Κατρίνα Τσάνταλη – Φανταζού

Εάν…

Τι συναρπαστικό βιβλίο! Μπορεί λοιπόν να υπάρξει ένα βιβλίο για παιδιά που να κάνει τους πάντες να αναλογιστούν το ενδεχόμενο της πλέον τρυφερής αντίστασης σε μια άθλια πραγματικότητα που βασανίζει του κόσμου τα ζώα, ένα βιβλίο που στέλνει κάθε αναγνώστη στο όνειρο για την συνέχεια της περίφημης λέξης Εάν; Άραγε σταματήσαμε να σκεφτόμαστε –αν σκεφτόμασταν ποτέ– τα «άγρια» ζώα (ευφημισμός για όσα δεν προσαρμόστηκαν στις ανθρώπινες κατοικίδιες ανάγκες) που αρπάχτηκαν από την οικογένειά τους, τον τόπο τους, το φυσικό τους περιβάλλον, τους φίλους τους; Για ποιών τις ανάγκες, εκτός από την τσέπη των δεσμοφυλάκων τους, βρέθηκαν εφ’ όρου ζωής αιχμάλωτα μόνα τους, χωρίς τη δυνατότητα να τρέξουν, να επιλέξουν την τροφή τους, να συναντηθούν με όμοια, παρόμοια ή διαφορετικά όντα;

Και με ποιο τρόπο τελικά μπορεί ένα παιδί να αντιληφθεί πώς ζουν την ζωή τους και πόσο χαρούμενα είναι στα ευάερα κλουβιά τους; Και πως είναι δυνατόν οι ίδιοι αυτοί νεαρότατοι αναγνώστες να ονειρευτούν μια εναλλακτική πραγματικότητα όπου όλα τα πλάσματα του κόσμου θα ζουν την ζωή που αξίζει να λέγεται ζωή, κι ας χάσουν μερικοί επιχειρηματίες τις πλούσιες εισπράξεις; Το ερώτημα απευθύνεται και σε όλους (εμάς) τους ανθρώπους που πενθούσαν για τον μερικό «εγκλεισμό» τους κάτι μήνες ή εξεπλάγησαν όταν έμαθαν με κάποιες δεκαετίες καθυστέρηση την ύπαρξη σε «πολιτισμένες» ευρωπαϊκές χώρες φυλακών όπου στην θέση των ζώων βρίσκονταν οι ίδιοι οι άνθρωποι.

Κοιτάζω το βιβλίο και σκέφτομαι  πως όλοι εμείς που αγαπούμε τα λογοπαίγνια που με ευφυΐα ενώνουν νοήματα και λένε τα διπλά, με τον εν λόγω τίτλο αντιλαμβανόμαστε πως εδώ η φαντασία προσγειώνεται στους ζωολογικούς «κήπους» και αλλάζει τον κόσμο τους. Ανοίγω το βιβλίο και βλέπω μια ελεφαντίνα να ξυπνάει ένα ελεφαντάκι βαριεστημένο, απρόθυμο να φάει το ίδιο και απαράλλαχτο φαγητό. Τού διηγείται την μεγάλη ποικιλία της τροφής στην σαβάνα, προσπαθεί να του μεταδώσει την χαρά που ένιωθε για τις άγριες μπανάνες, θυμάται το περπάτημα δεκάδων χιλιομέτρων κάθε μέρα, την συνάντηση με τόσα διαφορετικά ζώα που όμως δεν ξεχνούσαν ποτέ (μήπως έτσι η «μνήμη ελέφαντα»; έτσι…), το τεράστιο ήλιο των αφρικανικών ηλιοβασιλεμάτων, το ατέλειωτο κολύμπι στα μεγάλα ποτάμια. Αναρωτιέμαι, ποιος φυλακισμένος νιώθει καλύτερα, εκείνος που έζησε την ελευθερία ή εκείνος που δεν την έζησε ποτέ;

Σ’ ένα παράπλευρο κλουβί η οικογένεια των λιονταριών ζει την ίδια ανία. Φαγητό που ποτέ δεν αλλάζει, κάτι τεχνητές μπάλες για παιχνίδι. Κρυώνουν γιατί είναι μαθημένα στο διαφορετικό κλίμα της σαβάνας, ζαλίζονται από το αναπόφευκτο γύρω γύρω μέσα στο κλουβί· οι μεγαλύτεροι όμως θυμούνται καλά την ένταση και τον ενθουσιασμό του κυνηγιού, που τους γέμιζε την ζωή. Ίδιους σιωπηλούς αέναους κύκλους κάνουν τα δελφίνια στην πισίνα, χωρισμένα από την δική τους οικογένεια. Εδώ δεν υπάρχουν άλματα έξω απ’ το νερό, εξερεύνηση βυθού, μεγάλα ταξίδια. Η πολική αρκούδα υποφέρει από την ζέστη, ο δράκος του Κόμμοντο υποφέρει από το κρύο. Δυο πιθηκάκια παρατηρούν όλα τα παραπάνω, λυπούνται, σκέφτονται και συλλαμβάνουν μια ιδέα: να πουν στα παιδιά την αλήθεια. Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο, παρά αυτό που ο καθένας δικαιούται: να γνωρίζει ακριβώς τι συμβαίνει.

Εάν λοιπόν υπεξαιρέσουν το αντικλείδι και ανοίξουν το κλουβί, αν πάνε στα γραφεία για χαρτί και μαρκαδόρους, αν γράψουν σημειώματα που θα βάλουν κρυφά στις τσέπες των παιδιών; Αν τους ζητήσουν να φανταστούν εκείνα πως είναι να αναγκάζεσαι να ζήσεις για πάντα μέσα στο δωμάτιό τους, να σκεφτούν πως το σπίτι κάθε ζώου είναι η φύση και μόνο η φύση, να αποδεχτούν πως το μόνο μπάνιο που θα κάνουν ποτέ θα είναι αποκλειστικά σε μπανιέρα και ποτέ σε θάλασσες και λίμνες; Αν, ύστερα, κρυφά και αστραπιαία τα μαϊμουδίσια χεράκια χώσουν τα σημειώματα σε τσέπες, κουκούλες, παλάμες, καπέλα κι ύστερα οι έως τότε ανυποψίαστοι επισκέπτες μάθουν; Κι αν αυτοί με τη σειρά τους αρνηθούν να επισκεφτούν ξανά οποιονδήποτε ζωολογικό κήπο, πάρκο, τσίρκο; Αν δεν αρκεστούν σε αυτό αλλά συγκεντρωθούν, διαδηλώσουν και απαιτήσουν την απελευθέρωση των αιχμάλωτων ζωών, ζητώντας και την επιτέλους ευεργετική δύναμη των μέσων ενημέρωσης; Τότε τα ζώα θα βρεθούν εκεί που ανήκουν, κι επειδή οι εκπλήξεις δεν σταματούν εδώ, το  Φανταζού θα συνεχίσει να είναι ανοιχτό ως ένας μεγάλος χώρος χωρίς κλουβιά, για ζωάκια άρρωστα ή χτυπημένα, που δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν στη φύση ενώ εδώ γνωρίζουν την περίθαλψη και την περιποίηση που αξίζει σε κάθε τραυματισμένο πλάσμα. Πώς θα ήταν ο κόσμος αν γνωρίζαμε όλη την αλήθεια για τα ζώα και κάναμε το ίδιο;

Η Βολιβία το 2009 έκανε παγκοσμίως την αρχή και απαγόρευσε τα τσίρκο με ζώα, όπως διαβάζουμε στο εισαγωγικό σημείωμα του βιβλίου, αν και πάντοτε πίστευα ότι αν όλα τα παιδιά του κόσμου έβλεπαν τι προηγείται ώστε να μετατρέπονται σε θέαμα (βασανισμοί, μαστίγια, ηλεκτροσόκ, χτυπήματα, πολύωρο δέσιμο) δεν θα ξαναπατούσαν ποτέ το πόδι τους εκεί μέσα. Πάντως δεν μπορώ να μη θυμηθώ την έκπληξη πολλών συναδέλφων εκπαιδευτικών και γονέων όταν κατά καιρούς αγαπημένοι μου άνθρωποι και ο ίδιος αρνηθήκαμε να συνοδεύσουμε παιδιά σε φημισμένα «πάρκα ζώων» ως … εκπαιδευτική σχολική εκδρομή («Εκπαιδευτική»!). Δεκαπέντε χρόνια πριν, ήμασταν η μειοψηφία, σήμερα βλέπω πως τα ίδια τα παιδιά –και αναφέρομαι σε μαθητές Γυμνασίου και Λυκείου- γνωρίζουν, πληροφορούνται, αισθάνονται και κατά συνέπεια αρνούνται να συμμετάσχουν ως θεατές στην βαρβαρότητα.

Το βιβλίο αφιερώνεται στον Μπαζού, έναν χιμπατζή που ζούσε στο Αττικό Ζωολογικό Πάρκο και κατάφερε να πηδήξει τα ηλεκτροφόρα καλώδια της ψηλής περίφραξης του πάρκου, καθώς τον καταδίωκαν άλλα αρσενικά και να βγει στα χωράφια έξω από τον χώρο του πάρκου και αντί να εφαρμοστούν τα προβλεπόμενα πρωτόκολλα για την ακινητοποίησή του, πυροβολήθηκε και σκοτώθηκε από έναν υπάλληλο του πάρκου. Η ελευθερία του κράτησε ελάχιστο χρόνο. Στο βιβλίο δεν εκβιάζεται κανένα δάκρυ (κι ας μας τρέχουν) και καμία συγκίνηση (κι ας αδυνατούμε μετά από κάθε ανάγνωση να μεταπηδήσουμε εύκολα σε άλλο βιβλίο)· εδώ οι αναγνώστες μαθαίνουν, συνειδητοποιούν, αποφασίζουν, απαιτούν. Γιατί μπορούν και γνωρίζουν κι αυτό το τόσο ιδιαίτερο βιβλίο το κάνει με τον τρυφερότερο τρόπο.

H εικονογράφηση της Little Miss Grumpy [Μαρίας Πάγκαλου] μοιάζει ιδανική για την ιστορία του Φανταζού. Τα ζώα ζωγραφίζονται με παστέλ χρώματα και με μια αφαιρετική εκφραστικότητα που αποδίδει τα χαμόγελα και τις απορίες τους ως αυτονόητα· συχνά μάλιστα γεμίζουν και ολόκληρη την σελίδα, έτσι ώστε εκτός από την εικονογράφησή τους ως έργων τέχνης, νοιώθει κανείς πως μπορεί να τα αγγίξει και να τα κατανοήσει. Η συγγραφέας έχει ιδρύσει το καταφύγιο ζώων «A little Shelter» που φροντίζει καθημερινά δεκάδες αδέσποτα ζώα που τελικά υιοθετούνται από υπεύθυνες οικογένειες. Έχει εκδώσει επίσης τα βιβλία Το Σοφάκι και ο Ντο (2017), Το Μικρό Αγόρι και τα 4 Αβγά (2018), Μια Θάλασσα Πλαστικά (2020), Οικογένεια Είναι (2020), τη συλλογή Μικρά Αστέρια (2021): O Iπποπόκαμπος, Το Μικρό Κοτοπουλάκι και Καληνύχτα, Σ’ Αγαπώ (2021), Γράμματα στο Έλατο Κρυμμένα (2021) και Μα πού πάνε τα μπαλόνια; (2022).

Εκδ. Διόπτρα, 2023, σελ. 56. Εικονογράφηση Little Miss Grumpy [Μαρία Πάγκαλου]. Με εισαγωγικό σημείωμα της συγγραφέως.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Christine Beigel – Hervé Le Goff – Ο κροκόδειλος που φοβόταν το νερό

Κάτω από το κρεβάτι κρύβεται ένα τέρας ή μια παλιά χαμένη κάλτσα; Μήπως το τέρας παραμονεύει μέσα στον βυθό ή πρόκειται για ένα απλό φύκι; Οι φοβίες κάθε είδους δεν παύουν ποτέ να συντροφεύουν κάθε ανθρώπινο πλάσμα, πόσο μάλλον τα παιδιά· κι έτσι μια σειρά βιβλίων δοκιμάζουν να τις γνωρίσουν και να τις αντιμετωπίσουν με μικρές πλην ευφάνταστες ιστορίες.

Αυτή τη φορά γνωρίζουμε έναν γλυκύτατο κροκόδειλο που φοβάται πολύ το νερό και εκδηλώνει τον φόβο του με έναν …χμ… ιδιαίτερα εκδηλωτικό και αστείο «σωματικό» τρόπο. Οι φίλοι του – ένα φλαμίνγκο, μια μαϊμουδίτσα κι ένας ελέφαντας – δεν σκοπεύουν να μείνουν άπραγοι. Δεν είναι τόσο ότι παίρνουν κι αυτούς τα … σκάγια, όσο το ότι πραγματικά επιθυμούν να βοηθήσουν τον καλό τους σύντροφο να διώξει τον φόβο του. Κι εδώ καταστρώνεται ένα σχέδιο που περιλαμβάνει μια έξυπνη ιδέα κι ένα υποβρύχιο καμουφλάζ αλλά όλα εξελίσσονται διαφορετικά απ’ ότι περίμεναν οι δαιμόνιοι ζωο-φίλοι! Ένα ριψοκίνδυνο άλμα και μερικές αναπάντεχες δαγκωνιές ακολουθούμενες από θεαματικές εκτινάξεις κινδυνεύουν να χαλάσουν τα πάντα αλλά στο τέλος η λύση έρχεται από άλλο δρόμο, από εκεί που δεν το περιμένουν·  στην ουσία όμως το έχουν ήδη δρομολογήσει με την καλή τους καρδιά και την διάθεση βοήθειας.

Με σκίτσα που προκαλούν χαμόγελο και τρυφερό γέλιο και χρωματισμούς σ’ όλες τις αποχρώσεις του κίτρινου και άλλων ζωηρών χρωμάτων, αυτό το βιβλίο μικρού μεγέθους αποτελεί μια ακόμα δημιουργία ενός συμπαθέστατου ζευγαριού συνεργατών, δυο πενηντάχρονων Γάλλων που γράφουν και εικονογραφούν «Μικρά βραδινά παραμύθια» με χαρούμενες ιστορίες, σε ευαίσθητα θέματα, για ήσυχα βράδια. Ο τρόπος τους κάθε φορά είναι η «ιστορία μέσα στην ιστορία»: η ιδέα τους είναι όλες οι ιστορίες να αποτελούν «Παραμύθια της γιαγιάς κότας», η οποία και τα διηγείται στα κλωσσοπουλάκια που έχουν πάντα σχετικές ανησυχίες.

Έτσι ο κροκόδειλος που φοβόταν το νερό, προστίθεται στην αγελάδα που ήθελε να σβήσει το φεγγάρι, στο λιοντάρι που έλεγε πάντα όχι, στον λύκο που τρελαινόταν για καραμέλες, στο πρόβατο που δεν μπορούσε να κοιμηθεί και στον χαμαιλέοντα που έψαχνε την μαμά του· σε ιστορίες που αντιμετωπίζουν ψυχοσυναισθηματικές καταστάσεις με τρυφερή κωμικότητα και ενσυναίσθηση. Κι αν βλέπετε καμιά φορά την ουρά του τέρατος, τραβήξτε την τρεις φορές, ούτε περισσότερες ούτε λιγότερες, και τότε θα μεταμορφωθεί σε κουβερτάκι απαλό!

Εκδ. Κλειδάριθμος, 2019, μτφ. Χριστίνα Σωτηροπούλου, ηλικίες 3-6, σελ. 20 [Le, Crocodile qui avait peur de l’ eau, 2011].

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.