Λογοτεχνείο, αρ. 138

NUBIA, KUSH, AKSUM, KERMAΟλιβιέ Ρολέν, Μερόη, εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, σ. 98 και 114 -115, [Olivier Rolin, Méroé, 1998].

Η λογοτεχνία, μου φαίνεται, είναι στραμμένη προς αυτό που έχει εξαφανιστεί, ή μάλλον προς αυτό που θα μπορούσε να συμβεί και δε συνέβη: να γιατί η σύγχρονη εποχή, παθιασμένη μ’ ένα μέλλον δίχως μνήμη, α την αντιμετωπίζει τόσο εχθρικά. Να επίσης γιατί λένε ότι δεν χρησιμεύει πια σε τίποτα. Και πράγματι, τίποτα περισσότερο από μια ήττα, ένα ερείπιο, ένα κοιμητήρι, μια παιδική ανάμνηση. Είναι ένας ισχυρός απόηχος του παρελθόντος. Μου μιλήσατε για τον περσικό στρατό: λοιπόν, οι σάλπιγγες που ξεσπούν κάτω απ’ τα ξίφη, τα σιδηρόφρακτα άλογα, συνηθισμένα στις μάχες, των οποίων τα μάτια με τις μακριές βλεφαρίδες, σαν μάτια γυναικών, έχουν δει εκατό φορές τον ουρανό να σκοτεινιάζει από τα βέλη, και τα οποία ρουθουνίζουν μπροστά σ’ αυτόν τον αιφνίδιο τάφο που τους ανοίγει η γη, όλ’ αυτά τα ζωντανά τα βουτηγμένα μες στη σκόνη, αυτές οι σάρκες, οι φωνές που γίνονται πέτρες, να τι είναι λογοτεχνία.

Νομίζω ότι αν τα βιβλία ζουν πολλές ζωές μέσα μας, μία από αυτές είναι μια μακριά μαγική τελετουργία. Μέσα από τις αράδες τους μιλάμε για τους νεκρούς, παρατηρούμε τελετουργικά εξιλασμού ή εξορκισμού, η μοίρα μας στέλνει σήματα που τον περισσότερο καιρό δεν μπορούμε να αποκρυπτογραφήσουμε.

[Στην εικόνα, τα ερείπια της Μερόης.]

Λογοτεχνείο, αρ. 137

william styronΚρίστοφερ Χίτσενς, εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Μιχάλης Μακρόπουλος, 2011, σ. 49 [Cristopher HitchensHitch 22, 2011].

Μου είπε κάποτε ο Γουίλιαμ Στάιρον, συγγραφέας του μυθιστορήματος Η εκλογή της Σόφι, σ’ ένα βρόμικο εστιατόριο στο Χάρτφορντ του Κονέκτικατ, για μια χρυσή στιγμή στο Παρίσι, όταν περίμενε να του δοθεί ένα μεγάλο χρηματικό βραβείο, μια ταινία στολισμένη με θυρεούς, ένα παράσημο για τα επιτεύγματά του στη λογοτεχνία κι ένα πλούσιο δείπνο όπου όλοι του οι φίλοι ήταν καλεσμένοι. «Κοιτούσα με λαχτάρα έξω στο δρόμο, στην άλλη μεριά του φουαγιέ. Κι όταν λέω με λαχτάρα, το εννοώ. Σκεφτόμουν ότι αν μπορούσα να ορμήσω μέσ’ από εκείνες τις βαριές περιστρεφόμενες πόρτες, ίσως κατάφερνα να βρεθώ κάτω από τις ρόδες εκείνου του σπλαχνικού λεωφορείου. Και τότε η αγωνία μου θα έπαυε.