Ετόρε Σκόλα – Μια ξεχωριστή μέρα

SCOLA-5Θέατρο SKROW

Η θεατρική μετάπλαση ή εκδοχή μιας κινηματογραφικής ταινίας αποτελεί ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πείραμα αλλά και μια ιδιαίτερα επικίνδυνη δοκιμασία. Οι συντελεστές της παράστασης καλούνται να συμπυκνώσουν έναν ολόκληρο κινηματογραφικό κόσμο μέσα σε περιορισμένο σκηνικό χώρο και σε κάθε περίπτωση να μηχανευτούν τρόπους θεατρικής οικονομίας – μεταξύ άλλων, να αφαιρέσουν, αν χρειαστεί, μέρος των προσώπων του μύθου και να κατασκευάσουν εξαρχής την σκηνικότητά του. Ακόμα κι όταν το έργο αποκτήσει την ζωντανή του εκδοχή στο σανίδι, στο τέλος πάντα θα τους παραμονεύει η σύγκριση με το καλλιτέχνημα του σελιλόιντ.

20120709-233111Η ταινία «Μια ξεχωριστή μέρα» γυρίστηκε το 1977 και ευτύχησε να έχει ως σκηνοθέτη τον Ετόρε Σκόλα και πρωταγωνιστή τον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι, που μαζί με την Σοφία Λόρεν αλλά και την μουσική του Αρμάντο Τροβαιόλι, δημιούργησαν ένα έργο που ακολουθούσε – και δεν άφηνε σε ησυχία – τους Ιταλούς θεατές και μετά το τέλος. Πώς να είναι λοιπόν στο πάλκο μια από τις εξαιρετικές ταινίες του ούτως ή άλλως και πολιτικά σημαντικού ποιοτικού ιταλικού κινηματογράφου της δεκαετίας του ’70;

 Δεν αμφέβαλα ούτε στιγμή για το αποτέλεσμα του εγχειρήματος· και μόνο η παρουσία της Κάτιας Γέρου στον πρωταγωνιστικό ρόλο αρκεί. Η πρώτη φορά που την είδα ήταν στο Θέατρο Τέχνης της οδού Φρυνίχου το 1987: την θυμάμαι σ’ έναν αξέχαστο, σπαρακτικό ρόλο μιας νεαρής, αμόρφωτης γυναίκας που ζει τόσο άσχημα ώστε το μόνο που ονειρεύεται και σχεδιάζει καθημερινά είναι μια μεγαλόπρεπη, πολύχρωμη κηδεία [Γκλορίνια του Νέλσον Ροντρίγκεζ]. Από τότε έχει πλεύσει σε δεκάδες διαφορετικούς ρόλους, έχει αναμετρηθεί με όλες τις υποκριτικές φόρμες, έχει υποδυθεί πλείστες τραγικές, κωμικές και βαθειά ανθρώπινες προσωπικότητες χωρίς ποτέ να είναι ίδια, αλλά γενόμενSCOLA-BW-3η πάντα μια εξ αυτών. Ένα μικρό μέρος από την πορεία της μοιράστηκε με ανοιχτή καρδιά στο συνομιλητικό της βιβλίο «Αλλάζοντας τους παλμούς της καρδιάς» που παρουσιάσαμε εδώ.

Το ιστορικό φόντο αλλά και το κινητήριο γεγονός του μύθου εδώ είναι η πραγματική επίσκεψη του Χίτλερ στην Ρώμη τον Μάιο του 1938. Η δήθεν σπουδαία συνάντησή του με τον Μουσολίνι και η συνακόλουθη παρέλαση αποτέλεσαν λαϊκό πανηγύρι με την μαζική συμμετοχή των πολιτών, επιβεβλημένη βέβαια από τα ραδιόφωνα και τα μεγάφωνα. Όλοι ήταν χαρούμενοι – ή τουλάχιστον έτσι πρέπει να συμπεριφέρονται. Δεν ενδιαφέρουν σκέψεις και αμφιβολίες, όλοι οφείλουν να συμμετέχουν στην μαζική ευτυχία. Τι είναι άραγε τραγικότερο; Να γνωρίζεις το ψεύδος και τον τρόμο και να υποκρίνεσαι ή να αποτελείς απαραίτητο γρανάζι του και μην αντιλαμβάνεσαι πόσο θύμα είσαι;

Δυο άνθρωποι una_giornata_particolare_003πάντως που ζουν σε γειτονικές εργατικές πολυκατοικίες δεν τρέχουν ουρλιάζοντας στους δρόμους αλλά μένουν σπίτι, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Η Αντονιέτα, αφήνει τον άντρα της και τα έξι παιδιά της να τρέξουν τραγουδώντας τα γνωστά τραγουδάκια του ολοκληρωτισμού και μένει αναγκαστικά στο σπίτι γιατί η θέση της βρίσκεται εκεί και τα οικιακά δεν τελειώνουν ποτέ. Κάπου παραδίπλα ο Γκαμπριέλε ετοιμάζεται να αυτοκτονήσει· μέχρι τη στιγμή που η Αντονιέτα ζητάει τη βοήθειά του για το πουλάκι της που απέδρασε από το κλουβί του.

SCOLA-1Η επαφή των δυο χαρακτήρων αρχίζει να συντελείται, η ζωή τους μόλις αρχίζει να αλλάζει. Ο υποψήφιος αυτόχειρας την υποδέχεται απρόθυμα αλλά σύντομα επιθυμεί μια μικρή παράταση ζωής. Της μιλάει ευγενικά, προθυμοποιείται να της δανείσει ένα βιβλίο που την εντυπωσίασε, της εξομολογείται την δουλειά του ως ραδιοφωνικού εκφωνητή. Εκείνη του εκφράζει τον θαυμασμό της στον Ντούτσε και την αποδοχή της ευρύτερης θεωρίας που ορίζει την ευφυΐα ως αποκλειστικό προνόμιο των αντρών, τον πόλεμο ως προορισμό τους, την μητρότητα ως αποκλειστικό λόγο ύπαρξης της γυναίκας.

SCOLA-4Αλλά όσο ανοίγονται τόσο περισσότερο σκότος εισχωρεί στις προσωπικές τους ιστορίες. Εκείνος δεν είναι πια μέλος της Εθνικής Ραδιοφωνίας, καθώς του αφαιρέθηκε η κομματική ταυτότητα και πρόκειται σύντομα να εξοριστεί στη Σαρδηνία για τις «ανατρεπτικές» πολιτικές του πεποιθήσεις και την ερωτική του «ιδιαιτερότητα». Εκείνη εξομολογείται πόσο επιθυμεί να συζητήσει με κάποιον, να της απευθύνουν λόγο και όχι διαταγές, να της φερθούν ευγενικά. Και αμφότεροι αποκαλύπτουν την βαθύτατη μοναξιά τους, την επιθυμία να νοιώσουν ότι υπάρχουν μέσα σ’ έναν περίγυρο που τους πνίγει ολοένα και περισσότερο. Έτσι υφαίνεται η ερωτική τους ιστορία, με υπόκρουση τις καραμούζες και τα εμβατήρια, με σιωπές που γεμίζουν από τις φωνασκίες των εκφωνητών και τα κραυγάσματα του πλήθους. Γίνονται φίλοι, εραστές, φιλονικούν και φιλιώνουν, την μία αγκαλιάζονται γύρω από τα απλωμένα σεντόνια, την άλλη παλεύουν να επιβληθούν – σε ποιον άραγε, στον άλλο, στην ζωή τους, στον εαυτό τους;

f1Δυο τόσο αντίθετοι άνθρωποι ενώνονται μπροστά στην επιβεβλημένη απελπισία. Ο Γκαμπριέλε αντιστέκεται και μόνο που είναι άνθρωπος. Με την μόρφωσή του, με τις επιλογές του, με τον πολιτισμό του, είναι τριπλά ανεπιθύμητος στον κόσμο που μισεί και απαγορεύει την σκέψη. Η Αντονιέτα είναι η αφελής, καθημερινή νοικοκυρούλα, η αμόρφωτη που κάποτε ταράχτηκε από το βλέμμα του Ντούτσε και αισθάνθηκε πως συλλαμβάνει παιδί, ο θλιβερός μέσος όρος των φασιστικών καθεστώτων, η λαϊκή κοινή γνώμη, η αγνή ψυχή με τα αυτοθυσιακά αποθέματα, το εύκολο θύμα ενός κόσμου που έχει μοιράσει ήδη τις εξουσίες – στο σώμα της ο σύζυγος, στην ζωή της τα οικογενειακά καθήκοντα, στην έξω ζωή ο δικτάτορας. Τι σχέση έχει, θα αναρωτηθεί κανείς, μια τόσο καλή ψυχή με τους φασίστες; Μα η φύση του φασισμού είναι να χαϊδεύει ακριβώς αυτούς τους ανθρώπους, εκείνους που πείθονται ευκολότερα, που δεν έχουν τους μοναδικούς μηχανισμούς αντίστασης, την παιδεία και την ανθρώπινη επικοινωνία. Όσο εκείνη ταράζεται και μόνο με την λέξη «ανατρεπτικός», δηλαδή αντιφασίστας, αδυνατεί να απαντήσει στην ερώτησή του Αφού είστε τόσο σίγουρη για τις ιδέες σας γιατί φοβάστε και γιατί δεν γελάτε όπως όλοι;

SCOLA-2RΚι αν για τους πλανημένους και παραπλανημένους Ιταλούς, η μέρα εκείνη ήταν «ξεχωριστή» χάρη στις γελοίες επιδείξεις των «ηγετών» τους, η μέρα των δύο ήταν Ξεχωριστή επειδή έγιναν ακόμα περισσότερο άνθρωποι, βίωσαν μια βαθειά επικοινωνία και άλλαξαν, έστω και για λίγο. Κι αν ο αποχωρισμός τους είναι δεδομένος, σημασία έχει που μένει εκείνη να διαβάζει λέξη προς λέξη το καινούργιο της βιβλίο. Ίσως το ξεστράβωμα να αποτελεί την μόνη λύση σε μια αμόρφωτη, απαίδευτη και πλανημένη κοινωνία, τότε και τώρα.

Οι δυο υποκριτές της παράστασης μιλούν με κάθε τρόπο – με τις σκόρπιες, ριχτές λέξεις, με τις εκφράσεις τους, με τις σιωπές τους. Υποδείγματα εκφραστικότητας σε ένα έργο προσώπων και «προσώπων».

ettore-scola_Παίζουν: Κάτια Γέρου, Νίκος Νίκας. Σκηνοθ.: Βασίλης Νικολαΐδης. Μτφ. Γιάννης Διαμαντόπουλος, σκηνικός χώρος – κοστούμια: Κυριάκος Κατζουράκης, Χρύσα Βουδούρογλου. Μουσ. – σχεδιασμός ήχου: Λεωνίδας Μαριδάκης. Φωτ:: Ελευθερία Ντεκώ, βοηθ. σκηνοθ. Νίκος Φιλημέγκας / SKROW, Αρχελάου 5, Παγκράτι, 2107235842 / Από 1/11 – τέλη Δεκεμβρίου / Πα – Σάβ – Κυρ. 21.00 / 80′

[Ettore Scola – Una giornata particolare, 1977]

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Στις εκτός της παράστασης φωτογραφίες, σκηνές από την κινηματογραφική ταινία και ο σκηνοθέτης της.

Λουίς Σεπούλβεδα – Ιστορίες από δω κι από κει

1ΒΟύτε λήθη, ούτε συγγνώμη

Μια παλιά κούτα που ανακαλύπτει ο συγγραφέας γεμάτη με παλιά γραπτά του αρκεί για να εμπνεύσει το βιβλίο και, όπως συμβαίνει με τέτοιες ευρέσεις, είναι σαν να συναντιέσαι με τον παλιό σου εαυτό. Το πρώτο κείμενο – εύρημα άρχιζε το 1991 και αφορούσε την επιστροφή του στη Χιλή μετά από δεκατέσσερα χρόνια εξορίας, για να ζήσει τα τελευταία εικοσιτετράωρα μιας ανελέητης δικτατορίας. Οι λέξεις δεν είναι πάντα πρόσφορες, ιδίως σε καταστάσεις που προκαλούν βουβαμάρα και θεραπεύονται μόνο με την οργή ή την δράση. Και ποιες λέξεις άλλωστε είναι ικανές να εκφράσουν την επιστροφή σε μια δημοκρατία περισσότερο καρπό της απόγνωσης παρά θάρρους, μια κατά παραχώρησιν ελευθερία που κρύβει τα ονόματα των παρανόμων;

11662048_b44b5bd2e8Η ιστορία είναι γνωστή: η μετάβαση από τις δικτατορίες του Φράνκο, του Τρίτου Ράιχ – και της Ελλάδας, να προσθέσω – επιβάλλουν τη λήθη ως εθνική ανάγκη. Οι δημοκράτες λοιπόν αντικαταστάτες παραδέχτηκαν μεν επίσημα ότι κατά τη διάρκεια της δικτατορίας διαπράχθηκαν πάνω από δυο χιλιάδες δολοφονίες αλλά αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε δίκες. Στο όνομα της πατρίδας θα επιβληθεί η λήθη της απουσίας …και θα συμφιλιωθούν αυτοί που υπέφεραν από την αστοργία της Εξουσίας, με τους δήμιους εκείνων που τους στέρησαν το αύριο. Κι έτσι για άλλη μια φορά μένει το γράψιμο, που μεταμορφώνεται πια σε επώδυνη εναλλακτική, φορτωμένη με την αγωνία της απόδοσης δικαιοσύνης, μετατρέποντας την συγγραφική έκφραση «σε μια γελοία γκριμάτσα, σε μια χειρονομία ηλιθίου που μας επιστρέφει ο καθρέφτης της πραγματικότητας».

4Ο συγγραφέας επιστρέφει στους τόπους που έκανε τα παλιά του ρεπορτάζ και αναζητάει τους παλιούς ανθρώπους αλλά του φαίνονται διαφορετικοί: άλλοτε ζούσαν μια δραστήρια κοινωνική ζωή, ουσιαστικά δημοκρατική, συμμετέχοντας σε διάφορες λαϊκές οργανώσεις, από εκείνες που εξασφαλίζουν τη συμμετοχή και ανανεώνουν τους επικεφαλής όταν αποδεικνύονται αναποτελεσματικοί. H οργανωτική κουλτούρα, κάποτε ενσωματωμένη στο συλλογικό όνειρο των χιλίων ημερών διακυβέρνησης της χώρας από τον Αγιέντε, τώρα σ’ όλες τις επαρχίες όπου ταξιδεύει αποτελεί ανάμνηση. Δεν του μένει λοιπόν παρά να καταγράψει τις διηγήσεις τους, και ακόμα κι όταν ακούει διαφορετικές εκδοχές της ίδιας ιστορίας, χαμογελάει, καθώς επιβεβαιώνει ότι σ’ όλους τους ανθρώπους αρέσει να λένε ιστορίες.

Κι έτσι γεμίζει το βιβλίο με ιστορίες: για τον αγέρωχο μποξέρ Λόκο Γαρίδο που νικούσε τους πάντες αλλά υποχρεωνόταν να σιωπά στα χτυπήματα των αστυφυλάκων· για την 17χρονη Σεσίλια που όποτε ονειρεύεται λυσσάει απ’ το κακό της γιατί όλα τα όνειρα λένε ψέματα· για τους κατοίκους μιας συνοικίας που δεν έχουν να πληρώσουν το ρεύμα ζουν στο σκοτάδι· για το γαλακτοπωλείο που άνοιsalvador-allendeξαν κάποιοι νέοι μόνο γάλα δε πουλάει γιατί είναι πολύ ακριβό· για την μικρή πλατεία όπου όλοι κάποτε φύτεψαν από ένα δέντρο αλλά τώρα με τις ευλογίες του κράτους τσιμεντώθηκε και συρματοπλέχθηκε.

Ιστορίες που καμία Ιστορία δεν έγραψε, όπως του Αουγούστο Ολιβάρες, του χιλιανού δημοσιογράφου που αυτοκτόνησε στο πλευρό του Αγιέντε έχοντας ως μόνο όπλο την Olivetti του, για να μην πέσει στα χέρια του χιλιανού στρατού που ατιμάστηκε δια παντός με τη συμπεριφορά του στους αιχμαλώτους του φασισμού· και ιστορίες που άλλαξαν τον κόσμο, όπως εκείνη της Διεθνούς Ταξιαρχίας Σιμόν Μπολιβάρ, των εθελοντών από διάφορες χώρες που στρατεύτηκαν με τους Σατινίστας στο αγώνα απελευθέρωσης της Νικαράγουας από τη δικτατορία του Σομόσα – μέλος της οποίας υπήρξε και ο ίδιος ο συγγραφέας, ένας ακούραστος αγωνιστής.

Luis-SepulvedaΌλες οι ιστορίες του Σεπούλβεδα διαβάζονται και ξαναδιαβάζονται· όπως εκείνη όπου η υπάλληλος του παλαιοβιβλιοπωλείου τον ρωτάει για το Κόκκινο Ιππικό, την συλλογή διηγημάτων του Ισαάκ Μπάμπελ που ο συγγραφέας επιλέγει να αγοράσει. Εκείνος της αφηγείται την ιστορία της επανάστασης και το θλιβερό τέλος του σοβιετικού συγγραφέα και αμφότεροι καταλήγουν στη διπλανή καφετέρια πίνοντας προς τιμήν του. Λίγο καιρό αργότερα, και σε μια άλλη ιστορία, το βιβλίο χαρίζεται σε μια βιβλιοθήκη που στήνεται σε μια φτωχογειτονιά του Σαντιάγο και ο Σεπούλβεδα συγκινείται γιατί «δε έχουν χαθεί τα πάντα». Σε κάποια άλλη μας οδηγεί στην πραγματική ιστορία που ενέπνευσε το πρώτο του μυθιστόρημα, Ένας γέρος που διάβαζε ιστορίες αγάπης. Ο γέρος ανήκε σ’ έναν οικισμό γηγενών Αμερινδών του Εκουαδόρ, πρώτη μακροχρόνια στάση της εξορίας του συγγραφέα, όπου έγινε δεκτός ως μέλος τους με κάθε υποχρέωση και δικαίωμα.

sepulveda luisΚάποτε σ’ ένα τραπέζι ο συγγραφέας συνευρίσκεται μ’ έναν πρώην αντάρτη κομαντάντε, έναν από τους περισσότερο καταδιωγμένους αγωνιστές. Οι συνδαιτυμόνες έχουν μοιραστεί την ήττα, την εξορία και την απώλεια αλλά δεν μιλάνε γι’ αυτά. Τους αρκεί που υπήρξαν στρατευμένοι στον δικαιότερο αγώνα, στο ευγενέστερο όνειρο – και που τώρα είναι απελευθερωμένοι από το βάρος του όπλου στο ζωνάρι. Οι ουλές τους δεν είναι μόνο ορατές αλλά και αόρατες, κάτω απ’ το δέρμα.

Όταν χωριζόμαστε, ευτυχισμένοι, λαμπεροί, αγκαλιαζόμαστε σφιχτά και λέμε ο ένας στον άλλον να προσέχει. Δεν το λέμε με λόγια, αλλά στη δύναμη της αγκαλιάς μας υπάρχει το αξίωμα που μας ενώνει και μας επιτρέπει να βαδίζουμε με αξιοπρέπεια, να κοιτάζουμε τα παιδιά μας χωρίς να ντρεπόμαστε, να μεριμνούμε για το μέλλον που θα ζήσουν τα εγγόνια μας. Κι αυτό το αξίωμα είναι το εξής: Ούτε λήθη, ούτε συγγνώμη. [σ. 47 – 48]

Εκδ. Opera, 2011, μτφ. – σημειώσεις και «εγκυκλοπαιδικό λεξικό ελληνικών και εξελληνισμένων ονομάτων, τοπωνυμίων και τίτλων έργων» Αχιλλέας Κυριακίδης,  σελ. 167 [Luis Sepúlveda, Historias de acqui y de allá, 2010].

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr.