Alberto Méndez – Τα τυφλά ηλιοτρόπια

Ο ιδανικός λογοτέχνης

Ο Αλμπέρτο Μέντεθ (Ρώμη, 1941) έζησε τα παιδικά του χρόνια στην Ιταλία κι επιστρέφοντας στην πατρίδα του την Ισπανία σπούδασε φιλοσοφία και φιλολογία, έγινε ενεργό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος και ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο Ciencia Nueva. Στρατευμένος αριστερός, υπήρξε θύμα της λογοκρισίας για την εκδοτική του δραστηριότητα και διώχθηκε από το καθεστώς του Φράνκο για την δημόσια έκφραση των ιδεών του. Με τη λογοτεχνία ασχολήθηκε προς το τέλος της ζωής του. Το παρόν βιβλίο είναι το μοναδικό του μυθιστόρημα. Ολοκληρώθηκε λίγο πριν το θάνατό του και τιμήθηκε με το Εθνικό Βραβείο Πεζογραφίας. Μετά θάνατον φυσικά. Πρόκειται για μυθιστόρημα υποδειγματικό, με λογοτεχνικότατη γραφή, εναλλασσόμενους τρόπους αφήγησης και αληθινή ποίηση. Αφάνταστα τρυφερό και αφάνταστα σκληρό. Διηγείται την ιστορία τεσσάρων ηττών, μια για κάθε έτος μεταξύ 1939-1942.

Πρώτη ήττα

Τι είδους θάνατο άραγε επιλέγει ο λοχαγός Αλεγκρία όταν διασχίζει το πεδίο της μάχης κραυγάζοντας «Είμαι ένας παραδομένος»; Εδώ και τρία χρόνια αυτός ο νέος, που θύμιζε περισσότερο ασκούμενο συμβολαιογράφο παρά στρατιώτη, παρατηρούσε ως διαχειριστής εφοδίων τον ρακένδυτο εχθρό με τα πολιτικά ρούχα [που μάχεται λες και βοηθά κάποιον γείτονά του να φροντίσει έναν άρρωστο συγγενή] και είχε καταλάβει πως ο δικός του στρατός σύντομα θα εξοντώσει τις πολιτείες τους. Αρχικά σκέφτεται πως ένας στρατός που δεν έχει ψυχή στρατού πρέπει να ηττηθεί. Αργότερα θα ορίσει την πράξη του ως μια ανάποδη νίκη. Δεν θέλησε να λιποτακτήσει από τους φρανκιστές αλλά να παραδοθεί: να παραμείνει εχθρός των δημοκρατικών παραδεχόμενος όμως την ήττα του. Είχε καταταχθεί στις δυνάμεις των πραξικοπηματιών για να υπερασπιστεί αυτά που ήταν πάντοτε δικά του. Ο δικός του πόλεμος έγκειτο στο να διανέμει και να τακτοποιεί ό,τι ήταν αναγκαίο ώστε οι άλλοι να σκοτώνουν έναν εχθρό που δεν είδε ποτέ του από κοντά. Αιχμάλωτος πλέον του Ένδοξου Εθνικού Στρατού καταδικάζεται ως ένοχος προδοσίας. Τους δηλώνει πως ο πραγματικός λόγος της προδοσίας του ήταν επειδή η πλευρά του δεν θέλησε να κερδίσει τον πόλεμο κατά του Λαϊκού Μετώπου αλλά να τους σκοτώσουν.

Στο υπόστεγο των καταδικασμένων σε θάνατο ο Αλεγκρία έγραψε τρεις επιστολές: προς την αρραβωνιαστικιά του (Δεν είχα χρόνο να κάνω σχέδια, γιατί η φρίκη ματαίωσε το μέλλον μου, αλλά να είσαι σίγουρη ότι εσύ θα ήσουν η σπονδυλική στήλη των πλάνων μου), στους γονείς τους και προς τον Φράνκο (αυτά που έχω δει εγώ οι άλλοι τα έχουν ζήσει και συνεπώς είναι αδύνατο να παραμείνουν ξεχασμένα ανάμεσα στα λευκόκρινα). Θα είχε εγκλιματιστεί στον δίχως συναισθηματικές εξάρσεις θάνατο αλλά υπέφερε επειδή η ζωή του εξαρτιόταν από την τυχαιότητα του να βρίσκεσαι ή όχι στη γωνία που είχε επιλεγεί για να καθοριστεί ποιοι θα πέθαιναν. Δεν δεχόταν το τυχαίο, χρειαζόταν την τάξη.

Κάποια μέρα ήρθε η σειρά του να ανέβει στο φορτηγό· ένα σιωπηλό σφίξιμο στο χέρι τον εισήγαγε στην κοινότητα των χαμένων. Όταν ώρες αργότερα ανέκτησε τις αισθήσεις του, ήταν θαμμένος σε ομαδικό τάφο, χωμένος ανάμεσα σε νεκρούς και χώμα. Κι όταν άκουσε τον δικό του θρήνο, κατάλαβε ότι ήταν ζωντανός. Αργότερα θα αναφερόταν σ’ εκείνη τη στιγμή σαν να επρόκειτο για γέννα. Είχε αίματα παντού, αλλά το χώμα είχε καυτηριάσει την πληγή της σφαίρας. Στην πεδιάδα όπου τον βρήκαν έτρεμε σαν ετοιμοθάνατος και σερνόταν σαν σκουλήκι. Εκείνους τους καιρούς μόνο οι νεκροί δεν προκαλούσαν φόβο. Η ντροπή για την αποφορά του τον κρατούσε σιωπηλό – ίσως ήταν κι αυτός ένας τρόπος να μη δώσει εξηγήσεις. Όταν τον περιέθαλψαν ξεκίνησε για το χωριό του. Η θηριώδης προσπάθειά του να διασχίσει τα δυο βουνά που υψώνονταν εκεί για να χωρίσουν την Ισπανία στα δυο ήταν ένας ακόμα τρόπος γα να αγνοήσει τα διαχωριστικά όρια, για να δείξει ότι ήθελε πάντα να βρίσκεται και στα δυο μέρη. Στη θέα των στρατιωτών σκεφτόταν: Αυτοί είναι που κέρδισαν τον πόλεμο; Όχι, αυτοί θέλουν να επιστρέψουν στα σπίτια τους όπου δεν θα φτάσουν ως τροπαιούχοι στρατιωτικοί αλλά ως όντα ξένα προς τη ζωή, ως απόντες από την ίδια τους την εστία και σιγά σιγά θα μετατραπούν σε ηττημένη σάρκα…

Ποιου το μέρος πρέπει να πάρει ένας στρατιώτης που κερδίζει έναν πόλεμο και ταυτόχρονα τον χάνει; Και πως είναι δυνατό να μπορέσει ο ίδιος να συνεχίσει να ζει;

Δεύτερη ήττα

Γενικό Αρχείο της Χωροφυλακής, κίτρινος φάκελος, ένδειξη αποθανών άγνωστος. 26 σελίδες που βρέθηκαν, δίπλα στο σκελετό ενός ενήλικα άντρα και το γυμνό κορμάκι ενός μωρού. Η Έλενά του πέθανε στον τοκετό, το μωρό έμεινε ζωντανό, η δραπέτευση στη Γαλλία είναι αδύνατη. Κρατά το χέρι του μικρού κι όταν αισθάνεται τα δάχτυλα του να τον χαϊδεύουν φοβάται την μετατροπή της αίσθησης σε ανάμνηση. Έχασαν έναν πόλεμο, δεν πρέπει να προσφέρουν ακόμα μια νίκη (τη σύλληψή τους) στους φασίστες. Αν ο θεός για τον οποίο μου έχουν μιλήσει ήταν ένας καλός θεός, θα μας επέτρεπε να επιλέξουμε το παρελθόν μας.

Αυτό το μωρό συνελήφθη πάνω στην κάψα του φόβου. Ευτυχώς ο θάνατος δεν είναι μεταδοτικός, ενώ η ήττα είναι. Όσο κι αν υποφέρει, συνεχίζει να βυζαίνει με λαχτάρα. Η ζωή τού επιβαλλόταν με κάθε μέσο. Σιγά σιγά καταλαμβάνει όλο και περισσότερο χώρο. Πιο πριν ήταν κάτι το περίεργο μέσα στην καλύβα· τώρα όλη η καλύβα στρέφεται γύρω από αυτό. Η απόλυτη εξάρτησή του από αυτόν του δίνει την αίσθηση πως είναι σημαντικός.

Θυμάται το ήσυχο φτωχό χωριό του να μη νοιάζεται για τίποτα εκτός από το φόβο που το έκανε να κλείσει τα μάτια όταν σκότωσαν τον δάσκαλό του, έκαψαν όλα τα βιβλία του και εξόρισαν για πάντα τους ποιητές που εκείνος απήγγελλε από μνήμης. Ο ίδιος αισθάνεται ένας ποιητής δίχως στίχους. Θυμάται τον πόλεμό του: Με μολύβι και χαρτί ρίχτηκα στο πεδίο της μάχης και από το σώμα μου ανάβλυσαν, κατά χιλιάδες, λέξεις που παρηγόρησαν τους τραυματίες· από αυτή όμως την παρηγοριά πους σχεδίαζα ξεπήδησαν κτηνώδεις στρατηγοί που δικαιολόγησαν την ύπαρξη τραυματιών.

Αν χάσω την οργή μου, τι θα μου μείνει; Ακόμα και η θλίψη μου έχει στερεοποιηθεί από το κρύο. Μου έχει μείνει μόνο ο φόβος που τόσο με φόβιζε. Αν συνεχίσουν στην καλύβα, θα πεθάνουν κι οι τρεις, το παιδί, η αγελάδα κι αυτός. Αν κατέβουν στην κοιλάδα, θα πεθάνουν κι οι τρεις. Δεν θυμάται πλέον τα ποιήματα που απήγγελλε στους στρατιώτες. Με την πείνα το πρώτο πράγμα που πεθαίνει είναι η μνήμη. Πόσο ατέλειωτος είναι ο χρόνος δίχως ένα φιλί; Όταν χάνει το μολύβι η σιωπή είναι αβάσταχτη. Όταν μετά από μέρες το ξαναβρίσκει κάτω από καυσόξυλα, νοιώθει πως ανακτά το χάρισμα του λόγου. Αλλά όλα θα τελειώσουν όταν τελειώσει το τετράδιο. Γι’ αυτό και αρχίζει να γράφει αραιότερα. Η τελευταία λέξη που θα γράψει θα είναι «μελαγχολία». Αλλά θα έχει προλάβει να βαφτίσει έτσι, με το μολύβι, τον μικρό «Ραφαέλ».

Τρίτη ήττα

Ο καθηγητής τσέλου Χουαν Σένρα είπε ναι και, δίχως να το ξέρει, έσωσε προσωρινά τη ζωή του. Ο μικροκαμωμένος συνταγματάρχης Εϊμάρ (με μια πανοπλία παράσημα που μάλλον θωρακίζουν παρά δοξάζουν το στήθος του) τον ανακρίνει με αγωνία για τον χαμένο του γιο. Ο φόβος που αναβλύζει από το κρύο του πουλόβερ καταφέρνει να κρατά όρθιο τον αιχμάλωτο σε μια άδεια αίθουσα που κάποτε ήταν σχολική. Ο γραμματέας κάθεται σε θρανίο, σε στάση μαθητή, στον τοίχο μια φωτογραφία του στρατηγού Φράνκο, χαμογελαστή και κτηνώδης. Άλλοι τρεις στρατιώτες – φρουροί στο βάθος «όρθιοι σαν ακίνητες από την κούραση μορφή, δίχως τίποτα το επικό».

Ο Σένρα είναι κομμουνιστής και οργανωτής των λαϊκών φυλακών. Δεν γνώρισε ποτέ το γιο του συνταγματάρχη· λέει ψέματα για να παρατείνει τη ζωή του. Σε μια κατάσταση ημισυνείδησης, βάζει μια δόση αλήθειας στις απαντήσεις του, προσπαθώντας να αναδομήσει τις δίχως μνήμη απαντήσεις του, κερδίζοντας κάθε φορά μια ακόμα μέρα επιβίωσης. Ο Εδουάρδο Λόπεθ οργανωτής της ζωής των κρατουμένων (που δεν παρηγορούνταν αλλά ευγνωμονούσαν το γεγονός ότι υπήρχε κάποιος που επιδίωκε να κρατήσει ζωντανές εκείνες τις νεκρές ψυχές) τον αντιμετωπίζει με καχυποψία: μήπως τους μαρτυρά πράγματα; Ο Σένρα αναρωτιέται: Πώς είναι δυνατόν κάποιοι πεθαμένοι να ζητούν εξηγήσεις από άλλους πεθαμένους;

Ο Χουαν συνεχίζει το παρατεταμένο και συμπαγές ψέμα που προέκυψε σε μια στιγμή συμπόνιας και μετατράπηκε σε στήριγμα ζωής. Οι ιστορίες που επινοεί φωτίζουν το πρόσωπο εκείνης της μητέρας, καθώς τα απολιθώματα του ψεύδους αντικαθιστούν την ωμότητα των γεγονότων. Όταν θα φτάσει η σειρά του για εκτέλεση, γνωρίζει πως θα προσέλθει ατάραχος στο ραντεβού. Η βεβαιότητα πως δεν μπορεί κανείς να σκοτώσει έναν ήδη πεθαμένο τού δίνει απροσδόκητο θάρρος. Στην επιστολή προς την αδελφή του θα γράψει: Εξακολουθώ να είμαι ζωντανός, αλλά όταν λάβεις αυτό το γράμμα θα με έχουν εκτελέσει. Προσπάθησα να τρελαθώ αλλά δεν τα κατάφερα. Δεν θέλω να ζήσω άλλο με όλη αυτή τη θλίψη. Ανακάλυψα ότι η γλώσσα που ονειρεύτηκα, για να επινοήσω έναν κόσμο πιο αξιαγάπητο, είναι στην πραγματικότητα η γλώσσα των νεκρών.

Στο τέλος, κουρασμένος με τα δυο όντα που του μιλούσαν και του φέρονταν σαν να ήταν οι ιδιοκτήτες του, θα τους πει ότι θυμήθηκε την αλήθεια: πως ο γιος τους είχε εκτελεστεί δίκαια, γιατί ήταν ένας εγκληματίας, όχι ένας εγκληματίας πολέμου, χαρακτηρισμός υποκειμενικός που εξαρτάται από το στρατόπεδο στο οποίο ανήκει κανείς, αλλά ένας κοινός εγκληματίας, ένας δολοφόνος αμάχων. Το πρόσωπο των γονέων παγώνει: η φευγαλέα προσωπογραφία του γιου τους είχε πλέον τα χρώματα της αλήθειας. Κανείς δε λέει ψέματα για να πεθάνει. Η τελευταία σκέψη που τον καθησύχασε ήταν πως από το πρόσωπο του συνταγματάρχη θα εξαφανιζόταν για πάντα εκείνη η έκφραση ατιμώρητης ικανοποίησης.

Τέταρτη ήττα

Τρεις διαφορετικοί αφηγητές πλέκουν και ξεπλέκουν την τελευταία τραγική ιστορία (με πλάγια γράμματα ο ιερέας, με έντονα γράμματα ο τότε μικρός Λορένθο, με κανονικά γράμματα ο συγγραφέας). Ο ιερέας εξομολογείται πως εντάχθηκε σ’ ένα άσημο τάγμα για να ξεχάσει τις τερατώδεις πράξεις του και να δει το φως, να ξεφύγει από την ύπαρξη του κακού. Θυμάται την προσοχή που του προκάλεσε ο μαθητής του Λορένθο: δεν συμμεριζόταν το μαχητικό (: φρανκικό) πνεύμα των συμμαθητών του. Του ζητούσαν να δείξει την αγάπη για την πατρίδα του κι εκείνος τους απαντούσε με τη σιωπή του. Ο πατέρας του παιδιού, Ρικάρντο Μάθο, είχε διοργανώσει το 2ο Διεθνές Συνέδριο Αντιφασιστών Συγγραφέων το 1937 και αναφερόταν στα αρχεία ως εξαφανισθείς. Ο ιερέας αρχίζει να παρακολουθεί εφιαλτικά τον Λορένθο και να πιέζει ασφυκτικά την χήρα μητέρα του. Αν με απορρίπτει θα ήταν τόσο ηλίθια όσο το άγαλμα που απορρίπτει το βάθρο του

Ο Λορένθο σήμερα ανασυνθέτει τις αναμνήσεις του: αυτή που ξεχωρίζει περισσότερο είναι το γεγονός ότι είχε έναν πατέρα που κρυβόταν σε μια ντουλάπα. Δεν μπορεί να ξεχάσει τα παράθυρα που παραμόνευαν διαρκώς τις ζωές τους, την διαρκές κρύψιμο του πατέρα του, εκείνο το εύθραυστο κομμάτι της οικογενειακής τους γαλήνης. Όταν το ασανσέρ σταματούσε στον τρίτο, δεν πάγωνε απλώς ο χρόνος αλλά πέτρωνε ο αέρας μέχρι ν’ ακουστεί ο ήχος του κουδουνιού σε κάποιο από τα άλλα διαμερίσματα του ορόφου. Η σιωπή αποτελούσε μέρος της συζήτησής τους. Μόνο τα πρωινά κυκλοφορούσε αθόρυβα μες το σπίτι (τόσο αθόρυβα που τρόμαζε κι εκείνον και την μητέρα του), αφού απέναντι ο κινηματογράφος Αλγέρι ήταν άδειος.

Η μητέρα του Έλενα εργαζόταν ως μεταφράστρια, αλλά τις μεταφράσεις στην πραγματικότητα τις έκανε εκείνος, αρχικά αθόρυβα στο χέρι κι αργότερα χτυπώντας τη γραφομηχανή, μόνο όταν εκείνη βρισκόταν σπίτι και τις κάλυπτε με τον θόρυβο της ραπτομηχανής. Ακόμα και στις ερωτικές τους αγκαλιές έπρεπε να ανασύρουν τα πάθη που ήταν καταχωνιασμένα στις γωνιές του φόβου. Το δόσιμό τους ήταν δίχως αναστεναγμούς, δίχως κραυγές, δίχως σ’ αγαπώ. Σε μια οικογενειακή ρουτίνα που έκρυβε επιμελώς την τραχύτητα του φόβου, ο μικρός θυμάται: ήμουν αναγκασμένος να κρύβω όλα όσα μου μάθαινε ο πατέρας μου στο σπίτι και να εξωραΐζω όλα όσα συνέβαιναν στον δρόμο, όταν βρισκόμουν σπίτι.

Ο Ρικάρντο ήταν κατάπληκτος με τη σκέψη πως κάποιος ήθελε να τον σκοτώσει όχι για κάτι που έχει κάνει, αλλά για κάτι που σκέφτεται. Όταν ύστερα από τρία χρόνια πολιορκίας η πόλη ανέκτησε τη ρουτίνα της κι όλοι συμπεριφέρονταν σα να μην είχαν χάσει τον πόλεμο, είδε πως οι παλιοί του φίλοι δεν αισθάνονταν πλέον να τους συνδέει η ήττα αλλά η διάθεσή τους να ξεχάσουν το παρελθόν. Άρχισε να μαραζώνει, να κλείνεται ερμητικά στον εαυτό του, οι λέξεις έπαψαν να είναι σημαντικές. Ακόμα κι όταν ήταν μόνος στο σπίτι, παρέμενε ατέλειωτες ώρες κλεισμένος στην ντουλάπα. Η ζωή του άρχισε να μοιάζει με τον αέρα: υπήρχε αλλά δεν έπιανε χώρο.

Η οικογένεια σχεδίαζε να δραπετεύσει κι ο ιερέας να έρθει αργά το βράδυ στο σπίτι. Όταν οι τριγμοί του ασθματικού ασανσέρ σταμάτησαν στον τρίτο, το παιδί που έχει στη μνήμη του ο Λορένθο θυμάται το χτύπημα του κουδουνιού και την τρομερή προσπάθεια του πατέρα να κρύψει τα χαρτιά και να κυλήσει αθόρυβα στην ντουλάπα του. Οι διηγήσεις των τριών συγκλίνουν σ’ ένα συνταρακτικό αποκορύφωμα.

Τι να γράψει κανείς μετά από τέτοιες ιστορίες ήττας; Κάθε επίλογος θα χτυπάει σαν κούφιος. Ας τηρηθεί εδώ η στάση που κράτησαν τουλάχιστο δύο από τους κεντρικούς χαρακτήρες και πολύ περισσότεροι από τους άλλους: σιωπή.

Εκδ. Πάπυρος, 2008, [σειρά LETRAS – Ισπανόφωνοι και Πορτογαλόφωνοι Συγγραφείς], μτφ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, σ. 200, με τρισέλιδο πρόλογο του μεταφραστή (Los Girasoles Ciegos, 2004).

Στις φωτογραφίες: ο συγγραφέας, λεωφορείο – βιβλιοθήκη της Ισπανικής Δημοκρατίας (Bibliobus generalitat republicana, 1938), οι Διεθνείς Ταξιαρχίες, ένα γραμματόσημα άξιο για πολλά φτυσίματα, ξανά ο συγγραφέας, η αφίσα και μια φωτογραφία από την κινηματογραφική μεταφορά του έργου, σε σκηνοθεσία José Luis Cuerda (Los girasoles ciegos (2008)).

Ρίτσαρντ Γουόλιν – Η γοητεία του ανορθολογισμού

Σε μια «ιδανική βιβλιοθήκη» αναμφισβήτητα έχουν θέση το «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» του Λουί Φερντινάν Σελίν, τα «Κάντος» του Έζρα Πάουντ, η «Παρακμή της Δύσης» του Όσβαλντ Σπένγκλερ, τα βασικά έργα των Νίτσε και Χάιντεγκερ, ενώ από μια «διευρυμένη» μορφή της δεν θα έλειπαν ούτε βιβλία των Ζορζ Μπατάιγ, Μορίς Μπλανσό, Πιερ Ντριέ Λα Ροσέλ, Κ. Γκ. Γιούνγκ. Η συγκέντρωση των παραπάνω σε ενιαίο τμήμα συχνά στοιχειοθετεί την άτυπη κατηγορία «έργα που ασπάστηκαν τον φασισμό, φλέρταραν με αυτόν ή χρησιμοποιήθηκαν ως θεωρητικές και φιλοσοφικές βάσεις του». Αυτή η απλουστευτική υπόθεση αποτελεί μία από τις παραμέτρους συζήτησης ενός πάντοτε ακανθώδους και πολυπλόκαμου ζητήματος, εκείνου της σχέσης της κορυφαίας διανόησης και σκέψης με τις ολοκληρωτικές ιδεολογίες.

Ο Ρίτσαρντ Γουόλιν, γνωστός αμερικανός ιστορικός των ιδεών και καθηγητής της Ιστορίας του City University of New York συγκεντρώνει τα παραπάνω ονόματα στο δικό του ερμηνευτικό ράφι για να υποστηρίξει μια ευρύτερη θεωρητική κατασκευή: την άμεση επιρροή των αντίθετων ιδεών του Διαφωτισμού («αντι-Διαφωτισμού») και συνακόλουθα της ακροδεξιάς πολιτικής σκέψης στην μεταπολεμική γαλλική διανόηση, τον μεταμοντερνισμό και τον μεταδομισμό. Επιθυμώντας να συντάξει την «αρχαιολογία της μεταμοντέρνας θεωρίας», χαρτογραφεί τη γενεαλογία της και εντοπίζει τις πηγές της στις προ-φασιστικές θεωρίες του Μεσοπολέμου.

Για τον Γουόλιν η δυσπιστία του μεταμοντερνισμού για την αντικειμενική «αλήθεια», τον «ορθό λόγο», το «αίτιον», τον ανθρωπισμό και τη φιλελεύθερη δημοκρατία και η αντιμετώπισή τους ως μηχανισμών καταπίεσης που συνεπάγονται περιορισμούς και απαγορεύσεις αποτελούν στην ουσία μετάγγιση των βασικών θέσεων των Νίτσε και Χάιντεγκερ και ολόκληρης της παράδοσης της γερμανικής Kulturkritik του 20ού αιώνα. Ηπαραπάνω παράδοση αποτέλεσε και τον πυρήνα της μεταδομιστικής θεωρίας (Φουκώ, Ντερριντά, Λυοτάρ, Μπρωντιγιάρ), που με τον τρόπο αυτό κληρονομούσε στοιχεία της ευρωπαϊκής δεξιάς σκέψης. Συνεπώς τίθεται και ζήτημα εαν ο μεταδομισμός και ο μεταμοντερνισμός αποτελούν κινήματα της πολιτικής Αριστεράς, εφόσον αυτή υπήρξε πάντοτε ορθολογική και οικουμενική, υπέρμαχος της δημοκρατίας, της ισότητας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Ο Γουόλιν αναπτύσσει το συλλογισμό του σε δύο βασικά τμήματα, όπου διερευνά την πνευματική κληρονομιά τριών Γερμανών (Νίτσε, Γιουνγκ, Γκάνταμερ) και δύο Γάλλων (Μπατάιγ, Μπλανσό) στοχαστών, σε δύο αντίστοιχες παρεκβάσεις για την σύγχρονη Δεξιά των παραπάνω χωρών, καθώς και σε εκτενή πρόλογο και συμπεράσματα.

Είναι ευνόητο πως το πλήθος ιστορικών στοιχείων και πληροφοριών παρουσιάζεται με ελκυστικό τρόπο και διαβάζεται με αμείωτο ενδιαφέρον. Η διερεύνηση των θεωρητικών βάσεων του φασισμού, όπου υπάρχουν, έχει το ενδιαφέρον της και είναι πάντα ένα ζήτημα ανοιχτό. Η ιδιαίτερη όμως επιμονή του Γουόλιν σε ορισμένες θέσεις και η συνεχής επανάληψή τους φαίνεται να του στερεί την απαιτούμενη ψύχραιμη και αντικειμενικότερη θεώρηση των δεδομένων του. Δημιουργείται συχνά η εντύπωση πως έχει ήδη διαμορφώσει άποψη και έχει αποφανθεί προτού διατρέξει ολόκληρο το υλικό του, πως τα συμπέρασματά του έχουν προηγηθεί της έρευνας.

Είναι ενδεικτικό ότι θέση συμπεράσματος επέχει ένα μικρό δοκίμιο για την εικόνα της Αμερικής στην σύγχρονη σκέψη. Εδώ ο Γουόλιν, υπερασπιζόμενος την σκέψη της Αμερικανικής Ηπείρου (που ταυτίζει με τις έννοιες της πολιτικής νεωτερικότητας, του ατομικισμού, των δικαιωμάτων του ανθρώπου και του φιλελευθερισμού) στηλιτεύει την ιδέα της Αμερικής ως δυστοπικής χώρας ανίκανης να δημιουργήσει πολιτισμό και ασκεί απροκάλυπτη κριτική στους εκφραστές της, όπως οι Μπρωντριγιάρ και Ζίζεκ, συχνά με αμφίβολα επιχειρήματα. Ενδεικτικό παράδειγμα: «Το 1991 ο Μπρωντριγιάρ έγραψε ένα μικρό βιβλίο με τον έξυπνο τίτλο «Ο πόλεμος του Κόλπου δεν έγινε ποτέ», στο οποίο υποστήριζε ότι ο αληθινός πόλεμος είχε πολύ μικρότερη σημασία από την προσομοίωσή του στα ΜΜΕ. Ο «αληθινός» πόλεμος ήταν ο αγώνας για την κατάκτηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης, με «στρατηγούς» τους συμβούλους των καναλιών, τους κατασκευαστές εικόνας … Αν όμως ο πόλεμος δεν συνέβη ποτέ, τότε γιατί να γράψει κανείς ένα βιβλίο γι’ αυτόν; … Αφού τα «ανάφορα» έχουν πεθάνει, γιατί να προσθέσουμε ακόμα ένα μετασχόλιο στο πλήθος των νεκρών;» (σ. 485).

Εξίσου συζητήσιμο μοιάζει το σημείο αιχμής του Γουόλιν, πως η εξύμνηση της διαφοράς και της ετερότητας που υποστηρίζει ο μεταμοντερνισμός εις βάρος του ορθού λόγου «μπορεί να διολισθήσει σε έναν νέο πνευματικό φυλετισμό, ενώ η παρουσίαση των πολιτισμών ως κλειστών μονάδων οδηγεί στον εθνοκεντρισμό και αποκλείει τον κοσμοπολιτισμό» (σ. 455), χωρίς να διαφοροποιεί με επιστημονικά κριτήρια την ταύτιση της πολιτιστικής διαφοροποίησης (που προκρίνει ο μεταμοντερνισμός) με την φυλετική (που υποστηρίζει η άκρα Δεξιά). Εξάλλου, η μονόπλευρη και αποκλειστική θεώρηση του ανορθολογισμού ως αμιγώς αρνητικού στοιχείου και όχι αντιστικτικού παράγοντα στις ιδεοπλαστικές διεργασίες και στην ίδια την συγκρότηση του ορθού λόγου πιθανώς υπογραμμίζει την δυνατότητα του Γουόλιν να αναλύει ως ιστορικός των ιδεών και όχι ως φιλόσοφος – γι’ αυτό και η κριτική έχει αναφερθεί σε επιχειρήματα που στέκουν από ιστορική μόνο άποψη ενώ χωλαίνουν θεωρητικά και φιλοσοφικά. Είναι επίσης αξιοσημείωτο το γεγονός πως η κριτική του αφορά την γαλλική διανόηση ενώ το αντίστοιχο βρετανικό κομμάτι περνάει στο απυρόβλητο.

Ακόμα κι έτσι όμως, η εν λόγω κατασκευή σαφώς προσφέρει νέες αφορμές για προβληματισμό, διάλογο και αντιπαράθεση, τη στιγμή άλλωστε που ο συγγραφέας της (δηλώνοντας ως πρότυπά του τους Αντόρνο και Χάμπερμας) τονίζει με κάθε ευκαιρία πως τίθεται υπέρ της δημόσιας συζήτησης.

Συντεταγμένες: Ρίτσαρντ Γουόλιν – Η γοητεία του ανορθολογισμού. Το ειδύλλιο της διανόησης με τον φασισμό. Από τον Νίτσε στον Μεταμοντερνισμό, μτφρ. Μ. Φιλιππάκου, εκδόσεις Πόλις, σελ. 570.

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 15 (φθινόπωρο 2008). Φάκελος Ολοκληρωτισμός.

Στις φωτογραφίες: Σπένγκλερ, Σελίν, Χάιντεγκερ, Μπλανσό, Λα Ροσέλ.