Ρομπέρτο Μπολάνιο – Τηλεφωνήματα

To σύμπαν σε μινιατούρα, ΙΙ

Ο Μπολάνιο συχνά συγκρίνεται με τον Μπόρχες ή έστω εντάσσεται στον μεταμπορχεσιανό κύκλο. Πιθανώς αυτό αντανακλά την αμηχανία της κριτικής μπροστά σ’ έναν ισπανόφωνο συγγραφέα με τέτοιο απροσμέτρητο βάθος πεδίου και βύθος αναγνωστικών δυνατοτήτων. Όμως πέρα από ουσιώδεις ομοιότητες υπάρχουν και αβυσσαλέες διαφορές και θα περιοριστώ σε τρεις: ο Μπολάνιο έγραφε πάντα εν μέσω μιας αμεσότατης σχέσης ζωής – γραφής, εν γνώσει δε του επερχόμενου θανάτου που δεν είχε παρά να αγνοήσει, ενώ υπήρξε κι ένας βαθύτατα πολιτικός συγγραφέας. Η γραφή του έχει εμποτιστεί στην εμπειρία και τον ψυχισμό του ζειν σε λατινοαμερικανική χώρα δραματικά αλλοιωμένη από στρατιωτικό καθεστώς – κάποια στιγμή αναφέρεται στην αίσθηση ενός Γρεγόριο Σάμσα στα βάθη ενός μισοσκότεινου διαδρόμου, όπου κινούνταν ανεπαίσθητα «οι σκοτεινοί όγκοι του λατινοαμερικάνικου τρόμου». Για τον Μπολάνιο δεν υφίσταται η αμνηστιακή και αμνηστική χρήση του πρόσφατου παρελθόντος, παρά την σχετική εμμονή αυτών των κοινωνιών προς τη λήθη και την απαλλαγή των ενόχων.

Ο αυτοβιογραφικός ιστός των δεκατεσσάρων ιστοριών δεν διαχέεται μόνο σε διάσπαρτα στοιχεία των χαρακτήρων αλλά και στην ίδια την θεματολογία. Η πρώτη των τριών θεματικών ενοτήτων αφορά τον ίδιο τον λογοτεχνικό μικρό-/υπό-/εσώ-κοσμο: τους λογοτέχνες που αντιστέκονται ή συνεργάζονται με τα καθεστώτα, που αγωνιούν στην λογοτεχνία τους «να μην αποτυπώνεται το πρόσωπό τους», που γράφουν «σελίδες ναρκοθετημένες με μυστηριώδη σήματα» ή βαπτίζονται «στο καθαρτήριο των φτωχών ή τιποτένιων εκδόσεων», τους άγνωστους των πειρατικών ανθολογιών και στους αφανείς των επαρχιακών περιοδικών.

Στην ενότητα της απρόβλεπτης, συχνά βίαιης τροπής των πραγμάτων οι λέξεις έχουν τη δύναμη να αποβούν σωτήριες με κίνδυνο όμως η σημασιοδοσία να μείνει κενή («Άλλο ένα ρώσικο διήγημα»), οι αναγνώσεις του Μπουλγκάκοφ δεν διασώζουν την μοσχοβίτικη ερωτική ιστορία ενός Χιλιανού με μια αθλήτρια του στίβου («Χιόνι») ενώ η βία εκτός από την πολιτική («Ντετέκτιβ») μπορεί να πηγάζει από τον ίδιο τον άνθρωπο που αισθάνεται πως απειλείται («Ουίλλιαμ Μπαρνς»). Η τελευταία τετράδα αφιερώνεται σε γυναικείους χαρακτήρες με πολυπλόκαμους ψυχισμούς («Συγκρατούμενοι») ή επιρρεπείς σε δραματικές ατυχίες, πάντα ημιφωτισμένους, εφόσον, όπως ομολογεί ένας αφηγητής, «όλες αυτές οι λεπτομέρειες αποκαλύπτουν περισσότερα για εμένα παρά για κείνη» («Κλάρα»).

Θα έλεγα λοιπόν πως ο Μπολάνιο τροχιοδρομεί σ’ έναν ευρύτερο γαλαξία λατινοαμερικάνικης γραφής, όπου λάμπουν και οι Κορτάσαρ, Φουέντες, Λιόσα αλλά και μακρινότεροι συγγενείς (Σάμπατο, Αρλτ – οι επίγονοι του οποίου αναζητώνται στο «Σενσίνι») και «συνομιλητές» όπως ο Σεπούλβεδα ή ο Ισπανός Γκοϊτισόλο. Βέβαια όλοι οι χαρακτήρες εισέρχονται στο μπορχεσιανό «βασίλειο της σιωπής», στην περιοχή της αβεβαιότητας, της ασάφειας και του υπαινιγμού. Οι κατ’ επίφαση απλές, ρεαλιστικές ιστορίες του μοιάζουν να εξελίσσονται ομαλά, ακόμα και να φωτίζονται από ανταύγειες χαμόγελου και διακριτικής ειρωνείας, μέχρις ότου ο αναγνώστης ανεπίστροφα υποβληθεί από την ατμόσφαιρά τους και από εκείνο που δεν μπορεί να γραφτεί παρά μόνο να εννοηθεί ή αποσιωπηθεί.

Κάποιος χαρακτήρας υποστηρίζει πως «όποτε μιλάει με τους Αργεντίνους καταλήγει να μιλάει για το τάνγκο και τον λαβύρινθο», κι αν είναι έτσι, οι μυθοπλασμένοι λαβύρινθοι του Μπολάνιο περιλαμβάνουν τις σπείρες της περιπλάνησης, τις χοάνες της ερωτικής ερήμωσης, τους στροβίλους της τύχης και τους ιλίγγους της εξορίας ενός πνευματικού ανθρώπου που επιθυμεί να ζήσει, σε πείσμα κάθε μορφής ετεροκαθορισμού. Ο πρόωρος χαμός του μάς στέρησε πλήθος διηγήσεων για πρόσωπα σαν τον συγγραφέα Αρόλντο Κόντι που χάθηκε σε κάποιο στρατόπεδo του Βιντέλα, κυρίως όμως σαν τον οποιοδήποτε ανώνυμο που ζει «ελάσσονα» ζωή, δηλαδή άξια γραφής.

Εκδ. Άγρα, 2009, μτφ.: Έφη Γιαννοπούλου, σελ. 298

Πρώτη δημοσίευση: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 597, 1.4.2010 (και εδώ)

Νόρμαν Μανέα – Περί γελωτοποιών. Ο δικτάτορας και ο καλλιτέχνης

Ο Ρουμανοεβραίος συγγραφέας (Μπουκοβίνα, 1936) έφτασε πρόσφυγας στη Δύση με διακαή πόθο να μιλήσει για την ζωή υπό την ρουμανική δικτατορία αλλά συνάντησε απροθυμία: το θέμα ήταν ήδη κορεσμένο, ενώ η δυτική κοινωνία εξελάμβανε την κατάρρευση του αντίπαλους δέους ως την δική της νομιμοποίηση. Έτσι η εξορία του εκτός από το γλωσσικό σοκ, έμοιαζε με άλμα στο κενό. Τώρα πώς θα μιλούσε για εκείνη τη δικτατορία – μείγμα βαναυσότητας, δημαγωγίας και φάρσας, μια φυλακή με κρατικά και ιδιωτικά κελιά και δεσμοφύλακες τους συνανθρώπους του;

Έπρεπε να ξεχάσει το βαθύ σκοτάδι στο δρόμο, το κρύο στα σπίτια, τις ατέλειωτες ουρές για την προμήθεια των στοιχειωδών, την θέα του ίδιου προσώπου σε όλους τους τοίχους και σε όλους τους χώρους, την κρατικοποίηση του χρόνου; Τα σπίτια – προσωπικά κλουβιά, τις δυο ώρες καθημερινής φρίκης στην τηλεόραση με τους άθλους του προεδρικού ζεύγους; Το να σταματάς να βλέπεις τους φίλους σου γιατί δεν έχει λεωφορεία, να μην έχεις να προσφέρεις κάτι στους επισκέπτες σου, να μην αντέχεις τις ρυτίδες της ήττας στους αγαπημένους σου; Ένας συγγραφέας επιπρόσθετα είχε να αντιμετωπίσει μια τρομοκρατημένη και υστερική λογοκρισία, την σαδιστική εκ μέρους των αρχών συντήρηση της αβεβαιότητας και της αναμονής της έγκρισης – που ανά πάσα στιγμή μπορούσε να ανασταλεί, τον βλακώδη φόβο και τον ύπουλο σαδισμό των υπαλλήλων με αρμοδιότητες πολιτισμού. Οι λογοτέχνες ασκούνταν στην «κωδικοποιημένη» επικοινωνία, σ’ ένα ολόκληρο «σημειολογικό» σύστημα για μυημένους. Εκεί αναζητούσε ο αναγνώστης ό, τι δεν έβρισκε στις εφημερίδες και στα εγχειρίδια. Και ο απλός κόσμος; Στους περισσότερους η αρχική αποθάρρυνση μετατρεπόταν σε παθητική αποδοχή και κατόπιν σε υποταγή. Οι συμβιβασμοί δημιουργούσαν συναίσθημα συνενοχής, η ψυχολογία καταρρακωνόταν.

Όμως αφού κανείς δεν θέλησε να ακούσει τις σκέψεις και συμπεράσματα του Μανέα από μια τέτοια εμπειρία, δεν έμενε παρά να τα περάσει σε αυτή τη σειρά των εξαιρετικών δοκιμίων της συλλογής. Εδώ περιλαμβάνονται κείμενα για την εξορία, την σχέση μεταξύ συγγραφέα, εξουσίας και των «όχι και τόσο αθώων» καταπιεσμένων μαζών αλλά και για τις αλησμόνητες κομματικές εκδηλώσεις με τους εντεταλμένους «λογοτέχνες» του κράτους, την εισήγηση του λογοκριτή για το μυθιστόρημά του Ο Μαύρος Φακέλος (: καφκική αλληγορία για την ζωή επί Τσαουσέσκου), την ταλαιπωρία που υπέστη εξαιτίας μιας συνέντευξης του ’81, την ατέρμονη μαθητεία του να ζει κανείς αλώβητος υπό τέτοιες συνθήκες.

Σήμερα ο Μανέα διδάσκει λογοτεχνία των Ανατολικών Χωρών σε Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης, νοιώθοντας «ξένος» φυσικά και στις ΗΠΑ. Ποτέ δεν έγινε μέλος του κόμματος ή αντιφρονών με την τρέχουσα σημασία, δεν αποκάλεσε ποτέ και κανέναν «σύντροφο», ούτε και έχασε το χιούμορ του μπροστά στο «απεριόριστο της απόγνωσης».

Εκδ. Άγρα, 2003, μτφ. Βίκτωρ Ιβάνοβιτς, 344 σελ. (Norman Manea, Despre clovni: dictatorul şi artistul, 1997).

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.