Σ. Β. Σκοπελίτης – Η σκοτεινή πλευρά της φωτογραφίας ή γιατί η φωτογραφία (δεν) είναι τέχνη

exfl_Skopelitis_Skoteini_forWeb

Αφηγήσεις του μηχανικού οφθαλμού

Καθώς ο φωτογράφος συγγραφέας κοιτάζει μια από τις πρώτες φωτογραφίες που τράβηξε το 1956 με την Kodak Brownie, τους γονείς του στην είσοδο του σπιτιού, σκέφτεται πως τότε δεν μπορούσε να φανταστεί ότι ύστερα από πενήντα χρόνια θα εξέταζε την φωτογραφία με μεγεθυντικό φακό, με την ελπίδα να διακρίνει τι ένιωθαν οι γονείς του. Κι όμως το κάνει, και ομολογεί πως μπορεί να μην πέρασε ούτε μια ημέρα από τότε· άλλο αν μόνο τώρα μονολογεί πόσο λυπάται που δεν φωτογράφισε το εσωτερικού του σπιτιού τους· πώς να το έκανε, αφού δεν υφίστατο ακόμα η στοχαστική του νοσταλγία για εκείνα που θα ήθελε να αναθυμάται στο μέλλον…. Σε τι θα βοηθούσε, αναρωτιέται, η εικόνα τους στο τωρινό του γερασμένο παρόν;

Αυτή η ιδιότητα / δύναμη της φωτογραφίας – να αποκαλύπτει εκείνα που μας διέφυγαν – είναι σημαντική και συνάμα δεν είναι, καθώς δεν μπορούμε να επιστρέψουμε στην ίδια αισθηματική κατάσταση, από την άλλη μεριά αναρωτιέμαι αν κάτι έχει λησμονηθεί εξαιτίας μιας απρόβλεπτης σύγχυσης, δύναται η φωτογραφία να το επαναφέρει στη μνήμη; Μάλλον όχι, ιδίως όταν είναι φορτισμένη με φλύαρη αισθηματολογία που την καθιστά απροσπέλαστη, άρα αδύναμη να ανασκαλέψει ακούσια λησμονημένες αναμνήσεις. Όσα παραμένουν στην καρδιά μας και συνεχίζουν να μας συγκινούν, η συνδρομή της φωτογραφίας είναι καίρια στο να τα ανακαλέσουμε στο Τώρα, ευθύς όμως αντιδρούμε βάναυσα καταστρέφοντας τη φωτογραφία γιατί μας αποκάλυψε, εξίσου βάναυσα, την απώλεια. [σ. 12]

 365-3857-1024x682

Φαίνεται λοιπόν πως για το παιδί που έγινε άνδρας ο σημερινός νόστος για τα παιδικά χρόνια του αποκαλύπτει εκείνα που δεν μπορούσε να διακρίνει τότε, όλα όσα διέφυγαν και από τους γονείς και από τον φωτογράφο. Χρόνια μετά από εκείνη την φωτογραφία, η μνήμη στέκει στην πρώτη χρήση της Polaroid SX – 70 και σε μια ημερολογιακή καταγραφή εκείνης της χρονιάς [1982]: η Πολαρόιντ επιβεβαιώνει τον βαθμό μηδέν της φωτογραφίας· την αιφνίδια νοσταλγία για το στιγμιαίο Ήδη και συνάμα την ακούσια λήθη για το ήδη Μετά. Χάρη σε αυτή τη γλυκιά Παύση επιθυμούμε να έχουμε φωτογραφίας εκείνων που μας τριγύρισαν και χάθηκαν. Και τι ειρωνεία! Όταν παύουν τα ευγενή αισθήματα προστρέχουμε στις φωτογραφικές μορφές εκείνων που εξαιτίας τους και για χάρη τους στέριωσαν εντός μας, και τώρα η καρδιά μας μουλιάζει πάνω από ένα χαρτί φωτογραφικών χημικών.

Είτε το θέλουμε είτε όχι, ο στίβος του φωτογράφου είναι ο πάντα χθεσινός κόσμος η επικαιρότητα δεν είναι παρά ψευδαίσθηση.

Αυτό το σαγηνευτικό, σχεδόν «ανορθόδοξο» βιβλίο δεν αποτελεί μόνο μια άτυπη συνέχεια του βιβλίου Σημειώσεις ενός Έλληνα φωτογράφου για τη φωτογραφία [εκδ. Άγρα / Μουσείο Μπενάκη, 2002] αλλά και μια αυτόνομη συλλογή κειμένων ποικίλων ειδών που παρά την ετερόκλιτη μορφή τους συναρμονίζουν ιδανικά την συλλογιστική του συγγραφέα για την φωτογραφία. Είναι ενδεικτικό το γεγονός ότι το βιβλίο ξεκινάει με μια επιστολή προς στον φωτογράφο Alfred Stieglitz, όπου ο γράφων αναρωτιέται αν η ζωή του κατέληξε να είναι εικονική και αν ήδη σκέπτεται μόνο φωτογραφικά· είναι όμως βέβαιος ότι οι νέοι φωτογράφοι θα αναγκαστούν να χρησιμοποιήσουν ψηφιακούς οφθαλμούς για να απεικονίσουν τον νέο κόσμο. Η ψηφιακότητα διαχώρισε οριστικά τον δημιουργό από τον εικαστικό, μια ιδιότητα που αποκτούμε πλέον όλοι.

  IANAC-PINTEREST-PICKS-170412-6

Με τη φωτογραφική μας δράση, διαμέσου κόκκων χθες και σήμερα pixels, συνειδητοποιούμε άγνωστες καταστάσεις, τις αναλύομε, τις ερμηνεύομε, από αυτή την άποψη ίσως να είμαστε και εμείς κόκκοι ή pixels.

Κάποιο κεφάλαιο ακολουθεί την δομή των ερωτοαπαντήσεων, ένα άλλο μεταφέρει αποσπάσματα ημερολογίου. Τι βλέπει άραγε κανείς φωτογραφίζοντας κάθε εβδομάδα με την Polaroid το πρόσωπό του, πέρα από την καταγραφή των ανεπαίσθητων αλλαγών; Μήπως ότι η φωτογραφία αποκτά σημασία όταν σε αυτή δεν αναγνωρίζεις αυτό που αταβιστικά αναγνώριζες, αυτό που παρουσιάζεται διαφορετικό σε κάθε άνοιγμα των βλεφάρων; Μήπως ότι υπάρχουν δυο πραγματικότητες: της γλώσσας και της φωτογραφίας; Ο συγγραφέας ύστερα ανοίγει το φωτογραφικό του ημερολόγιο, που αποτελείται από μορφές φίλων και κάθε φορά που το διατρέχει, ανιχνεύει την ανολοκλήρωτη στιγμή που θα ολοκληρωνόταν στο επόμενο 1/1.000.000΄. Πάντα κάτι επικαλύπτει κάτι άλλο, όπως τα γεωλογικά στρώματα που έρχονται στο φανερό με την εκσκαφή, ποιος όμως ή ποιοι μας σκάβουν;

Πίσω στο 1966 – 1975, ο Σκοπελίτης διψούσε να μεταφέρει στο χαρτί Agfa ή Ilford φωτογραφίες καθημερινότητας και περιδιάβαινε την Αθήνα με τα σαπισμένα σπλάχνα, προσπαθώντας δια της καταγραφής να την οικειοποιηθεί. Από την άλλη φωτογράφιζε με μια Rollei Flex πρόσωπα που σήμερα αναρωτιέται πού να βρίσκονται και προσπαθεί να εντοπίσει στις τότε διαπροσωπικές τους σχέσεις αν συνυπήρχε κάτι πέρα από το ίδιο το συμβάν που αποτελεί η διαπροσωπική σχέση. Η  πόλη τον διαμόρφωσε ως πολίτη, η φωτογραφία τον έκανε πολίτη του κόσμου.

Retro-Cameras-Set

Για τον φωτογράφο, ο παρών χρόνος που συναντά τον παρελθόντα. Πορεύεται πίσω – μπρος με εφόδια τη μηχανή και το στοχασμό.

Ένα κείμενο ομιλίας αποτελεί «αντίλογο στην Susan Sontag» (για παράδειγμα: η τέχνη δεν μεταμορφώνει, όπως εκείνη ισχυρίζεται αλλά μετουσιώνει διαμέσου της συγκίνησης). Σήμερα η φωτογραφία παραμένει πιστή σε μια πραγματικότητα που παραμέρισε την αληθινή ζωή του στοχασμού για χάρη ψευδαισθητικών προτύπων, πολιτικοοικονομικών θεωριών, ψυχαναλυτικών τσιτάτων. Χιλιάδες φωτογραφίες με πολιορκούν σε ακατάπαυστη ροή, εκπέμποντας α-νόητα μηνύματα, όχι διαφορετικά από τα τηλεοπτικά. Ο φωτογράφος σκέφτεται πάνω στην πολιτική και προπαγανδιστική φωτογραφία, την απουσία πολιτικού λόγου, την μεταμόρφωση των πάντων σε εικόνα· θυμάται την έκπληξη του τραπεζίτη όταν άκουσε τον τίτλο του τελικώς ανέκδοτου ακόμα βιβλίου του Χρηματιστήρια και Νεκροταφεία, ξαναδιαβάζει τον Φωτεινό Θάλαμο του Ρολάν Μπαρτ.

Οι καλύτερες φωτογραφίες είναι εκείνες που δεν έχει τραβήξει ή που δεν θα τραβήξει· εκείνες που ανήκουν στην συναισθηματική μνήμη ή τον ψυχικό νου.

Σκοπελίτης και Φαμπιέν

Καταγράφει τους προβληματισμούς του μετά από επίσκεψη σε εκθέσεις, σχεδιάζει επιστολές σε φίλους, παραθέτει φράσεις φωτογράφων, αναζητά μικρά στηρίγματα στον Saint Juste, τον Heidegger, τον Wittgenstein, τον Barthes, τον Merleau – Ponty, την Susan Buck – Morss, τον Jean – Pierre Dupuy, τον Κώστα Παπαϊωάννου σχολιάζει φωτογραφίες γνωστές και άγνωστες των H. Cartier –  Bresson, Robert Capa, Gertrude Kasebier, Francois Aubert, Richard Petersen, Max Christian Priester, Sander, Arnold Newman, Dorothea Lange, Eddie Adams, Robert Frank – σαράντα τέτοιες φωτογραφίες δημοσιεύονται στο τέλος του κειμένου. Και οι αφηγήσεις από τον και για τον μηχανικό οφθαλμό, όπως ονομάζει ο συγγραφέας την φωτογραφική μηχανή, παραμένουν ανοιχτές.

Το έργο εκλύει ενέργεια…Όταν σταθούμε απέναντί του, αυτή του η ενέργεια διαχέεται μέσα μας και μένει για όλη μας τη ζωή, αν συμβεί το ίδιο με μια φωτογραφία, τότε η φωτογραφία αυτή είναι έργο τέχνης.

Εκδ. Ροές, 2014, σελ. 141 (το κείμενο) και 40 ασπρόμαυρες φωτογραφίες.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 185. Dark Entries.

Στην τελευταία εικόνα: ο συγγραφέας φωτογράφος και η Φαμπιέν.

Σάκης Σερέφας – Πάρις Πετρίδης – Εδώ. Τόποι βίας στη Θεσσαλονίκη

001

Ένας λεύκωμα για τους νεκρούς ή Η ποίηση των ωμών δεδομένων

Με το ερώτημα «Πόση αιμοσταγή πόλη αντέχει κανείς» συγγραφέας και φωτογράφος ξεχύνονται στους δρόμους της Θεσσαλονίκης με οδηγούς πάσης φύσεως κείμενα για να φωτογραφίσουν τόπους βίας που ασκήθηκε πάνω στο σώμα (της) εδώ και αιώνες και φτιάχνουν ένα σπάνιο λεύκωμα θανάτων κι έναν χάρτη για τους νεκρούς, που όπως άλλοτε έγραψε ο Πεντζίκης «αλλάζουν την όψη της πόλης».

Η αρχή βέβαια γίνεται με την βυζαντινή σφαγή των χιλιάδων Θεσσαλονικέων από τον Θεοδόσιο στην Πλατεία Ιπποδρομίου το 390 και αν βρεθούμε στην άλλη άκρη της Εγνατίας διασχίζουμε εξακόσια χρόνια, μέχρι την άλωση των Σαρακηνών που μπήκαν από την Χρυσή Πύλη στο σημερινό Βαρδάρι. Γυρνάμε πάλι πίσω, στην Πλατεία Συντριβανίου για μια άλλη άλωση, δυο αιώνες μετά, όταν οι Νορμανδοί έδιωχναν τους κατοίκους από τα σπίτια τους να περιφέρονται γυμνοί ενώ μόνο οι πόρνες ήταν λαμπρά ενδεδυμένες με εκκλησιαστικά πέπλα, όπως έβλεπε με τα μάτια του ο Ευστάθιος Θεσσαλονίκης. Στην Ακρόπολη της πόλης σφαγιάστηκαν οι περίφημοι Ζηλωτές – και σ’ όλες αυτές τις φωτογραφίες έρημα τείχη και τειχίσματα στέκουν σιωπηλά για όποιον έχει φραγμένη ακοή. Λίγο πιο κει στην Άνω Πόλη οι Οθωμανοί μπήκαν από τον Πύργο του Τριγωνίου, εκεί όπου σήμερα ανεβαίνουν τα ρομάντζα να δούνε την θέα.

 Ιπποδρόμιο

Στο εξαιρετικό επίμετρό του ο Ηρακλής Παπαϊωάννου αναφέρει ορισμένα φωτογραφικά σύνολα που αποτελούν κατά κάποιο τρόπο τους προγόνους αυτού του έργου καθώς αφορούν τόπους δραματικών συμβάντων, όπως ο εμφύλιος στην Βόρεια Ιρλανδία, η πολιτική βία στην Γερμανία, οι γενοκτονίες κ.ά. Η διαφορά εδώ είναι ότι η φωτογραφία δεν επέχει αυστηρά θέση τεκμηρίου και ο φωτογράφος μοιάζει περισσότερο με τον σπλαχνοσκόπο του Walter Benjamin. Στην σύγχρονη φωτογραφία παρατηρείται μια μερική αποκαθήλωση του γεγονότος προς χάριν ενός μετα – ντοκουμέντου που επιχειρεί σε διακριτική απόσταση να μιλήσει για την επόμενη μέρα. Σε αυτά τα κάδρα πάντως εκείνη η στιγμή έχει φύγει, έχει επικαλυφθεί από άλλες στιγμές. «Κάθε γωνιά της πόλης αναδύεται ως σημείο αμέτρητων ασυνάρτητων πράξεων που επικαλύπτονται, αναιρούνται, επικυρώνονται». Το παρελθόν εδώ είναι απλώς υπαινισσόμενο, εφόσον επιβιώνει κατά κάποιο τρόπο [ποιον άραγε;] στο παρόν. Και μπορεί ο υπαινιγμός να είναι δυσοίωνος, καθώς η γνώση όσων διαδραματίστηκαν στο κάθε σημείο ηλεκτρίζει αναπόφευκτα την ατμόσφαιρά του, άρα και την εικόνα.

Ακρόπολη - Ζηλωτές

Φυλλομετρώ το υποβλητικό τετράδιο του αναπότρεπτου· στην αριστερή σελίδα η αυτούσια πηγή, αντλημένη από κάθε είδους πηγές (δημοσιεύματα εφημερίδων, βιβλία γνωστά και άγνωστα, επίσημα έγγραφα, γραπτές μαρτυρίες)· στην δεξιά η αντίστοιχη έγχρωμη φωτογραφία καλύπτει ολόκληρη τη σελίδα, αφήνοντας το απαραίτητο λευκό πλαίσιο. Αυθόρμητα σταματώ στα μέρη που γνωρίζω καλά, σ’ εκείνα που περπάτησα κατά την δεκαπενταετία μου στην πόλη. Βλέπω την γωνία Αρριανού με Ολύμπου – το παλιό κρεοπωλείο με τα πετρόλ πλαίσια· εδώ συνέβη μια εκτέλεση στην περίοδο του Εμφυλίου που σώζει σε μαρτυρία του ο Μανόλης Αναγνωστάκης και αρχίζει κάπως έτσι: Φυλάγαμε τσίλιες οι τρεις μας, γωνία Αρριανού – Ολύμπου. Κρατούσαμε σφιχτά το περίστροφο, με το χέρι στη φαρδιά τσέπη του σακακιού που φούσκωνε…Και κάτω στην Αλεξάνδρου Σβώλου πρώην Πρίγκιπος Νικολάου κρατήθηκε για τέσσερα χρόνια, ο Γρηγόρης Στακτόπουλος που κατηγορήθηκε άδικα για τον φόνο του Αμερικανού δημοσιογράφου Τζον Πολκ.

Αρριανού και Ολύμπου

Σύμφωνα με τον Μark Μazower μπορούμε τώρα να ξεκινήσουμε να χαράζουμε τους τόπους αυτών των νεκρών πάνω στο χάρτη με τους δρόμους των ζωντανών. Ούτως ή άλλως νεκροί και ηττημένοι υπάρχουν παντού· στην Ιστορία η νίκη του ενός είναι η ήττα του άλλου και κάθε αγών είναι αλληλένδετος με την αγωνία. Όμως η Θεσσαλονίκη δεν είναι από τις πόλεις που επιλέγουν να τιμήσουν τη μνήμη των ηρώων της. Άδειες από ζωντανούς ανθρώπους, οι φωτογραφίες μας αναγκάζουν να αναλογιστούμε όσα είναι αθέατα. Στο δικό του «προλογικόν» ο συγγραφέας ψηφοθετεί τις δικές του φράσεις προς σχηματισμό της εικόνας που είχε στο μυαλό του. Διαλέγω: παράφορη Θεσσαλονίκη, η πλοκή των πόλεων, συμπυκνωμένη ιστορική ύλη, η διπροσωπία της πόλης.

Οδός Αφροδίτης 51, Βαρδάρης, καφενείο τεκές ενός αρχινταή του υπόκοσμου της Μπάρας, της περίφημης μπουρδελοπολιτείας, ο οποίος δολοφονήθηκε το 1932. Στην κηδεία του καμιά διακοσαριά νταήδες και από πίσω όλες οι πόρνες της Μπάρας και από πίσω ο κόσμος της Θεσσαλονίκης….Σε μερικά μπαλκόνια είχαν ανάψει κεριά. Σαν τον Επιτάφιο….Κι ύστερα στο καφενείο μια άλλη εθιμική τελετή: εκεί που χύθηκε το αίμα του Αλκή, το σκέπασαν με καθαρή άμμο από τη θάλασσα, έβαλαν τη ρεπούμπλικά του και επάνω άναψαν κεριά. Γύρω γύρω σε κύκλο καμιά δεκαριά νταήδες στέκονταν πιασμένοι από τους ώμους σα να χόρευαν χασάπικο, ακίνητοι με άδεια μάτια.

Στρατόπεδο Παύλου Μελά

Υπάρχουν ακόμα τόποι που ζέχνουν την ωμότητα της Ιστορίας. Στην Πλατεία Ελευθερίας συγκέντρωσαν όλους τους άρρενες Εβραίους της πόλης, ηλικίας 18 έως 45, με το πρόσχημα της καταγραφής τους, για να τους ταπεινώσουν με σωματικές δοκιμασίες, ενώ στον Παλιό Σιδηροδρομικό Σταθμό επιβιβάζονταν οι Εβραίοι από τον Μάρτιο μέχρι τον Αύγουστο του 1943 ώστε να σταλούν για εξόντωση στα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Τώρα η Πλατεία στέκει ειρωνικά άδεια, χωρίς μνημεία, με διαγραμμίσεις πάρκινγκ, ενώ ο Σταθμός είναι παντέρμος και μελαγχολικός. Η γωνία στην Συγγρού, όπου τον Μάιο του 1936 δολοφονήθηκε ο εργάτης που ενέπνευσε τον Επιτάφιο του Ρίτσου, φιλοξενεί σήμερα αναρχικά συνθήματα και επιθεωρείται από τα μανεκέν παρακείμενου καταστήματος γυναικείας μόδας.

Παλαιός Σιδηροδρομικός Σταθμός

Ίσως κάποιοι γνωρίζουν όταν περνούν απ’ την κατάφορτη καταστημάτων γωνία Σπανδωνή με Ερμού πως εδώ χτυπήθηκε θανάσιμα ο Λαμπράκης; Όμως πόσοι γνωρίζουν πως σ’ ένα κτίριο στο Τρίτο Σώμα Στρατού βασανίστηκε και ξεψύχησε ο βουλευτης Γιώργος Τσαρουχάς ή πως Τσιμισκή και Αριστοτέλους γωνία σφαγιάστηκε από φασίστες η 19χρον επονίτισσα Δάφνη Χατζηπαναγιώτου κατά τη μεγάλη πορεία για τον εορτασμό της λήξης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου; Και ακόμα ψηλότερα, πάντα ο Χορτιάτης με το ολοκαύτωμα των δεκάδων αμάχων.

 Πλατεία Ελευθερίας_

Στην οδό Φράγκων αρ. 15 διασώζονται δυο αγάλματα και η πρόσοψη του τραπεζικού κτιρίου που ανατίναξαν οι περίφημοι Βαρκάρηδες, οι δώδεκα Βούλγαροι αναρχικοί, μέσα στην Αγία Σοφία πολέμησαν Έλληνες με Βούλγαρους στρατιώτες. Γκρίζα τα κτίρια, συννεφιασμένα τα μέρη, τώρα που γνωρίζουμε μας μιλάνε αλλιώς.Κι ύστερα στην Σταυρούπολη, στο Στρατόπεδο Παύλου Μελά, όπου υπήρχε ένας λοφίσκος στον οποίο οδηγούνταν οι έγκλειστοι για εκτέλεση – στη φωτογραφία κυριαρχεί μια θαμπή, γκρίζα ομίχλη και λίγα δέντρα με θεόγυμνα κλαδιά. Μια άλλη φωτογραφία είναι ακόμα πιο γνώριμη: ο περιβάλλων χώρος του Επταπυργίου (Γεντί Κουλέ) συνήθης τόπος εκτελέσεων στα εμφυλιακά και μετεφυλιακά χρόνια. Είναι αδύνατο να ξεχάσει κανείς αυτό το μέρος, για πολλούς ακόμα λόγους. Εδώ κάναμε τις συνελεύσεις τα μέλη του Ράδιο Κιβωτός την πρώτη Κυριακή κάθε μήνα.

Φυλακές Επταπυργίου

Σ’ αυτή την ιδιαίτερη συνύπαρξη λόγου και εικόνας η μικροϊστορία, η μακροϊστορία και η πεζή καθημερινότητα συνομιλούν σιωπηλά και αρμονικά. Γι’ αυτό και τα ερωτικά εγκλήματα έχουν περίοπτη θέση εδώ, όπως εκείνο έξω από το μπαρ «Επαφή» στην Λοιμωδών. Και πόσο αδιάφορη μοιάζει η περιφερειακή τάφος μεταξύ Λεωφόρου Γεωργικής Σχολής και Ν. Κρήνης όπου βρέθηκε νεκρό το ζευγάρι που χρεώθηκε στον Α. Παγκρατίδη, ο οποίος άλλωστε υπήρξε ο βολικός Δράκος του Σέιχ Σου, άρα το δάσος στο ύψος της Τριανδρίας παραμένει ένας τόπος στοιχειωμένος και αδικαίωτος.

Πλατεία Άθωνος

Το αποτρόπαιο είναι διαχρονικό κι έτσι η καταγραφή φτάνει μέχρι τις μέρες μας, σ’ εκείνο το ανεξιχνίαστο έγκλημα στο Νεκροταφείο της Ευαγγελίστριας που τόσες φορές περιδιαβήκαμε ή στο κορίτσι που βρέθηκε νεκρό στην Πλατεία Άθωνος, εκεί όπου μια τραβηγμένη, τσαλακωμένη τέντα με ζωγραφισμένο το παλιό σχολικό αλφαβητάριο υπονοεί ένα τραγικό κλείσιμο αυλαίας, μια οριστικά χαμένη αθωότητα, σαν τη ζωή που γλιστρά οριστικά εκτός θέας.

Τώρα όλες οι φωτογραφίες θαρρείς και αποτυπώνουν την οριακή εκείνη στιγμή και διασώζουν εσαεί την ατμόσφαιρά της. Γι’ αυτό και ο φωτογράφος απαθανατίζει τους αρχειοθετημένους τόπους έρημους, χωρίς ανθρώπινη παρουσία. Έτσι μπορεί κανείς να διαισθανθεί την αύρα των δραματικών συμβάντων, να αισθανθεί την ατέλειωτη συνέχεια της ιστορίας. Έχει δίκιο λοιπόν ο επιμετρογράφος όταν γράφει πως η σειρά φανερώνει πόσο καίρια η ζωτικότητα του γεγονότος διαπερνά την αισθητική και πόσο αδέξια και υπόγεια φέρει συχνά το παρόν πάνω του το παρελθόν.

Βαρδάρης - Επαφή

Ζούμε άραγε σ’ ένα βουνό από πτώματα; αναρωτιόταν ο W.G. Sebald στους Δακτύλιους του Κρόνου που αναγνώσαμε πριν λίγες μέρες και που αποτελεί ένα από τα προθέματα εδώ;

Εκδ. Άγρα, 2012, σελ. 129. Εισαγωγή: Mark Mazower, επίμετρο: Ηρακλής Παπαϊωάννου.

Δημοσίευση σε mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 179: The Killing Fields.

Μικρό σημείωμα για το βιβλίο δημοσιεύεται στο τεύχος του περιοδικού (δε)κατα (τεύχος 41, άνοιξη 2015), Αφιέρωμα στην Θεσσαλονίκη.

Στις εικόνες [όλες από το βιβλίο]: Ιππόδρομος χιλιάδων ενοχών, η Ακρόπολη των Ζηλωτών, η γωνιά του Μανόλη Αναγνοστάκη, Στρατόπεδο Παύλου Μελά και Χρόνιας Ομίχλης, Παλαιός Σιδηροδρομικός Σταθμός, Πλατεία Ελευθερίας, κυρίως δε Λήθης και Παρκαρίσματος, οι φυλακές κάτω από το Βυζάντιο, το μέρος όπου ένα κορίτσι χάθηκε κάτω από το παλιό αναγνωστικό, το Βαρδάρι της Επαφής.