Ροξάν Μαρί Γκαλιέ – Ώρα να κοιμηθείς γλυκά (εικονογράφηση: Σενγκ-Σουν Ρατάναβαν)

Υπάρχει λοιπόν το διαχρονικό αξίωμα σύμφωνα με το οποίο κανένα παιδί δεν θέλει να πάει για ύπνο και όσοι έχουν σχετική εμπειρία μπορούν να «κατεβάσουν» άμεσα δεκάδες τερτίπια, τρυκ, τεχνήματα κι ό,τι έχει σκαρφιστεί ο νους του γονέα για να τα οδηγήσει στο κρεβάτι. Αντίστοιχα, μια σειρά από βιβλία έρχονται κατά καιρούς να ενισχύσουν τον σχετικό … εξοπλισμό και, πράγματι, είναι γεμάτα εξαιρετικές ιδέες. Δεν έχουμε όμως διαβάσει ως τώρα την άλλη πλευρά, όσα δηλαδή που επικαλούνται τα παιδάκια για να παρατείνουν την ώρα της κατάκλισης· τις περίτεχνες δικαιολογίες, τα ευφάνταστα κόλπα τους!

Εδώ καταφτάνει η γλυκύτατη Μιγιούκι που απολαμβάνει την καθημερινότητά της και μια εμφανέστατη σχέση αγάπης με τον παππού της. Όταν έρχεται λοιπόν η ώρα να αποχαιρετήσει την ξυπνητή της μέρα, το πρώτο θέλγητρο που επιστρατεύεται από τον παππού είναι τα υπέροχα όνειρα που την περιμένουν. Αμ δε! Το επιχείρημα του έστω και λιγοστού φωτός και η επίκληση τόσων ακόμα πραγμάτων που πρέπει να γίνουν συνηγορούν σε συνεχή, ζαβολιάρικη αναβολή. Δεν πρέπει να ετοιμαστεί ο κήπος για τις αυριανές λιβελούλες; Θα μείνουν τα καρότα απότιστα; Δεν πρέπει να μαζευτεί η οικογένεια των σαλιγκαριών στο υπαίθριο κατάλυμά τους; Θα μείνει η γάτα ασκέπαστη; Και δεν θα χορέψουμε τον τελευταίο χορό της ημέρας; Η Μιγιούκι υπεκφεύγει με τέτοιο τρόπο που είναι αδύνατο να διακρίνει κανείς αν το κάνει με αθωότητα ή παιδική πανουργία. Αλλά δεν έχει και σημασία: αυτά τα δυο συχνά εναλλάσσονται κι ανακατεύονται μια χαρά! Σε κάθε της δισέλιδο τρυφερά και πειστικά αποδεικνύει πως οι εκκρεμότητες είναι πολλές και ο ύπνος μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα. Κι όταν τελικά συντονιστεί για τελευταία φορά με τον υπέροχο φυτικό και ζωικό μικρόκοσμο γύρω από τον οποίο έχει την τύχη να ζει, τότε μπορεί πανέτοιμη να αφεθεί μαζί τους στην νύχτα.

Αυτό ακριβώς το σύμπαν, στο μαγευτικό πέρασμα από την μέρα και στο βράδυ κι από το φως στο σκοτάδι αποδίδει έξοχα η εικονογράφος. Άλλοτε μικρογραφεί και άλλοτε εστιάζει, επιλέγει ως ενδιαφέρον παιχνίδι συγκεκριμένα χρώματα σε απαλούς τόνους και ζωγραφίζει με τρόπο που θυμίζει την ίδια στιγμή ιαπωνική ζωγραφική και σύγχρονα κόμικς. Δεν επικεντρώνει στο ευρύτερο περιβάλλον αλλά στον προσωπικό κόσμο της μικρής, εκεί όπου ο κήπος και η αυλή με τα ζώα και τα φυτά μεγεθύνονται και αποκαλύπτουν το δικό τους ανάλογο πέρασμα. Αν είναι έτσι, αν η κάθε μικρή ψυχή τελετουργεί με τέτοιο τρόπο τον αποχαιρετισμό της ημέρας, τότε απερίφραστα αξίζει το κόπο να μοιραζόμαστε μαζί του αυτή την μικρή παράταση!

Αλλά εμείς που μπορεί να μην συμβιώνουμε με τα θαυμαστά που περιτριγυρίζουν την μικρή Μιγιούκι δεν μπορούμε να βρεθούμε μπροστά σε κάτι ανάλογο; Φυσικά και μπορούμε, καθώς το «πρόγραμμά» της μας αφορά όλους το ίδιο, όπου και να ζούμε. Μας γνωρίζει το μεγάλο μέγεθος που παίρνουν οι μικρές ασχολίες στο μυαλό του κάθε μικρού πλάσματος που γνωρίζει σταδιακά τον κόσμο, πόσο σημαντικές φαντάζουν (και είναι) εκείνες που μπορεί για πολλούς ενήλικους να μοιάζουν αυτονόητες και τετριμμένες· μας συνοδεύει στην πηγαία παιδική αγάπη για τα ζωικά πλάσματα και μας υπενθυμίζει πως μέσα σε αυτή την κυκλική, τελετουργική, σχεδόν φιλοσοφημένη διαδικασία κρύβονται πολλά μυστικά της ίδιας της ζωής.

Εκδ. Νεφέλη – «Τσαλαπετεινός», 2018, μτφ. Θεόφιλος Μπαχτσεβάνης, 38 σελ. [Roxane Marie Galliez / Seng Soun Ratanavanh  – Au lit Miyuki, 2017]. Τα βιβλία του Τσαλαπετινού τυπώνονται στην Ελλάδα σε χαρτί από βιώσιμα δάση και με οικολογικό μελάνι και είναι εγκεκριμένα για την επαφή με τρόφιμα.

Μια ενδιαφέρουσα συνομιλία με την γεννημένη στο Λάος και μεγαλωμένη στο Παρίσι εικονογράφο ) εδώ.

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των Παιδιών, εδώ.

Λουίς Σεπούλβεδα – Η ιστορία ενός σαλίγκαρου που ανακάλυψε τη σημασία της βραδύτητας

Ο αντάρτης και η μνήμη

Μπορεί ο Σεπούλβεδα να είναι ένας ανεξάντλητος στην έμπνευση μυθιστοριογράφος, διηγηματογράφος και δοκιμιογράφος, αλλά αυτή τη φορά το εύρημα της «παιδικής» τους ιστορίας το πρόσφερε αφειδώς ο εγγονός του στον κήπο του σπιτιού τους, ούτως ή άλλως γνωστό τόπο θαυμάτων ανεξάρτητα από τόπους κι εποχές. Υποθέτω έχετε ήδη αντιληφθεί ποια ήταν η ερώτηση: Γιατί είναι τόσο αργό το σαλιγκάρι;

Το θέμα είναι ότι σ’ ένα λιβάδι κοντά στο σπίτι μας ζει πράγματι μια αποικία σαλιγκαριών τα μέλη της οποίας δεν έχουν αναρωτηθεί κάτι τέτοιο· ούτε τα σαλιγκάρια της που κατά τα άλλα δεν έχουν την παραμικρή αμφιβολία πως ο τόπος τους είναι ο καλύτερος. Δεν έχει σημασία που κανέναν απ’ αυτά δεν έχει ταξιδέψει ως την άκρη του λιβαδιού· τους αρκεί που ήταν σκεπασμένο με χόρτα και αγριολούλουδα, στεγάζονται σε πυκνόφυλλο χειμωνανθό και τρώνε το νοστιμότατο λιονταρόδοντο. Είναι σημαντικό να χαίρεσαι όσα έχεις αλλά πάντα θα υπάρχουν ερωτήσεις που βασανίζουν κάποιον ανικανοποίητο νέο. Γιατί τα σαλιγκάρια δεν αποκτούν ονόματα και το ένα αποκαλεί το άλλο σαλιγκάρι; Και το κυριότερο: γιατί πάνε τόσο αργά;

Το σαλιγκάρι γνωρίζει πως μόνο με την συνδρομή των άλλων μπορεί κάπως να διαφωτιστεί. Τα σαλιγκάρια του περίγυρου όχι μόνο δεν έχουν τι να απαντήσουν αλλά και το σαρκάζουν. Μόνο η κουκουβάγια (που ανοίγει τα μάτια της τη νύχτα και βλέπει ό,τι γίνεται και τα κλείνει τη μέρα και βλέπει ό,τι έγινε) έχει απλά να του πει πως όλα όσα έχει δοκιμάσει, το πικρό και το γλυκό, η βροχή κι ο ήλιος, η παγωνιά και η νύχτα, όλα πάνε μαζί του και τον βαραίνουν, εξ ου και η βραδύτητα. Μόνη λύση είναι η φυγή προς αναζήτηση της αλήθειας.

Η αναζήτηση είναι περιπετειώδης και οι συναντήσεις με άλλα ζώα πολλές. Η εξίσου αργοκίνητη χελώνα τον ενημερώνει πως όταν ένας άνθρωπος έχει τολμηρές ερωτήσεις λέγεται Αντάρτης. Κι εκείνη που δεν σταμάτησε να θυμάται τον δρόμο απ’ όπου ήρθε και το δικό της παρελθόν την είπαν Μνήμη. Αμφότεροι διαθέτουν πια ονόματα και καταλαβαίνουν πως τον ίδιο δρόμο είχαν πάρει κι από πριν γνωριστούν. Φαίνεται πως αντάρτης και μνήμη πάντα πάνε μαζί και αντιστρόφως.

Περιπλάνηση χωρίς περιπέτεια δεν νοείται. Στην άκρη του λιβαδιού το σαλιγκάρι εντοπίζει ένα τεράστιο ανθρώπινο εργοτάξιο όπου πελώρια ζώα με κυκλικά πόδια και μεταλλικές καρδιές στρώνουν μια μαύρη λωρίδα γης που ονομάζεται δρόμος. Οι απαντήσεις μπορούν να περιμένουν· τώρα προέχει η επιστροφή για να προειδοποιήσει την κοινωνία του. Τα πρεσβύτερα σαλιγκάρια αντιμετωπίζουν με δυσπιστία τις ειδήσεις που φέρνει ο Αντάρτης· οι μεγάλοι πάντα ανησυχούν μη χάσουν το κύρος και την εξουσία τους.  Στο μαύρο πέπλο όμως τίποτα δεν φυτρώνει, τα χόρτα τις άκρες του έχουν γεύση περίεργη και δυσάρεστη, οι ακτίνες του ήλιου δεν αντανακλώνται κι η εγκλωβισμένη θέρμη παραπλανά τους σκαντζόχοιρους. Η κατάσταση επείγει και σύντομα αλλάζει.

Αργά, πολύ αργά, ο Αντάρτης συνέχισε το δρόμο του και, στρέφοντας το κεφάλι, είδε πως όλα τα σαλιγκάρια τον ακολουθούσαν. Ούτε καμάρωσε γι’ αυτό, ούτε ένιωσε καμιά ευτυχία. Εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε πως θα προτιμούσε να μην τον είχαν ακολουθήσει, αφού τότε θα είχε την ευθύνη μόνο για τη δική του τύχη. Τα σαλιγκάρια τον ακολούθησαν, κι αυτό του προκάλεσε πολύ φόβο, αλλά τότε θυμήθηκε αυτό που του ’χε πει η Μνήμη, ότι οι πραγματικοί αντάρτες νιώθουν φόβο αλλά τον ξεπερνάνε, κι αργά, πολύ αργά, συνέχισε το δρόμο του πάνω στο χορτάρι.

Ο Σεπούλβεδα γνωρίζει καλά και την τέχνη της αφήγησης μιας παιδικής ιστορίας που αφορά κάθε ανθρώπινο πλάσμα. Περιγράφει την φύση (με εκφράσεις που εστιάζουν σε λεπτομέρειες που δεν παρατηρούμε), αγγίζει περιφερειακά θέματα (η εγκατάλειψη ζώου) και προκαλεί ερωτήματα που έρχονται αβίαστα, χωρίς αναφορά – να αρκείσαι στα καλά που σου δίνει η ζωή ή να συνεχίζεις να ψάχνεις μια γνώση που μπορεί να σου τα στερήσει; Την δε ιστορία του δεν βιάζεται καθόλου να την ολοκληρώσει· φαίνεται πως ακολουθεί κι ο ίδιος την βραδύτητα του σαλιγκαριού. Είναι η ίδια βραδύτητα που επέτρεψε στο σαλιγκάρι να γνωρίσει τόσα ζώα και αναζητώντας απαντήσεις να εντοπίσει κινδύνους και να γίνει χρήσιμος στην κοινωνία του. Κι όχι μόνο! Χάρη στις αργές του κινήσεις προειδοποίησε και άλλα ζώα, όπως τις μέλισσες και τους σκαραβαίους, ενώ αν ήταν ταχύς δεν θα τους είχε καν δει. Μένει εμείς οι σοφοί δίποδοι μεγάλοι να εμπνευστούμε το γρηγορότερο δυνατό (εδώ θέλει ταχύτητα!) από την εμπειρία του σαλιγκαριού και να διαπιστώσουμε πως η δική μας ζωή, ακόμα και στα λιβάδια που προτιμήσαμε, δεν απολαμβάνεται με υπερταχείες.

Εκδ. Opera, 2013, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, εικονογράφηση Ειρήνη Ελευθεριάδη, σελ. 88 [Luis Sepúlveda, Historia de un caracol que descubrió la importancia de la lentitud, 2013]

ΥΓ. Το νου σας, ο Σεπούλβεδα έχει συνεταιρικά γράψει και τα χειρότερα των αδελφών Γκριμ, όχι των γνωστών, αλλά κάτι άλλων.

Δημοσίευση και στο πανδοχείο των παιδιών, εδώ.