Γιάννης Κιουρτσάκης – Ένας χωρικός στη Νέα Υόρκη

Στοχασμός στο κέντρο του κόσμου

«H Νέα Υόρκη διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο είδος της κριτικής και της ερμηνείας που έχω μέχρι σήμερα εφαρμόσει. Ανήσυχη, ταραχώδης, αέναα διαφορετική, αδιαπέραστη και αφομοιωτική, είναι σήμερα η πρωτεύουσα μιας εποχής. Η κεντρικότητά της οφείλεται στην εκκεντρικότητά της…η περιθωριακότητα και η μοναξιά του «ξένου», του outsider, υπερισχύουν της αίσθησης της απλής διαβίωσης στην πόλη αυτή» (Έντουαρντ Σαΐντ, Αναστοχασμοί για την Εξορία, Εισαγωγή, εκδ. Scripta, 2006, μτφ. Γ. Παπαδημητρίου). Αν αυτή ήταν η εικόνα ενός «ξένου» στις αρχές της νέας χιλιετίας, ποιες είναι οι αντίστοιχες σκέψεις ενός επισκέπτη από μιαν άλλη Ανατολή στα μέσα της πρώτης δεκαετίας της και πώς καταγράφονται στα τέλη της;

Ο Κιουρτσάκης επέλεξε την σωματική συνάντηση με την πόλη, βέβαιος για την αξία της γνώσης των αισθήσεων και της πρωτογενούς εμπειρίας (προπάντων σε μια εποχή όπου ακλόνητες ιδέες και βεβαιότητες συχνά αποκαλύπτονται διάτρητες), στοιχεία άλλωστε της ιδιότητάς του ως χωρικού αλλά και μελετητή της Προφορικής Παράδοσης και της Καρναβαλικής Γλώσσας. Οι εν θερμώ ταξιδιωτικές σημειώσεις, εμπλουτισμένες με μεταγενέστερες σκέψεις και ψυχραιμότερες ματιές κεντώνται σ’ ένα δοκίμιο ημερολογιακής τεχνικής,  στοχαστικής πυκνότητας και ταξιδιογραφικής σαφήνειας. Ο συγγραφέας δεν δέχεται τίποτε ως δεδομένο, παρά μόνο αναρωτιέται, πιθανολογεί, προτείνει, και ξανά αμφιβάλλει. Αποφεύγει τον αβασάνιστο τυφλό αντιαμερικανισμό, πόσο μάλλον όταν η Αμερική βρίσκεται μέσα μας κι ο κόσμος έχει εσωτερικεύσει το χρησιμοθηρικό πνεύμα του αμερικανικού καπιταλισμού, σε μια παράλληλη συνύπαρξη αμερικανοποίησης και αντιαμερικανισμού.

Ο Νέος Άνθρωπος της Αμερικής υπήρξε ο κατακτητής του «μακριά» από κάθε πατρίδα ή εαυτό. Το «αλλού» της υπήρξε ουσιώδης πυρήνας της αμερικανικής εμπειρίας. Η ορμητική κίνηση προς τα εμπρός, η ακαταμάχητη ροπή προς την υπέρβαση των ηθικών και υλικών ορίων δημιούργησε έναν πολιτισμό χωρίς προηγούμενο, έναν αντίστροφο νόστο στην πατρίδα του μέλλοντος αλλά και την δυσεξήγητη για μας συλλογικότητα του αμερικανικού ονείρου. Το αγγλοσαξονικό, προτεσταντικό ήθος και, κυρίως, η ερμηνεία του το μετέφρασαν με αμοραλιστικούς όρους ως τα όρια της εγκληματικότητας, δημιουργώντας την Αμερική που στο ένα χέρι κραδαίνει το σταυρό και στο άλλο το πιστόλι. Μόνο που στους ηλεκτρονικούς χρηματοπιστωτικούς καιρούς της ολοκληρωτικής εξαΰλωσης του πλαστικού χρήματος, οι αλλοτινοί γκάγκστερ είναι άχρηστοι και τα πολυβόλα αντικαταστάθηκαν από τα πλήκτρα.

Εδώ οι μετανάστες μνημείωσαν χειροποίητα την παρουσία τους, με αδάμαστη θέληση να υπομείνουν τα πάνδεινα για να πραγματώσουν την διαφυγή απ’ τη μοίρα, αποτυπώνοντας σε κάθε γωνιά το δικό τους χνάρι: «εκείνο που ένιωθαν ως παράδοση προτού το πούνε Ιστορία». Μήπως επειδή όταν δεν νιώθεις ότι ανήκεις στον τόπο όπου ζεις, δεν παίρνεις τίποτε ως δεδομένο και υπερβαίνεις κάθε συμβατική σκέψη ή φόβο; Στα σημερινά όμως χρόνια του καθολικού ξεριζωμού και της γενικευμένης ατοπίας, «η ιστορία επαναλαμβάνεται ως φάρσα κι εμείς  επιστρέφουμε ως τουρίστες στον τόπο όπου οι πρόγονοί μας αποβιβάζονταν ως μετανάστες». Θαυμάζουμε τα έργα που δημιούργησαν οι άνθρωποι του χθες ανάμεσα σε δύο κατακτήσεις ή δύο πολέμους, ενίοτε και μέσα στον όλεθρο ή τη σφαγή.  «Τι θα θαυμάζουν από την ψυχή μας οι επιγενόμενοι, σε πεντακόσια ή χίλια χρόνια»;

Σ’ ένα κυριολεκτικά μετα-φυσικό τοπίο χτισμένων ρεματιών και εικονικών παραστάσεων, «πώς να ζήσεις μια αληθινή ζωή μέσα στην ακατάπαυστη ροή προσώπων, πραγμάτων, εικόνων και λέξεων που εμφανίζονται στιγμιαία και περνούν και φεύγουν, σαν να μην υπήρξαν, σαν να μη συνέβησαν ποτέ»; Όταν ο πνευματικός βίος της Αμερικής περιχαρακώνεται (σε γειτονιές, πανεπιστήμια, μη κερδοσκοπικές επιχειρήσεις) και τα ομογενοποιημένα προϊόντα της αναπαράγονται σ’ έναν «θανάσιμο εγκλωβισμό στο Ίδιο», πώς να ελπίζεις ότι μαζί με την συρρίκνωση των πολιτικών ή ταξικών χασμάτων θα μειωθούν οι πνευματικές αποστάσεις και το βαθύτατο υπαρξιακό της πρόβλημα;

Σε αυτή τη μηχανή που οργώνει τις ψυχές και ανακυκλώνει τους ανθρώπους σε απορρίμματα, σε τούτο το αεικίνητο εργαστήριο της μετάλλαξης του ανθρώπου, της παντοκρατορίας των αριθμών, του απόλυτου συγχρονισμού σε ομαδική ζωή και της νίκη της πληροφορίας ενάντια στη γνώση, όπου η υπέρβαση, η προσαρμογή και η αντίσταση αποτελούν καθημερινούς μοχλούς λειτουργίας του αναρωτιέται κανείς: Μοιράζονται άραγε όλοι έναν κοινό βίο, ή απλά συνυπάρχουν αποκλεισμένοι σ’ ένα αόρατο, ιδεατό γκέτο; Πώς θα ξαναβρούν τα παιδιά των μεταναστών (δηλαδή και όλοι οι Αμερικανοί) μέσα στον πολυφυλετικό, πολυεθνικό, πολυγλωσσικό χυλό του τις δικές τους γλωσσικές και πολιτισμικές παραδόσεις;

Ο συγγραφέας εξαρχής αντιμετώπισε την Νέα Υόρκη «όχι σαν κουρδισμένος υπήκοος της παγκοσμιοποιημένης επαρχίας, αλλά σαν πολίτης του κόσμου ή σαν ένας πρώην χωρικός που νιώθει την ψυχή του να ξαναγεννιέται από τις στάχτες του αλλοτινού του εαυτού» που συνταράχτηκε από την ιδέα ενός πλανητικού χωριού (που καμιά άλλη πόλη δεν προεικονίζει τόσο καθαρά) κι από εικόνες όπως εκείνη του ζεύγους αστέγων που πλαγιάζουν κάθε νύχτα συντροφιά με το σκυλί τους, τον καφέ και τα βιβλία τους στην εσοχή κάποιου μαγαζιού. Ίσως σε τέτοια μαθήματα ορίων να βρίσκεται ένα κλειδί ώστε η υπέρτατη κοσμόπολη να γίνει ο ιδεατός κοινός τόπος των ανθρώπων, το νέο οικουμενικό χωριό που είμαστε υποχρεωμένοι να δημιουργήσουμε.

Εκδ. Ίνδικτος, 2009, σελ. 140.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 27, φθινόπωρο 2011.

E. M. Cioran – Ο πειρασμός του υπάρχειν

Οι διαταραχές, οι ντροπές, οι φρίκες, από τις οποίες θέλουν να μας απαλλάξουν οι θρησκευτικές ή λαϊκές θεραπευτικές, συνιστούν κληροδότημα, που με κανένα τίμημα δεν θα έπρεπε ν’ αφήσουμε να μας το αποστερήσουν. Πρέπει ν’ αντιστεκόμαστε στους θεραπευτές μας, και να διαφυλάσσουμε τις δυστυχίες και τις αμαρτίες μας. Το εξομολογητήριο: βιασμός των συνειδήσεων…Κι αυτός ο άλλος βιασμός: η ψυχολογική ανάλυση! Εκλαϊκευμένο, εκπορνευμένο, το εξομολογητήριο θα εγκατασταθεί οσονούπω στις γωνιές των δρόμων: εκτός από κάποιους δολοφόνους, όλος ο κόσμος φιλοδοξεί να έχει ψυχή δημόσια, ψυχή – αφίσα. (σ. 97). Οι δικαιολογίες που επικαλούνται οι άνθρωποι για να προσδώσουν νόημα στην ύπαρξή τους κατέτρωγε τη σκέψη του Εμίλ Μιχάι Σιοράν (1911-1995) ήδη από το πρώτο του έργο, Στα κορυφές της απελπισίας (Aux cimes du sespoir, 1934).

Γεννημένος στο Ρασινάρι των Ρουμανικών Καρπαθίων (υπό αυστροουγγρική κατοχή) ο Σιοράν άρχισε πολύ νέος να διαβάζει Νίτσε, Σοπενχάουερ, Ντοστογιέφκσι, Λίχντεμπεργκ, Σπένγκλερ, Ταγκόρ, Φλωμπέρ, Μπαλζάκ, κι αργότερα Χέγκελ, Καντ, Κίργκεγκωρ, άρα νωρίς να εισέρχεται στις αβύσσους της σκέψης και του λόγου. Στα είκοσί του περιπλανιόταν σαν φάντασμα στους δρόμους από τις κρίσεις αϋπνίας που κρατούσαν βδομάδες, κι όταν κάποτε σωριάστηκε μπροστά στη μητέρα του αναφωνώντας Δεν μπορώ άλλο, έλαβε την απάντηση Αν το’ ξερα θα’ χα κάνει έκτρωση. Η φράση λειτούργησε απελευθερωτικά: είμαστε καρποί του τυχαίου και δεν υπάρχει τίποτα απολύτως να καταλάβουμε.

Επηρεασμένος από τον μεταφυσικό μαζοχισμό του Όσκαρ Κοκόσκα και συχνά γοητευμένος από ακραίες ιδεολογικές θέσεις, αισθανόταν εκτός τόπου μέσα στη χώρα του και εκπατρίστηκε οριστικά και αμετάκλητα στο Παρισινό Καρτιέ Λατέν. Εκεί έζησε μια ζωή μόνιμης απραξίας και γραφής στα γαλλικά (από το 1947, μετά την απαγόρευση των βιβλίων του από το νέο κομμουνιστικό κράτος της Ρουμανίας). Γευμάτιζε  για χρόνια στη Φοιτητική Εστία και αρνιόταν κάθε είδους δημόσια εμφάνιση ή τιμητική διάκριση, με εξαίρεση την ιδιότητα του επίτιμου μέλους της Ένωσης Ρουμάνων Συγγραφέων μετά την πτώση του Τσαουσέσκου.

Αντί των μεγάλων φιλοσοφικών συστημάτων προτίμησε τον αφορισμό, όπως οι στοχαστές του 18ου αιώνα, αναφερόμενος συχνά στον ρώσο στοχαστή Λέον Σεστόφ (που τοποθέτησε την απελπισία στην καρδιά κάθε αληθινού φιλοσοφικού στοχασμού) και στους Κυνικούς, στον Αντισθένη και στον Διογένη της Σινώπης. Η αντιφιλοσοφία του ήταν ακριβώς η απόρριψη της Φιλοσοφίας, της Ιδεολογίας, ακόμα και της Δράσης και η κατάφαση της άρνησης και της ματαιότητας. Κάθε βεβαιότητα αποτελεί αυταπάτη, ένα παραμύθι που βολεύει τον καθένα για να ισορροπήσει τα ανισόρροπα.

Η «οριακή κατάσταση» της εξορίας, αυτό το «σχολείο ιλίγγου»  απασχόλησε μόνιμα την σκέψη του: Λανθασμένα σχηματίζουμε για τον εξόριστο την εικόνα κάποιου που καταθέτει τα όπλα, αποσύρεται και περνάει στην αφάνεια, υπομένοντας καρτερικά τις αθλιότητές του, το γεγονός ότι αποτελεί φύρα. […] Διακρίνω, μάλιστα, μια σχέση ανάμεσα στη δυστυχία και τη μεγαλομανία. Εκείνος έχει χάσει τα πάντα, διατηρεί ως τελευταία προσφυγή την ελπίδα της δόξας, ή του λογοτεχνικού σκανδάλου. […] Θα δοκιμάσει σε άλλο ιδίωμα; Δεν θα του είναι εύκολο ν’ απαρνηθεί τις λέξεις όπου σέρνεται το παρελθόν του. Όποιος αρνείται τη γλώσσα του, για να υιοθετήσει μιαν άλλη, αλλάζει ταυτότητα, ακόμα και απογοητεύσεις. Ηρωικά προδότης, έρχεται σε ρήξη με τις αναμνήσεις του, και μέχρι ενός σημείου, με τον εαυτό του. («Πλεονεκτήματα της εξορίας»).

Στην «Επιστολή για κάποια αδιέξοδα» μονολογεί για τους ατέλειωτους χαμένους και κατεστραμμένους από το ταλέντο τους, καταλήγοντας στον λογοτέχνη, έναν αδιάκριτο που «υποτιμά τις αθλιότητές του, τις κοινολογεί, τις αναμασά: η αναισχυντία – επίδειξη οπισθοβουλιών – είναι ο κανόνας του· προσφέρεται». Η συγγραφή βιβλίων για τον Σιοράν δεν είναι άσχετη από το προπατορικό αμάρτημα: είναι η απώλεια μιας αθωότητας, η επανάληψη της πτώσης μας. Η δημοσίευση των ελλειμμάτων μας για να διασκεδάσουμε τους άλλους, μοιάζει βαρβαρότητα, βεβήλωση, σπίλος. Όμως την ίδια στιγμή παραδέχεται: Ψίχα ενστίκτου, ωστόσο, μ’ εξαναγκάζουν να γραπωθώ από τις λέξεις. Η σιωπή είναι αβάσταχτη: πόση δύναμη χρειάζεται για να κατοικοεδρεύσεις στην ακριβολογία του Ανείπωτου! Πιο εύκολο είναι ν’ απαρνηθείς τον άρτο, παρά τον λόγο. Δυστυχώς, ο λόγος ολισθαίνει στη λογοδιάρροια, στη λογοτεχνία.

Άλλοτε μοιάζει να αναπολεί απολεσθείσες αισθήσεις άλλων εποχών. Τους βοσκούς των Καρπαθίων και τους ζητιάνους της Ισπανίας, που δεν ένιωθαν την ανάγκη να επινοήσουν τη ζωή τους: υπήρχαν, πράγμα που ούτε κατά διάνοια δεν συμβαίνει στον πολιτισμένο. Τους αλλοτινούς καλλιτέχνες, που έφτιαχναν το έργο τους χωρίς να το πολυσκέφτονται και χωρίς να περιβάλλονται από θεωρίες και παρατηρήσεις περί της μεθόδου. Πλάι στο σημερινό «δημιουργό» εκείνοι του παρελθόντος μοιάζουν άρρωστοι από υγεία: δεν είχαν γίνει αναιμικοί από τη φιλοσοφία, όπως οι σημερινοί. Δεν είναι πια το έργο που υπολογίζεται αλλά το σχόλιο που προηγείται του έργου ή το διαδέχεται. Το «ψυχολογικό αισθητήριο» μας έχει μεταμορφώσει σε θεατές των εαυτών μας («Πέραν του μυθιστορήματος»). Μήπως εδώ προϋπάρχει «μεταμοντέρνα» σκέψη;

Κι αν κάποτε ο Κουρασμένος Σκεπτικιστής μπορεί να ξεκουράζεται στις λέξεις, την επόμενη στιγμή εκείνες τον προδίδουν. Ποιος θα συντάξει ένα λεξικό των φωνημάτων κατά εποχές, μιαν απογραφή των φιλοσοφικών ρευμάτων; Το εγχείρημα θα μας έδειχνε ότι ένα σύστημα πάσχει από την ορολογία του, φθείρεται από τη μορφή του. Τον τάδε στοχαστή που θα μπορούσε ακόμα να μας ενδιαφέρει, αρνιόμαστε να τον διαβάσουμε, επειδή είναι αδύνατον να υποφέρουμε τη λεκτική συσκευασία με την οποία επενδύονται οι ιδέες του. …Οι διδαχές πεθαίνουν απ’ αυτό που τους είχε εξασφαλίσει την επιτυχία: το ύφος. Για ν’ αναβιώσουν πρέπει να τις ξανασκεφτούμε με τη δική μας διάλεκτο.

Ούτε η ίδια η ψυχή δεν μένει αλώβητη! Η σημερινή της κατάσταση είναι θλιβερή, το τέλος της δεδομένο, ενώ είχε αρχίσει καλά: όλες οι αρχαίες διδασκαλίες, σφραγισμένες από τον μυστικισμό, στηρίζονταν σ’ αυτήν. Αλλά σήμερα ποιος νοιάζεται γι’ αυτήν εκτός από τα τραγούδια που την αναφέρουν και τις μελωδίες που την υποφέρουν; Ο λόγος δεν την ανέχεται πια: έχοντας περιβληθεί πάμπολλες σημασίες και χρήσεις, έχει μαραθεί, υπομονευθεί, εξευτελιστεί. Ο κύριός της, ο ψυχολόγος, την αποτελείωσε («Λύσσα και εγκαρτέρηση»).

Η συλλογή συμπληρώνεται με κείμενα για τον καταρρέοντα δυτικό κόσμο («Περί ενός ασθμαίνοντος πολιτισμού»), την βολικότητα του πεπρωμένου («Μικρή θεωρία της μοίρας»), την εβραϊκή ιδιαιτερότητα («Ένας λαός μοναχικών»), την αδυναμία της έκφρασης του μυστικισμού («Το εμπόριο των μυστικών») κ.ά. Ακόμα κι όταν οι ρήσεις του Σιοράν μοιάζουν ανερμάτιστες, ακόμα κι αν συχνά σου μεταδίδεται η εντύπωση πως μπορεί να λέει οτιδήποτε θέλει μόνο και μόνο για να αρνηθεί ή να κατεδαφίσει, όσο κι αν κάποτε μοιάζει να χτίζει οποιοδήποτε συλλογισμό χωρίς την παραμικρή ανάγκη απόδειξης (στοιχείο άλλωστε κάθε αφορισμού), ακόμα και τότε ο λόγος του παραμένει γοητευτικός κι ακαταμάχητος, ελκυστής της σκέψης μας μέσα στον απολαυστικό λεκτικό του λαβύρινθο και σε φράσεις που μοιάζουν τρομακτικά αληθινές.

Ο συγγραφέας, αυτή είναι η λειτουργία του, λέει πάντοτε περισσότερα απ’ όσα έχει να πει: διαστέλλει τη σκέψη του και τη συγκαλύπτει με λέξεις. Από ένα έργο απομένουν μονάχα δυο ή τρεις στιγμές: αστραπές σε κυκεώνα. Κάθε λέξη είναι μια παραπανίσια λέξη. (σ. 100)

Ο άνθρωπος των γραμμάτων μειώνεται με κάθε λέξη που γράφει. (σ. 67)

Εκδ. Scripta, 2007, [Σειρά Πολιτισμική Θεωρία – Κριτική], μτφ. Δημήτρης Δημητριάδης, 236 σελ., με εξασέλιδο επίμετρο του μεταφραστή (La tentation d’ exister, 1956).

Στην τελευταία φωτογραφία: το σπίτι όπου γεννήθηκε (Ρασινάρι).