Λογοτεχνείο, αρ. 100

Μπερνάρ – Ανρύ Λεβί, σε: Μισέλ Ουελμπέκ – Μπερνάρ – Ανρύ Λεβί, Δημόσιος Κίνδυνος, εκδ. Εστία, 2010, σ. 222, 225, 226 (Michel Houellebecq, Bernard – Henri Lévy, Ennemis publics, 2008).

Γιατί γράφετε; Γιατί δεν μπορεί κανείς να κάνει έρωτα όλη την ημέρα. Γιατί κάνετε έρωτα; Γιατί δεν μπορεί κανείς να γράφει όλη την ημέρα. Είμαι έτσι φτιαγμένος που δεν κάνω σχεδόν τίποτα που να μην είναι, άμεσα ή όχι, καταγεγραμμένο σε αυτήν την διπλή απόλαυση που μου δίνουν, σχεδόν αδιακρίτως, η τέχνη του έρωτα και της συγγραφής. Έχω ένα σώμα που, ειλικρινά, δεν μπορεί – με την κυριολεκτική έννοια του «μπορώ» – να κάνει παρά δύο πράγματα, που είναι στην πραγματικότητα το ίδιο: να ερωτεύεται και να γράφει, να γράφει και να ερωτεύεται, να αντλεί από το ένα την πηγή του άλλου και από το άλλο την πηγή του ενός.

Λογοτεχνία ή ζωή; Ζωή επειδή λογοτεχνία; Η ζωή για μένα δεν ζει, δεν είναι βαθιά και σαρκικά ζωή, παρά μόνο όταν μπορώ να της αποσπάσω λέξεις.

Πιστός στις αρετές της συντακτικής απόκλισης, της αδιόρατα καινοφανούς χρήσης ενός σημείου στίξης, της λέξης που ξεφεύγει από τη συνήθη χρήση της, του ανεμπόδιστου ήχου που αναδύεται έξω από τη σιωπή και τον θόρυβο…

Στους ομοιοπαθείς

Λογοτεχνείο, αρ. 99

Σακί (Έκτωρ Χιού Μόνρο), «Ο Σρέντνι Βαστάρ», Ο Άγιος και το Τελώνιο, εκδ. Γράμματα, 1983, μτφ. Άρης Σφακιανάκης, σ. 29-30 (Hector Hugh Munro, Sredni Vashtar [ανάμεσα 1910-1914], The Penguin Complete Saki (1998))

Και ξαφνικά σταμάτησε το τραγούδι και κόλλησε το πρόσωπό του στο παράθυρο. Η πόρτα της αποθήκης ήταν πάντα μισάνοιχτη όπως την είχε αφήσει η Γυναίκα και τα λεπτά κυλούσαν. Ήταν ατέλειωτα λεπτά, όμως κυλούσαν. Κοίταξε τα ψαρόνια που πηδούσαν και πετούσαν στον κήπο. Τα μέτρησε ξανά και ξανά, κρατώντας το ένα του μάτι πάντα καρφωμένο σ’ εκείνη τη μισάνοιχτη πόρτα. […] Κάποια ελπίδα είχε αρχίσει σιγά σιγά να γλιστρά μες στην καρδιά του, κι ένα βλέμμα θριάμβου πήρε να λάμπει στα μάτια του που, ως εκείνη τη στιγμή, γνώριζαν μονάχα τη μελαγχολική υπομονή της ήττας. Ψιθυριστά, με μια μεγάλη αγαλλίαση, άρχισε πάλι να τραγουδά τον παιάνα της νίκης και της καταστροφής. Και σύντομα τα μάτια του ανταμείφθηκαν: μέσα από κείνη τη μισάνοιχτη πόρτα εμφανίστηκε ένα μακρύ, κοντό, καφετί ζώο, με μάτια που ανοιγόκλειναν μπροστά στο φως της μέρας που χανόταν, ενώ σκούρες υγρές κηλίδες υπήρχαν στη γούνα γύρω απ’ τα σαγόνια και το λαιμό του. Το μεγάλο κουνάβι προχώρησε ως το ρυάκι στην άκρη του κήπου, ήπιε για μια στιγμή, κι ύστερα πέρασε τη μικρή ξύλινη γέφυρα και χάθηκε μες στους θάμνους. Τέτοιο ήταν το πέρασμα του Σρέντνι Βαστάρ.

«Το τσάι είναι έτοιμο», φώναξε η κακόκεφη καμαριέρα. «Πού είναι η κυρία;». «Πήγε στην αποθήκη πριν από λίγο», είπε ο Κονραντίν. Κι όσο η καμαριέρα πήγε να φωνάξει την κυρία για το τσάι, ο Κονραντίν […] αφουγκραζόταν τους θορύβους και τις σιωπές που ξέσπαγαν σε παροξυσμούς πίσω απ’ την πόρτα της τραπεζαρίας. Τη δυνατή, ανόητη στριγκλιά της καμαριέρας, τον απαντητικό χορό των ερωτηματικών αναφωνήσεων απ’ την κουζίνα, τα άτακτα βήματα και τις αποστολές για εξωτερική βοήθεια, κι ύστερα, μετά από μια ανάπαυλα, τα τρομαγμένα αναφιλητά και το συρτό περπάτημα εκείνων που μεταφέρουν ένα βαρύ φορτίο μες στο σπίτι.

Μνήμη Επαμεινώνδα Χ. Γονατά