Γκύντερ Γκρας – Γάτα και ποντίκι

ΆλGrassλη μια χαμένη νεότητα

Εσύ όμως δεν φοβόσουνα τις ξαφνικές συσκοτίσεις της παθητικής αεράμυνας, φορούσες πέντε ή έξι τέτοιες αυτοκόλλητες ετικέτες, ένα ολόκληρο κοπάδι ιπτάμενων γλάρων και ολόκληρα μπουκέτα λουλουδιών που φωσφόριζαν, πρώτα στο παλτό σου, και στα δυο πέτα, κι ύστερα στο κασκόλ· έβαλες τη θεία σου να σου ράψει και μισή δωδεκάδα φωτεινά κουμπιά στο παλτό από πάνω ως κάτω και, το ’φερες από δω, το ’φερες από κει – κατάφερες να μεταμορφωθείς σε παλιάτσο· έτσι τουλάχιστον σε έβλεπα εγώ τότε, και σε βλέπω ακόμα, και θα σε βλέπω και για πολύ ακόμα να ’ρχεσαι από μακριά: όσο κρατάει ο χειμώνας, στο μισόφωτο, μέσα απ’ το βραδινό χιόνι που πέφτει λοξά ή σε βαθύ αδιαχώριστο σκοτάδι, και σε μετράω από πάνω ως κάτω και ανάστροφα, μετράω τα έξι κουμπιά του παλτού σου, που λαμπυρίζουν με αυτή τη γαλακτερή πράσινη ανταύγεια ενώ κατηφορίζεις την Μπέρενβεκ σαν φάντασμα κακέκτυπο μια πειστικό, ένα φόβητρο που πάει να ξεγελάσει τη δυστυχία, μα η βαθιά νύχτα την κρατάει καλά φυλαγμένη στον κόρφο της. Γιατί, το ’ξερες εσύ καλά, κανένα σκοτάδι δεν μπορεί να καταπιεί τον θεριεμένο φόβο που όλοι τον νιώθουν δίπλα τους κι έτσι να κάνουν θα τον αγγίξουν. [σ. 58 – 59]

… μονολογεί μέσα στη φαντασία του ο αφηγητής, απευθυνόμενος στον εξαφανισμένο πλέον Γιόζεφ Μάλκε, αλλοτινή και αλλόκοτη παρουσία στην αγορίστικη παρέα της εφηβείας τους. Η πρώτη και ολοφάνερη ιδιαιτερότητα του Μάλκε, ένα υπερμέγεθες «μήλο του Αδάμ», καθορίζει grass3απόλυτα την εμφάνισή του και την αντιμετώπιση από τον περίγυρο. Για τους άλλους είναι το απόλυτο διακριτικό της διαφοράς του, για τον ίδιο ένα ανεπιθύμητο στοιχείο που οφείλει πάση θυσία να κρύψει ή να το θέσει σε δεύτερη μοίρα, προκαλώντας τον θαυμασμό και τον σεβασμό των άλλων.

Η παρέα συναντιέται στην επιπλέουσα γέφυρα ενός πολωνέζικου ναρκαλευτικού, βυθισμένου στα ανοιχτά του λιμανιού του γερμανοπολωνικού Ντάντσιχ [Γκντανσκ] κι εκεί ο Μάλκε βρίσκει την ευκαιρία να γίνει αποδεκτός, βουτώντας σε διαρκείς καταδύσεις και ανασύροντας αμέτρητα αντικείμενα από το βυθό. Βασικό εργαλείο του ένα κατσαβίδι περασμένο στο λαιμό, απαραίτητο για να αποσπάσει τα λάφυρά του από το καράβι: τμήματα γεννήτριας, πυροσβεστήρες, μπουκάλια μπύρας, μεντεσέδες, ακόμα κονσέρβες που τρώει χωρίς ποτέ να τον πειράζουν στο στομάχι. Το αράδιασμά τους μπροστά στην ομήγυρη και προτού ενταχθούν στη συλλογή του με τις σαβούρες είναι σιωπηλό αλλά εύγλωττο. Σημαντικότερο απόκτημα ένα γραμμόφωνο, που το αποσυναρμολόγησε και το ανέβασε κομμάτι κομμάτι.

Old_Rusted_Ship_by_somadjinnΟρφανός από πατέρα, μοναχοπαίδι και πιστός καθολικός, ο Μάλκε έχει δίπλα στο κρεμαστό κατσαβίδι και τη μανιβέλα του γραμμόφωνου ένα μενταγιόν με την Παναγία κι επισκέπτεται καθημερινά το παρεκκλήσι της, κάποτε γυμναστήριο του αθλητικού συλλόγου, τώρα μετασκευασμένο σε «ναό εκτάκτου ανάγκης». Συνυπάρχει με την παρέα αλλά παραμένει απόμακρος, χωρίς συμμετοχή στις συνηθισμένες πλάκες. Μαζί του η Τούλα Ποκρίφκε, που παρακολουθεί ανέκφραστη τα μειράκια ακόμα στις σωματικές τους εκτονώσεις, συχνά «πιλατεύοντας» ή εκβιάζοντας το «τέλος» τους.

gunter_grass_unfinished_5Σύντομα ο Μάλκε γίνεται ένα ιδιόμορφο πρότυπο για τον αφηγητή, που τον παρακολουθεί πιστά. Οι θεαματικοί του άθλοι, η σχέση του με την Τούλα, η μοναχικότητά του, όλα τον καθιστούν έναν διαφορετικό φίλο. Όταν σε μια πολεμοχαρή ομιλία ενός ναζί υποσμηναγού – η πόλη αποτελεί ήδη κομμάτι του Τρίτου Ράιχ – οι μαθητές χειροκροτούν ενθουσιασμένοι, εκείνος παραμένει ανέκφραστος και μαζεμένος. Στις ολοένα και γενναιότερες καταδύσεις του, κατοχυρώνει την καμπίνα του ασυρματιστή του ναρκαλιευτικού, ορίζοντας σαν το προσωπικό του καταφύγιο αν συμβεί κάποτε κάτι. Αργότερα την μετατρέπει σε παρεκκλήσι της Παναγίας και μυεί τους φίλους του στο «πηχτό λάδι» της «υποβρύχιας φωνής» της Ζάρα Λεάντερ.

Μέχρι που ο θαυμασμός μετατρέπεται σε αποστροφή ακόμα κgunter-grass-iran-israel-paintingαι για την όψη του. Σε μια από τις μαζικές φιλοστρατιωτικές εκδηλώσεις στο σχολείο, χάνεται το μετάλλιο ενός υποπλοιάρχου. Για άλλη μια φορά ο Μάλκε προέβη σε παράτολμη πράξη, αλλά θα αποβληθεί οριστικά από το σχολείο. Σε μια ειρωνική αντιστροφή της μοίρας, τον Σιδηρούν Σταυρό που έκλεψε, θα κερδίσει στον πόλεμο όπου καταταχτεί ως εθελοντής· αργότερα θα λιποτακτήσει, θα βρεθεί στα Τάγματα Εργασίας, θα νοσηλευτεί, θα διατηρήσει ιδιόμορφη σχέση με την θρησκεία και θα ονειρεύεται να επιστρέψει νικητής στο ίδιο σχολείο. Σε κάθε περίπτωση θα είναι ένα Ποντίκι απέναντι σε μια Γάτα.

Ο ΓκρSteinmeier And Schroeder Meet At Cultural Forumας γράφει ένα παράξενο βιβλίο. Στο πρώτο του μέρος – αν και οποιοσδήποτε χωρισμός έχει μάλλον δυσδιάκριτα πάντως όρια – περιγράφει με εξαιρετικό τρόπο την ιστορία δυο διαφορετικών νεοτήτων σε ένα γκρίζο, μελαγχολικό αλλά εξίσου εξερευνήσιμο περιβάλλον. Η σκιαγράφηση του Μάλκε παραμένει ελλειπτική ως το τέλος, αφήνοντας μισάνοιχτα διαφορετικά ενδεχόμενα. Αποτελούσαν οι πράξεις του εκδηλώσεις ενός ιδιόρρυθμου νέου που ασφυκτιούσε στην μοναχική του ζωή; Επρόκειτο για κινήσεις αντιπερισπασμού από εκείνο που αισθανόταν ως σωματική μειονεξία; Ήταν ένας νέος που αντιλαμβανόταν την μαζική υστερία του ναζιστικού κράτους και την αρνιόταν με τον δικό του τρόπο;

Gunther_Grass_by_Reginald_GrayΤο τενεκεδένιο ταμπούρλο και τα Σκυλίσια χρόνια, τα άλλα δύο βιβλία της Τριλογίας του Ντάντσιχ, ολοκληρώνουν το ανοιχτό σύστημα της γραφής του Γκρας, που εδώ επιλέγει διπλής όψης αφήγηση, τριτοπρόσωπη και δευτεροπρόσωπη. Για τον αφηγητή ο Μάλκε παραμένει ως το τέλος μυστηριώδης και ερμητικός, αλλά τελικά πηγή ενοχών για την τελευταία του μεγάλη κατάδυση – κι έτσι, ξανά οι σκέψεις επιστρέφουν στο σύνηθες μοτίβου του πόνου και της μετάνοιας μιας εφηβείας και μιας μύησης στη ζωή, που αυτή τη φορά συμπλέχτηκε αξεδιάλυτα με την δημόσια Ιστορία…

Ξέρει κανείς ένα καλό τέλος να μου γράψει; Διότι αυτό που ξεκίνησε με μια γάτα κι ένα ποντίκι με βασανίζει ως σήμερα με τη μορφή κορμοράνου μέσα σε λίμνη με καλαμιές.

Κι ας αποφεύγω τη φύση υπάρχουν πάντα ντοκιμαντέρ που δείχνουν αυτά τα ξεχωριστά θαλασσοπούλια. Είναι κι οι εικόνες στα επίκαιρα, με ανελκύσεις βυθισμένων φορτηγίδων στο Ρήνο, υποβρύχια έργα στο λιμάνι του Αμβούργου, που τα τραβάνε ειδικά για να τα δείχνουν στις ειδήσεις: εκτίναξη καταφυγίων κοντά στο ναυπηγείο Χόρβατ, εκκαθάριση βομβών υψηλής εκρηκτικότητας και τα λοιπά. Άντρες με γυαλιστερά, χιλιοχτυπημένα κράνη, κατεβαίνουν, ανεβαίνουν, χέρια απλώνονται προς το μέρος τους, ξεβιδώνουν τα κράνη, τα βάζουν. Ανάβουν τσ6449209085_72ff0bd3ab_z-ιγάρο – όλοι εκτός από τον Μεγάλο Μάλκε. Δεν τον έδειξε ποτέ η τρεμάμενη εικόνα της οθόνης…

Έχω ταΐσει όλα τα τσίρκα που έρχονται στην πόλη. Πήγα και τους βρήκα, μίλησα με όλους, με κάθε κλόουν προσωπικά, πίσω απ’ το τροχόσπιτο. Όμως αυτοί οι κύριοι συχνά δε έχουν χιούμορ – συνάδελφο Μάλκε δεν ξέρουν κανέναν. [σ. 150]

Εκδ. Καστανιώτη, 2012, μτφ. από τα Γερμανικά: Έμη Βαϊκούση, [Günter Grass, Katz und Maus, 1961].

Hans Fallada – O πότης

ΗLayout 1 μέθη του εθισμένου, η μεταμόρφωση του ανεπιθύμητου

Αυτός που βλέπετε εδώ μπροστά σας είναι ο γνωστός συγγραφέας Χανς Φάλλαντα, ή μάλλον ό,τι απέμεινε απ’ αυτόν, ύστερα από χρόνια εξάρτηση από το αλκοόλ και τη μορφίνη…έλεγε το 1946 στους φοιτητές του ένας καθηγητής της πανεπιστημιακής κλινικής του Βερολίνου παρουσιάζοντας τον συγγραφέα σε αναπηρικό καροτσάκι. Εκείνο το υπόλειμμα ανθρώπινης μορφής είχε μπροστά του μόνο ένα χρόνο ζωής, αλλά είχε προλάβει, έγκλειστος σε ναζιστικό ίδρυμα, να γράψει τον Πότη, το προτελευταίο συγκλονιστικό του μυθιστόρημα, τον Πότη που ήταν ο ίδιος.

Ο Χανς Φάλλαντα [ψευδώνυμο του Ρούντολφ Ντίτσεν (1893-1947)] δεν ήταν απλώς ένας γνωστός λογοτέχνης στη Γερμανία όταν ο Χίτλερ ήρθε στην εξουσία αλλά βρισκόταν ήδη και στην λίστα των «ανεπιθύμητων» συγγραφέων. Εν τούτοις αρνήθηκε να εγκαταλείψει την χώρα του και τη γλώσσα του, με αποτέλεσμα να χειροτερεύει ολοένα και περισσότερο η θέση του στη νέα κοινωνία αλλά και να υφίσταται τις πιεστικές λογοτεχνικές «παραγγελίες» του Γκέμπελς Η αιώνια αδυναμία των φασισμών: η απεγνωσμένη ανάγκη για την συμμαχία των συγγραφέων και η ανταλλακτική της χρήση. Εδώ το αντίτιμο ήταν ταπεινότερο από μια απελευθέρωση: προμήθεια με το τότε σπάνιο χαρτί. Φυσικά το επιθυμητό από το καθεστώς βιβλίο δεν γράφτηκε ποτέ·  ήταν ο Πότης που γράφτηκε εξολοκλήρου στο άσυλο, κρυπτογραφημένα, με διαδοχικό γράψιμο ανάμεσα στις γραμμές, γυρίζοντας κάθε φορά και τη σελίδα ανάποδα. Μπορεί κανείς να φανταστεί την υπερπροσπάθεια των μεταγραφέων του χειρογράφου, για την μεταθανάτια έκδοση.

Ο μ2υθιστορηματικός Πότης είναι ο μεσοαστός έμπορος Έρβιν Ζόμερ. Πώς γλιστράει στο πρώτο σκαλοπάτι μιας ατέλειωτης κατηφορικής κλίμακας ο μέχρι τότε ευτυχής σύζυγος και επιχειρηματίας; Όπως συνήθως, δεν αρκεί παρά μία αφορμή ή έστω μια αιτία που μεγαλώνει ως αγκάθι στα σωθικά μιας ανοχύρωτης ύπαρξης: μια σύζυγος που επιδεικνύει την ανωτερότητά της υποβιβάζοντας τον ίδιο κι ένα οικονομικό πρόβλημα- κι η πόρτα της καθόδου έχει ήδη ανοίξει. Στο ποτό πνίγεται κάθε αίσθημα μειονεξίας· το αλκοόλ «σαν φτερό από μετάξι σβήνει κάθε έγνοια, λύπη και θυμό».

Σήκωσα το ποτήρι, δίστασα λίγο, το κατέβασα μονορούφι. Το κάψιμο έκοβε την ανάσα, στραβοκατάπια, όμως υποχρέωσα το υγρό να κατέβει στο λαρύγγι μου. Το ένιωσα να κυλάει καυτό, καυστικό, οξύ, και το στομάχι μου κατακλύστηκε από ένα ξαφνικό αίσθημα θέρμης, μιας απολαυστικής θέρμης. [σ. 27]

Σε 33μια τέτοια στιγμή αισθάνεται την επιθυμία της φυγής, να μη γυρίσει σπίτι του, να πάει στον αγύριστο, να χαθεί μέσα στο σκοτάδι, να μην ξέρει τίποτα και κανείς, ούτε καν τι να γράψουν στον επικήδειο. Η άδεια και σκοτεινή ταβέρνα ενός πανδοχείου, με τα θλιβερά πλαστικά τραπεζομάντιλα, τα θεόκλειστα παράθυρα και την αποπνικτική ατμόσφαιρα αποδεικνύεται ο ιδανικός τόπος και η νεαρή, ξεχτένιστη γυναίκα με τη βρώμικη ποδιά η καταλληλότερη συντροφιά.

Το ποτό αποκοιμίζει τις σκέψεις, μαλακώνει τους πόνους, μ’ αυτό κεντρίζω τον εαυτό μου να προχωρεί κάθε τόσο ένα μισάωρο πιο κάτω…Όμως η στάθμη του ποτού στο μπουκάλι κατεβαίνει, πρέπει να φυλάω τον θησαυρό μου και για μετά. Πίνω την τελευταία γουλιά (την πιο μεγάλη!) στο κατώφλι του σπιτιού μου, πριν αντικρίσω τη Μάγδα. [σ. 48 – 49]

Οι πρώτες σελίδες κυλούν με σπαρταριστές σκέψεις, σαν ευφυές κωμικογράφημα σαν κείμενο – γελοιογραφία, σαν μια «Ψυχολογία Γερμανού Συζύγου»· οι προσπάθειες να πιεί έστω και μια γουλιά οπουδήποτε σταθεί και βρεθεί οδηγούν σε σειρά ευτράπελων καταστάσεων, που διηγείται ο ίδιος απολαυστικά, με τρόπο που αδυνατείς να ξεχωρίσεις την ειλικρινή, εκ βαθέων εξομολόγηση από5 την αυτοσαρκαστική γελοιοποίηση. Την άγρια ευθυμία, ακολουθεί μια αβυσσαλέα απόγνωση κι εκείνη με τη σειρά της εναλλάσσεται με μια παραλυτική απάθεια.

Όμως σταδιακά ο εθισμένος μεθυσμένος βρίσκεται αντιμέτωπος με όλες τις εκφάνσεις μιας νομοταγούς και ευπρεπισμένης κοινωνικής μηχανής. Πρώτα αντιπαρατίθεται με την γυναίκα του, φτάνοντας στο σημείο να παλέψει μαζί της, αισθανόμενος «ένα γλυκό μίσος για το κάποτε λατρεμένο σώμα», σκεφτόμενος τη μία, πως θα την αγαπάει για πάντα και την άλλη ψιθυρίζοντάς της στο αυτί πως αύριο το βράδυ θα έρθει να την πνίξει. Ήθελα, ειδικά μπροστά στην πάντα νηφάλια, συνετή, ικανή, εργατική (όλα στον υπερθετικό!) γυναίκα μου, να μεθύσω τρελά, ήθελα ν’ απλώσω τα πόδια μου πάνω στο τραπέζι, να πω τραγούδια πρόστυχα, αγοραία, να ξεστομίσω κουβέντες αισχρές – τι ηδονή να την τραβήξω κι αυτήν μαζί μου στον βούρκο, να της δείξω ποιον αγάπησε στ’ αλήθεια και πώς τον κατάντησε ο έρωτάς της αυτός… [σ. 69]

3Ύστερα καταδιώκεται από τον οικογενειακό γιατρό, ενώ παράλληλα απογυμνώνεται οικονομικά από τον ιδιοκτήτη του μπαρ. Κάποτε η επιθετική στάση προς την γυναίκα του μεταφράζεται σε απόπειρα δολοφονίας. Νόμιμα, πλέον, ο Πότης μετατρέπεται σε Παραβάτη, συνεπώς επίσημα υποβιβάζεται στη δεύτερη κατηγορία ανθρώπων και στην υποεπικράτεια των ασύλων. Είναι, άλλωστε, απολύτως άχρηστος για την πολιτική κοινωνία που επιθυμεί ο καθένας να βρίσκεται στη θέση του, φρόνιμος, απαθής και αποδοτικός. Παρά την αυτονόητη σιωπή όσον αφορά το πολιτικό πλαίσιο του μύθου, δεν μπορεί να αγνοηθεί η συγκεκριμένη ακριβώς μεταχείριση των «ιδιαίτερων» κατηγοριών από τα ολοκληρωτικά καθεστώτα: ο τρόφιμος οφείλει να ζήσει έγκλειστος και να αναμορφωθεί, ακριβώς σ’ ένα περιβάλλον όχι μόνο δεν τον αναμορφώνει αλλά κυρίως τον μεταμορφώνει και τον παραμορφώνει.

6Ήμουνα παγιδευμένος σε μια τεράστια μηχανή και δεν είχε πια σημασία τι έκανα ή τι ένοιωθα· η μηχανή είχε πάρει για τα καλά μπροστά, και δούλευε ασταμάτητα – ερήμην μου. Είναι τα τελευταία λόγια του Ζόμμερ, στο τέλος του 36ου κεφαλαίου· από το επόμενο και μέχρι το τέλος, για άλλα τριάντα περίπου κεφάλαια, ο ήρωας βρίσκεται στον Άλλο Κόσμο του Ασύλου, του «θεραπευτηρίου» όπως κάποτε το αποκαλεί. Έτσι το βιβλίο χωρίζεται κυριολεκτικά σε δύο κόσμους, σαν δυο χωριστά μυθιστορήματα με τον ίδιο ήρωα, την ίδια γραφή και το ίδιο βάθος. Στις σπουδαίες λογοτεχνικές σελίδες που έχουν καταφέρει να περιγράψουν τον κόσμο των στρατοπέδων συγκέντρωσης, των γκουλάγκ, των φυλακών και των φρενοκομείων, τώρα θέση παίρνει και ολόκληρο το δεύτερο μέρος του Πότη.

8Η ζωή του περιγράφεται με τον ίδιο τρόπο: απλά, σαν παραπονεμένη εξομολόγηση ενός απλού ανθρώπου, σαν απορημένο σχόλιο ενός έκπληκτου αθώου. Η προσωπογραφία των κρατουμένων, η εξουσία των ισχυρότερων, η ποταπότητα του ανθρώπινου ζώου συνθέτουν μια κοινωνία κωμικοτραγικής αγριότητας. Οι σύντροφοι σπάνιοι, οι χαρές ελάχιστης διάρκειας· δεν του μένει παρά να στραφεί στην χειρωνακτική εργασία του και να αισθανθεί σχεδόν ευτυχής στο μικροσκοπικό του δωματιάκι. Ο κύριος σκοπός της τρέχουσας ιδεολογίας επιτεύχθηκε. Με αφορμή την μοναδική «ελεύθερη» απογευματινή ώρα κάποτε μονολογεί:

Όμως για σένα, κρατούμενε, δεν είναι ίδιο το γαλάζιο του ουρανού, κι ο ήλιος που ζεσταίνει το δέρμα σου δεν λάμπει για σένα. Κι η απεραντοσύνη του τοπίου δεν είναι για σένα. Απλός επισκέπτης είσαι, του ουρανού, του καθαρού αέρα, του ήλιου – τα λεπτά σου είναι μετρημένα, κρατούμενε. Ο κόσμος σου εσένα είναι το μουντό, το ζοφερό σπίτι των νεκρών, εκεί όπου γέλιο απελευθερωτικό της ψυχής δεν αντηχεί ποτέ. Για τον ήλιο είσαι ένας ξένος, κρατούμενε. [σ. 246]

BΑν ο Πότης αποτελεί την απόλυτη μυθοπλασία της αλκοολικής εξάρτησης, την ίδια στιγμή το μπουκάλι μοιάζει να αδειάζει και να ξαναγεμίζει με κάτι εντελώς διαφορετικό, χωρίς ίχνος αλκοόλ: τον τρόπο με τον οποίο ένας άνθρωπος απελπίζεται από την αίσθηση μειονεξίας, διολισθαίνει από την κανονικότητα, αναζητάει ψεύτικο καταφύγιο, αποδέχεται τον ετεροκαθορισμό, απαρνιέται τη ζωή, βυθίζεται ολοένα στην αρνητικότητα, κατεβαίνει, κατεβαίνει κάτω, πολύ κάτω, και μαθαίνει να ζει εκεί ακριβώς, ως το απόλυτο τίποτα. Αν ο κόσμος είναι ακατανόητος και μηδενισμένος, ας είναι και ο εαυτός αδιάφορος και χαμερπής. Τίποτα δεν έχει σημασία, οι ηθικές διακρίσεις είναι λόγια του αέρα και ο μόνος άξιος λόγος αυτής της αντιζωής είναι η ατομική ευχαρίστηση, που οδηγεί στην αναπόδραστη εξάρτηση, που με τη σειρά της προκαλεί ευχαρίστηση κ.ο.κ.

Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι στο περιβάλλον του Ζόμμερ η δύναμη και η ανωτερότητα αποτελούν ακριβώς μέγιστο κριτήριο κοινωνικής αποδοχής, έτσι όταν αισθάνεται να τα χάνει (από την γυναίκα του, από την προσωπική του επαγγελματική αδυναμία ή αδιαφορία) όχι μόνο το οικοδόμημα της καθημερινότητάς του αλλά και ολόκληρο το έδαφος της ζωής του βουλιάζει – σ’ 4ένα παράλληλο σύμπαν η εξύμνηση της υπεροχής αποτελούσε και το βασικό κατασκεύασμα της χιτλερικής κοινωνίας, συνεπώς εκείνος που δεν πληρούσε τα δεδομένα αποτελούσε αποβλητέο σώμα. Ιδού ο τρομερός παραλληλισμός που δεν μπορεί να αγνοηθεί: όταν η κοινωνία ως σώμα επιλέγει τον ψευδαισθησιακό κόσμο, τότε η λογική αποβάλλεται σαν ξένο σώμα.

Ο Ζόμμερ βρίσκεται συνάμα στο δικαστήριο του Κάφκα και το μεθοκοπείο του Ντοστογιέφσκι, στις γκροτέσκες και κωμικές μαζί προσωπογραφίες των εξπρεσσιονιστών. Όμως πάρα την  έντονη εξπρεσσιονιστική αίσθηση του κειμένου η λιτή και ακριβέστατη γραφή του εντάσσει το έργο στην «Νέα αντικειμενικότητα» που δίνει έμφαση στη ρεαλιστική αποτύπωση της πραγματικότητας, όπως μας κατατοπίζει στο πλούσιο επίμετρο η μεταφράστρια. Η «πιστή» αυτή πραγματιστική περιγραφή καταβρέχεται από οξύ χιούμορ και φαρμακερό σαρκασμό και αυτοσαρκασμό.

Hans FalladaΠρώτα γνώρισα τη ζωή από τα βιβλία και μετά από την ίδια τη ζωή, έγραψε κάποτε ο συγγραφέας για την δραματική του εφηβεία, γεμάτη με ιδιορρυθμίες του χαρακτήρα του, ασθένειες και καταθλιπτικά επεισόδια, μέχρι την ψυχική κατάρρευση ύστερα από ένα σοβαρό ποδηλατικό ατύχημα και μια διπλή απόπειρα αυτοκτονίας. Έκτοτε η ίδια η ζωή φρόντισε ώστε να την γνωρίσει ως τα άκρα της, εξαρτώμενος από το αλκοόλ και τη μορφίνη, ζώντας μια ολόκληρη επταετία σε ψυχιατρικά άσυλα. Είναι ενδεικτικό πως όταν το 1927 διαπράττει το αδίκημα της υπεξαίρεσης, παρουσιάζεται αυτοβούλως στον εισαγγελέα και εμφανίζει διογκωμένο το ποσόν που υπεξαίρεσε, προκειμένου να μεγιστοποιήσει την ποινή της φυλάκισης, με σκοπό την πλήρη αποτοξίνωση από το οινόπνευμα.

Βγαίνοντας από το άσυλο έζησε με την δεύτερη σύζυγό του, με την οποία μοιράστηκε μέσα στα συντρίμμια του βομβαρδισμένου Βερολίνου τις αποδράσεις της μορφίνης και κατέληξε για άλλη μια φορά  σε κλινική αποτοξίνωσης – αλλά αυτή ήταν η τελευταία. Πέθανε σε νοσοκομείο το 1947. Είναι η δεύτερη έκδοση του συγγραφέα στη χώρα μας, μετά το Μόνος στο Βερολίνο [εκδ. Πόλις, 2012, Α΄ έκδ. 2008] με θέμα την πραγματική ιστορία ενός ζεύγους εργατών που καταδικάστηκαν για αντιστασιακή δράση κατά των ναζί.

Hans Fallada - Der TrinkerΆραγε ο ήρωάς του έχει καλύτερο τέλος; Η Μάγδα Ζόμερ, υπόδειγμα των ηθικών και προτεσταντικών αξιών που εκθρέφουν τους πολίτες τέτοιων κρατών, περιμένει να τον δεχτεί στην αγκαλιά της· εκείνος θα σπεύσει ή θα επιστρέψει σ’ εκείνο εξαρχής ονειρευόταν, ακόμα περισσότερο συνειδητοποιημένος ή καταστραγγισμένος από κάθε επιθυμία ζωής, να επιλέξει δηλαδή ο ίδιος τον θάνατό του και να μην μπορεί κανείς να τον σώσει;. Και, πρώτα, ως τελευταία προθανάτια απόλαυση πριν το χαμό, να χαρεί ένα γεμάτο ποτήρι;

Εκδ. Κίχλη, Δεκ. 2012, μτφ. Έμη Βαϊκούση, 400 σελ., με 19σέλιδο επίμετρο της μεταφράστριας και 16σέλιδο παράρτημα σε γυαλιστερό φύλλο με αποσπάσματα από το αρχείο του, μυθιστορήματά, επιστολές κ.ά. καθώς και πλήθος φωτογραφιών [Hans Fallada – Der Trinker, 1950].