Το έρμα, τεύχος 02 (Ιούνιος 2017)

Αναρωτιέμαι τι με τράβηξε περισσότερο στο δεύτερο τεύχος του νέου εξαιρετικού περιοδικού (το πρώτο κυκλοφόρησε το 2016, βλ. εδώ). Η εξαιρετικά ενδιαφέρουσα θεματολογία (από την πολιτική, την φιλοσοφία και την επανάσταση μέχρι την θεολογία, την εσχατολογία και τον έρωτα), οι υπογραφές σύγχρονων Ελλήνων στοχαστών και δοκιμιογράφων ή τα παλαιά αλλά αδιάβαστα μεταφρασμένα διηγήματα από δυο εκ των αγαπημένων μου συγγραφέων, του ελάχιστα μεταφρασμένου στη χώρα μας Χουάν Κάρλος Ονέτι και του Ιασαάκ Μπάσεβις Σίνγκερ. Σε κάθε περίπτωση, όλα προτάσσονται και προτείνονται στο εξώφυλλο,  – μια επιλογή που θεωρώ ιδανική, όχι μόνο λόγω αισθητικής αλλά και αποκάλυψης της ταυτότητας του εκάστοτε τεύχους – συνεπώς υπήρξαν απόλυτα θέλγητρα.

Ο Νίκος Κατσιαούνης ανοίγει το ερεθιστικότατο θέμα της εσχατολογικής προσδοκίας και των θεολογικών διαστάσεων του πολιτικού, που άλλωστε επανέρχεται συνεχώς στις σύγχρονες κοινωνίες. Το «ποθεινό» ενός άλλου κόσμου υπήρξε πάντοτε μια σταθερή ιστορική συνθήκη και η υπέρβαση υφιστάμενη τάξη του Είναι αποτέλεσε και την κινητήρια δύναμη των κοινωνικών αλλαγών και της ανθρώπινης δημιουργίας. Όταν πριν περίπου δυο αιώνες η ανθρώπινη σκέψη διακήρυξε τον θάνατο του Θεού και τοποθέτησε τον άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου η διάβρωση της θεολογίας έπρεπε να καλυφθεί από νέες θεωρήσεις ολικής αντίληψης για τον κόσμο. Η κατά Βολταίρο καθοδηγητική αρχή δεν είναι πλέον η θεία βούληση και πρόνοια αλλά η ανθρώπινη βούληση και ο Λόγος. Η Ιστορία τώρα συγκροτείται στη βάση ενός τελεολογικού και εσχατολογικού οχήματος και αποκτά ένα νόημα κι έναν σκοπό.

Ο συγγραφέας εδώ προβαίνει σε μια επισκόπηση των σχετικών αντιλήψεων, αρχής γενομένης από τον κύκλο των αρχαίων Ελλήνων και το έσχατον των Χριστιανών, ο Θεός των οποίων κατευθύνει την ιστορία της ανθρωπότητας προς έναν τελικό σκοπό. Ο ίδιος ο Αυγουστίνος προσπάθησε να συνθέσει μια παγκόσμια ιστορία στην οποία ενυπήρχε ένα τέλος, ένας σκοπός. Η ιδέα της χιλιετούς βασιλείας του Θεού επί της γης αποτέλεσε ένα συχνό μοτίβο στη σκέψη πολλών θεολόγων και πιστών, ενώ το αίτημα για την αλλαγή του κόσμου θα αποτελέσει στον Ύστερο Μεσαίωνα κοινό τόπο σε μεγάλες μερίδες του ευρωπαϊκού πληθυσμού μέσα από την «ουτοπική συνείδηση» των χιλιαστικών ρευμάτων. Μπορεί η ιδέα της επανάστασης των νεωτερικών χρόνων να απέχει από αυτές τις οργιαστικές και εκστατικές δυνάμεις, όμως πρόκειται για μια πρώτη εμφάνιση της «συνειδητής σύμπραξης» για την διαμόρφωση του κόσμου. Έτσι η «τόλμη και η δύναμη για το αδύνατο», κατά την φράση του Τόμας Πίντσερ μετασχημάτισε τον ποθεινό χρόνο σε χώρο πραγμάτωσης των ανθρώπινων επιθυμιών.

Μπορεί η πίστη στην υπερβατική θεία πρόνοια σταδιακά να αντικαθίσταται από την πίστη σε μια εμμενή πρόοδο, όμως πολλά δομικά στοιχεία της παλιάς μεταφυσικής μετουσιώθηκαν στις ορθολογικές θεωρήσεις που αντιμάχονταν τον παλαιό κόσμο. Το εσχατολογικό φιλοσοφικοϊστορικό σχήμα του χριστιανισμού εξακολουθεί να υφίσταται στον αθεϊστικό ανθρωπισμό της εποχής των επαναστάσεων. Με τον Χέγκελ η θεολογία της ιστορίας μετατρέπεται σε φιλοσοφία της Ιστορίας στην οποία η κοσμικότητα της ιστορίας ιεροποιείται και η ιερή ιστορία υποβιβάζεται. Στην θεωρία του Μαρξ αλλά και πολλών αναρχικών στοχαστών είναι έκδηλος ένας μεσσιανισμός για την εκπλήρωση του βασιλείου της ελευθερίας. Ο ιδεαλισμός του Χέγκελ βρήκε τη υλική του πραγματοποίηση στην μαρξιστική θεωρία, γράφει ο Κατσιαούνης, ανάμεσα σε πολλά άλλα ενδιαφέροντα.

Ο Γιώργος Μερτίκας ερευνά την αισθητική της επανάστασης στον Εμανουέλ Σεγιές, η σκέψη του οποίου, με αποκορύφωμα την συνταγματική θεωρία του περί συντακτικής και συντεταγμένης εξουσίας, όχι απλώς υπερβαίνει τον ζουρλομανδύα του κοινοβουλευτισμού αλλά έχει ως λογική απόληξη τον εσχατολογικό μοντερνισμό μιας διαρκούς επανάστασης. Ο ιδεολόγος αβάς Σεγιές υπήρξε μέτοχος όλων των μεγάλων στιγμών της γαλλικής επανάστασης και άφησε ως πνευματική κληρονομιά μια σειρά επαναστατικών φυλλαδίων που διεύρυναν την θεωρία της λαϊκής και της εθνικής κυριαρχίας Σε αντίθεση με τον μηχανιστικό ορθολογισμό του Χομπς, για τον οποίο ο Λεβιάθαν / το κράτος είναι ένας θνητός θεός και μια τεχνητή μηχανή, ο Σεγιές υποστηρίζει στρέφεται στην αισθητική του κράτους ως έργου τέχνης και υποστηρίζει ότι υπόδειγμα της πολιτικής είναι το μυθιστόρημα που στόχο του έχει να ταιριάξει τα γεγονότα στις επιθυμίες και στα γούστα μας. Αυτή η πρωτοκαθεδρία της ανθρώπινης βούλησης στην πολιτική, η αναπλήρωση της θεϊκής παντοδυναμίας με την ανθρώπινη είναι ιδρυτικό γνώρισμα όχι μόνο του ρομαντισμού αλλά και της νεωτερικότητας εν γένει.

Ο Αλέξανδρος Κιουπκολής στο κείμενό του Ο παλιός και νέος κόσμος των κοινών: ζητήματα εναλλακτικής πολιτικής στρατηγικής, παρουσιάζει αρχικά μια σειρά παραδειγμάτων συλλογικής αυτοδιαχείρισης και μοιράσματος συλλογικών πόρων. Εκατοντάδες ανά τον κόσμο κοινότητες διαχειρίζονται, παράγουν και διανέμουν αγαθά από κοινού μέσα από την συλλογική συμμετοχή και εκτός λογικής της ατομικής ιδιοκτησίας και του κέρδους. Οι κοινότητες αυτές με άξονα τα κοινά ανασυστήνουν κοινωνικούς δεσμούς και παράγουν την δημοκρατική συμμετοχή στην οικονομία, την πολιτική και άλλα πεδία· ανοικοδομούν συλλογικές δράσεις και συνεργασίες ανοιχτές στην ετερότητα, χωρίς εθνικές, φυλετικές και έμφυλες διακρίσεις και εφαρμόζουν τρόπους υλικής επιβίωσης και ευζωίας που συμβιώνουν με τα τοπικά και παγκόσμια οικοσυστήματα.

Πρόκειται, ωστόσο, για διάσπαρτες και περιορισμένες κινήσεις που δεν αθροίζονται σε έναν διευρυμένο «τρίτο πόλο» παρά παραμένουν μειονοτικοί μικροχώροι, άγνωστοι στους πολλούς. Συχνά μάλιστα αφομοιώνονται από τα κυρίαρχα ρεύματα μέσα από «συμπράξεις και χρηματοδοτήσεις που υπονομεύουν την πραγματική αυτοδιαχείριση και το πρόταγμα μιας άλλης οικονομικής λογικής πέραν την κερδοσκοπίας και του ανταγωνισμού. Στο ακανθώδες αυτό ζήτημα συνεισφέρει ο συγγραφέας τους προβληματισμούς αλλά και τις προτάσεις του, με αφορμή αλλά και με πλείστες ενδιαφέρουσες διαφωνίες με το βιβλίο του Γ. Λιερού, Κοινά, κοινότητες, κοινοκτημοσύνη, κομμουνισμός.

Ο Τζόρτζιο Αγκάμπεν στα Στοιχεία για μια θεωρία της αποσυντάσσουσας δύναμης, κείμενο μιας διάλεξης του 2013 με αφορμή πρόσφατες κατοχές και εξεγέρσεις από το Κάιρο και την Ισταμπούλ μέχρι το Λονδίνο και τη Νέα Υόρκη, εμπλουτίζει και επεκτείνει την αρχαιολογία της πολιτικής που πρότεινε στο μείζον έργο του Homo Sacer) και ο Στέφανος Ροζάνης επανέρχεται στο προσφιλές του θέμα Φαντασία και δημιουργία, με μια άλλη, πλαγιότερη ματιά σε ένα θέμα ενός βιβλίου του που θα παρουσιάσουμε σύντομα.

Περιλαμβάνονται ακόμα τα κείμενα των Φιλήμονα Πατσάκη Το σύνταγμα δεν μεταρρυθμίζεται, Χρήστου Μαρσέλλου Παναγιώτης Κονδύλης ΙΙ, Αλέξανδρου Σχισμένου Σημειώσεις για τον ερωτικό χρόνο και Ορέστη Τάτση Το Εγώ και η Ετερότητα αλλά κι ένας εκτενής διάλογος για την Λογοτεχνία, ιδίως για την γραφή και την ανάγνωση ως δυνατότητες της ελευθερίας, μεταξύ των Άρη Μαραγκόπουλου, Δημοσθένη Παπαμάρκου και Κωνσταντίνου Τζαμιώτη, ενώ ο τελευταίος καταθέτει ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο με τίτλο Σαλτιμπάγκοι και νευρόσπαστα, όπου και τυπολογεί τις αποτυπώσεις ποιητών, συγγραφέων, καλλιτεχνών και διανοούμενων σε παλαιότερες και νεότερες ελληνικές ταινίες. Οι Χρήστος Νάκος, Μαρία Μάζη και Πελαγία Φυτοπούλου καταθέτουν τα ποιήματά τους, ενώ ο Αχιλλέας Χρηστίδης «ζωγραφίζει» στο εικαστικό αφιέρωμα του τεύχους.

Τα διηγήματα των Σίνγκερ και Ονέτι είναι απλά αριστουργήματα (σε μετάφραση από τον Σπύρο Γιανναρά και την Έφη Γιαννοπούλου αντίστοιχα). Ιδίως ο προσφιλέστατός μου Ονέτι λογοτεχνεί για άλλη μια φορά μια πρόζα όπου ένα πολυγραφημένο τεύχος, η τυραννία ενός στρατιωτικού πραξικοπήματος, «η παμπάλαια συνήθεια του ψεύδους και της ωραιοποίησης», η εξαφάνιση μιας γυναίκας, η ανάθεση σε έναν ντέτεκτιβ – του έδωσα την φωτογραφία χωρίς θλίψη, εν μέρει με μια παράλογη αίσθηση απελευθέρωσης και η μνήμη μιας ερωτικής ιστορίας συνθέτουν μια καθαρά ονετική σύλληψη.

[Εκδ. Εξάρχεια, σελ. 215]

Στις εικόνες: Ιερός Αυγουστίνος [έργο του Antonio Rodríguez], Georg Wilhelm Friedrich Hegel, Emmanuel Joseph Sieyès, Giorgio Agamben, Juan Carlos Onetti.

Jean – Luc Marion – Το ερωτικό φαινόμενο. Έξι στοχασμοί

Η κοινωνία των δυο

Ο εραστής εξατομικεύει πρώτα πρώτα με την επιθυμία [désir] ή μάλλον με την επιθυμία του που δεν είναι η επιθυμία κανενός άλλου, γράφει ο Μαριόν σε έναν από τους έξι δοκιμιακούς στοχασμούς του πάνω στον έρωτα. Πράγματι, εκτός κι αν δεν υπακούει παρά σε φυσικές και φυσιολογικές αναγκαιότητες (οπότε θα επρόκειτο για μια απλή ανάγκη [besoin]), η επιθυμία δεν μπορεί να εκκαθολικευτεί για να εφαρμοστεί και σε μένα και στον οποιονδήποτε άλλο· τίποτε δεν μου ανήκει τόσο, όσο αυτό που επιθυμώ, γιατί αυτό μου λείπει· αλλά αυτό που μου λείπει με ορίζει μυχαίτερα από οτιδήποτε κατέχω, γιατί αυτό που κατέχω παραμένει εξωτερικό, ενώ αυτό που μου λείπει με κατοικεί· έτσι που μπορώ να ανταλλάξω αυτό που κατέχω, αλλά όχι την έλλειψη που κατέχει την καρδιά μου.

Ο παραπάνω στοχασμός [σ. 206 – 207] είναι ενδεικτικός της γραφής του Γάλλου φιλοσόφου έστω μιας απλούστερης μορφής της. Το κείμενό του απαιτεί μέγιστη συγκέντρωση αλλά όταν κανείς το διαβάσει προσεκτικά, όχι αποσπασματικά αλλά σε απόλυτη συνάφεια με τα προηγούμενα, τότε όχι μόνο εισχωρεί στον καρπό του έρωτα ως φιλοσοφικού κόσμου αλλά και ξεδιψάει με τους πλούσιους χυμούς του. Επιμένω σε αυτή την γραμμική, συγκεντρωμένη ανάγνωση του έργου του λέξη προς λέξη, γιατί εκτός των άλλων, κάθε επόμενη σελίδα έχει ως δεδομένο έναν συλλογισμό από την προηγούμενη, σε μια μεγάλη, διακλαδωτή αλυσίδα σκέψεων, επαγωγών και στοχασμών.

Αυτό που εξατομικεύει περαιτέρω τον εραστή, συνεχίζει λίγες σελίδες πιο κάτω ο Μαριόν, είναι η αιωνιότητα ή, τουλάχιστον, η επιθυμία αιωνιότητας. Ο εραστής και ο ερώμενος χρειάζονται, μετά από μια ενοχλητική σειρά από «προηγούμενα», την πεποίθηση, ή τουλάχιστον την επίφαση, ακόμα και την ηθελημένη ψευδαίσθηση της πεποίθησης ότι η φορά αυτή είναι η καλή, είναι η φορά του μια για πάντα. Την στιγμή που αγαπά, ο εραστής δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που λέει και κάνει παρά ορισμένως υπό το πρίσμα της αιωνιότητας, ή, τουλάχιστον, «μιας αιωνιότητας στιγμιαίας, χωρίς υπόσχεση διάρκειας, αλλά με μια αιωνιότητα στην πρόθεση» ισχυρίζεται ο Μαριόν και δεν μπορούμε παρά να χαμογελάσουμε. Οι εραστές πράγματι χρειάζονται την πεποίθηση για μια ανέκκλητη, παντοτεινή αγάπη. Η ίδια η πράξη του έρωτα περιέχει εξ ορισμού το ανέκκλητο (όπως στην μεταφυσική η ουσία του θεού περιέχει την ύπαρξή του.

Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Γάλλους φιλοσόφους, επιφανής εκπρόσωπος της γαλλικής φαινομενολογικής σχολής, καθηγητής φιλοσοφίας στα Πανεπιστήμια Σορβόννης και Σικάγο (όπου διαδέχτηκε αντιστοίχως τον Emmanouel Levinas και τον Paul Ricoeur), αντικομφορμιστής διδάσκαλος από κάθε είδους αυταρέσκεια και επίδειξη, γνώστης δυο συστημάτων, της λογικής και της θεολογίας που στο έργο του δεν συγκρούονται αλλά ενίοτε συνεργάζονται, ο Μαριόν έχει γράψει έργα για μείζονα καρτεσιανά και θεολογικά ζητήματα αλλά και τον διάσημο ήρωα των κόμικς Τεντέν. Εδώ επιχειρεί να εγγράψει τον έρωτα μέσα σε ένα επαρκές  φιλοσοφικό σχήμα, προλογίζοντας πρώτα την ίδια την σιωπή του για να εμβαθύνει σε σε έξι εκτενή μέρη πάνω σε πρόσφορες τομές: στην υπερίσχυσή του απέναντι στην λογική, στην αμφιβολία, στην εαυτότητα, στην αυταπάτη ότι εμμένει κανείς στο είναι του, στην αμοιβαιότητα, στην σάρκα που ερεθίζεται, στον βιασμό και στην διαστροφή, στην ζήλια και στην τιμή της, στην ελεύθερη ερωτικοποίηση, στην έλευση του τρίτου, στο αντίο.

Στο περί Ηδονής κεφάλαιο, στην παράγραφο 25, ο Μαριόν διεισδύει περίτεχνα στον σκοτεινό της πυρήνα. «Εραστές πλέον εμείς, διασταυρώνουμε τις αμοιβαίες και σεβαστές σάρκες μας», κάνει λογοπαίγνιο με τις λέξεις respectives – respectées και με μια σειρά συλλογισμών καταλήγει: Μπορώ λοιπόν νομίμως να συμπεράνω ότι χαίρομαι τον άλλον, αντί απλώς να τον χρησιμοποιώ. Ενώνομαι πράγματι με την σάρκα του για χάρη μου – για να την λάβει. Επομένως τον απολαμβάνω. Δεν απολαμβάνω την δική μου ηδονή αλλά την δική του· και αν παρ’ ελπίδα (πράγμα καθόλου υποχρεωτικό) φτάνω επίσης σε οργασμό, η ευχαρίστησή μου αναβλύζει απλώς από τη δική του, σαν επιστροφή της.

Σε ποιο χώρο όμως επιτελείται το φαινόμενο του έρωτα; Δεν είμαι πλέον ένα φυσικό σώμα τοποθετημένο μεταξύ άλλων φυσικών σωμάτων, που μπορεί να οριστεί με στοιχεία εντοπισμού (οριζόντια ή κάθετη συντεταγμένη, γεωγραφικό μήκος και πλάτος κ.λπ.)· οι τρεις διαστάσεις του φυσικού χώρου (μήπως, πλάτος, βάθος) δεν ισχύουν παρά γι’ αυτό που ανήκει στη φύση / στον κόσμο ως αντικείμενο ή ως ένα ον, τοποθετημένο μεταξύ άλλων, σε έναν ομοιογενή χώρο. Αντίθετα, χάρη στην ερωτική αναγωγή, αισθάνομαι πια τον εαυτό μου ως καθαρή σάρκα, πράγμα που σημαίνει ότι δεν τον αισθάνομαι χάρη στις αντιστάσεις αντικειμένων που μου ορίζουν έναν δεδομένο χώρο. Ως σάρκα, δεν αισθάνομαι παρά τον εαυτό μου, επομένως προσανατολίζομαι βάσει αυτού, χωρίς άλλο σημείο αναφοράς από την ίδια μου την σάρκα. Είναι η μόνη που αποφασίζει για την θέση μου, γιατί αυτή ορίζει το μοναδικό μου περιβάλλον – το ερωτικό.

Τώρα η θέση μου στο ερωτικό περιβάλλονδεν εξαρτάται παρά μόνο από τη σχετική μου θέση προς αυτή τη σάρκα αναφοράς· δεν με βρίσκω ψηλά ή χαμηλά μέσα στον φυσικό κόσμο, ούτε στο βορρά ή στο νότο του γεωγραφικού κόσμου, ούτε στην είσοδο ή στο βάθος του χτισμένου κόσμου· βρίσκομαι πάνω ή κάτω από αυτή τη σάρκα, μακριά ή κοντά της, μέσα της ή έξω. Αυτή είναι για μένα και ο τόπος μου, και οι συντεταγμένες μου και τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, ή μάλλον αυτή με κάνει να μην τα χρειάζομαι όλα αυτά. […] Είμαι τοποθετημένος ακριβώς εδώ, εκεί που πάει το φιλί μου. [σ. 247]

Και σε ποιο χρόνο επιτελείται το φαινόμενο του έρωτα; Και πρώτα απ’ όλα, πρόκειται ακόμα για ένα χρόνο, από την στιγμή που δεν είμαι πια μέσα στο χρόνο του κόσμου αλλά σ’ εκείνον της ερωτικής αναγωγής, όπου το μέλλον ορίζεται ως ο χρόνος της αναμονής ενός άλλου όπου τίποτε δεν συμβαίνει; Πώς νοείται η  ερωτικοποιημένη σάρκα, ποιες οι γοητείες και οι απάτες της, πως διασταυρώνονται οι σάρκες, τι συμβαίνει στις επικράτειες του μίσους, πως λειτουργεί η πίστη στην ερωτική χρονικότητα; Ο Μαριόν χειρουργεί με απόλυτη τρυφερότητα το φαινόμενο που φέρει η λέξη με την διπλή σημασία της αγάπης και του έρωτα και αξίζει την μέγιστη προσοχή που απαιτεί ετούτη η γοητευτική αναγνωστική δοκιμασία.

Εκδ. Πόλις, Α΄ και Β΄ έκδ. 2008, Γ΄ έκδ. 2010, μτφ. και επίμετρο (κυρίως περί της μετάφρασης) Χρήστος Μαρσέλλος, σ. 426 [Le Phénomène érotique. Six meditations. 2003]

Στις εικόνες: κομικογραφική απόδοση ενός έρωτα από την Amelie [Le Fabuleux Destin d’Amélie Poulain, Jean-Pierre Jeunet, 2001] και έργα των Cyndavalle, Hans Baluschek και Christian Rohlfs. Παρεμβάλλονται σκηνές από δυο αλησμόνητες ερωτικές ταινίες: η γυναίκα του μάγειρα και ο εραστής της από την περίφημη ταινία του Peter Greenaway [1989] και οι εραστές από τον Θυρωρό της Νύχτας [Liliana Cavani, 1974].