Ροβήρος Μανθούλης – Ο κόσμος κατ’ εμέ. Ο βίος και τα πάθη μου

Κόσμος

Η ζωή μου είναι γεμάτη συμπτώσεις. […] Η τύχη είναι μια μορφή τέχνης, όπως λέει ο Ζαν Κλοντ Καριέρ*.  Δεν έγινα ποτέ πλούσιος. Η ζωή μου ναι. Ουδέν πλουσιότερον μιας πλούσιας ζωής. Συχνά χάρη στις απαραίτητες συμπτώσεις. Οι συμπτώσεις έρχονται στους αεικίνητους. Στους εξερευνητές, θα μπορούσαμε να πούμε. Η θεωρία μου είναι ότι, αν πας στην έρημο και φωνή δεν βγάλεις, φυσικά δεν θα σ’ ακούσει κανείς. Αν όμως βγάλεις μια φωνή στην έρημο, κάποιος θα σ’ ακούσει. Η έρημος δν είναι ούτε εύλογη ούτε αναγκαία, άρα η ερημιά της είναι «ανύπαρκτη». Η φωνή είναι και αναγκαία και υπαρκτή. [σελ. 497]

Πράγματι, ο βίος και η πολιτεία του Ροβήρου Μανθούλη έχουν διάχυτες τις συμπτώσεις αλλά ακόμα περισσότερο διαθέτουν το στοιχείο του αυτοκαθορισμού ενός αεικίνητου και εν πολλοίς ασυμβίβαστου, ξεροκέφαλου δημιουργού που δεν σταμάτησε να πειραματίζεται με τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το γράψιμο αλλά και να ζει μια ζωή γεμάτη αγώνες και απολαύσεις. Πώς θα μπορούσε να τιθασευτεί ένα τέτοιο υλικό σ’ ένα χρονικό αναμνήσεων; Σε τι ύφος μπορείς να γράψεις τις αναμνήσεις σου; Αν το στυλ είναι η απόσταση που κρατάς από την πραγματικότητας, το ύφος δεν πρέπει να είναι εμφανές.  Ποιος είναι σε θέση να είναι αντικειμενικός με τον ψυχισμό του; Πόσο πίσω μπορεί να πάει η μνήμη;

Ροβήρος 1

Το πρώτο κεφάλαιο αφιερώνεται στον πατέρα του που βρέθηκε στους κατεξοχήν τόπους του 20ού αιώνα: στα χαρακώματα και στα οδοφράγματα, σε προσφυγιές και ξενιτιές, σε δικτατορίες και εξορίες, σε εμφύλιους και αιχμαλωσίες. Ό,τι γραπτό έγραψε ο Αλέκος Μανθούλης μετά προτροπής υιού, αποτελεί ιδανική αρχή διήγησης. Κάποτε έρχεται στο κάδρο ο μικρός Ροβήρος: Αμφίπολη, 1935, με τον πατέρα του στα έργα του Στρυμόνα. Δυο κινηματογραφικές προβολές στην πλατεία του χωριού, μένουν στην μνήμη μέχρι σήμερα, σαν ελευσίνια μύηση. Ύστερα Αθήνα, Νεάπολη, οι πρόσφυγες κοιμούνται ακόμα στρωματσάδα στον δρόμο. Μεταξάς, ΕΠΟΝ, υπεύθυνος διαφώτισης, με το χωνί στο χέρι: ανέβαιναν στα ταρατσάκια του Στρέφη ή του Λυκαβηττού και φώναζαν το δελτίο αλλά και ποιήματα! Αυτό ήταν το Ελεύθερο Ραδιόφωνο της Αντίστασης! Η πόλη βυθιζόταν στη σιωπή λόγω απαγόρευσης της κυκλοφορίας, όλοι άκουγαν πίσω από τα κλειστά παραθυρόφυλλα. Η εκπομπή κρατούσε επτά λεπτά – στα δεκαπέντε υπολογιζόταν η επιδρομή της Γκεστάπο. Η παρέα διέφευγε από τα σκαλάκια, και στο σπίτι περίμεναν με αγωνία οι γονείς. Αυτοί ήταν οι ήρωες. Εμείς δεν είχαμε ιδέα τι κίνδυνο αντιμετωπίζαμε.

Δεκεμβριανά, Όπλων Παράδοση, ένας δεκάρικος λόγος στην λαϊκή της πλατείας Εξαρχείων παραλίγο να του στοιχίζει τη ζωή από μια Μπερέτα, κι ύστερα η «μεταδεκαμβριανή λαίλαπα της Λευκής Τρομοκρατίας που ήταν ό,τι χειρότερο γνώρισε αυτός ο τόπος». Επιθέσεις στα υπόγεια των μαυραγοριτών, διανομές τροφίμων στον κόσμο. Ο πολυμήχανος πατέρας έφτιαχνε σταρένιο πόριζ λίγο πριν την Κατοχή και το πουλούσε σε μπακάλικα· το ονόμαζε ΒΙΤΑΜ – Βιομηχανία Ιδεωδών Τροφών Αλέξανδρου Μανθούλη. Την μάρκα αυτή την πούλησε αργότερα στην γνωστή μας σήμερα ΒΙΤΑΜ! Ο υιός έχει ποιητικές ανησυχίες, στιχουργεί, έχει δάσκαλο τον Νικηφόρο Βρεττάκο, παίρνει στα χέρια του το αρχείο του Λαπαθιώτη. Σύντομα γίνεται επίλεκτο μέλος της παρέας του Λουμίδη όπου δυο λουμιδικές περιόδους στο πατάρι, με Αλέκο Αργυρίου, Μιχάλ Κατσαρό, Φρίξο Ηλιάδη, Γιάννη Τσαρούχη, Νίκο Γκάτσο, Βαγγέλη Γκούφα, Δημήτρη Χριστοδούλου, Λεωνίδα Ζενάκο, Μίνωα Αργυράκη, Μάνο Χατζιδάκι.

p-p

Η βιογραφία εμβολίζεται με επιμέρους μνήμες που θα έμοιαζαν με εξαιρετικές κινηματογραφικές σκηνές αν δεν ήταν απόλυτα πραγματικές· θυμάται τον Λουντέμη στη Ρουμανία να ακούει ελληνικό σταθμό από ένα τρανζιστοράκι, και την νυχτερινή βάρδια ενός εργοστασίου να πηγαίνει στον κινηματογράφο στις επτά το πρωί· θυμάται μια παράσταση της Λυσιστράτης σε θέατρο στην Ιπποκράτους, όπου τους γυναικείους ρόλους τους έπαιζαν αυθεντικές πουτάνες από έναν γειτονικό οίκο ανοχής (και επιθυμεί να το αναφέρει γιατί κανείς δεν το μνημόνευσε). Δεν λείπουν και οι απολύτως μπορχεσιανές αφηγήσεις, όπως για παράδειγμα όταν, κάνοντας μια εργασία για την αποπομπή του Τίτο από την Κομινφόρμ, βρήκε στη πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη ένα βιβλίο με τίτλο Πολιτιστικές ανταλλαγές και είδε φωτογραφία με τον εαυτό του, καθισμένο μ’ ένα βιβλίο στο χέρι στην Αμερικανική Βιβλιοθήκη απέναντι από του Λουμίδη!

Απόηχοι του λετρισμού, κατανυκτικά ακούσματα τζαζ, δυο παράνομοι κρυμμένοι στο σπίτι του, ανακάλυψη της δημοσιογραφίας. Στο ραδιόφωνο το καθημερινό αντικομμουνιστικό Τέταρτο του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας με τον Στρατή Μυριβήλη που από αντιμιλιταριστής και βενιζελικός αφαιρεί τις αντιβασιλικές παραγράφους από την Ζωή εν τάφω και κάνει διαλέξεις για το Παιδομάζωμα και τους γελοίους ποιητές όπως ο Ελυάρ. Δείγμα του λόγου του: Ο σλαβικός κομμουνισμός δεν είναι μια κοινωνική θεωρία απλώς ούτε ένα πολιτικοοικονομικό σύστημα. Είναι κάτι περισσότερο, κάτι φοβερότερο από αυτά. Είναι μια μέθοδος σατανική για την κατασκευή μιας νέας φυλής. Η νέα αυτή φυλή κατασκευάζεται σαν ένα είδος κουρελά, μέσα το εργαστήριο του πανσλαβισμού, από τα ρετάλια όλων των φυλών, όλων των λαών, όλων των εθνών.

blues

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου αφιερώνεται τόσο στην αμερικανική εμπειρία του όσο και στην βρώμικη ιστορία της υπερδύναμης. Η πρώτη ξεκινάει με την θετική απάντηση για υποτροφία από το Πανεπιστήμιο των Συρακουσών της Πολιτείας της Νέας Υόρκης. Ο συγγραφέας μπαίνει στο υπερωκεάνιο «Νέα Ελλάς» με κρυμμένο χαρτονόμισμα και τρεις κόκκους χώμα ελληνικό, για να μη θυμώσει ο Δροσίνης. Η πολιτική κατάσταση που βρήκε λίγο διέφερε από την Ελλάδα· έπεσε σε στιγμή έξαρσης του μακαρθισμού, γύρω του σφύριζε ψυχροπολεμικός αέρας και ακόμα και οι τοίχοι είχαν αυτιά. Ο Μακάρθυ είχε φακελώσει όλους τους Αμερικανούς που είχαν εκδηλώσει σε κάποια στιγμή της ζωής τους αριστερά ή φιλειρηνικά αισθήματα. Το πρώτο μεγάλο σοκ ήρθε με το γνωστό πρωτοσέλιδο στους ΝΥΤ με το άρθρο του Ηλία Καζάν, όπου και η δήλωση μετανοίας για τη συμμετοχή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα και τον ξένο δάκτυλο που κρυβόταν από πίσω. Για ένα σημείο αναφοράς όπως ο Καζάν, το πλήγμα ήταν μεγάλο. Είναι γνωστό ότι ο γερουσιαστής Μακάρθυ ήταν ένας γελοίος, αγράμματος, κομπλεξικός, αλκοολικός, ένας ομοφυλόφιλος που έφτιαξε μαύρες λίστες για τους ομοφυλόφιλους. Στην Μακαρθική Αρμοστεία μεγάλη δύναμη είχε και ο Έντγκαρ Χούβερ που κανείς δεν τόλμησε να απολύσει γιατί ο Χούβερ είχε για τον καθένα τον φάκελό του.  Και απορεί ο Μανθούλης, πώς ασήμαντοι άνθρωποι σαν τον Μακάρθυ ή τον Πινοσέτ ή τον Παπαδόπουλο βάφτισαν με το όνομά τους σημαντικές περιόδους της Ιστορίας.

38

Τα λίγα χρήματα τον στέλνουν το 1951 στην Αλάσκα για δουλειά σε χρυσωρυχείο σ’ ένα μέρος χωρίς αστυνομία, δικαστήριο, φυλακές και βέβαια χωρίς γυναίκες. Ιδανικός τόπος και για υπόδικους κάθε είδους. Δεν υπήρχαν μπαρ αλλά …σαλούν, όπως στα γουέστερν. Και μια διαρκής ημέρα, χωρίς νύχτα, «που χάλαγε κάπως την ατμόσφαιρα!». Επιστροφή στην Ευρώπη μαζί μ’ ένα Πλίμουθ και πέρασμα από την φρανκική Μαδρίτη όπου ανοίγει ακόμα ένας φάκελος στο όνομά του, ο τρίτος μετά την Ελλάδα και τον Μακάρθι· σύντομα ακολουθεί και ο τέταρτος, στην Ταγγέρη. Στην Ελλάδα το Πλίμουθ μεταφράστηκε σε Μαγιακόφσκι, κοινώς θυσιάστηκε για την έκδοση ποιημάτων του, για πρώτη φορά στην Ελλάδα, σε μετάφραση Άρη Αλεξάνδρου και Καίτης Δρόσου. Πουλήθηκαν 53 αντίτυπα, τα υπόλοιπα 1947 τα μοιράστηκαν οι εμπλεκόμενοι. Καθιέρωση του Θεάτρου της Τετάρτης με μια καινούρια ραδιοφωνική τεχνική στις θεατρικές διασκευές, διεύθυνση σπουδών στις κινηματογραφικές Σχολές Σταυράκου και Ιωαννίδη, εμμονή με την διάδοση του ντοκιμαντέρ στην Ελλάδα, ίδρυση της «Ομάδας των 5».

04

Δικτατορία, Κυπριακό, διπλωματικά η Κυρία Δήμαρχος, ο Κάστρο και ο Κουν, ο Κακογιάννης και οι Αποστολίδηδες, η Nouvelle Vague και το Free Cinema. Βία και Νοθεία, Λαμπράκης, Ψηλά τα χέρια Χίτλερ, το περίφημο Πρόσωπο με πρόσωπο και οι αντιδράσεις. Λονδίνο, Παρίσι, Μάης ’68, το Μπλουζ με σφιγμένα δόντια­ ­– η ταινία που αφηγούνταν και ταυτόχρονα βίωνε τα μπλουζ· γυρίσματα στο Χάρλεμ, στο σπίτι του ζευγαριού, η Μάμα που ήταν πιανίστα την εποχή της Ποτοαπαγόρευσης και είχα ακόμα το πιάνο της με φαγωμένα τα πλήκτρα.

Η μεταπολιτευτική Ελλάδα επιστρατεύει και την νέα της ελληνική τηλεόραση. Αναλαμβάνει γενικός διευθυντής προγράμματος της ΕΡΤ το 1975, περιορίζει τα αμερικανικά σίριαλ με αποτέλεσμα την διαμαρτυρία του Αμερικανού πρέσβη και την επίμονη στήριξη της στρατιωτικής ΥΕΝΕΔ. Άντεξε μέχρι το 1977, ενώ θα επανεμπλακεί με τις φιλόδοξες Ακυβέρνητες Πολιτείες. Ευτυχώς είναι πολλές σελίδες που αφιερώνονται στην τηλεόραση, που την «διαβάζουμε» εκ των έσω, ιδίως σε αδιανόητες ιστορίες πολιτικής ανηθικότητας και γραφειοκρατικής παράνοιας.

ρμ

Η δημόσια τηλεόραση είναι το πιο ισχυρό, το πιο υπεύθυνο, το πιο παιδαγωγικό και ταυτόχρονα το πιο ευάλωτο δημόσιο αγαθό. […] Η τηλεόραση τρέχει πιο γρήγορα από τις κοινωνίες. Πρέπει να είναι παραδοσιακή και μοντέρνα και να διαπαιδαγωγεί διασκεδαστικά ή τουλάχιστον να διασκεδάζει διαπαιδαγωγώντας. Αυτά μόνο οι αρχαίοι μας τραγικοί ήξεραν να το κάνουν, όταν το θέατρο ήταν η τηλεόραση της εποχής. Αρχαίο δράμα και τηλεόραση είναι πολύ κοντά στην αρχαία Αγορά, εκεί που ανταλλάσσονται προϊόντα, ηθικές αξίες και αισθητικές συγκινήσεις. [σ. 475]

Στο Παράρτημα ο συγγραφέας επιστρέφει στην μακαρθική αρμοστεία και παραθέτει αποσπάσματα από τις καταθέσεις του περίφημου φολκ τραγουδιστή Pete Seeger στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών [1955] για συναυλίες που έδωσε σε πολιτικές συγκεντρώσεις δέκα χρόνια πριν: Δεν πρόκειται να απαντήσω σε ερωτήσεις για τις φιλοσοφικές, θρησκευτικές ή πολιτικές ιδέες μου ή πώς ψήφισα ή για οποιανδήποτε άλλη ιδιωτική μου υπόθεση. Θεωρώ πως αυτές είναι πολύ ανέντιμες ερωτήσεις για οποιονδήποτε Αμερικανό, ιδιαίτερα κάτω από πιεστικές συνθήκες όπως αυτές εδώ. Πολύ ευχαρίστως θα σας διηγηθώ τη ζωή μου, αν θέλετε να την ακούσετε. […] Αρνούμαι να συζητήσω για το πού τραγούδησα, ποιος άκουσε τα τραγούδια μου ή ποιος τα έγραψε. Αν θέλετε, θα σας τα τραγουδήσω, αν μου φέρετε το μπάντζο μου!

Περιλαμβάνονται ακόμα τμήματα από τις καταθέσεις του μαύρου τραγουδιστή Paul Robson [Old man river], αλλά και, στην άλλη άκρη, των κατάπτυστων Ronald Reagan και Walt Disney. Ακολουθούν ντοκουμέντα, έγγραφα και φωτογραφίες από σειρά πολιτικών ερευνών του συγγραφέα: Κύπρος και ΟΗΕ, Γουότεργκειτ, Δολοφονία Κέννεντι, η Μαφία στην Κούβα κ.ά.

Pete Seeger at the House Un-American Activites committee

Οι εξακόσιες σελίδες με τις θυελλώδεις διηγήσεις διαβάζονται με απόλαυση. Είναι χωρισμένες σε μικρά αυτόνομα κεφάλαια που συνδέονται μεταξύ τους με διάφορους τρόπους, ζαλίζουν την γραμμικότητα με μύριες παρεμβάσεις και τελικά συγγράφουν δυο παράλληλα και ταυτόχρονα εμπλεκόμενα βιβλία: της προσωπικής και της συλλογικής πολιτικής ιστορίας του καιρού του. Και για να μην ξεχνιόμαστε, πριν δυο χρόνια, τις ημέρες του μαύρου στην ΕΡΤ ο Ροβήρος Μανθούλης ζήτησε αποζημίωση για την μετάδοση της ταινίας του από το νέο μόρφωμα με την εξής ανακοίνωση:

Ο Καψής, στα νιάτα του, μου ζητούσε ταινίες μου για ν ανοίξει σινε – κλαμπ. Αποφάσισε να το ξεκινήσει επιτέλους με την Κυρία Δήμαρχο. Στην ΕΔΤ, που ψευδίζει την ΕΡΤ. Βλέπετε, θα λέει ο υπουδγός, ιστοδική στιγμή. Αδχίζουμε με ταινία του Μανθούλη που μας βδίζει. Η ταινία μου θα γίνει λοιπόν «Κυδία Δήμαδχος». Δεν μποδώ δυστυχώς να την εμποδίσω ή να την απαγοδεύσω. Μποδώ μόνο να ζητήσω δικαστικώς είκοσι χιλιάδες ευδώ αποζημίωση για την δυσφήμηση που μου κάνει, με το να μεταδίδει την ταινία μου σε κατάπτυστο κανάλι. Γιατί όλοι οι Έλληνες, μόλις βγει στο κουτί η ταινία, θα φτύνουν την οθόνη του. Ελπίζω, αμέσως μετά την «Κυδία Δήμαδχο», να γίνει και η Κηδεία της Ιεδοδούλου. Δηλαδή της ΕΔΤ.

*Σεναριογράφος, στενός συνεργάτης του Μπουνιουέλ και του Πίτερ Μπρουκ.

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2014, σελ. 612.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr/ Βιβλιοπανδοχείο, 186. Wild Rover.

Ιστολόγιο του συγγραφέα με πλούσιο υλικό εδώ.

Στις μαυρόασπρες φωτογραφίες: εικόνα από την περίφημη ταινία Πρόσωπο με πρόσωπο [1966] / Στο σπίτι της Τζόαν Μπαέζ με τον σύζυγό της Ντέιβιντ, αντιρρησία συνείδησης τις μέρες που περίμενε να τον φυλακίσουν γιατί αρνήθηκε να πολεμήσει στο Βιετνάμ. Μαζί τους και ο Γάλλος ηχολήπτης Ζαν-Πιέρ Μαρκετί. / Εικόνα από την αναφερόμενη κατάθεση του Pete Seeger στην Μακαρθική Επιτροπή. Το καθαρό του βλέμμα, ισοδύναμο με τον λόγο του.

Κωστής Παπαγιώργης – Υπεραστικά

Papagiorgis

Παλιές ατζέντες και αιώνιες καταγραφές

Μόνο ό,τι παραμένει υπεσχημένο, επιθυμητό, αναζητούμενο αποτελεί άλας της ζωής και ισχυρό κίνητρο. Το κατακτημένο δεν ενθουσιάζει κανέναν. Χωρίς ταξίδι, θαλασσοπορία, αμάχη, πόλεμο, η ζωή δεν ανοίγει τους κρουνούς της…

γράφει ο Κώστης Παπαγιώργης στις «Αφηγήσεις» [σ. 197], βέβαιος για το γεγονός ότι για να βρει τον ρυθμό της μια αφήγηση θα πρέπει να συναντηθεί με το Κακό, διαφορετικά η πρόοδος είναι ανέφικτη. Τι νόημα θα είχε μια ομαλή και κοινότοπη ιστορία αν δεν εμφανιστεί το απρόοπτο, ο οχληρός τρίτος, το αναπάντεχο συμβάν που θα φέρει τα πάνω – κάτω; Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι η ευτυχία και η επάρκεια (το Καλό με ένα λόγο) δεν έχουν ενδιαφέρον, αλλά απλώς ότι δεν μπορεί να αποτελούν το κυρίως θέμα. Κανείς αφηγητής δεν ιστορεί την ευτυχία, παρά την αναζήτηση της ευτυχίας. Ο άνθρωπος παραμένει εν εκστάσει όσο το επιθυμητό απουσιάζει.

 Παπαγιώργης 7

Την γραφή αφορούν και βασανίζουν και οι κοινοί τόποι, οι φράσεις κλισέ. Δεν είναι παράξενο που η δημοκρατία, καθεστώς που κόβει τα ψηλά στάχυα και ευνοεί τα φερσίματα του κοινού νου, αναδείχθηκε σε παραδειγματικό θερμοκήπιο της κοινοτοπίας. Ο δαίμονάς της έχει καλλιεργήσει την άποψη ότι ο άνθρωπος οφείλει να είναι πανέτοιμος στο κάθε τι – η δημοκρατική ευγλωττία αναιρεί την ευλογία του ανθρώπου που σκέπτεται προτού μιλήσει. Έτσι, λέγοντας πάντα αυτό που έχω ακούσει να λένε, τελικά γίνομαι μια συνοπτική παρωδία της περιρρέουσας εκφραστικής, επαίτης σχημάτων, λογοκλόπος των ξένων μεταφορών, σκέτο παρατράγουδο. Σημειώνοντας εκατοντάδες παρόμοιες κοινοτοπίες της εποχής του, σ’ εκείνο το περίφημο λεξικό κοινών τόπων, ο Φλωμπέρ ουσιαστικά έδειχνε έναν από τους τρόπους που δεν μπορεί να γραφτεί η λογοτεχνία. Όταν οι βιογράφοι του τον περιγράφουν κατάκοπο, στα πρόθυρα της λιποθυμίας από την συγγραφή μιας και μόνης σελίδας, τι άλλο υποδηλώνουν από το κόστος του αληθινού συγγραφέα στην προσπάθειά του να ξεφύγει από την αρπαγή του κοινού τόπου; [«Κοινοί τόποι», σ. 95, 96]

Μιλώντας για τα ογκώδη μυθιστορήματα, ο Παπαγιώργης σκέφτεται: ο όγκος των κλασικών μυθιστορημάτων δεν μας ξαφνιάζει· είναι «τούβλα» γιατί μοιάζουν με αναδημιουργίες του κόσμου. Αν το διήγημα μοιάζει με μονοκατοικία ή μικρό χωριό, το μυθιστόρημα αγκαλιάζει το έθνος και παρακολουθεί τους ατελεύτητους ψιθύρους της μεγαλούπολης. Ενώ σήμερα, χωρίς ισχυρό μύθο και βαθύτερη σύλληψη, τα μυθιστορήματα περιορίστηκαν να τεντώνουν μέχρι διαρρήξεως κάποιες ισχνές ιστορίες. Αντί ο όγκος να έρθει σαν φυσική συνέπεια του μύθου, ο μύθος – ανύπαρκτος τελικά – αναγκάστηκε να πετάξει αναρίθμητα παραβλάσταρα για να ανταποκριθεί στις ανάγκες του αρχικού προγράμματος. Και τελικά αυτά τα μυθιστορήματα πιάνουν μεγάλο χώρο στη βιβλιοθήκη, αλλά ελάχιστο στη συνείδηση του αναγνώστη. [«Τα τούβλα», σ. 117]

retro-tv

Στα Υπεραστικά συμπεριλαμβάνονται τα κείμενα που ο Παπαγιώργης δημοσίευσε στην ομώνυμη στήλη του, την περίοδο 1995-1997, στο εβδομαδιαίο περιοδικό της Απογευματινής και στο πολιτιστικό ένθετο Αrtion της ίδιας εφημερίδας. Η συγκέντρωσή τους σ’ έναν τόμο αποτελεί ανέλπιστο δώρο, καθώς μπορούμε να απολαύσουμε τόσα κομψοτεχνήματα πυκνής σκέψης και καλοπλεγμένου λόγου, που εκδόθηκαν στις ούτως ή άλλως φθαρτές εφημερίδες – και πόσο μάλλον στα συγκεκριμένα έντυπα που ποτέ δεν προτιμήσαμε. Κι έτσι ο τόμος περιλαμβάνει δεκάδες σύντομα κομμάτια που μετέτρεψε σε αποστάγματα πνεύματος και έκφρασης ένας από τους ελάχιστους στιλίστες της γλώσσας μας.

Η τηλεόραση αποτελεί ένα από τα κομβικά θέματα του προβληματισμού του. Ο νεοελληνικός βίος «άλλαξε» σε πολλά χάρη ή εξαιτίας της τηλοψίας και εκτός των άλλων υποβίβασε κατάφωρα τον Τύπο – ο τηλεθεατής μετακομίζει από κανάλι σε κανάλι, ενώ ποτέ πριν δεν μετακόμιζε από εφημερίδα σε εφημερίδα. Κι εκεί που θα περίμενε κανείς να πέσουν οι παρωπίδες και να σχετικοποιηθούν οι φανατισμοί, με την απώθηση του «αναγνώστη» και την προαγωγή του «τηλεθεατή» επήλθε μια τερατώδης σύγχυση. Οι αλλοτινοί διαχωρισμοί τώρα συγχωνεύονται στην κατηγορία του οπτικομανούς καταναλωτή. Η έννοια του διάσημου άλλαξε κοπή σε λίγα χρόνια. Δεν χρειάστηκα πια να διαπρέψει κανείς στον τομέα του – αρκεί μια σειρά εμφανίσεων στο γυαλί [«Τριάντα χρόνια»]

 eye-witness-leah-saulnier-the-painting-maniac

Μέσα στο καθεστώς οπτικοποίησης των πάντων, ό,τι κι αν λέγεται από την οθόνη, οφείλει να διαθέτει ένα φιλμαρισμένο αντίστοιχο. Κάθε νόημα που ξεστομίζει ο εκφωνητής πρέπει να επενδύεται με μια οπτική αφήγηση. Αθλητής; φάσεις από κάποιον αγώνα. Σεισμοί; αντίστοιχα φιλμάκια. Έγκλημα; βήματα στο σκοτάδι. Ασύνειδα ο θεατής ταυτίζει την οθόνη με ένα τερατώδες αρχείο. Κι αυτή, δίκην αφηγηματικού βηματοδότη, βρίσκεται σε διαρκή ετοιμότητα, που όταν ολιγωρήσει, ο υπεύθυνος εκφράζει την λύπη του. Εξόριστο στον οίκο του, το μεμονωμένο άτομο πρέπει να αισθάνεται τηλεοπτικά προστατευμένο. Προτού ζητήσει κάτι, του το προσφέρουν για να μην του λείψει. Έτσι, η τηλοψία παίρνει τις διαστάσεις ενός δανεικού εγκεφάλου, που σκέπτεται για μας, αφήνοντάς μας την ελευθερία να παρακολουθούμε τη μνήμη μας και την κρίση μας σε εικόνες. σ. 153 [«Τα φιλμάκια»]

Τα γραπτά του περί ποδοσφαίρου αποτελούν από μόνα τους ένα πολύτιμο κεφάλαιο. Ο φίλαθλος είναι κατασκευασμένη και ανύπαρκτη υπόθεση· το μόνο που απομένει είναι ο οπαδός, ένα φαινόμενο που χαρακτηρίζει τόσο τις καθυστερημένες όσο και τις υπεραναπτυγμένες πόλεις. Αφού δεν μπορεί ν’ αρπάξει από τον λαιμό τους αληθινούς του εχθρούς, πάει στη χοάνη του γηπέδου για ν’ απολαύσει φτηνούς θριάμβους και πλασματικά αντισταθμίσματα. Ο συγγραφέας απορεί για τους καλλιεργημένους ανθρώπους που θρονιάζονται στα στασίδια του γηπέδου και αμέσως σκέφτεται πως σπάνια λογαριάζουμε ότι ο οπαδός στρατολογείται από πολύ τρυφερή ηλικία, όταν ο ψυχισμός απαιτεί απλά και κραυγαλέα σχήματα. Η λαχτάρα για νίκη και ικανοποίηση είναι ένα σχοινί που τη μια άκρη του κρατάει και με τα δυο χέρια ένα παιδί.

 Ηχώ

Άρα η παιδική είναι η πιο ευφάνταστη και πιο πειναλέα ηλικία, τι πιο γοητευτικό από το να παραδίδεται κανείς στην παιδικότητά του; Όποιο κι αν είναι το παραπλανητικό πλαίσιο – επιχειρήσεις, στοιχήματα, βία – τα παιχνίδια παραμένουν θεσμοποίηση της παιδικής λαχτάρας για επικράτηση. [«Οι οπαδοί», σ. 182]

Πιθανότατα αρέσει στον άνθρωπο να αισθάνεται ετεροκαθορισμένος, εξάρτημα ξένης προσπάθειας, ράκος δεμένο στην ουρά μιας τίγρης. Κι ενώ γενικά θεωρείται παθητικότητα να αγωνίζεσαι με ξένα χέρια και πόδια, τελικά αποδεικνύεται ψυχολογικό φάρμακο μεγάλης ολκής. Ακόμα κι αν κάθε ήττα έχει ένα σπέρμα εκμηδένισης, ο οπαδός τοκίζει τα πάντα στην ελπίδα μιας προσεχούς επιτυχίας. Για το ίδιο θέμα γράφει σε άλλο κείμενο, πάντα με την επίγνωση ότι το βίωμα είναι παιδαγωγός και στην κυριολεξία προαγωγός, πως κάθε άθλημα συνεπάγεται μια παροδική επιστροφή στην παιδικότητα, η οποία είναι πιο ισχυρή και από την ίδια την νίκη. [«Μεταναστεύσεις φιλάθλων»]

 O καλύτερος όλων

Ας κινηθούμε προς τα γειτονικά χωράφια της θρησκείας: Για την αυτοσχέδια θεολογία του καθημερινού ανθρώπου που τα μαθαίνει όλα στα καφενεία ή στα καμαρίνια της δουλειάς του, ο Θεός είναι κάτι ξεκάθαρο: έχει να κάνει με τα μύχια της προσωπικότητας και όχι με την Εκκλησία που είναι πια αναχρονιστική και εκτός κλίματος. Όμως ο χριστιανισμός άλλα ορίζει: το γενικό δέος μπροστά στο άγνωστο δεν έχει σχέση με την πίστη· ούτε η αόριστη υποψία για κάποια «ανώτερη δύναμη». Ο πολίτης της εξορθολογισμένης κοινωνίας που μετέτρεψε το θρησκευτικό συναίσθημα σε εγωιστική θωράκιση, όχι μόνο δεν έχει σχέση με την πίστη αλλά είναι ο κύριος αρνητής του θρησκεύεσθαι. [«Πιστεύετε;»]

Στα «Εξοχικά» ζει και αναπνέει ένα εξίσου μεγάλο μέρος του νεοελληνικού βίου. Εκεί φαίνεται πως η επαρχία αναγκαστικά καλείται να παίξει τον ρόλο του εξωτικού προαστίου. Όπου κι αν μεταβεί ο άνθρωπος της πόλης, αποκλείεται να μη μεταφέρει την πόλη μαζί του, όπως φαίνεται από το εσωτερικό του σπιτιού, τα κομψά έπιπλα, την απαραίτητη τηλοψία, το ραδιόφωνο και τις εφημερίδες. Η απομάκρυνση από το κέντρο, μαζί με μια επανεκτίμηση των πλεονεκτημάτων του, γεννάει και μια περίεργη νοσταλγία. Η έξοδος των πρωτευουσιάνων είναι μια αυτεπίστροφη μετανάστευση. Και φυσικά ο «μετανάστης» παίρνει μαζί του το «εργόχειρο» – την δουλειά του, το σενάριό του, τα σχέδιά του, τα χαρτιά του γενικών, σε αντίθεση με τον χωριάτη που ερχόμενος στην πόλη αποκλείεται να πάρει μαζί του την στρούγκα ή την βάρκα του. Στο τέλος και η κατοχή ενός εξοχικού στα χαρτιά μόνο υπάρχει. [«Εξοχικά»]

 colorp9

Οι αντιστάσεις των διανοούμενων και οι αρτισύστατοι πεζογράφοι, οι παλιές δόξες και οι δεύτεροι ρόλοι, ο μέσος άνθρωπος και τα διάσημα θύματα, οι αλλόθροοι Έλληνες και οι επίλεκτοι ανθέλληνες, οι τηλεοπτικές δίκες και τα τηλεφωνήματα των θεατών, οι πλάγιες κριτικές και η αποσιώπηση ως ισχυρή πολεμική αλλά και κάθε άλλο θέμα στα χέρια του Παπαγιώργη γίνεται γοητευτικό τρισέλιδο. Ακόμα κι όταν είναι απρόσμενο, όταν για παράδειγμα αναφέρεται στον Εμίλ Σιοράν, που όπως συμβαίνει στους φιλοσόφους, εξαντλήθηκε σε μερικές σκοτεινές σελίδες. Φυσικά η ζωή, πολύ πιο απελπισμένη και πολύ πιο αδιάφορη από κάθε επαγγελματία του είδους, όχι μόνο δε φοβάται τους ορκισμένους αντιπάλους της, αλλά – από σαρκασμό πιθανώς – δεν παραλείπει να τους ευεργετήσει. Κι όταν η συζήτηση πηγαίνει στην Ιστορία, εκεί ο δοκιμιογράφος είναι ανίκητος γνώστης: Η συνύπαρξη των φυλών τελικά επικράτησε, γιατί ο ρατσισμός, όσα επιχειρήματα κι αν σοφίστηκε, δεν κατάφερε να τα βάλει με την ίδια την Ιστορία. Η μετακίνηση πληθυσμών είναι νόμος, οπότε νόμος θα έπρεπε να γίνει και η αμοιβαία ανοχή. [σ. 311]

Κι αν θα έπρεπε ένα και μόνο κείμενο να κρατήσω για να το συνδέω με την προσωπικότερη ζωή μου ή να το διδάξω, αυτό θα ήταν η «Παλιά ατζέντα». Όταν το πέταγμα των άχρηστων και η απόρριψη των απορριμάτων συνιστά πάγια κατάσταση, τότε και μια παλιά ατζέντα παίρνει την άγουσα για τον σκουπιδότοπο, αφού άλλωστε ό,τι προσφέρει η αγορά λήγει κάποτε και είναι ταμένο για την χωματερή, όπως και οι παλιές ημέρες, οι μπαγιάτικες ιδέες και οι παρωχημένες γνωριμίες. Κάποτε αυτό το παλιό τεφτέρι επιμένει να αντιστέκεται σθεναρά· έχει φθαρεί μέσα στα ίδια μας τα χέρια, έχει διαλυθεί σε φύλλο και φτερό.

 ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ-ΜΠΟΤΣΟΓΛΟΥ-a

Αυτό το φθηνό εγκόλπιο μοιάζει με παλίμψηστο που δίνει νόημα μόνο στον κάτοχό του. Τα γυναικεία ονόματα δεν έχουν σοβαρές διαγραφές, συνορεύουν όμως με κάτι μπαρόκ σκαριφήματα κατά την διάρκεια οδυνηρών τηλεφωνημάτων. Και τελικά η ατζέντα εκτός από σημειωματάριο τηλεφώνων είναι κι ένα περιφρονημένο ημερολόγιο. Άρα η αλλαγή της ατζέντας δεν συνεπάγεται ένα ζήτημα αντιγραφής των τηλεφώνων αλλά υποδηλώνει ξεκαθαρίσματα λογαριασμών με το παρελθόν, κάποια σκληρότητα απέναντι σε παλιές τρυφερότητες, μια απόφαση δήμιου…

Όμως… τηλέφωνα φίλων που πέθαναν, γνωριμιών που αφανίστηκαν, γυναικών που χάθηκαν, γιατί να πάνε στα σκουπίδια; Κι αυτή η ξεχειλωμένη βίβλος που σε ακολούθησε πιστά σε συναντήσεις, κέντρα διασκέδασης, μεθύσια και ολονυχτίες πώς να πάει τώρα πολτοποιημένη στη χωματερή; Οι «καλοί» δεν πετάνε ποτέ την παλιά ατζέντα. [σ. 47]

Εκδ. Καστανιώτη, 2014, σελ. 418. Πρόλογος Ζυράννα Ζατέλη.

Πρώτη δημοσίευση: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 184.

Λεζάντες για τις άλλες εικόνες: Τότε που έμοιαζε αθώα / Φιλαλήθης ζωγραφιά / Η πολυχρωμία των οπαδών / Ο καλύτερος όλων / Πιστευτοί και απίστευτοι.