Λογοτεχνείο, αρ. 52

Friedrich Christian Delius, Τα αχλάδια του Ρίμπεκ, εκδ. Ροές, 2004, μτφ. Αλεξία Καλανταρίδου, επιμέλεια – επίμετρο Τατιάνα Λιάνη, σ. 62 (Die Birnen von Ribbeck, 1991).

Στην ίδια ευθεία, ακριβώς στο τέλος των αγρών, υψώνονταν σωροί ολόκληροι τα σκουπίδια, που καθημερινά διογκώνονταν απ’ τα φορτηγά τα οποία έρχονταν από το δυτικό Βερολίνο, οι χημικές σας λάσπες ενώνονταν με τα δικά μας υπολείμματα των φυτοφαρμάκων στο μη στεγανοποιημένο έδαφος κι έφτιαχναν μια μάζα που κατέληγε στα υπόγεια νερά κι έπειτα στα ύδατα του ποταμού Χάφελ – εκεί κατέφευγαν όλοι οι αρουραίοι της περιοχής – κι έπειτα ανέβαινε στην επιφάνεια σε μορφή υδρατμών και σύννεφων σκόνης, ενώ το βαρύ μέταλλο πετούσε ανάλαφρο πάνω απ’ τα κεφάλια των γλάρων,

ποιος δε θα ’θελε να πετάξει, όπως οι γλάροι και τα κοράκια, πέρα απ’ αυτή τη γηρασμένη, δηλητηριασμένη γη, να ξεχάσει όλα τα τείχη, τα γερά εκείνα τείχη στα μακρινά σύνορα, τα ετοιμόρροπα στο ιπποστάσιο, να τραβήξει μακριά, πάνω απ’ τους αγρούς και τα χωριά, να ξαναγεννηθεί, να ξαναρχίσει και πάλι απ’ την αρχή ή να ξυπνήσει στ’ ανάκτορο, για μια και μόνο φορά στη ζωή του, πριν απ’ το μπουντρούμι των γηρατειών, να ζήσει στ’ ανάκτορο, …

Στην Χρύσα Γεωργακοπούλου

Λογοτεχνείο, αρ. 51

Τόμας Μπέρνχαρντ, Μπετόν, εκδ. Εστία, 1996, μτφ. Αλέξανδρος Ίσαρης, πρόλογος – εργοβιογραφία Hannelore Ochs, σ. 132-134 (Thomas Berhnard, Beton, 1982).

Έρχεται κάποια στιγμή που βλέπουμε τελείως καθαρά όλους εκείνους που μας περιστοιχίζουν και ξαφνικά τους μισούμε και τους αποφεύγουμε ή συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, κι αυτό επειδή μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα βλέπει ο ένας άνθρωπος τον άλλον άνθρωπο πάρα πολύ καθαρά, οπότε αποτραβιέται οριστικά από κοντά του. Επί ολόκληρες δεκαετίες πίστευα πως δεν θα μπορούσα να ζήσω μονάχος, πως όλος αυτός ο κόσμος μού ήταν απαραίτητος, ενώ στο βάθος δεν μου ήταν καθόλου απαραίτητος, μπόρεσα να ζήσω και χωρίς αυτόν. Οι άνθρωποι έρχονται κοντά σου απλώς για να εκτονωθούν, για να σε φορτώσουν όλη τους την αθλιότητα, όλα τους τα βάσανα, αλλά και τη βρωμιά που τα συνοδεύουν. Εμείς πιστεύουμε πως, αν τους καλέσουμε κοντά μας, εκείνοι θα μας φέρουν κάτι ευχάριστο, κάτι ανανεωτικό, όμως συμβαίνει το αντίθετο: έρχονται και μας παίρνουν ό,τι έχουμε και δεν έχουμε. Μας στριμώχνουν σε κάποια γωνιά του ίδιου μας του σπιτιού, απ’ όπου είναι αδύνατον να ξεφύγεις και μας ξεζουμίζουν με τον πλέον αδίστακτο τρόπο έως ότου δεν μείνει τίποτα μέσα μας ή μάλλον μόνο μια έντονη αηδία για το άτομό τους. Στο τέλος φεύγουν κι εμείς μένουμε μονάχοι με όλη μας τη φρίκη. Όταν τους καλούμε να μας επισκεφτούν, είναι σα να φέρνουμε τους βασανιστές μας μέσα στο ίδιο μας το σπίτι, όμως δεν έχουμε άλλη εκλογή από το να καλούμε πάντοτε αυτούς που κυριολεκτικά μας ξεγυμνώνουν και όταν στο τέλος στεκόμαστε ολόγυμνοι μπροστά τους εκείνοι μας περιγελούν. Όποιος σκέφτεται μ’ αυτό τον τρόπο, δεν πρέπει φυσικά να απορεί που σιγά σιγά απομονώνεται εντελώς από τον έξω κόσμο, που κάποια μέρα βρίσκεται εντελώς μόνος, με όλες τις συνέπειες που έχει ένα τέτοιο γεγονός. Μια ζωή λέμε πως ξανά και ξανά πως θα τραβήξουμε τη γραμμή του τέλους, αν και ξέρουμε πως δεν είμαστε σε θέση να το κάνουμε.

Όταν μας έχει βρει κάποια αρρώστια, προσέχουμε πόσο θορυβώδεις είναι οι άνθρωποι και πόσο ασυναίσθητα θορυβούν. Οι άνθρωπο είναι χυδαίοι και εκχυδαΐζουν τα πάντα. Κάνουν θόρυβο όταν ξυπνάνε, κάνουν θόρυβο όπου κι αν βρεθούν, κάνουν θόρυβο κι όταν παν να κοιμηθούν. Επιπλέον μιλούν δυνατά και ασταμάτητα. Είναι τόσο απασχολημένοι με τον εαυτό τους, που δεν προσέχουν διόλου ότι όσα λένε ή κάνουν πληγώνουν τους άλλους, τους αρρώστους, όλους εκείνους που είναι σαν εμένα. Έτσι, μας στριμώχνουν σιγά σιγά στο περιθώριο, μέχρι που δεν μας παίρνει κανένας είδηση ότι υπάρχουμε. Αλλά κι ο κάθε άρρωστος αποσύρεται στο δικό του περιθώριο. Γιατί  η κάθε ζωή, η κάθε ύπαρξη, ανήκει αποκλειστικά σε έναν και μοναδικό άνθρωπο, και κανείς άλλος δεν έχει το δικαίωμα να εκτοπίσει, να απωθήσει, να εξωστρακίσει από τη ζωή τον άνθρωπο αυτόν. Εμείς φεύγουμε έτσι κι αλλιώς από μόνοι μας, ανήκει κι αυτό στα δικαιώματά μας.

Στον Αλέξανδρο Ασωνίτη