Πάουλ Βεράχεν – Omega Minor

Εικοστός αιώνας, μηδενικός άνθρωπος

Σε τι μεγαλούργησε τελικά ο Μέγας Εικοστός; Σε ιδέες και ουτοπίες ή στις καταβαραθρώσεις τους; Σε κορυφές βίας ή κορυφώσεις ανθρωπισμού; Υπερίσχυσαν τα επιστημονικά θαύματα ή τα συνακόλουθα τερατουργήματα; Το ανθρώπινο σώμα θεώθηκε ή κατασπαράχθηκε; Τι μένει όρθιο στο σημείο συνάντησης των δυο αντίθετων πορειών του αιώνα, της επιστημονικής ανόδου και της ανθρώπινης καθόδου; Η ανθρώπινη δημιουργία χρησίμευσε κάπου ή ακυρώθηκε παντού; Πού ασκείται σήμερα ο ανθρωποφάγος άνθρωπος του εικοστού αιώνα, μετά τους πολέμους, τους ολοκληρωτισμούς, τις αφανίσεις και την σύγχρονη πολιτική; Πού λυμαίνονται οι παρόντες και μέλλοντες υποστηρικτές κάθε νέας ολοκληρωτικής εξουσίας;

Εγχειρίδιο κατασκευής νεοναζί

Ο Λίμπενφελς δεν νοιάζεται για ιδεώδη. Αυτά είναι ψυχρές αφηρημένες έννοιες. Ποια ιδεολογία αξίζει τόσο ώστε να πεθάνει κανείς για χάρη της; Ο Λίμπενφελς έχει ζήσει πάρα πολλά χρόνια κι έχει ζήσει πάρα πολλές καταστάσεις για να πιστεύει πια σε οτιδήποτε. Γι’ αυτόν τα ιδεώδη δεν είναι παρά μέσα προς κινητοποίηση. Αυτό που μετράει είναι η κίνηση […]. Ο Ούγκο είναι πολύ μικρός για να καταλάβει τη βαθύτερη αλήθεια της ανθρώπινης υπόστασης, ότι είμαστε εργαλεία, σκλάβοι χιλιοειπωμένων ιδεών. Τρεφόμαστε με τις ιδέες που επιπλέουν στο πνεύμα των καιρών, ιδέες που μας επιτίθενται και χρησιμοποιούν εμάς, τα άβουλα θύματα, για να συνδυαστούν με καινούργιο, διαφορετικό τρόπο, που θα εξασφαλίσει τη διαιώνισή τους. Ο Λίμπενφελς το καταλαβαίνει αυτό, το καταλαβαίνει πολύ καλά. Γι’ αυτό του αρέσουν οι άντρες σαν τον Ούγκο. Κάν’ τους μέλη μιας ομάδας, δώσ’ τους έναν στόχο, και σύντομα θα έχουν πάρει τόση φόρα, που δεν πρόκειται να σταθούν σε τέτοιες σκέψεις – διάολε, σε οποιαδήποτε σκέψη. Το θέμα είναι να αρπάξεις τέτοιους τύπους από τους ώμους και να τους ταρακουνήσεις λιγάκι, να τους σερβίρεις και γαμώ τις ιδέες και η μόνη ιδέα που μπορεί να το πετύχει αυτό στην κουρασμένη δεκαετία του 90 είναι η πανάρχαια παραλλαγή τού «πρώτα εγώ» – η πρωτοκαθεδρία τού «πρώτα εμείς». [σ. 80 – 81]

Ο σύγχρονος φιλόδοξος ερευνητής [Πάουλ Αντερμανς] βρίσκεται ανάμεσα στις αφηγήσεις ενός επιζήσαντος του Ολοκαυτώματος αλλά και συμμέτοχου στην ανέγερση του Τείχους του Βερολίνου [Γιόζεφ ντε Χερ] κι ενός επιστήμονα που συμμετείχε στα πειράματα για την κατασκευή της πρώτης ατομικής βόμβας [Γκόλντφαρμπ]. Κατά μεγάλη ειρωνεία η συνάντηση των δυο πρώτων γίνεται σε γειτονικές νοσοκομειακές κλίνες ύστερα από νεοναζιστική επίθεση εναντίον του πρώτου και απόπειρα αυτοκτονίας του δεύτερου και δη στο Βερολίνο του 1995 –  στην ιωβηλαία επέτειο του χιτλερικού τέλους. Οι δυο επιβλητικοί φορείς μιας αναπόδραστης Ιστορίας βρίσκονται μακριά πλέον από τις καύσεις της Ιστορίας, αλλά έχουν ακόμα μια δύναμη που κανείς δεν μπορεί να τους στερήσει: αυτή της οριστικής αφήγησης εκείνου που όχι απλώς έζησαν αλλά και δημιούργησαν. Αλλά και ο Άντεμανς έχει την δική του εξουσία, εκείνη της μεταγραφής της προφορικής τους αφήγησης σε γραπτή ιστορία, επιλέγοντας ή μεταμορφώνοντας κατά βούληση την Ιστορία ενός Αιώνα.

Φαρενάιτ 666

Η μητέρα σκίζει τις σελίδες από μια κομμουνιστική προπαγάνδα για προσάναμμα. Εγώ φέρνω τα βιβλία, μικρές στοίβες που χωράνε στην αγκαλιά μου. Περπατώ με προσοχή, γιατί αγαπώ αυτά τα βιβλία. Δεν θέλω να τα πονέσω. Ο θάνατός τους πρέπει να είναι σύντομος, πρέπει να είναι σπλαχνικός. Θέλω να κάνω το τελευταίο τους ταξίδι απαλό, ανάλαφρο. Θέλω να τα συνοδεύσω ως τον τελευταίο τόπο ανάπαυσης με τέτοιον τρόπο, που δεν θα καταλάβουν τίποτα οι απεγνωσμένοι ήρωες και ηρωίδες που ζουν ανάμεσα στα χαρτονένια εξώφυλλα, ούτε τα τεράστια και, εντούτοις, τόσο εύθραυστα εγώ των συγγραφέων που η φωτογραφία τους στολίζει το οπισθόφυλλο. [σ. 188]

Η θρασεία φιλοδοξία του Βέλγου/Φλαμανδού συγγραφέα (γεν. 1965), καθηγητή Γνωστική Ψυχολογία στο Georgia Ιnstitute of Τechnology των ΗΠΑ, με ειδίκευση, μεταξύ άλλων, στην βία, δεν έχει όρια, ακριβώς δηλαδή όπως τα τρία – τουλάχιστον – σύμπαντα που επιχειρεί να παραχώσει στις εκατοντάδες σελίδες του με απόλυτη συναίσθηση σοβαρότητας αλλά και αγριεμένη παιγνιώδη διάθεση: εκείνα της επιστήμης και της δημιουργίας, της νόησης και του σώματος. Αν το σώμα του Εικοστού στην εικοστή οργάστηκε και βιάστηκε, απελευθερώθηκε και σκλαβώθηκε, διεύρυνε τις ηδονές του κι έζησε τα χειρότερα βασανιστήρια, τότε όλα πρέπει να κατανεμηθούν ως πρέπει στις μυθιστορικές του δέλτους.

Εγκατάλειψη αδέσποτων Τράμπαντ

Η εγκατάλειψη αδέσποτων Trabant είναι εθνικό σπορ. Μια βόλτα με αυτοκίνητα σε τούτη την περιοχή είναι, το είπα ήδη, ένα μάθημα Ιστορίας και τα βλέπουμε παντού στην άκρη του δρόμου, παρκαρισμένα βιαστικά και λοξά στο πρανές, με τα τζάμια σπασμένα, τους προφυλακτήρες βγαλμένους, τα καπό ανοιχτά – ακόμα και τώρα υπάρχουν απελπισμένοι ιδιοκτήτες που θέλουν να παρατείνουν τη ζωή του οχήματός τους και κλέβουν ανταλλακτικά από τα εγκαταλελειμμένα σαράβαλα. Ορισμένα αμάξια δείχνουν σαν να έχουν φαγωθεί από μέσα, ένα κουφάρι – φάντασμα με ξεφτισμένες άκρες απ’ όπου εξέχουν κλωστές ενός ρητινώδους ιστού. Άδεια φαντάσματα είναι, σαν τις άδειες πανοπλίες σε μεσαιωνικά κάστρα: κανείς δεν πιστεύει ότι είναι αληθινά, κανείς δεν πιστεύει ότι πράγματι χρησιμοποιούνταν. Τόσο εύκολα λοιπόν οι αλήθειες της Ιστορίας, σμιλεμένες στην πέτρα – λόγου χάρη τα όνειρα του αυτοκινήτου του λαού -, καταντούν σχεδόν ακατανόητες χαραγματιές στο τοίχωμα ενός σπηλαίου. [σ. 102]

Το στοίχημά του Omega Minor είναι η αναζήτηση της αλλεπιδραστικής σύνδεσης των επιμέρους στην εποχή του Όλου. Η πορνογραφία π.χ. αναπτύσσεται ως συστατικό κομμάτι του γερμανικού φασισμού, ως παθολογία ολόκληρων δεκαετιών αλλά και ως καθοριστική προσωπικότητα των χαρακτήρων του (η Νεμπούλα, μια εκ των βασικών χαρακτήρων, είναι σκηνοθέτης πορνογραφικών ταινιών και χρησιμοποιεί αυτή την περσόνα για να εισχωρεί στους νεοναζιστικούς κύκλους). Έτσι ακολουθείται εδώ κάθε κανόνας σύγχρονης μεγάλης ιστορικομυθοπλαστικής αφήγησης: από τη μία ο ασυνεχής και διαρκώς ανακοπτόμενος, αναπεπταμένος, διαρκούς παλινδρομικής κίνησης χρόνος, διαλυμένος σε δεκάδες παρόντα και παρελθόντα· από την άλλη η είσοδος – έξοδος πλήθους υπαρκτών και μη προσώπων: Χίτλερ, Χόνεκερ, Χίμλερ, Μένγκελε, Σπέερ, Γκορμπατσώφ, Κολ, Κάφκα, Ρίλκε, οι οραματιστές των αρχιτεκτονημένων ναζιστικών πόλεων αλλά και του υπερφιλόδοξου κομμουνιστικού Τείχους.

Εγχειρίδιο ανάμνησης τείχους

Μόνο πέντε χρόνια έχουν περάσει από τότε που έπεσε το Τείχος και ήδη δεν φαίνεται πια πού στεκόταν κάποτε, εκτός από τη μακρόστενη ερημική περιοχή όπου κάποτε υπήρχε η Πότσνταμερ Πλατς. Λίγο πιο πέρα βλέπουμε το ερείπιο του Άνχαλτερ Μπάνχοφ. Εξέχει από την άμμο όπως οι καμάρες ενός σαραβαλιασμένου ρωμαϊκού υδραγωγείου στη Σικελία. Εκεί λοιπόν απλωνόταν, από εκεί περνούσε ή ό,τι κι αν είναι αυτό που κάνει ένα τείχος. Ένα διπλό τείχος, μια φιλήδονη φιδωτή γάγγραινα από ατσάλι και μπετόν, μια κατάλευκη πληγή στο τοπίο, μια άγονη λουρίδα από χέρσα γη όπου η άμμος τσουγκρανιζόταν εξίσου σχολαστικά με το χοντρό χαλίκι σε έναν κήπο Ζεν στο Κιότο, και αλίμονο αν η άμμος παρουσίαζε άλλα ίχνη εκτός απ’ αυτά των σκυλιών φυλάκων. Κάθε πολιτισμός αποκτά τα μνημεία που του αξίζουν και τα διατηρεί για όσο καιρό τα χρειάζεται. [σ. 640]

Το αιώνιο μίασμα της εβραϊκότητας, το κληροδότημα της Βαϊμάρης, το καθοριστικό Βερολίνο του ’36, η ψυχροπολεμική ανθρωπογραφία, ο Διαφωτισμός που ποτέ δεν υπήρξε (κι αν υπήρξε, έλεγε ψέματα), η παντοκρατορία των ολοκληρωτισμών, η Ιστορία ως «το ψέμα που λέει το παρόν για να δώσει νόημα στο παρελθόν», η αιώνια εξωεπιστημονική έμπνευση των επιστημόνων – γηραιών και μη -., δηλαδή η Γυναίκα (εδώ η Ντονατέλλα), το διαρκώς ανοιχτό και επανερχόμενο ζήτημα της μετάνοιας και της αδυναμίας επανόρθωσης μιας καταστροφικής πράξης που επηρεάζει τις ζωές αμέτρητων ανθρώπων, το αίτημα της ατομικής τίμησης των ολοκαυτώμενων νεκρών, η δημιουργία ως έσχατος τρόπος εξουσίας ή αιωνιότητας, όλα αποτελούν θέματα που ο Βεράχεν εντάσσει ολιστικά στην παλίμψηστη αφήγησή του. Για άλλη μια φορά ο αξεδιάλυτος δεσμός της Ιστορίας με την Λογοτεχνία απασχολεί έναν συγγραφέα που τα θέλει όλα και γράφει για τα πάντα, προς ένα έργο εξουθενωτικό αλλά άξιο να διαβαστεί ως το τέλος του.

Εγχειρίδιο καλλιέργειας ψευδαισθήσεων

Μόνο η Δύση το αποκαλούσε «το Τείχος». Εμείς, μέσα στη ζώνη, χρησιμοποιούσαμε τον όρο «αντιφασιστικό προστατευτικό ανάχωμα», αργότερα λέγαμε «τα σύνορα» ή «προστασία συνόρων». Είναι η παρουσία του, και μόνο η παρουσία του που μετέτρεψε αυτή τη χώρα σε ένα άλλο Σινά, ένα τόπο προφητείας και εξαγνισμού. […]  Δες από πού περνούσε το Τείχος, μέσα από την καρδιά του φασιστικού Βερολίνου, μέσα από τα κτήρια που εμείς, κι όχι η Δύση, αποψιλώσαμε προσεκτικά. Βλέπεις εκείνο τον άδειο χώρο ανάμεσα σ’ αυτές τις πολυκατοικίες, όπου υπάρχει μια παιδική χαρά; Αυτό είναι το μέρος όπου ήταν θαμμένο το καταφύγιο του Χίτλερ. Λίγο λίγο η άμμος του Τείχους μπήκε στους διαδρόμους, αφαίρεσε τις τοιχογραφίες από το μπετόν και έξυσε το αίμα της Εύα και του Αδόλφου από τον τοίχο… […] Γι’ αυτό χρειάστηκε το Τείχος, για να πνίξει τα τελευταία ίχνη του Τρίτου Ράιχ, για να ξεχάσουμε, απαλά, ανεπαίσθητα. Δες το Τείχος σαν σκουλήκι, σαν ταινία που ζει στα έντερα της πόλης. Καταβροχθίζει ό,τι βρει μπροστά της. Καταβροχθίζει και καθαρίζει. [σ. 642]

Εκδ. Πόλις, 2011, μτφ. Ινώ Βαν Νταϊκ – Μπαλτά, 830 σελ. [Paul Verhaegen, Omega Minor, 2004]

Νικόλ Κράους – Όταν όλα καταρρέουν

Ένα γραφείο, ο μεταφορικός οίκος της μνήμης

Υπάρχουν στιγμές που σε καταλαμβάνει ένα είδος διαύγειας και ξαφνικά τα εμπόδια παραμερίζουν κι αντικρίζεις μια άλλη διάσταση την οποία είχες ξεχάσει ή είχες επιλέξει να αγνοήσεις, ώστε να συνεχίσεις να ζεις με τις διάφορες ψευδαισθήσεις που κάνουν τη ζωή – ειδικά τη ζωή με άλλους ανθρώπους – δυνατή. [σ. 28]

Βρίσκουμε παρηγοριά στις συμμετρίες της ζωής επειδή υπαινίσσονται ένα σχέδιο εκεί όπου δεν υπάρχει κανέναν. [σ. 115]

0. Ο βασικός, αν και όχι μοναδικός πυρήνας του τετραπλόκαμου μυθιστορήματος της Κράους είναι ένα αντικείμενο: ένα γραφείο τεράστιο, σκοτεινό, υποβλητικό, με τα πολλά του συρτάρια σαν ζωντανά, οργανικά μέλη. Η Μυθοπλαστική της Διαδρομής του, εδώ ανάμεσα σε κατόχους, χρήστες και κλέφτες, φυσικά δεν είναι πρωτότυπη όμως η συγγραφέας (Νέα Υόρκη 1974, σύζυγος του Τζόναθαν Σάφραν Φόερ, χαρακτηρισμένη από New Yorker ως μία εκ των 20 καλύτερων συγγραφέων κάτω των 40 ετών) τη χρησιμοποιεί για να φλογίσει με εξαιρετικό τρόπο τις τέσσερεις σπονδυλωτές ιστορίες της.

1. Για την αφηγήτρια της πρώτης ιστορίας το γραφείο υπήρξε το εργαστήριο συγγραφής των μυθιστορημάτων της, η μοναδική έκφραση της τάξης στη ζωή της, το κληρονόμημα και ενθύμιο του εξαφανισμένου από την αστυνομία του Πινοσέτ ποιητή φίλου της. Η Νάντια δεν νοιώθει μόνο υπεύθυνη για την φύλαξή του γραφείου αλλά και αιχμάλωτή του. Τα συρτάρια του αντιπροσώπευαν «τη σχηματική αποτύπωση μιας συνείδησης που δεν μπορούσε να εκφραστεί παρά μόνο με τον ακριβή αριθμό και τη διάταξή τους». Ο εαυτός της εναρμονίστηκε οριστικά μαζί του· ίσως πάλι η μελαγχολία του Βάρσκι τώρα ανήκε σ’ εκείνη. Έτσι όταν η κόρη του καταφτάνει απρόσμενα για να το ζητήσει, η συγγραφέας αισθάνεται πλήρη απογύμνωση: το γραφείο αποτελούσε το όχημα κάθε δημιουργίας της αλλά και την δικαιολογία να μην πάρει τους δρόμους και εξαφανιστεί σε άλλους τόπους. Και η γραφή της αποτελούσε την μόνη της ζωή, οι ήρωές της την μόνη της παρέα – προτιμούσε την εσκεμμένη πολυσημία της μυθοπλασίας από την ακαταλόγιστη πραγματικότητα. Κάτω από χιλιάδες λέξεις κρυβόταν μια πλήρης ανεπάρκεια:

Άρχισα να υποπτεύομαι ότι αντί να αποκαλύπτω το κρυμμένο βάθος των πραγμάτων, όπως εξαρχής πίστευα ότι έκανα, ίσως ίσχυε το αντίθετο, ίσως κρυβόμουν πίσω από αυτά που έγραφα, χρησιμοποιώντας τα για να συγκαλύπτω μια μυστική έλλειψη, μια ανεπάρκεια που όλη μου τη ζωή έκρυβα από τους άλλους και την οποία με τη συγγραφή είχα κρατήσει κρυφή ακόμα κι από τον εαυτό μου […] ανεπάρκεια νοήματος, γεννημένη από ψυχική ανεπάρκεια. […] Και παρόλο που κατάφερνα να την κρύβω χρόνια, αντισταθμίζοντας την εικόνα μιας ελαφρώς αναιμικής ζωής με τη δικαιολογία ενός άλλου, βαθύτερου επιπέδου ύπαρξης στη δουλειά μου, ξαφνικά διαπίστωνα ότι ήμουν πλέον ανίκανη να το κάνω. [σ. 57- 58]

2. Ο κεντρικός χαρακτήρας της δεύτερης ιστορίας, ένας αποσυρθείς εισαγγελέας,  επιδίδεται σ’ ένα καταιγιστικό δευτεροπρόσωπο μονόλογο εναντίον του απόντος γιου του, όπου δεν δικαιολογεί μόνο την αδιάκοπη επιθετικότητα και την σαδιστική συναισθηματική διαπαιδαγώγησή του, αλλά και εκφράζεται με ανελέητη ειρωνεία περί πάντων, ακόμα και για την τρυφερή συμπαράσταση της γυναίκας του προς τον βλαστό τους. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον στοιχείο εδώ αποτελεί η σύγκρουση δυο εβραϊκών γενεών: ο πατέρας συγκρίνει τις μηδαμινές ταλαιπωρίες του νέου με τις δικές του οδύσσειες και αδυνατεί να κατανοήσει την άρνηση της στρατιωτικής καριέρας ή την αγορά ενός BMW, δηλαδή «ενός αυτοκινήτου φτιαγμένου από τους γιους των ναζί».

Άλλο εξαιρετικό εύρημα αποτελούν οι αποστολές των δεμάτων με χειρόγραφα από ένα βιβλίο που στέλνει ο γιος από το μέτωπο για να τα διασφαλίσει– ο πατέρας του τα ανοίγει για να τα διαβάσει κρυφά, αναρωτώμενος όμως αν ο γιος του αυτό τελικά επιδιώκει. Άραγε η συνάντησή τους με αφορμή τον θάνατο της συζύγου – μητέρας τους θα αποτελέσει ευκαιρία για μορατόριουμ στην πίκρα και την χολή ή για συνέχιση της εξοντωτικής πολεμικής με νέα μέσα; Τα δεδομένα δείχνουν προς το δεύτερο, καθώς ανοίγονται – πάντα σε εσωτερικό μονόλογο – νέα κρίσιμα θέματα, όπως η βεβιασμένη συμμετοχή του γιου στον πόλεμο και η τραγική επίσκεψή του στην οικογένεια ενός νεκρού συστρατιώτη.

3. Στην τρίτη ιστορία, ένα μορφωμένο ζεύγος συμβιώνει αρμονικά εδώ και δεκαετίες, έχοντας αφήσει ολόκληρες ζώνες του προτέρου τους βίου στα σκότη. Η συμπεφωνημένη σιωπή αφορά κυρίως το εφιαλτικό παρελθόν της γυναίκας που επιβίωσε από την καταδίωξη των Ναζί. Η Λότε προσπαθεί να κρύβει την θλίψη της, να τη διαιρεί σε όλο και μικρότερα κομμάτια και να τα σκορπίζει σε μέρη όπου πίστευε ότι κανείς δεν θα τα έβρισκε. Ο αφηγητής σύζυγος υπαινίσσεται πως το μόνο που του έμενε να κάνει είναι να την μετατρέψει σε αντικείμενο μελέτης. Γι’ αυτόν το γραφείο – κτήμα της γυναίκας του είναι ένα αντιπαθές, ογκώδες και αταίριαστο αντικείμενο, με καταθλιπτικές, ανησυχητικές αλλά και μυστηριώδεις προεκτάσεις. Ενώ εκείνη δείχνει να μην το αποχωρίζεται ποτέ, κάποτε το χαρίζει σ’ έναν άγνωστό του νέο, τον  Ντάνιελ Βάρσκι, που την επισκέπτεται συχνά (κι ενίοτε μυστικά) το 1970. Μέχρι να χάσει σταδιακά τη μνήμη της και να μαθευτεί το μυστικό από το οποίο εκείνος αποκλειόταν τόσα χρόνια, ο αφηγητής βασανίζεται από την υποψία της μεταξύ τους ερωτικής σχέσης (σε μερικές ακόμα εξαιρετικές σελίδες).

Την ίδια στιγμή, επιτόπου, αποφάσισα ότι θα συγχωρούσα στη Λότε τα πάντα. Φτάνει η ζωή να μπορούσε να συνεχιστεί όπως πριν. Φτάνει η καρέκλα που ήταν εκεί όταν πηγαίναμε για ύπνο να είναι και πάλι στη θέση της το πρωί. Δεν με ένοιαζε τι της συνέβαινε όσο κοιμόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο, δεν με ένοιαζε αν ήταν η ίδια καρέκλα ή χίλιες διαφορετικές ή αν όσο κρατούσε η μεγάλη νύχτα έπαυε εντελώς να υπάρχει – φτάνει όταν καθόμουν πάνω της για να φορέσω τα παπούτσια μου, όπως έκανα κάθε πρωί, να σήκωνε το βάρος μου. Δεν χρειαζόταν να ξέρω το καθετί. Το μόνο που είχα ανάγκη ήταν να συνεχίσουμε να ζούμε μαζί όπως πάντα. [σ. 135]

4. Το κεντρικό, αν και αφανές πρόσωπο της τέταρτης ιστορίας, ο  Τζορτζ Βάιζ,  αφιέρωσε τη ζωή του στην αναζήτηση χαμένων αντικείμενων από αρπαγές και λεηλασίες των Ναζί. Αντίθετα με τους ανθρώπους, πίστευε, τα άψυχα δεν εξαφανίζονται έτσι απλά. Στα χρόνια μετά τον πόλεμο επισκεπτόταν ο ίδιος τους γείτονες που τα οικειοποιήθηκαν και τα έπαιρνε αθόρυβα, ενώ αργότερα επέκτεινε τις δραστηριότητές του σε όλον τον κόσμο. Αμέτρητοι άνθρωποι τον πλησίαζαν για να ξαναβρούν τα πράγματα που λαχταρούσαν, να ξανακαθίσουν στο παλιό τους γραφείο, να ξαναγγίξουν ένα κομμάτι της αγνότερης ζωής τους. Το μόνο που δεν καταφέρνει είναι η ανασύνθεση του δικού του χαμένου δωματίου, ακριβώς όπως ήταν μια μοιραία μέρα του 1944…

1+2+3+4. Η αφηγήτρια Ίζαμπελ εμπλέκεται σε σχέση με τον γιο του Βάιζ και συμβιώνει μαζί του και με την αδελφή του. Το ιδιόμορφο, ασφυκτικό αδελφικό ζεύγος ζει εκπαιδευμένο από τον πατέρα του να αλλάζει διαρκώς σπίτια και έπιπλα – το εκάστοτε ανταλλακτικό του «εμπόρευμα». Η Νάντια αποφασίζει να αναζητήσει το γραφείο στην Ιερουσαλήμ από την νεαρή γυναίκα που το ζήτησε κι ο σύζυγος της Λότε ανακαλύπτει το σπαρακτικό της μυστικό αναθεωρώντας ολόκληρη τη ζωή του.

Αυτό για το οποίο μιλώ ή προσπαθώ να μιλήσω, είναι η αίσθηση πως η αυτάρκειά της – η απόδειξη που κουβαλούσε μέσα της ότι μπορούσε μόνη ν’ αντέξει αδιανόητες τραγωδίες, ότι στην πραγματικότητα η ακραία μοναξιά την οποία είχε χτίσει γύρω της, μικραίνοντας τον εαυτό της, αναδιπλώνοντάς τον, μετατρέποντάς τη σιωπηλή κραυγή σε αντίβαρο της προσωπικής εργασίας, ήταν αυτό ακριβώς που την έκανε ικανή να αντέχει – την εμπόδιζε να με έχει ανάγκη με τον τρόπο που την είχα εγώ. Όσο ζοφερές ή τραγικές κι αν ήταν οι ιστορίες της, η δημιουργίας τους, δεν μπορούσε παρά να είναι μια μορφή ελπίδας, μια άρνηση του θανάτου ή μια διατράνωση της ζωής ενώπιόν του. Και σε αυτό εγώ δεν είχα θέση…και αυτό που της επέτρεπε να επιβιώνει ήταν η δουλειά της, όχι η φροντίδα ή συντροφιά μου. Όλη μας τη ζωή επέμενα ότι εκείνη είχε την ανάγκη μου, όχι το αντίστροφο. Εκείνη χρειαζόταν προστασία, εκείνη ήταν λεπτεπίλεπτη και είχε ανάγκη από συνεχή φροντίδα. Στην πραγματικότητα όμως εγώ χρειαζόμουν να νιώθω ότι με χρειάζονται. [σ. 350 – 351]

Δεν χρειάζεται να διαβάσει κανείς για την σαφέστατη επιρροή του Πολ Όστερ για να διακρίνει τις σκιές του νεοϋορκέζου συγγραφέα στην γραφή της Κράους, ιδίως στις σελίδες όπου οι χαρακτήρες κολυμπούν χαμένοι στις ιδεοληψίες τους ή αναζητούν ένα πρόσωπο ή ένα αντικείμενο που νομίζουν πως θα τους λυτρώσει. Η ιστορία του Βάιζ, πάντως, θα μπορούσε να βγαίνει από κάποιο βιβλίο του Ισαάκ Μπασέβις Σίνγκερ. Σε κάθε περίπτωση η Κράους συμπλέκει τις τέσσερις ιστορίες με πολλούς τρόπους σε παράλληλες συγκλονιστικές ιστορίες, ανοίγοντας το μυθιστόρημά της με διαδοχικές ενδοσκοπήσεις και εγκιβωτισμένες ιστορίες και εμποτίζοντάς σε συνεχή εσωτερική δράση και καταιγιστικούς στοχασμούς.

Καθώς τα τελευταία χρόνια κινούμαστε και κάτω από το σκοτεινό αστέρι του Ρομπέρτο Μπολάνιο, είναι αδύνατο να μην τον θυμηθούμε ιδίως στις αφηγήσεις για τον Ντανιέλ Βάρσκι. Η συμμαχία της πρώτης αφηγήτριας με τον αβανγκάρντ ποιητή, η ανταλλαγή λιστών με ποιητές γραμμένων στο πίσω μέρος μιας χαρτοσακούλας και καρτών που μετά το πραξικόπημα γίνονταν όλο και πιο μελαγχολικές, ο ταξιδευτής που τελικά αντί να γυρίσει τον κόσμο επιστρέφει στην πατρίδα για να πάρει τη θέση στο πλευρό των παιδικών του φίλων που πολεμούσαν για την επανάσταση ή την απελευθέρωση στη Χιλή, αποτελούν όλα άτυπους μπολανιακούς διαλόγους, τουλάχιστον στις περιπτώσεις όπου αμφότεροι περιορίζονται στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας, χωρίς περαιτέρω πολιτικές εμβαθύνσεις. Όπως και σε αποσπάσματα σαν κι αυτό: Το φιλί μας ήταν κάπως απογοητευτικό. Όχι ότι ήταν άσχημο, ήταν όμως απλώς ένα σημείο στίξης στη μεγάλη συνομιλία μας, μια παρενθετική σημείωση προορισμένη να επιβεβαιώσει στον καθένα μας την βαθιά αίσθηση συμφωνίας, την αμοιβαία προσφορά συντροφικότητας, που είναι πολύ πιο σπάνια από το ερωτικό πάθος ή ακόμα και από την αγάπη. [σ. 25]

Και τελικά, τι νόημα έχουν οι παθιασμένες αναζητήσεις του Βάιζ; Όπως λέει ο ίδιος, τώρα μόνο εκείνοι που ήταν κάποτε παιδιά έρχονται σ’ αυτόν κι αναζητούν την παιδική τους ηλικία. Μπορεί να μην γίνεται να επαναφέρουν τους νεκρούς στη ζωή, αλλά ζητούν την καρέκλα που κάθονταν κάποτε, το κρεβάτι όπου κοιμούνταν, την κασέλα όπου φυλούσαν τα παιχνίδια τους. Κι εκείνος τους παρουσιάζει το αντικείμενο που ονειρεύονταν για την μισή τους ζωή. Δεν έχει σημασία αν κάποιες φορές τους εξαπατά: η μνήμη είναι πιο πραγματική από την αλήθεια. Ένα γραφείο, μπορεί να αποτελέσει την ανάμνηση του Οίκου, μια τέλεια συνάθροιση των άπειρων μερών της εβραϊκής μνήμης αλλά και τον ίδιο τον μεταφορικό οίκο του νου. Στον επόμενο κόσμο θα κατοικούμε όλοι μαζί στη μνήμη των αναμνήσεών μας.

Μέρα τη μέρα, χρόνο με το χρόνο πρέπει να σκάψεις μέσα σου, να ξεθάβεις ό,τι κρύβεται στο μυαλό σου και στην ψυχή σου για να τα κοσκινίσει ο άλλος ώστε να σε γνωρίσει, και εσύ επίσης πρέπει να διαθέσεις ημέρες και χρόνια βαδίζοντας με δυσκολία ανάμεσα σε όλα αυτά που φέρνει εκείνος στην επιφάνεια γα σένα μόνο, στον αρχαιολογικό τόπο της ύπαρξής του, πόσο εξουθενωτικά έγιναν, αυτή η ανασκαφή…[σ. 286]

Εκδ. Μεταίχμιο, 2011, μτφ. Ιωάννα Ηλιάδη, σελ. 392 (Nicole Krauss, The Great House, 2010).