Λογοτεχνείο, αρ. 80

Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Το ζωντανό πόδι, εφημ. Ελευθεροτυπία 25.9.1994 (και στο: Πάλι κεντάει ο στρατηγός, εκδ. Καστανιώτη, 1996) 

O Μονοκύλινδρος μετά το ατύχημα δεν παραπονέθηκε ποτέ, δεν αποθαρρύνθηκε, δεν άλλαξε καθόλου συμπεριφορά. Συνεχίζει πάντα να είναι ο ίδιος και χειρότερος, οδηγάει μηχανάκια και μηχανές όλο και μεγαλύτερες, όλο και περισσότερων κυβικών. Λίγο καιρό μετά τον ακρωτηριασμό άρχισε να εκπαιδεύεται κι έφτασε, ενώ περνάει καβάλα στην «HONDA» του δίπλα από σκουπίδια, ν’ απλώνει το ξύλινο πόδι και, με μια κυκλική, αριστοτεχνική κίνηση, να μαγκώνει τις μαύρες, γεμάτες σακούλες και να τις πετάει ψηλοκρεμαστά πίσω, καταπάνω στα αυτοκίνητα που έρχονται – μια φορά πάει να δοκιμάσει το ίδιο κόλπο με το γερό πόδι, πέφτει πάνω σε σακούλα γεμάτη  μάρμαρα και σπάει και το πόδι το καλό.

Πριν από τρεις μήνες περίπου, μεθυσμένος, καβάλησε το πεζοδρόμιο και μπήκε μέσα στο ζαχαροπλαστείο «ΗΒΗ», εδώ παρακάτω, κατέβασε ολόκληρη τη βιτρίνα, μπουκάρισε με τη μηχανή μες τα ψυγεία κι αιμόφυρτος απ’ τα σπασμένα τζάμια σωριάστηκε στο δάπεδο, τρέχει ένα γκαρσόν, του λέει με αγωνία: «Πώς είσαι, είσαι καλά;»

«Μια χαρά είμαι», απαντάει ο Μονοκύλινδρος, μέσα στα αίματα, «φέρε μου ένα προφιτερόλ» (…)

Ξεκινάει αναστατωμένος και απρόσεκτος, οδηγώντας τη μηχανή με το ένα χέρι και κοιτάζοντας, σκυμμένος, το πόδι του (…) κάνει μερικά ζιγκ ζαγκ και στα εκατό μέτρα γλιστράει η «HONDA» πλάγια και ο Μονοκύλινδρος πέφτει κάτω, του φεύγει το ξύλινο πόδι μαζί με το παπούτσι, σέρνεται για καμιά εικοσαριά μέτρα στην άσφαλτο και πάει στριφογυρίζοντας μόνο του και σταματάει στο κέντρο της διασταύρωσης. Είναι ένα σωρό κόσμος γύρω που κοιτάζει άναυδος, ανατριχιάζοντας, το πόδι, όλοι νομίζουν ότι είναι ζωντανό και κόπηκε με το πέσιμο – σηκώνεται ψύχραιμα ο Μονοκύλινδρος και, χοροπηδώντας χαρωπά με το καλό πόδι, σαν να παίζει κουτσό, πάει, μαζεύει το ψεύτικο και το ξαναφοράει άνετα φωνάζοντας «μη φοβάστε, παιδιά, ταινία γυρίζουμε».

Μνήμη Νάσου Θεοφίλου

Λογοτεχνείο, αρ. 79

Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, Αυτός είμαι. Αυτοβιογραφία, σε: Ποίηση και επανάσταση. Έρωτας και επανάσταση. Σάτιρα. Αυτός είμαι, εκδ. Οδυσσέας, 2001, μτφ. από τα ρωσικά – εισαγωγή – σημειώσεις Πέτρος Ανταίος, σ. 382 και 395.

Το λεγόμενο δίλημμα
Βγήκα ξεσηκωμένος. Εκείνοι που διάβασα ήταν οι λεγόμενοι μεγάλοι. Μα πόσο εύκολο ήταν να γράψει κανείς καλύτερα από δαύτους. Ήδη αντιμετωπίζω σωστά τον κόσμο. Μόνο που χρειάζομαι πείρα στην τέχνη. Από πού να την πάρω; Είμαι αμόρφωτος. (…) Αν μείνω στο κόμμα, πρέπει να γίνω παράνομος. Και ως παράνομος θεωρούσα πως δε θα μπορούσα να σπουδάσω. Προοπτική – σ’ όλη μου τη ζωή να γράφω προκηρύξεις, να διατυπώνω σκέψεις παρμένες από σωστά βιβλία, που όμως δε θα τα είχα επινοήσει εγώ. Αν μου ξετινάξουνε ό,τι έχω πάρει από διαβάσματα τι θ’ απομείνει; Η μαρξιστική μέθοδος. Μήπως όμως το όπλο αυτό έπεσε σε παιδικά χέρια;
(…)

1928
Γράφω το ποίημα Άσχημα. Θεατρικό έργο και λογοτεχνική μου βιογραφία. Πολλοί έλεγαν: «Η αυτοβιογραφία σας δεν είναι πολύ σοβαρή». Σωστά. Ακόμα δεν έγινα ακαδημαϊκός και δε συνήθισα να νταντεύω την αφεντιά μου· άλλωστε η δουλειά μου μ’ ενδιαφέρει μόνο όταν είναι χαρούμενη. Άνοδος και πτώση πολλών λογοτεχνιών, οι συμβολιστές, οι ρεαλιστές κ.λπ., ο αγώνας μας εναντίον τους – όλα αυτά που ξετυλίχτηκαν μπροστά στα μάτια μου: είναι μέρος της εξαιρετικά σοβαρής ιστορίας μου. Πράγμα που απαιτεί να γράψω γι’ αυτά. Και θα γράψω.

Μνήμη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου