Λογοτεχνείο, αρ. 42

Χουάν Κάρλος Ονέτι, Η σύντομη ζωή, εκδ. Καστανιώτη, 2000, μτφ. Αγγελική Αλεξοπούλου, σ. 55, 76 (Juan Carlos Onetti, La vida breve,1950).

Και εκείνη, παρά το θρήνο της την αυγή, στο τέλος θα αποκοιμιόταν, για να ανακαλύψει το πρωί, ενώ θα αποχωριζόταν βιαστικά τα όνειρά της, ότι τα λόγια παρηγοριάς δεν είχαν πλημμυρίσει το στήθος της κατά τη διάρκεια της νύχτας∙ ότι δεν είχαν αναβλύσει από το στήθος της, δεν είχαν συσσωρευτεί στιβαρά, ελαστικά και νικηφόρα, για να δημιουργήσουν το μαστό που έλειπε.

Θα βρω τον τρόπο να γελάσουμε, την ώρα που θα πέφτει η νύχτα, όρθιοι και ποθώντας ο ένας τον άλλον, στο Μοντεβιδέο, ακριβώς στη γωνία των οδών Μεδάνος και 18 δε Χούλιο, πριν από πέντε χρόνια. Τίποτα δε θα σταθεί ικανό να μ’ εμποδίσει να της χαϊδέψω το μάγουλο με ένα μονό μονότονο δάχτυλο, στην έξοδο του Λυκείου. Θα την υποχρεώσω να πιστέψει πως ένα τυχαίο περιστατικό μπορεί να συμπεριλάβει τη ζωή και ότι ένα άλλο παρόμοιο περιστατικό δεν μπορεί να αλλοιώσει το νόημα μιας ζωής. Δεν αποκλείεται μάλιστα να ανασηκωθεί και να ζητήσει ένα τσιγάρο, ίσως φυσήξει τον καπνό με σταθερή βραδύτητα, προκαλώντας με, να βλεφαρίσει όπως παλιά και να μουρμουρίσει οποιοδήποτε κατάφωρο ψέμα για να με αναγκάσει να την αντιμετωπίσω.

Στην Μαρία Μήτσορα

Λογοτεχνείο, αρ. 41

Λίντια Ζορζ, Ο κήπος δίχως όρια, εκδ. Πόλις, 2001, μτφ. Σπύρος Παντελάκης, σ. 25 (Lídia Jorge, O jardim sem limites, 1995).

Το είπα ήδη: οι θόρυβοι του περιγύρου έφταναν τώρα στ’ αφτιά μου με το ρυθμό της γραφομηχανής πάνω από την οποία δούλευα με τις ώρες. Έκλεινα τα μάτια μου και ο ήχος που προερχόταν από τα γύρω ραδιόφωνα, όπως και καθετί άλλο, μετατρεπόταν σ’ ένα αδιάκοπο κλαπ, κλαπ, που χοροπηδούσε ανάμεσα στη μεταλλική γραφομηχανή και την τάβλα. Οι φωνές από το δρόμο μεταμορφωνόταν κι αυτές σε ρυθμικά, πηδηχτά χτυπήματα, ανάλογα με την αρχική τους ένταση. Οι φωνές επίσης των ενοίκων που μιλούσαν χαμηλόφωνα όπως ο Οσβάλντο, μετασχηματίζονταν από τη Ρέμινγκτον σε έναν ήχο που θύμιζε γεωργική ή θαλάσσια μηχανή, κάτι σαν τρακτέρ ή βαπορίσια μηχανή. Πάντως, εγώ δεν μπορούσα να εξηγήσω γιατί και πώς συνέβαινε αυτό, κυρίως επειδή τα πλήκτρα που δημιουργούσαν στη φαντασία μου εκείνο το ρυθμικό κλαπ, κλαπ, έγραφαν συγχρόνως και τα γράμματά που με τη σειρά τους δημιουργούσαν το σώμα μιας ιδέας. Έγραφα υπό την καθοδήγηση ενός θορύβου που έμοιαζε με ποδοβολητό ψυχής, με τον καλπασμό ενός μύχιου αλόγου∙ λες και οι εικόνες της πραγματικότητας περνούσαν μέσα από τη δακτυλική μνήμη των χεριών.

Στην Αγγέλα Καστρινάκη