Λογοτεχνείο, αρ. 62

Τόλης Καζαντζής. Κομμένη γλώσσα. «Ονόματα και ιστορίες». Ενηλικίωση. Από το βιβλίο: Η Παρέλαση –  Ενηλικίωση, εκδ. Ροές, Β΄ έκδ., 1988, σ. 192-193.

 Αυτά, μέχρι που αρχίνησε να μας μιλάει, κι έφευγε λόγο με το λόγο η ασχήμια κι η αχαμνάδα από πάνω του, καθώς μας ιστορούσε για την άλωση, για το ορφάνεμα του τόπου, για τους ηρωικούς νεομάρτυρες και για τον τυραννισμένο, τον τσαλαπατημένο τον κοσμάκη, για τους ντονμέδες και τους τσακανογλείφτες και κάτι άλλος προδότες και δοσίλογους της εποχής.

Από τη μέρα κείνη, στα έντεκα χρόνια μου, άλλο δε σκεφτόμουνα παρά να γράψω κι εγώ μια ιστορία, να βάλω μέσα όλο αυτό που μου περίσσευε και πήγαινε χαμένο. Και πήρα ένα πρόχειρο. Και πήρα ένα πρόχειρο, από κείνα με τα κίτρινα φύλλα και σηκωνόμουνα πρωί – χαράματα, πριν φύγω στο σχολείο κι έγραφα ασταμάτητα χωμένος κάτω απ’ τα σκεπάσματα, χαμένος και φευγάτος μέσα στην ιστορία μου, όπου, μικρό παιδί, ακολουθούσα τους ήρωες του’ 21, βήμα το βήμα και τα ’βλεπα  όλα και τα διηγόμουνα όπως τα βλέπει και τα νοιώθει ένα μικρό παιδί.

 Στον Μίμη Σουλιώτη

Λογοτεχνείο, αρ. 61

Κολέτ – Η θεατρίνα, εκδ. Printa, 2002, [Σειρά: Έρωτες και πεπρωμένο] μτφ. Εύη Καπή, επιμ. Αλεξάνδρα Δημητριάδη, σ. 226-227 (Colette – La vagabonde, 1910).

Ζω ανάμεσα σε καταιγίδες σκέψεων που δεν ξεσπούν. Ξαναβρίσκω με πόνο και υπομονή τη διάθεσή μου για σιωπή και εσωστρέφεια. Μου είναι και πάλι εύκολο να ακολουθώ τον Μπραγκ μέσα σε μια πόλη, πάνω κάτω, στους μικρούς δημόσιους κήπους, τους καθεδρικούς ναούς και τα μουσεία, μέσα στον καπνό των μικρών μπουάτ όπου «τρώμε καταπληκτικά»! Μιλάμε λίγο, χαμογελάμε σπάνια (…)

Είμαστε και οι δυο ειλικρινείς, αλλά όχι πάντα απλοί… Όπως συνηθίζαμε πάντοτε, κάνουμε κάποια αστεία που μας ανεβάζουν το κέφι: το αγαπημένο του Μπραγκ – που με εξοργίζει – είναι το Παιχνίδι του Σάτυρου, τον οποίο μιμείται μέσα στα τραμ, επιλέγοντας για θύμα άλλοτε μια νέα ντροπαλή γυναίκα, άλλοτε μια επιθετική γεροντοκόρη. Καθισμένος απέναντί της, με μια στάση τολμηρή, την περιβάλλει μ’ ένα ξαναμμένο βλέμμα κι εκείνη κοκκινίζει, βήχει, τακτοποιεί το βέλο της και γυρνά το κεφάλι. Το βλέμμα το «σάτυρου» επιμένει, λάγνα, μετά όλα τα χαρακτηριστικά του προσώπου, στόμα, ρουθούνι, φρύδια, συγκλίνουν στο να εκφράσουν την ιδιαίτερη ηδονή ενός ερωτομανούς…(…)

Γελάω με την καημένη την κυρία που, τρελαμένη, κατέβαινε πάντα πολύ γρήγορα απ’ το τραμ, αλλά η τελειότητα των γκριματσών αυτού του βάρβαρου παιχνιδιού με εκνευρίζει. Το κορμί μου, κάπως καταπονημένο, περνά παράλογες κρίσεις απίστευτης σεμνοτυφίας, απ’ τις οποίες βυθίζομαι σ’ ένα καμίνι που ανάβει αστραπιαία από την ανάμνηση ενός αρώματος, μιας χειρονομίας, μιας τρυφερής κραυγής· ένα καμίνι που φωτίζει τις απολαύσεις που δεν ένιωσα ποτέ και που στις φλόγες του σιγοκαίγομαι, ακίνητα με τα γόνατα ενωμένα, λες και με την παραμικρή κίνηση, θα κινδύνευα να μεγαλώσω τα εγκαύματά μου.

 Στην Κατερίνα Χρυσανθοπούλου