Τζόναθαν Γουίλσον – Αντιστρέφοντας την Πυραμίδα. Η ιστορία του ποδοσφαίρου, των τακτικών και των συστημάτων του

Ασκήσεις επί χόρτου, Α΄
Η μεγάλη παρανόηση γύρω από το παιχνίδι είναι πως πρόκειται πάνω απ’ όλα για τη νίκη (…) ενώ πρόκειται για τη δόξα, για το ύφος (…) και τη μεγαλοπρέπεια είπε κάποτε ο Ντάνι Μπλαντσφλάουερ, επιζών του ατυχήματος της Μάντσεστερ Γιουνάιτεντ. Γύρω από αυτή την «παρανόηση» και την επιλογή της νίκης ή του θεάματος καταστρώθηκαν δεκάδες συστήματα που προσέδωσαν στο ποδόσφαιρο ποικίλες φυσιογνωμίες και τέρψεις. Οι σχετικές θεωρητικές αναπτύξεις του παρόντος ιστορικού εγχειριδίου διανθίζονται με πορτρέτα παικτών και προπονητών, σχεδιαγράμματα αγωνιστικής παράταξης κορυφαίων συναντήσεων και πλήθος απόψεων από μια τεράστια ποδοσφαιρική βιβλιογραφία (ένα σύμπαν εντελώς άγνωστο στα καθ’ ημάς).

Ήταν 1973 όταν μια καίρια αγωνιστική αλλαγή αποφασίστηκε σ’ ένα δωμάτιο στην άκρη των αποδυτηρίων του Άνφιλντ (που αποτελούσε ένα είδος βάσης δεδομένων για την Λίβερπουλ, καθώς προπονητές, μάνατζερ και γυμναστές συζητούσαν για κάθε βιβλίο προπονητικής και τακτικής). Η επιστροφή ενός χαφ δίπλα στον κεντρικό αμυντικό, η κατάργηση του στόπερ, η έναρξη της επίθεσης απ’ την άμυνα και η αντικατάσταση του κλασικού «κλότσα και τρέχα» από ένα υπομονετικό «πάσινγκ γκέιμ» θα οδηγούσαν στην ευρωπαϊκή κυριαρχία των αγγλικών ομάδων στο τέλος της δεκαετίας του ’70 και στις αρχές του ’80. Λίγο νωρίτερα η συνύπαρξη ατομικότητας και συστήματος και η διεύρυνση του αγωνιστικού χώρου μέσω κατοχής της μπάλας είχαν οδηγήσει στο «ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο» του Ρίνους Μίχελς. Οι παίκτες δικαίωναν την παρουσία τους μόνο μέσω γρήγορης εναλλαγής θέσεων και αλληλοκάλυψης· κάθε επιθετικός μπορούσε να αμυνθεί και το αντίστροφο. Το τεχνητό οφσάιντ έγινε επιθετικό: η πίεση των αντιπάλων ξεκινούσε από ψηλά και το ενστικτώδες, αυτόματο παιχνίδι του Άγιαξ και της Εθνικής Ολλανδίας του ’70 ήταν απολαυστικό.

Αργότερα ο Βαλερί Λομπανόφκσι εφάρμοσε στην Δυναμό Κιέβου τις τεχνικές της Κυβερνητικής Μηχανικής και των μαθηματικών μοντέλων πρόβλεψης που διδάχθηκε στο Ινστιτούτο Επιστημών της πόλης. Η ομάδα αντιμετωπιζόταν σαν ένα δυναμικό σύστημα με σκοπό την παραγωγή της υψηλότερης δυνατής ενέργειας· για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκαν υπολογιστές για λεπτομερή ανάλυση των στατιστικών στοιχείων κάθε παιχνιδιού. Η ποδοσφαιρική του αντίληψη, σε ευθεία συνάρτηση με την κρατική ιδεολογία, αποτέλεσε την επίσημη έκφραση του σοβιετικού ποδοσφαίρου: η φιλοσοφία βασιζόταν στην ομάδα και στην εξέλιξη του «συλλογικού παιχνιδιού» και η ατομικότητα είχε αξία μόνο αν χρησιμοποιούνταν προς όφελος του συνόλου.

Ο Αρίγκο Σάκι αμφισβήτησε την ιταλική αμυντική ηττοπάθεια και κατάργησε το ατομικό μαρκάρισμα, μοιράζοντας την ευθύνη του σε όλους τους παίκτες. Η Μίλαν που στη δεκαετία του ’60 θριάμβευσε με την εισαγωγή του λίμπερο, τώρα τον αντικαθιστούσε με άμυνα ζώνης. Για τον Σάκι ένας καλός μάνατζερ είναι σεναριογράφος και σκηνοθέτης ταυτόχρονα: οφείλει να εφοδιάσει τους παίκτες με όσο το δυνατόν περισσότερες γνώσεις, εργαλεία και εναλλακτικές, ώστε να αποφασίσουν κατάλληλα, ακολουθώντας πάντα το σενάριο. Αν θες να μείνεις στην ιστορία, έλεγε, δεν μπορείς μόνο να κερδίζεις, πρέπει και να παίζεις ωραίο ποδόσφαιρο. Η δική του ομάδα έμεινε στη μνήμη περισσότερο από την πρόσφατη και πιο πετυχημένη Μίλαν του Καπέλο.

Τι μένει ακόμα να συμβεί σ’ ένα άθλημα τόσο συστηματοποιημένο; Οι κλασικές ατομικές θέσεις (ακραίος, πλέι μέικερ, φουνταριστός) εξαφανίζονται, η συλλογικότητα επικρατεί της ατομικότητας, οι παίκτες γίνονται πολυ–λειτουργικοί (διαρκής υπενθύμιση του Μουρίνιο). Η φυσική κατάσταση φτάνει στο απροχώρητο, «το μέλλον θα είναι μια καθολικότητα όπου όλοι θα τα κάνουν όλα». Θα διατηρηθεί άραγε η αντιπαλότητα ανάμεσα στην ομορφιά και την σκοπιμότητα, ανάμεσα στο ποδόσφαιρο «της τέχνης» και «των αποτελεσμάτων», σαν αντικαθρέφτισμα της αντίθεσης ρομαντισμού και ρεαλισμού;

Μέρος Β΄ – Προσθήκες

Στο δωματιάκι εκείνο του Άνφιλντ γινόταν μια συζήτηση πολύ πιο πλατιά και ανοιχτή απ’ όσο στο διοικητικό συμβούλιο της ομάδας, όπως παραδέχτηκε ο Πέισλι. Η συζήτηση έγινε την επομένη της ήττας της Λίβερπουλ από τον Εθνικό Αστέρα στο Κύπελλο Πρωταθλητριών (πριν τα προημιτελικά). Ο Μπιλ Σάνκλι πάντα προτιμούσε το ποδοσφαιρικό στιλ της ηπειρωτικής Ευρώπης αλλά έπρεπε να αντικατασταθεί από τον Πέισλι το 1974 για να αποκτήσει η ομάδα το νέο της πρόσωπο, που ακολούθησε και η Νότιγχαμ Φόρεστ του Μπράιαν Κλαφ. Η εκδοχή του Γκράχαμ Τέιλορ (που ο Έλτον Τζον του πρόσφερε την θέση του μάνατζερ της Γουότφορντ) με πρέσινγκ πάνω στην μπάλα όπου κι αν βρισκόταν και συνεχή επίθεση οδήγησε την ομάδα σε άνοδο τεσσάρων κατηγοριών σε πέντε χρόνια και σε υψηλότατα σκορ.

Ο Γουίλσον, εξαιρετικός γνώστης του θέματος, γράφει με ενθουσιασμό και πειθώ, ακόμα κι όταν συνδέει το ολλανδικό ποδόσφαιρο με την σουρεαλιστική και αναρχική ατμόσφαιρα των Πρόβο στο Άμστερνταμ του ’60 ή διαπιστώνει μια σχέση ανάμεσα στην παγερή ευφυΐα υψηλής ακρίβειας του Ντένις Μπέργκαμπ με την τέχνη του … του Πιτ Μοντριάν.

Ο Σάκι, ένας πωλητής στο οικογενειακό εργοστάσιο παπουτσιών που ποτέ δεν έπαιξε μπάλα, έπαιξε την άμυνα ζώνης όσο το δυνατόν καλύτερα, βασισμένη στους τέσσερις αμυντικούς που έπαιζαν όχι με λίμπερο αλλά στην ευθεία – ένα είδος κυρτού σύρτη (πρωτοποριακό για την Ιταλία). Δεν ήθελα ποδοσφαιριστές σολίστες, έλεγε, αλλά μια ορχήστρα με μουσικούς ικανούς να πάρουν γρήγορη και σωστή απόφαση. Ο Μαλντίνι είχε παραδεχτεί ότι η Μίλαν του 1989 ήταν η καλύτερη ομάδα στην οποία έπαιξε ποτέ

Ο Γιόχαν Κρόιφ έδωσε καλλιτεχνική χροιά στο παιχνίδι και διεκδίκησε να πληρώνεται όσο άξιζε. Ο Μίχελς μετέφερε το ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο στην Μπαρτσελόνα ενώ ο διάδοχος Κόβατς δίνοντας την ελευθερία στην ομάδα να φτάσει στο ποδοσφαιρικό της απόγειο, προετοίμασε και την πτώση της. Οι ολλανδικές ομάδες του totaalvoetbal έχασαν δυο τελικούς Μουντιάλ την δεκαετία του ’70, όπως και η περίφημη Ουγγαρία του 1954…

Ένα ολόκληρο κεφάλαιο αφιερώνεται στο κατενάτσιο («το δίκαιο του αδύνατου»)και στον υπέρτατο εκφραστή του, τον Χελένιο Χερέρα. Εκείνος ο τελειομανής, ολοκληρωμένος σύγχρονος μάνατζερ (όπως ο Φέργκιουσον και ο Βενγκέρ) έδινε πρωτόγνωρη έμφαση στην φυσική κατάσταση και την ψυχολογία αλλά και στην απόλυτη πειθαρχία, καταπνίγοντας την παραμικρή αμφισβήτηση της εξουσίας του (γνωστή η άποψή του περί υποχρεωτικού πολυήμερου εγκλεισμού στο προπονητικό κέντρο). Όμως το όνομά του συνδέθηκε με κατηγορίες για φαρμακευτική υποστήριξη στους ποδοσφαιριστές· παροιμιώδης έμεινε ο περίφημος «καφές Χερέρα». Μπορεί τα καλοσχεδιασμένα προγράμματα φαρμακευτικής βοήθειας των Σοβιετικών να συγκέντρωσαν τη δεκαετία του ’70 την προσοχή του κόσμου αλλά δεν ήταν τα μόνα.

Εκδ. Polaris 2010, μτφ. Χρίστος Χαραλαμπόπουλος, εισαγωγή Αντώνης Καρπετόπουλος, σ. 505 (Jonathan Wilson, Inverting the Pyramid. A history of football tactics, 2008).

Πρώτη δημοσίευση: Α΄ μέρος: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 637, 8.1.2011 (και εδώ). Στην εφημερίδα ο τίτλος Ασκήσεις επί χόρτου μετατράπηκε για ακατανόητο λόγο σε Ασκήσεις επί χόρτου πάντα (!). Ίσως ο στοιχειοθέτης είχε μια κάποια ποιητική έκλαμψη! Το Β΄ μέρος δημοσιεύεται πρώτη φορά εδώ. Στις φωτογραφίες: Μπιλ Σάνκλι, Χελένιο Χερρέα, Χορευτής Κρόιφ, Ρϊνους Μίχελς, συγγραφέας.

Ρίσαρντ Καπισίνσκι – Έβενος, Το χρώμα της Αφρικής – Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου – Ταξίδια με τον Ηρόδοτο

Οδυσσέας της Αφρικής, του «Άλλου» συνομιλητής

Ο Καπισίνσκι (1932-2007) υπήρξε ο πρώτος μόνιμος πολωνός ανταποκριτής στην Αφρική. Οι ανταποκρίσεις του από τα δύσβατα πεδία της Ιστορίας συχνά συγκεντρώθηκαν σε βιβλία του, τρία από τα οποία επανεκδίδονται εδώ σε ενιαίο τόμο, προσφέροντας την ευκαιρία για μια εκ νέου αποτίμηση κρίσιμων και οριακών καταστάσεων. Η Έβενος (1998) αφορά την περιπέτεια της εμβύθισής του στην Μαύρη Ήπειρο, που έζησε από κοντά, από τις ελπιδοφόρες δεκαετίες της αποαποικιοποίησης (’50 – ’60) μέχρι τις οριακές πολιτικές συγκυρίες της τελευταίας τριακονταετίας. Ο πόλεμος του ποδοσφαίρου (1988) επίσης εστιάζει κυρίως στην Αφρική, ενώ το φερώνυμο κείμενο αναφέρεται στον πόλεμο Ονδούρας – Σαλβαδόρ, που ξέσπασε με αφορμή έναν ποδοσφαιρικό αγώνα, που αποτέλεσε ιδανική εστία έκρηξης «των εθνικιστικών διαθέσεων και της υπερπατριωτικής υστερίας, αναγκαίων για να ενισχυθεί η εξουσία των ολιγαρχικών καθεστώτων στις δυο χώρες». Στα Ταξίδια με τον Ηρόδοτο (2004) επιστρέφει στις απαρχές της δημοσιογραφικής του περιπέτειας, βασική έμπνευση της οποίας υπήρξαν οι ηροδότειες ιστορίες. Η συνειδητοποίηση της άγνοιάς του κατά τις πρώτες αποστολές σε Ινδία και Κίνα (1956-1957) και η πεποίθηση πως κανένας πολιτισμός δεν θα αποκαλυφθεί χωρίς απροσμέτρητο κόπο, οδήγησαν στην επιλογή της «κατακερματισμένης, πιο διαφοροποιημένης στην απεραντοσύνη της» Αφρικής.

Ο Καπισίνσκι φωτίζει τόσο την ιστορία όσο και την καθημερινότητα, κινούμενος με άνεση από το δημόσιο στο ιδιωτικό. Εμβριθή κείμενα για την Ρουάντα, το Σουδάν, την Λιβερία, την Νιγηρία, την Ουγκάντα, την Αιθιοπία κ.ά. εναλλάσσονται με μικρότερα κομμάτια για ποικίλες πτυχές της αφρικανικής ζωής: ένα σχολείο προφορικό και ανοιχτό σε όλους κάτω από ένα δέντρο στον Γαλάζιο Νείλο, την οδύσσεια της αναζήτησης μιας γούρνας στη Σομαλία, τον αφανισμό της κοινωνίας των Τουαρέγκ. Ερμηνείες για την αποικιοκρατία και το Απαρτχάιντ συνυπάρχουν με προσωπογραφίες ηγετών που επιχείρησαν να κυβερνήσουν δίκαια και ειρηνικά στην μετα-αποικιακή συγκυρία και αντιπαρατέθηκαν με το αποικιακό παρελθόν, την διαφθορά και τις εξωτερικές επεμβάσεις (όπως ο Πατρίς Λουμούμπα στο Κονγκό, ο Κβάμε Νκρούμα στην Γκάνα, ο Μπεν Μπέλα στην Αλγερία). Η γραφή του θυμίζει το ειδολογικό και θεματολογικό εύρος σπουδαίων συγγραφέων της ταξιδευτικής λογοτεχνίας, όπως ο Μπρους Τσάτουιν ή ο Πωλ Θερού, εμπλουτισμένη με πρόσθετα νεωτερικά στοιχεία, καθώς καθίσταται ο ίδιος μέρος της αφήγησης και συμπεριλαμβάνει, ως «σχέδιο ενός βιβλίου που δεν γράφτηκε ποτέ», σημειώσεις, συγγραφικά desiderata και υπενθυμίσεις προς εαυτόν, στην ουσία εξαρτήματα του εργαστηρίου του.

Αποφεύγοντας τις προστατευμένες περιοχές των λευκών και τα άνετα ξενοδοχεία, κοινώς οτιδήποτε έμοιαζε με ευρωπαϊκή προέκταση στην ήπειρο, ο Καπισίνσκι προτιμά να ζήσει σε αμιγώς αφρικανικές συνθήκες, ακόμα κι όταν η επιλογή του να μείνει σ’ ένα δωμάτιο σε μια Νιγηριανή συνοικία συνεπάγεται την σιωπηρή αποδοχή συνεχών κλοπών, με αντάλλαγμα την κοινωνική αποδοχή και ασφάλεια! Προσαρμόζεται στην διαφορετική αντίληψη για τον μη γραμμικό ή μετρήσιμο χρόνο και τον χώρο, που ιδίως στα χωριά δεν είναι διαιρεμένος αλλά ανοιχτός, χωρίς περιορισμούς. Συνηθίζει στην ανυπαρξία πινακίδων ή χαρτών, καθώς οι γηγενείς είναι γνώστες της γραφής του τοπίου και αποδέχεται διαφορετικές νοοτροπίες. Ενδεικτική είναι η περίπτωση μιας τεράστιας τρύπας στη μέση του δρόμου που δεν διορθώνεται ποτέ, ώστε να απασχολούνται πολλοί άνθρωποι στις ρυμουλκήσεις των φορτηγών και να δημιουργηθεί ολόκληρη εμπορική εστία τριγύρω! Περιπλανιέται στους προσφυγικούς καταυλισμούς – τόπους συλλογικού μαρτυρίου που, εκτός από τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, κανείς δεν γνωρίζει ή δεν επιθυμεί να γνωρίζει, στα αφρικανικά μπαρ, που αποτελούν ταυτόχρονα το φόρουμ, το ενεχυροδανειστήριο, το καπηλειό και την βουλή του Αφρικανού, στα «μνημεία» των εξωτερικών επεμβάσεων, όπως η στρατιωτική νεκρόπολη του Ντέμπρε Ζέιτ της Ερυθραίας, μια αχανής πεδιάδα χιλιάδων τόνων οπλικών συστημάτων, αχρησιμοποίητα λόγω άγνοιας δώρα του Μπρέζνιεφ προς τον Μενγκίστου!

Δεν ήταν λίγες οι φορές που έφτασε κοντά στο θάνατο ή την εκτέλεση και εκτέθηκε σε κάθε κίνδυνο που συνεπαγόταν η παρουσία του σε κρίσιμες κοινωνικοπολιτικές καταστάσεις, πόσο μάλλον ως ξένου. Βίωσε την μοναξιά του τρόμου απέναντι στη βία που δεν υπόκειται σε έλεγχο ή τιμωρία. Το χρώμα του δέρματός του τον έφερνε πάντα αντιμέτωπο με τον φόβο ή το μίσος απέναντι στον Λευκό ή ως απολογητή της αποικιοκρατίας. Αντιμετώπισε πολλές ασθένειες αλλά και την «νόσο της τροπικής μελαγχολίας», καθώς ατέλειωτες μέρες κυλούσαν κενές και άπραγες. Έπρεπε να προσαρμοστεί στην καυτή σαβάνα ή την υγρή ελονοσιακή βιολογία των τροπικών, σε μέρη «εξόριστα μεταξύ ουρανού και γης» και σε πυρακτωμένα κλίματα όπου ήλιος γινόταν εχθρός, να βρίσκει προστασία κάτω από τα φορτηγά ή τις σκιές των θάμνων ή να περιπλανιέται άσκοπα, με «την ψευδαίσθηση και την αστάθεια της ύπαρξης». Επιπρόσθετα, βρισκόταν σε μειονεκτικότερη θέση από τους συναδέλφους μεγάλων πρακτορείων (έλλειψη χρημάτων, μεταφραστών κ.λπ.),

Βασική είναι η διαπίστωση της εμπλοκής του πολυφυλετικού αφρικανικού πληθυσμού στο φυλετικό μίσος, την «τερατώδη, δαιμονική μονομανία της Αφρικής», που οδηγεί σε εμφύλιες συγκρούσεις οι οποίες προκαλούν σήμερα μεγαλύτερο αριθμό θυμάτων σε σχέση άλλες. Εξετάζονται οι μηχανισμοί της διχόνοιας και των ενδοαφρικανικών αντιθέσεων και ερευνάται με ποιό τρόπο συγγενικοί πολιτισμοί κατέληξαν από την προσέγγιση και την αλληλεπίδραση στην εχθρότητα. Καθόλου άσχετο το παράδοξο που τόνισε ο Ρόναλντ Όλιβερ στην Αφρικανική Εμπειρία: ενώ λέγεται πως οι αποικιοκράτες διαίρεσαν την Αφρική, ουσιαστικά υπήρξε μια βάναυση ενοποίηση, με τον περιορισμό χιλιάδων οντοτήτων σε δεκάδες.

Οι αφρικανικοί πόλεμοι, απροσπέλαστοι στα μέσα ή τους διεθνείς παρατηρητές, παραμένουν άγνωστοι στον Δυτικό κόσμο. Η Αφρική, εκτός του ισλαμικού βορρά, δεν γνώρισε τη γραφή, συνεπώς ούτε την συγγραφή της ιστορίας, που πάντα μεταδιδόταν προφορικά, με την μορφή μύθου από στόμα σε στόμα και όριο την μνήμη, γι’ αυτό και οι συνευρέσεις των τοπικών κοινωνιών είναι σημαντικές για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς τους. Για εκατοντάδες χρόνια η ιστορία της ηπείρου υπήρξε «ανώνυμη»: τα ονόματα εκατομμυρίων σκλάβων και ξεριζωμένων παρέμεναν ακατάγραφα, άγνωστα. Σε τέτοιες οριακές καταστάσεις τα στρατιωτικά πραξικοπήματα γεννιούνται με επαναλαμβανόμενη νομοτέλεια και γίνονται αναπόσπαστο κομμάτι του πολιτικού βίου. Οι περιπλανώμενοι άνεργοι bayaye αποτελούν ιδανική δεξαμενή στρατολόγησης, με αντάλλαγμα φαγητό και οπλισμό, αλλά και την αίσθηση πως έχουν κάποια αξία. Ένας στρατός πλιατσικολόγων (lumpenmilitariat) που ληστεύει και λεηλατεί ατιμώρητος κι ένας δικτάτορας με αστείρευτη πηγή κέρδους την διεθνή βοήθεια, επιβεβαιώνουν πως όποιος έχει όπλο έχει τρόφιμα και όποιος έχει τρόφιμα έχει εξουσία. Ο στρατός αποτελεί συχνά τη μόνη λύση επιβίωσης για τα παιδιά. Καθόλου τυχαία τα αυτόματα όπλα γίνονται όλο και ελαφρύτερα και φτάνουν σε τόπους νωρίτερα από το τηλέφωνο ή το ηλεκτρικό ρεύμα.

Ο Αφρικανός είναι διαρκώς «στο δρόμο», λόγω πολέμου, ξηρασίας ή πείνας και η εικόνα του καθώς κουβαλά στο κεφάλι μια λεκάνη με τα απαραίτητα αγαθά κατά τις συνεχείς μετακινήσεις του είναι συνηθισμένη. Κάθε υλική ή εδαφική κοινότητα μοιάζει ρευστή και παροδική∙ η μόνη ζωντανή συνέχεια είναι πνευματική – φυλετική. Το εφήμερο της ζωής του κυριαρχεί ακόμα και σε ειρηνικές συνθήκες, στην πάλη με την εχθρική φύση και την διαρκή ισορροπία μεταξύ επιβίωσης και θανάτου, καθώς τα αποθέματα τροφής είναι ελάχιστα, ακόμα και εντός των ορίων της ημέρας, και η εξάρτηση από το βυτίο του νερού είναι ζωτική. Πιθανώς γι’ αυτό οι Αφρικανοί αποτελούν συλλογικές φύσεις∙ η ευρωπαϊκή αξία του ατομικισμού είναι συνώνυμη της κατάρας: ένας μοναχικός άνθρωπος εδώ είναι αδύνατο να επιβιώσει. Ο Καπινσίνσκι διαπιστώνει όμως και την γενικότερη κατάσταση ιδεολογικής ρευστότητας και την συνακόλουθη μεταφορά των πολιτικών αγώνων σε ατομικό επίπεδο. Αναρωτιέται πώς θα μπορέσει η Αφρική να αναπτυχθεί χωρίς την δική της πνευματική τάξη, εφόσον στην πλειοψηφία της η αφρικανική διανόηση ζει στα κέντρα της Δύσης. Επιχειρεί να γνωρίσει τον πολύπλοκο πνευματικό κόσμο του Αφρικανού, όπου το υπερφυσικό στοιχείο εμπνέει φόβο και δέος, οι πρόγονοι θάβονται στις αυλές για να εμψυχώνουν τους απογόνους και οποιοδήποτε ασήμαντο αντικείμενο μπορεί να γίνει ιερό ή συμβολικό. Πρόκειται για έδαφος πρόσφορο για τις αναρίθμητες χριστιανικές σέκτες και τους ναούς που αποτελούν τόπους κοινωνικών συγκεντρώσεων, ένα είδος κλειστών λεσχών όπου κυριαρχούν οι μεσσιανικές μορφές, αλλά και αντλίες χρηματικών επιχορηγήσεων.

Για τον Καπισίνσκι ο Ηρόδοτος αποτελούσε πρότυπο, ως ο «πρώτος θιασώτης της παγκοσμιοποίησης», ο συγγραφέας του «πρώτου μεγάλου ρεπορτάζ στην παγκόσμια λογοτεχνία», ο ιστορικός που ανακάλυψε την πολυπολιτισμική φύση του κόσμου και υποστήριξε ότι κάθε πολιτισμός απαιτεί αποδοχή και κατανόηση, και πως για να τον καταλάβεις, πρέπει πρώτα να τον γνωρίσεις. Ο Ηρόδοτος γνώριζε τον αντιφατικό χαρακτήρα της ιστορικής έρευνας: σπουδαιότερη και σχεδόν μοναδική πηγή γνώσης υπήρξε ο «άλλος», αλλά αποκλειστικά μέσω της μνήμης, κατεξοχήν μεταβλητού κι εφήμερου υλικού. Όμως εκείνος ο συνομιλητής αποτελούσε μοναδικό και αναντικατάστατο οδηγό προς αυτό τον κόσμο της έστω ρευστής και ασταθούς γνώσης. Κάπως έτσι προσέγγισε ο Καπισίνσκι την Αφρική και την ατέλειωτη ετερογένεια των πολιτισμών της: με την καθολική επικοινωνία με την οποιαδήποτε ετερότητα. Μολυσμένος με τη νόσο του πολυπολιτισμικού ταξιδιώτη, μοιράστηκε μαζί μας μια συναρπαστική, όσο και σκληρή περιπλάνηση, όπου Ιθάκη υπήρξε η Γνώση και Κατανόηση των Άλλων.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2009, μτφ. Ζώγια Μαυροειδή, σελ. 840.

Πρώτη δημοσίευση, σε συντομότερη μορφή: Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, τ. 623, 2.10.2010 (και εδώ).