Λογοτεχνείο, αρ. 74

Τίμπορ Φίσερ, Η φοβερή τροπή των πραγμάτων, εκδ. Πατάκη, 2001, μτφ. Αντώνης Γαλαίος, σ. 234 – 236 (Tibor Fischer, Under the frog, 1992)

Αυτό δεν τους εμπόδισε να πάνε μια βόλτα. Είχε σκοτάδι, κρύο και φυσούσε. Και ο ήλιος να έλαμπε βέβαια, δεν υπήρχε τίποτα να δεις στο Σέγκεντ. Ο Γιούρι ήταν απτόητος. Ένιωθε σαν να του είχαν χώσει ένα παπούτσι στο λαιμό, αλλά ο περίπατος μέσα στο σκοτάδι τον ευχαριστούσε. Το περιβάλλον τού πρόσφερε έναν ανταγωνισμό. Αυτοί έδιναν κίνηση στο σύμπαν, ζωή στο ερημωμένο σκοτάδι. Το περπάτημα για τον Γιούρι ήταν το ποταπότερο είδος ψυχαγωγίας, αυτόν τον περίπατο όμως με τη Γιάντβιγκα δεν τον άλλαζε με τίποτα στον κόσμο…

Το επόμενο Σαββατοκύριακο βρήκε τον Γιούρι να μετατρέπεται σε πραγματικό ειδήμονα της σιδηροδρομικής γραμμής Βουδαπέστη – Σέγκεντ. Αναγνώριζε πια όλες τις θημωνιές και τα δέντρα της διαδρομής…

Ανασκοπώντας τα γεγονότα, ο Γιούρι απόρησε που αισθανόταν τόση ηδονή, ενώ φορούσε ακόμα τα ρούχα του και μια τάφρος οξυγόνου τον χώριζε από το κάστρο που ήθελε να κατακτήσει.

Στον Ηλία Κουτσούκο

Λογοτεχνείο, αρ. 73

Πασκάλ Μπρυκνέρ, Ο άγιος ζιγκολό, εκδ. Αστάρτη, 2005, μτφ. Λόισκα Αβαγιανού, σ. 187 (Pascal Bruckner, L’ amour du prochain, 2004)

Πάντα μου ονειρευόμουν να αλαφρύνω, τόσο πολύ φοβόμουν μην πνιγώ κάτω από το βάρος των όντων, των πραγμάτων. Βλέποντας τους γονείς μου να συσσωρεύουν χρόνο με τον χρόνο έπιπλα και μικροαντικείμενα, και τη γυναίκα μου και τα παιδιά μου να φεύγουν για διακοπές με εφτά ή οχτώ βαλίτσες τη μια πλάι στην άλλη, ένοιωθα εξουθενωμένος. Δεν υπάρχει παρά μονάχα ένα έγκυρο επιχείρημα ενάντια στην αρχή της ιδιοκτησίας: αυτό που κατέχουμε μας κατέχει. Πολύ νωρίς δεν ήθελα πια κανένα φορτίο, λαχταρούσα να γίνω ευέλικτος, υδραργυρικός. Να μη βαραίνω, μα μη με βαραίνει τίποτα, να μη με δεσμεύει τίποτα: έφερα σε πέρας αυτό το πρόγραμμα. Είχα λύσει τα δεσμά που με κρατούσαν ενωμένο με την οικογένειά μου, τους φίλους μου, την ερωμένη μου, για να αφοσιωθώ στο μοναδικό μου πάθος. Αποτινάζοντας από πάνω μου κάθε αλυσίδα δεν είχα επίσης θυσιάσει και το ουσιώδες;

Στον Σπύρο Καρυδάκη