράση» και αργότερα δήλωση ότι ο Ρώσος εμιγκρές συγγραφέας Ιβάν Μπούνιν είναι ένας «κλασικός Ρώσος συγγραφέας». Τόπος εξορίας: Κολιμά.

Abladen grosser Steinbrocken am Weissmeer-Ostsee-Kanal, 1932Η Κολιμά στις εσχατιές της Βόρειας Άπω Ανατολής υπήρξε το απόλυτο σταλινικό γκουλάγκ, μια ολόκληρη χώρα καταδικασμένων και εκμηδενισμένων. Τα πολύτιμα μεταλλεύματα και ιδίως ο χρυσός της περιοχής έπρεπε να εξορυχθεί με κάθε τρόπο, σκέψη αδιανόητη μέχρι τότε. Μια ολόκληρη επικράτεια με τις δικές της δομές, ένα πολικό σωφρονιστικό κράτος φιλοξένησε εκατοντάδες χιλιάδες κρατουμένους, πολιτικούς και ποινικούς. Όπως είναι αναμενόμενο σε ανάλογα πολιτικά τιμωρήματα, οι ποινικοί κατάδικοι θεωρούνται ανώτεροι από τους πολιτικούς, τους εχθρούς του λαού. Και μια φορά εχθρός του λαού, πάντα εχθρός του λαού. Γι’ αυτό και αποτελούσε συνήθη πρακτική, προτού απελευθερωθούν να ακολουθεί και μια δεύτερη, ακόμα πιο παρανοϊκή κατηγορία, ώστε να συνεχίζουν να είναι «πολίτες» του απόλυτου μηδέν.

79Το δηλητήριο του υποκόσμου είναι απίστευτα τρομαχτικό. Αν δηλητηριαστείς με το φαρμάκι αυτό, θα λιώσει μέσα σου κάθε τι ανθρώπινο. αυτή τη ζέουσα ανάσα την έχουν όλοι όσοι αγγίζουν τον κόσμο αυτό. Τι αντιασφυξιογόνα χρειάζονται εδώ; [σ. 1173 – 1174]

Η γραφή του Σαλάμοφ είναι απλή και αστόλιστη, γυμνή και ρεαλιστική. Χωρίς υπερβολές, μελοδραματισμούς, διδάγματα. Κάποτε ειρωνεύεται και καυτηριάζει, για να επιστρέψει σύντομα στις ξερές του περιγραφές. Αντί για την φόρμα ενός μέγιστου επικού μυθιστορήματος επέλεξε την απαιτητική μορφή της σύντομης αφήγησης – ιδιαίτερο δείγμα νεοφορμαλιστικης τάσης κατά τους ιστορικούς της λογοτεχνίας. Η οικονομία των συναισθημάτων συμβαδίζει με την οικονομία του λόγου, όπως γράφει στην εισαγωγή της η μεταφράστρια. Πράγματι, όταν οι ιστορίες είναι αυτές οι ιστορίες, κάθε παραπάνω λέξη ή συναίσθημα είναι περιττά. Η πρόταση πρέπει να είναι σύντομη, σα χαστούκι…Από την ιστορία πρέπει να αφαιρεθεί κάθε καλολογικό στοιχείο έγραφε στην επιμελήτρια του έργου του Ιρίνια Πάβλοβνα Σιροτίνσκαγια.

Ακόμα και ορισμένοι3 τίτλοι του μοιάζουν να προορίζονται για παιδικές ιστορίες, αποκυήματα επιστημονικής φαντασίας, εργοστασιακά φυλλάδια, υπηρεσιακές αναφορές: Ατομική νόρμα, Εκτοξευτήρας, Πευκο-νάνος, Η συνωμοσία των νομικών, Καραντίνα τύφου, Οι λεπροί, Ο πράσινος εισαγγελέας, Η επίσκεψη του Μίστερ Ποπ, Η Ανάσταση της Λαρίκας, Τριγωνισμός Τάξης ΙΙΙ. Μια ενότητα τιτλοφορείται Ο βιρτουόζος του φτυαριού, η ευφημισμένη ιδιότητα πλέον του Σαλάμοφ, o τίτλοw που επάξια απέκτησε στα έπακρα εκείνης της αντιζωής. Δυο ιστορίες του, Τσέρυ – Μπράντι και Σεντέντσια,  αφιερώνονται στην Ναντιέζντα Μαντελστάμ, που με τη σειρά της χαρακτήρισε το έργο ως την καλύτερη πρόζα του εικοστού αιώνα.

Taiga_Gulag_Pritsche_Turuchansk_08020035Θεωρούσαμε τους εαυτούς μας σχεδόν αγίους, σκεφτόμενοι ότι τόσα χρόνια στα στρατόπεδα εξαγοράσαμε όλες τις αμαρτίες μας. Μάθαμε να καταλαβαίνουμε τους ανθρώπους να προβλέπουμε τις ενέργειές τους, να τις μαντεύουμε. Καταλάβαμε – κι αυτό ήταν το πιο σημαντικό – ότι η γνώση που έχουμε για τους ανθρώπους δεν μας προσφέρει κανένα όφελος στη ζωή. Ποιο το όφελος αν καταλαβαίνω, νιώθω, μαντεύω, προβλέπω τις πράξεις ενός άλλου ανθρώπου; Τη συμπεριφορά μου απέναντί του δεν θέλω να την αλλάξω, δεν πρόκειται να καταδώσω έναν κρατούμενο ό,τι κι αν έχει κάνει. Δεν θα διεκδικήσω τη θέση του ομαδάρχη, που σου προσφέρει τη δυνατότητα να παραμείνεις ζωντανός, γιατί στο στρατόπεδο το χειρότερο είναι η επιβολή της δικής σου (ή κάποιου άλλου) βούλησης πάνω σε άλλον άνθρωπο, ες έγκλειστο, σαν εμένα. Δεν θα επιδιώξω ωφέλιμες γνωριμίες, δεν θα λαδώσω. Και ποιο το όφελος που ξέρω ότι ο Ιβανόφ είναι κάθαρμα κι ο Πετρόφ σπιούνος, κι ο Ζασλάφσκι ψευδομάρτυρας;  [σ. 79]

Ο δωδεκάμηνgulag χάρτηςος χειμώνας σήμαινε το οριστικό τέλος κάθε συναισθήματος. Μπροστά στην εξοντωτική δουλειά, τον ελάχιστο ύπνο και την διαρκή πείνα (που στα ιατρικά κατάστιχα βαφτιζόταν «δυσθρεψία») οι αυτοτραυματισμοί αποτελούσαν τη μόνη ευκαιρία νοσηλείας και ξεκούρασης. Αλλά και η ελάχιστη ελεύθερη καθημερινότητα ήταν ποτισμένη από φόβο και βία. Οι ακατάπαυστες κλοπές έκαναν τον Σαλάμοφ φρόντιζε να μην έχει τίποτα πάνω του. Αυτός που γνώρισε τον κόσμο των ημι-ανθρώπων, όπως συχνά τους αποκαλεί στις ιστορίες, στα δοκίμιά του αφορίζει την ψευτορομαντική αντιμετώπιση του κόσμου του εγκλήματος από την λογοτεχνία. Οι καλλιτέχνες, γράφει, δεν μπόρεσαν να διακρίνουν το αληθινό, αποκρουστικό πρόσωπο του υπόκοσμου· τον είδαν με συμπάθεια, γοητεία, ενίοτε και φιλοφρονητικά. Ο Ντοστογιέφσκι δεν είδε τους αληθινούς κακοποιούς. Οι κατάδικοι των Σημειώσεων από το σπίτι των πεθαμένων ήταν εγκληματίες κατά τύχη.

99Η συνέχεια μετά την απελευθέρωσή του δεδομένη: αδυναμία επανένταξης, κυκλοφορία των έργων του μόνο με σαμιζντάτ και χέρι με χέρι, κομματιαστά και με αυθαίρετους τίτλους, πίεση για αποκήρυξη των ιστοριών του, σύνταξη αναπηρίας,  -άλλη μια σοβιετική ειρωνεία -, σανατόριο αναπήρων, χωρίς ακοή και όραση, ψυχιατρείο, παραλήρημα, θάνατος. Ο τελευταίος φόβος του με σώας τας φρένας ήταν να μην ξεχάσει, να μην προδοθεί από τη μνήμη του. Κι όμως επιβίωσε ως τα 75 του ενώ όλοι οι εμπνευστές και εκτελεστές του απόλυτου μηδενός βρωμούν και ζέχνουν στα σκουπίδια της Ιστορίας.

Θα χρειαστεί άραγε σε κανέναν αυτή η θλιβερή αφήγηση; Μια αφήγηση που δεν είναι για το νικηφόρο πνεύμα αλλά για το πνεύμα που ποδοπατήθηκε; Που δεν είναι ο θρίαμβος της ζωής και της πίστης μέσα στη δυστυχία, όπως οι Σημειώσεις από το σπίτι των πεθαμένων, αλλά η έλλειψη ελπίδας και η κατάπτωση; Ποιον θα παραδειγματίσει, ποιον θα διαπαιδαγωγήσει, ποιον θα αποτρέψει από το κακό και σε ποιον θα διδάξει το καλό; Όχι, όχι, παρ’ όλα αυτά, θα είναι επιβεβαίωση του καλού, του καλού – αφού στη ηθική αξία βλέπω εγώ το μοναδικό αυθεντικό κριτήριο της τέχνης. [σ. 20]

Εκδ. Ίνδικτος, 2011, μτφ. από τα ρωσικά – πρόλογος: Ελένη Μπακοπούλου, σελ. 1966.