Λογοτεχνείο, αρ. 110

William Burroughs – Allen Ginsberg, Οι επιστολές του Γιαχέ, εκδ. Απόπειρα, 2010, εισαγ. – επιμ. Oliver Harris, μτφ. Γιώργος Γούτας, σ. 134-136 [The Yage Letters Redux,1963/2006].

To Γιαχέ είναι ταξίδι στο χωροχρόνο. Το δωμάτιο μοιάζει να τρέμει και να πάλλεται από κίνηση. Το αίμα κι η ουσία πάμπολλων φυλών, Νέγρων, Πολυνήσιων, Μογγόλων, Ορεσίβιων, Νομάδων της Ερήμου, Πολύγλωσσων της Εγγύς Ανατολής, Ινδιάνων και Ινδών  – φυλών νέων που επίκειται η σύλληψις και η γέννησίς τους, συνδυασμοί που δεν πραγματοποιήθηκαν ακόμα διατρέχει το κορμί σου. Μεταναστεύσεις, απίθανα ταξίδια μέσ’ από ερήμους και ζούγκλες και βουνά (στάσις και θάνατος σε περίκλειστες ορεινές κοιλάδες όπου φυτά ξεπετάγονται μέσα απ΄το πουλί συ και πελώρια οστρακόδερμα επωάζονται μέσα στο σώμα και σπάζουν το κέλυφός του για να βγουν), διασχίζοντας πάνω σε μονόξυλο με πλαϊνό πλωτήρα τον Ειρηνικό ως το Νησί του Πάσχα. Η Σύνθετος Πόλη όπου το σύνολο των εκδοχών του ανθρωπίνου είδους βρίσκεται καταγής αραδιασμένο σε μια πελώρια βουβή αγορά.

Όλα τα σπίτια της Πόλης είναι μεταξύ τους ενωμένα. Σπίτια από χορτόπλινθες με Ορεσίβιους Μογγόλους να βλεφαρίζουν τα μισόκλειστα μάτια τους στο άνοιγμα της πόρτας που καπνίζει, σπίτια από μπαμπού και ξύλο τικ, σπίτια από πλίθρες, πέτρα, και κόκκινο τούβλο, σπίτια των Μαορί και του Νοτίου Ειρηνικού, σπίτια πάνω σε δέντρα και σπίτια σε ποταμόβαρκες, ξύλινα σπίτια 30 μέτρα μάκρος που στεγάζουν ολόκληρες φυλές, σπίτια από παλιόκουτες κι αυλακωτές λαμαρίνες με γέρους τυλιγμένους σε κουρέλια που σαπίζουν να μονολογούν και να προσπαθούν να βράζουν παστίλιες οινοπνεύματος, τεράστιες σκαλωσιές από σκουριασμένο σίδερο 60 μέτρα ύψος που ορθώνονται μέσ’ από βάλτους και σκουπίδια με διαμερίσματα επισφαλής κατασκευασμένα σε πολυώροφος πλατφόρμες κι αιώρες που ταλαντεύονται πάνω από το κενό.

Λογοτεχνείο, αρ. 109

Ευγένιος Αρανίτσης, «Ποιος θυμάται τον Ζενέ;», Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 256, 16.5.2003,  σελ. 25.

Το βιβλίο του Τίμοθι Λίρι με τίτλο Σχεδιασμός θανάτου που ξαναδιάβασα με αρκετή καθυστέρηση στη μετάφραση του Φώτη Τερζάκη (εκδ. Ελληνικά Γράμματα) προσφέρει ένα καλό παράδειγμα της θανατολαγνείας που πλήττει τη δυτική διανόηση, οι εμπροσθοφυλακές της οποίας είναι όλο και πιο φανερά προσανατολισμένες στο φετιχισμό της ιδέας ενός κόσμου νεκρών. Το περιεχόμενο αυτής της έλξης, που υπακούει οφθαλμοφανώς σε μια γενικευμένη αδυναμία πένθους, τυπική του πολιτισμού μας, διέσχισε ήδη τη φάση του μακάβριου (ρομαντισμός), καθώς και τη φάση της ουδέτερης αποδοχής, όπου ο θάνατος ήταν κάτι οικείο, το οποίο έπρεπε να αντιλαμβάνεσαι δίχως ίχνος απέχθειας ή φόβου (μοντερνισμός), και παρελαύνει υπό τη σημαία ενός εξεζητημένου, σχεδόν «αναρχικού» εξωραϊσμού. Όχι επειδή το υποκείμενο έχει συμφιλιωθεί στο ψυχικό επίπεδο με την έννοια του τέλους αλλά εν ονόματι εκείνης της αλληλέγγυας φυσικότητας που καθιστά αγαπητούς τους δεινόσαυρους, τους εξωγήινους και τα ζόμπι. Βρισκόμαστε στην καρδιά του οχυρού της απόλυτης, της σχεδόν εργαστηριακής λατρείας του σώματος, όπου κυβερνά η βιολογία. Τρόπον τινά, ο Λίρι οδηγεί την ψυχρότητα του Μπέκετ στις έσχατες συνέπειες. Εντούτοις, πρόκειται για κείμενο διάσπαρτο με τις αναλαμπές μιας ιδιοφυΐας. Δεν μπορείς να αγνοήσεις τη δαιμονική του σαγήνη.