Οι ξυπόλητες των ταινιών, 4: Οι ευδαιμονικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 15 (Μάρτιος 2020), εδώ

ΧΙV.  Οι ξυπόλητες των ταινιών, 4: Οι ευδαιμονικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

«Ξυπόλητη»: λέξη εύσχημη, με το σπάνιο αρχικό ξι και την εναλλαγή των εξίσου ασυνήθιστων ήττα και ύψιλον, ή, σύμφωνα με άλλους ορθογράφους ή λαθογράφους, με τον ζευγάρωμα δύο ύψιλον, ξυπόλητη ή ξυπόλυτη, και αποκαλυπτική, καθώς και μόνο η όψη της εικονοποιούσε την σαγηνευτική της σημασία. Τα μάτια μου ασκήθηκαν στον εντοπισμό της σε κάθε είδος κειμένου κι έτσι με ιδιαίτερη έξαψη την εντόπισα καλλιγραφημένη στην κεντρική ταμπέλα ενός κλειστού πια θερινού κινηματογράφου: «Ξυπόλητη στο πάρκο».

Η έκπληξη ήταν μεγάλη. Μέχρι τώρα τα πόδια γυμνώνονταν δημόσια στις παραλίες, όχι στις πόλεις! Στο δικό μας «πάρκο», το γειτονικό Πεδίο του Άρεως, δεν κυκλοφορούσαν τέτοιες γυναίκες. Το γνώριζα καλά γιατί πάντα τις παρατηρούσα στις οικογενειακές μας βόλτες ή τους σχολικούς περιπάτους: νεαρές μητέρες, νεαρότερα έτερα ημίσεα ερωτευμένων ζευγών, μικρές συνομήλικες – ήταν όλες τους πιστές των υποδημάτων της κάθε εποχής. Τώρα ποια αποτολμούσε κάτι τέτοιο; Ευτυχώς οι γυναίκες των ταινιών είναι οι υπομονετικότερες του κόσμου και μένουν πιστές στο ραντεβού που θα τους ζητήσει οποιοσδήποτε, όσο καθυστερημένο και να είναι. Εμφανίστηκε χρόνια μετά, σε άλλη οθόνη, και ήταν μια μελλόξανθη μακρυμαλλούσα που λεγόταν Τζέην Φόντα κι είχε όλα τα φόντα να πρωταγωνιστήσει στην δική μου ταινία. Κι έτσι γίναμε ζευγάρι, εγώ ως Paul Bratter κι εκείνη ως Corrie.

Όλα άρχισαν σε μια συννεφιασμένη, χειμωνιάτικη Νέα Υόρκη, 1967. Οι πολυσύχναστοι δρόμοι με τα ψηλά δέντρα και τα ακόμα ψηλότερα κτίρια έμοιαζαν γιορτινοί. Παντού κόσμος και αυτοκίνητα, αλλά εμείς στον κόσμο μας. Είχαμε μόλις παντρευτεί και οδεύαμε με μια άμαξα στο ξενοδοχείο του μέλιτος. Ένα δωμάτιό του θα ήταν το πρώτο σπίτι του γαμήλιου έρωτά μας. Μείναμε κλεισμένοι και καταγκαλιασμένοι επί έξι ολόκληρες μέρες, όπως μαρτυρούσαν στοιβαγμένες στον διάδρομο οι εφημερίδες. Όταν κάποτε βγήκα για να πάω στη δουλειά μου, εκείνη αδυνατούσε να με αποχωριστεί και με ακολούθησε μέχρι τον διάδρομο του ξενοδοχείου. Μόνο με το πουκάμισό μου, ξυπόλητη! Και στην υποκριτικά ατάραχη παρατήρησή μου ότι οφείλει να επιστρέψει, με εκβίασε απαιτώντας ένα «κανονικό φιλί»! Κόρρι, ακόρεστη κόρη!

Αν ήμουν ένας απλώς σινεθεατής, θα είχα πλημμυρίσει από ζεστασιά. Όμως ήμουν ο δικαιούχος εκείνου του σώματος που τώρα εξέθετε τα κάλλη του στους οφθαλμούς πιθανών τρίτων. Και αυτή ακριβώς ήταν η απειλή της: ότι θα τους προσέφερε αφειδώς όχι εκείνα που έχουν κατοχυρωθεί ως δημόσια –το πρόσωπο, την κόμη, τον λαιμό ή ένα καλλίγραμμο, ευπρεπώς ενδεδυμένο σώμα– αλλά τα άλλα, την θέα των οποίων θεωρούσα αποκλειστικά δικό μου προνόμιο. Παρέμεινα ψύχραιμος, αλλά εγώ το ξέρω πόσο αγωνιούσα, ιδίως όταν με ακολούθησε και στήθηκε μαζί μου μπροστά στο ασανσέρ, που άνοιξε διάπλατα, όπως και τα μάτια των έκπληκτων επιβατών. Ιδού ένας διαρκής κίνδυνος: εκείνο που ο άντρας νομίζει πως του χαρίζεται ως ιδιωτικό δώρο, μπορεί από τη μια στιγμή στην άλλη να γίνει κοινό κτήμα. Στο μέλλον θα υπέφερα από τέτοιες δραματικές αποκαλύψεις – πεπραγμένες με κάθε μορφή καταλογισμού, από δόλο πρώτου βαθμού έως αμέλεια τελευταίας αφέλειας.

Αλλά πως έγιναν τα γυμνά πόδια τίτλος κι επίκεντρο μιας ολόκληρης ταινίας; Την περασμένη Πέμπτη η Κόρρι περπάτησε ξυπόλητη στα γρασίδια του Washington Square Park και μου ζήτησε να την μιμηθώ. Η άρνησή μου έγινε το παράδειγμα της διαφοράς μας: εκείνη είναι η ενθουσιώδης, η αυθόρμητη· εγώ ο σκεπτικός, ο λογικός. Δεν έχεις καθόλου την αίσθηση της περιπέτειας μέσα σου. Είσαι παρατηρητής, μου τόνιζε με την πρώτη ευκαιρία, και αμέσως συνέτασσε το απόφθεγμά της: Υπάρχουν παρατηρητές και υπάρχουν δράστες· και οι παρατηρητές κάθονται και παρατηρούν εκείνο που οι δράστες κάνουν.

Ήταν από τα πρώτα αφυπνιστικά τσιμπήματα προς μια δραστική ζωή και αισιόδοξη ζωή. Μπορεί η ταινία μας να είχε ελάχιστο ήλιο, το διαμέρισμά μας να ήταν μικροσκοπικό, στον τελευταίο όροφο μιας τυπικής νεοϋορκέζικης πολυκατοικίας με ατέλειωτες σκάλες· μπορεί το καθιστικό να ήταν παγωμένο, με το καλοριφέρ να είναι «το πιο κρύο πράγμα στο δωμάτιο», με μια τρύπα στην οροφή (τουλάχιστο θα είστε οι πρώτοι στην πόλη που θα δείτε το χιόνι, επιχείρησε να μας παρηγορήσει ο τεχνικός του τηλεφώνου). Αλλά σε τέτοια δωμάτια, όπου θα ζούσα και θα ξαναζούσα, αυτοπροσώπως, ανθεί ή ξεθυμαίνει ο αληθινός έρωτας. Κι εμείς τότε δεν είχαμε πρόβλημα να φανταστούμε τις ειδήσεις να λένε «βρέθηκαν παγωμένοι και νεκροί, αγκαλιασμένοι εραστές στην τάδε οδό». Κι αν, μυστηριωδώς, δεν κινηματογραφήθηκε το τόλμημα της ξυπόλητης των πάρκων (μια από τις μεγαλύτερες ατέλειες στην προσωπική μου κινηματογραφία), έμεινε η μουσική της ταινίας, ιδανικά μελωδημένη και στιχουργημένη στο τραγούδι των τίτλων, το σάουντρακ της επιθυμίας μου: Going  barefoot in the park ~ Where it says «Keep off the grass» ~ Isn’t recommended for the very old ~ But when you’re young and you ’re in love ~ The world is beautiful and I’m not a bit afraid of you catching cold. ~ Running barefoot through the park ~ strolling bareheaded in the rain ~ Just to look for a daisy seems kind of crazy to do. ~ But come along, my barefoot love, ~ To the fields that shine with spring. ~ Let me laugh and play all the way, ~ Knee deep in daisies with you.

Έντεκα χρόνια αργότερα, μακριά από την χειμερινή αστική Νέα Υόρκη, σε θερινά μεσογειακά παράλια, ένα άλλο κορίτσι, η δεκαοκτάχρονη Μπριζίτ Μπαρντό ως Ζουλιέτ στην ταινία Και ο Θεός…έπλασε την γυναίκα συλλαβίζει με τα γυμνά της πόδια την δική της ευδαιμονία. «Πόδια βασίλισσας» τα αποκαλεί ο κύριος Καραντίν, έτσι όπως βλέπει δυο πέλματα να τρίβονται μεταξύ τους πίσω από απλωμένα λευκά σεντόνια σε μια ταράτσα στο Σαιν Τροπέ. Είναι ο πρώτος από τους μνηστήρες της νέας που ηλιοθεραπεύεται γυμνή κάτω έναν ζεστό ήλιο. Της φέρνει, όπως λέει, ένα κόκκινο Σίμκα ως δώρο. Φυσικά το αυτοκίνητο είναι ένα μικρό ομοίωμα, σαν παιδικό παιχνίδι, για να υπενθυμίσει πως ένα τέτοιο δώρο επιθυμεί το αντάλλαγμά του. Την Ζουλιέτ δεν την ενδιαφέρουν αυτά, ούτε το κατσάδιασμα της γηραιάς κυρίας που την φιλοξενεί μετά την έξοδό της από το ορφανοτροφείο: «Η κυρία τάδε μου είπε ότι ήσουν ξυπόλητη χθες στο βιβλιοπωλείο!». Μια ξυπόλητη βιβλιοπώλης; Αυτό θα αποτελούσε από μόνο του θέμα ιδανικής ταινίας! Κι όμως, η ιδέα έκτοτε παρέμεινε ανεκτέλεστη, διατηρημένη μόνο σε μια δυο σκηνές όπου, πράγματι, η Ζουλιέτ βγάζει τα παπούτσια της από ένα συρτάρι και τα φοράει, λίγο προτού κλείσει το κατάστημα, συνεπώς ασκούσε τα καθήκοντά της χωρίς αυτά.

Είναι 1956 και το Σαιν Τροπέ δεν έχει ακόμα την αίγλη του μέλλοντος. Στον μικρό όρμο μπροστά σε χαμόσπιτα και ψαρόβαρκες βρίσκεται το σπίτι – επίκεντρο της ταινίας. Εκεί ζουν δυο αδέλφια που επιθυμούν σφοδρά την Ζουλιέτ. Ο Αντουάν την έχει ήδη γοητεύσει αλλά σύντομα την απογοητεύει καθώς άθελά της τον ακούει να λέει σε φίλο του πως κορίτσια σαν κι αυτή είναι μόνο για μια νύχτα κι έτσι απόψε θα την κάνει δική του. Ο μικρότερος και πιο ντροπαλός Μισέλ καταφέρνει να την παντρευτεί, επαρκείς λόγοι για να πάρω την θέση του. Στην επιστροφή από τον πρωινό γάμο (κι ενώ εκείνη ξυπόλητη με το νυφικό περπατάει δίπλα μου στον φωτεινό παραθαλάσσιο δρόμο) την υπερασπίστηκα στα υποτιμητικά σχόλια κάποιου αλήτη και κατέληξα χτυπημένος. Κι έτσι στο σπίτι, κι ενώ στην τραπεζαρία είχαν ήδη καθίσει οι γονείς και οι συγγενείς του γαμπρού, εκείνη τους αγνόησε και με βοήθησε να ανεβούμε στην κρεβατοκάμαρα όπου κάναμε έρωτα, ενώ αργότερα κατέβηκε μόνο με την ρόμπα για να γεμίσει ένα πιάτο να το χαρούμε μόνοι μας. Ήταν φανερό πως το κορίτσι αυτό ήθελε να ζήσει ακριβώς όπως θέλει, χωρίς συμβάσεις.

Όμως η Ζουλιέτ, ακόμα ερωτευμένη με τον Αντουάν, αναστατώνεται όταν αυτός έρχεται να μείνει μαζί τους στο μεγάλο οικογενειακό σπίτι κι είναι θέμα χρόνου να πλαγιάσει μαζί του, σε μια άδεια ειδυλλιακή παραλία (σε μια σκηνή το πόδι της περιδιαβαίνει το δικό του, πάνω από την αγαπημένη της ζεστή άμμο, που μαζί με την θάλασσα, τον ήλιο και την μουσική, είναι, κατά τα λεγόμενά της, όλα όσα αγαπάει και της αρκούν για να ζει σ’ εκείνο το μέρος). Ο Αντουάν πήρε την ικανοποίησή του, πιθανώς και μια εκδίκηση. Εκείνη όμως γνωρίζει καλά τι έκανε και αδιαφορεί για την αδιαφορία ή τις προσβολές του. Έκτοτε τίποτα δεν είναι όπως πριν, πόσο μάλλον για μια γυναίκα που θέλει πάντα να λέει την αλήθεια. Τώρα κάθε απόγευμα πηγαίνει στο Bar des Amis και παίζει αγαπημένα της τραγούδια στο juke box (Mon Coeur eclate του Gilbert Bebaud, το Dis-moi quelque chose de gentil της Solange Berry). Εκείνο το απόγευμα, καθώς ήδη ζαλίζεται από τα διπλά μπράντι, ακούει μια άγρια τζαζ από το υπόγειο και μαθαίνει πως η μπάντα του Whiskey Club κάνει πρόβες.

Κατεβαίνει τα σκαλιά και βρίσκεται μπροστά στους μαύρους μουσικούς που σπέρνουν μια μουσική οργιαστική. Τότε αρχίζει να χορεύει έναν χορό που, είμαι βέβαιος, κανείς από τους παρόντες δεν θα είναι εύκολο να ξεχάσει. Με μια μαύρη μπλούζα με ορθάνοιχτα μπράτσα και ντεκολτέ και μια σκουροπράσινη φούστα που ξετυλίγει τα φύλλα της σε κάθε κίνηση, η Ζουλιέτ γεμίζει τον αέρα με τα ξέπλεκα μαλλιά της και οργώνει τον χώρο με τα γυμνά της πόδια – η κάμερα συχνά εστιάζει στο δαιμόνιο τους ξεσάλωμα πάνω στα ασπρόμαυρα πλακάκια. Οι μουσικοί συντονίζονται πλέον στον δικό της χορό· εκείνη ορίζει την μουσική τους κι όχι το αντίστροφο. Αλλά το μάμπο της όσο πάει και γίνεται γρηγορότερο, ακολουθώντας τον ρυθμό ενός οργασμού που δεν οδηγείται μόνο στην κορύφωση αλλά επιστρέφει στην αρχή του για να επαναληφθεί, σαν έρωτας διπλός, τριπλός, πολλαπλός.

Στο μαγαζί φτάνει ο κύριος Καραντίν, που πάντα την αναζητά με θράσος, σύντομα κι εγώ. Την κοιτάζουμε με βλέμμα φορτισμένο (με μίσος, με επιθυμία)· στο δικό μου την προστάζω να σταματήσει να γίνεται το αγαπημένο θέαμα των άλλων. Όμως εκείνη που δεν ήθελε κανείς να την έχει δεδομένη και που λίγο πριν είχε ρωτήσει «Ξέρεις καμιά χώρα όπου οι άνθρωποι μόνο χορεύουν και γελούν;» οργιάζει πηδώντας από τα ξύλινα τραπέζια κάτω, σαν αγρίμι. Το κορίτσι που όλοι χαρακτήριζαν «αγενή, αναιδή και τεμπέλα», που δεν ήθελε να την έχουν δεδομένη, που έλεγε «Κάτι μέσα μου με σπρώχνει να κάνω ανόητα πράγματα» και «Θα ήθελα να μην σκέφτομαι τίποτα πια», τώρα θεωρεί αδιανόητο να απολογηθεί, γιατί επιθυμεί να ορίζει τον εαυτό της χωρίς να ακυρώνει την αγάπη (Ανόητε, δεν καταλαβαίνεις ότι σ’ αγαπά; παραδέχτηκε εκείνες τις στιγμές ο κύριος Καραντίν). Ακόμα κι όταν το χέρι της διατρέχει το σώμα της σχεδόν προτείνοντας την γαμήλια βέρα, δεν περιπαίζει τον γάμο αλλά τα ασφυκτικά δεσμά που του πιστώθηκαν. Όμως δεν άντεξα και την χαστούκισα τέσσερις φορές (γιατί αυτό πρόσταζε ο ρόλος μου, ο πόθος μου, η διδαγμένη επιβολή στην γυναίκα, η δημόσια έκθεσή μου, τα φιλμ της εποχής, η λύπη μου) και επιστρέψαμε σπίτι χωρίς να είμαι βέβαιος αν την πήγαινα εγώ ή εκείνη. Άλλωστε γνωρίζαμε καλά πως οι άνθρωποι δεν αλλάζουν (κι ας θέλουν οι ταινίες να μας πείσουν για το αντίθετο).

Η ζωή αντιγράφει (ή ανταγωνίζεται τον κινηματογράφο): ο σκηνοθέτης πράγματι παντρεύτηκε την δεκαοχτάχρονη Μπριζίτ και τα όρια ανάμεσα στην υποτίμηση και την εξύμνηση της γυναίκας παρέμειναν θολά, όπως κι εκείνα μεταξύ αυτουργού και θύματος σε ανάλογες καταστάσεις. Ήταν όμως το πρώτο κορίτσι του σινεμά που έστω και με την ευρύτερη αφέλειά της (μοναδικά ταιριαστή στις ξανθιές της αφέλειες) μουσουργούσε μια μεσογειακή, ολόφωτη εκδοχή του ροκ εντ ρολλ. Ζήσε την ζωή σου, απόλαυσε τον έρωτα, διασκέδασε όσο είσαι νέος, αγνόησε τις συμβάσεις. Όπως η ίδια είχε πει «Είναι πάντα σα να πρόκειται να πεθάνω αύριο». Κι αν εκείνη την εποχή το ροκ εντ ρολλ μόλις άνθιζε σε υπόγεια μαγαζιά και σκοτεινούς δρόμους, εδώ στην ταπεινή άκρη της μεσογείου, κάτι νέα κορίτσια στις ταινίες έκαναν την δική τους επανάσταση που οι ενορχηστρωτές τους ονόμαζαν νουβέλ βαγκ. Στην εγκυκλοπαίδεια των γυμνών ποδιών τις ονόμασα νουβέλλες, όχι μόνο επειδή ήταν νέες και νεωτερικές ή ήταν η καθεμιά τους από ένα βιβλίο αλλά και για να μην ξεχνάω πως ο λόγος τους, εκφρασμένος με το σώμα τους, είχε ισχύ νόμου, όπως οι Novellae των βυζαντινών αυτοκρατόρων, που σκηνοθετούσαν με άλλους τρόπους μυριάδες ζωές.

Οι ταινίες: Barefoot in the park (Gene Saks, 1967), Et Dieu… créa la femme (Roger Vadim, 1956).

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 3: Οι ακαταλόγιστες

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 14 (Φεβρουάριος 2020), εδώ

XΙIΙ. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 3: Οι ακαταλόγιστες

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Σε μια εποχή που σπάνιζαν δραματικά οι φωτογραφίες γυμνών πελμάτων, την είδα κάτω κάτω στην δεξιά σελίδα μιας Ραδιοτηλεόρασης. Ένα χαμογελαστό πρόσωπο και μια παιχνιδιάρικη πατούσα, μόλις αναδυόμενη από το λουτρό της, χωρούσαν στο ίδιο κάδρο, το πάνω και το κάτω μιας εύθυμης γυναίκας. Το ανέλπιστο δώρο εικονογραφούσε την ταινία εκείνης της ημέρας με κάποια Ντόρις Ντέι, η οποία προφανώς επεδείκνυε το σαπουνιζόμενο πόδι της ως χαριτωμένο αστείο ή υπαινιγμό στον επισκέπτη του μπάνιου της. Ήμουν πολύ μικρός για να μείνω ως αργά και να την συναντήσω στο έργο της αλλά έκοψα ευλαβικά την φωτογραφία και την κράτησα ως μια από τις πολύτιμες της συλλογής μου. Έκτοτε δεν έπαψα να ψάχνω την Δωρίδα στην μπανιέρα, όχι μόνο για την απόλαυση της σκηνής αλλά και για πιθανά πολύτιμα νοήματα. Αναζητούσα κάθε ταινία που πρωταγωνιστούσε (πράγμα διόλου εύκολο), βέβαιος πως κάπου με περιμένει, βυθισμένη στους αφρούς, υγρή και πεντακάθαρη. Εκείνη άρχισε να μου παίζει κρυφτό, αποκαλύπτοντας τα πόδια της με άλλες «αφορμές».

Στην ταινία Send me no flowers υποδύεται την Τζούντυ, σύζυγο του Ροκ Χάντσον, ο οποίος άθελά του κρυφακούει τον γιατρό του να αναφέρεται σε ασθενή με λίγο χρόνο ζωής και νομίζει πως πρόκειται γι’ αυτόν· έτσι αποφασίζει να βρει τον κατάλληλο σύντροφο για την γυναίκα του, που με την σειρά της νομίζει πως θέλει να την ξεφορτωθεί για να χαρεί τις δικές του αταξίες. Φυσικά ο άντρας υποφέρει με την ιδέα ότι εκείνη θα αποτελέσει την χαρά ενός άλλου και σ’ ένα όνειρό του την βλέπει να χορεύει περιπαθώς μ’ έναν νεαρό. Ξυπνά ανακουφισμένος αλλά μόνο για λίγο: το κεφάλι και οι ώμοι της Τζούντυ λικνίζονται υπό τους κρουστούς ήχους μιας υπόκωφης μουσικής που συνεχίζεται από το όνειρο – τίνος; Έκπληκτος στρέφεται προς τα πόδια της, που έχουν βγει από τα σκεπάσματα και κινούνται ρυθμικά… Ήταν μια πρώτη κινηματογραφική απόδειξη για ό,τι ανέκαθεν ισχυριζόμουν: πως οι πατούσες επιθυμούν να έχουν τη δική τους ζωή, κι όταν μπορούν, κάνουν τα δικά τους, κυριολεκτικά κάτω από τα μάτια μας.

Αργότερα την βρήκα ως Μάργκαρετ στην ταινία Where Were You When the Lights Went Out?. Μια διακοπή ρεύματος που σκοτεινιάζει όλη την πόλη την στέλνει νωρίτερα στο σπίτι της, όπου ο άντρας της ετοιμάζεται να αποπλανήσει ή να αποπλανηθεί από μια άλλη γυναίκα. Αποχωρεί για το εξοχικό τους, και πίνει ένα υπνωτικό ποτό για να τα ξεχάσει όλα. Όμως ένας άντρας που έχει ένα ατύχημα εκεί κοντά μπαίνει στο σπίτι για βοήθεια και δοκιμάζει λίγο από το ποτό, με αποτέλεσμα να σωριαστεί δίπλα της. Όταν ο σύζυγός της φτάνει στο σπίτι διαπιστώνει πως στο κάτω μέρος από τις κουβέρτες εξέχουν δυο ζευγάρια πόδια – και τα γυμνά είναι σίγουρα δικά της. Ξανά λοιπόν τα πέλματα μιας άτακτης συζύγου, που σε ύπνο ή ύπνωση ερωτοτροπεί με κάποιον άλλον! Οι επόμενες σκηνές δείχνουν μια γοητευτική, ζαλισμένη και ανήμπορη Μάργκαρετ, ξυπόλητη με τις γαλάζιες της πιτζάμες, να σηκώνεται και να ξανασωριάζεται στην αγκαλιά του άγνωστου άντρα.

Απόλυτα μεθυσμένη την συνάντησα και ως Κάθυ, στην ταινία That touch of mink, σ’ ένα από τα δεκάδες επεισόδια που απαρτίζουν την μικρή οδύσσεια κάθε ζευγαριού, από την γνωριμία ως την πολυπόθητη σύμμειξη. Αυτή τη φορά είναι ο Κάρυ Γκραντ που την βρίσκει ποτισμένη με αλκοόλ στο δωμάτιό της σ’ ένα ξενοδοχείο, με το άδειο μπουκάλι σφηνωμένο στο μεγάλο δάχτυλο του ποδιού της. Παραπαίοντας για άλλη μια φορά με τις πιτζάμες της και αφημένη στα χέρια του μελλοντικού της αγαπημένου, μοιάζει να δηλώνει πως του έχει εδώ και καιρό παραδοθεί. Ακόμα κι όταν, σε άλλη στιγμή, εξίσου μεθυσμένη, τον ρώτησε αν του αρέσει ο τρόπος που εκείνη περπατάει κι αυτός της απάντησε poetry in motion, ήταν φανερό πως, παρά τον σαρκασμό του, ήθελε διακαώς να κατακτήσει την ποιητική της.

Τι σήμαιναν όλα αυτά; Πως μια σύντροφος ή σύζυγος μπορεί να αποδρά σε δικούς της κόσμους μόνο όταν κοιμάται και ονειρεύεται, υπνωτίζεται ή μεθάει, ενώ στην νηφάλια και ξυπνητή καθημερινότητά της οφείλει να είναι πιστή, ευπρεπής και ολοκληρωτικά δοσμένη στον άντρα της; Πως οι μόνες ρωγμές αυτονομίας στην αμερικανική εκδοχή του θηλυκού είναι μόνο όταν έχει το ακαταλόγιστο; Άλλωστε ως Μάργκαρετ των Φώτων είχε ήδη εκφράσει, από τις αρχές εκείνης της ταινίας, την επιθυμία της να άφηνε για λίγο στην άκρη τους αγνούς γυναικείους της ρόλους και να υποδυθεί μια πόρνη – κι αναρωτιέμαι αν η ίδια η Ντόρις Ντέι, εξίσου ταγμένη σε ρόλους παρθενικών μορφών και καλούπια στερεότυπων γυναικών, επιθύμησε ποτέ να δείξει άλλες όψεις στο κοινό της.

Κάποτε εντόπισα τα γυμνά της πόδια σε νηφάλια κατάσταση σε τρεις σημαντικές εμφανίσεις στην ταινία Pillow Talk. Αυτή τη φορά, ως Τζέιν, χτίζει το ρομάντσο της με τον Μπραντ (Ροκ Χάντσον) μέσω τηλεφώνου και ήδη από τους τίτλους της αρχής η οθόνη χωρίζεται σε δύο μέρη και βλέπουμε μόνο τα πόδια του καθενός στο κρεβάτι του, καθώς εμφανώς απολαμβάνουν την τηλεπικοινωνία τους. Στο πρώτο λεπτό του αγώνα εκείνη ισιώνει το καλσόν της και θαυμάζει τα ωραία της δάχτυλα στα ανοιχτά πέδιλα, ενώ στο 52ο, καθώς οι δυο συνομιλούν από την μπανιέρα τους, το πλάνο ξανά κόβεται σε δυο κι έτσι όπως τεντώνουν τα πόδια είναι σαν να αγγίζονται.

Όταν η πρώτη, ζαχαρωτή περίοδος τελειώσει κι ο ένας αρχίζει να δοκιμάζει τον άλλον, η Τζέιν διακοσμεί το διαμέρισμά του Μπραντ με τον πιο εφιαλτικό τρόπο, εκείνος σπεύδει στο σπίτι της, την αρπάζει στα χέρια του και την μεταφέρει σηκωτή, ξυπόλητη και με τις πιτζάμες της πίσω στο διαμέρισμά του, διασχίζοντας τους ηλιόλουστους δρόμους της Νέας Υόρκης προς τέρψη ή απορία των περαστικών –  ωραίες οι λήψεις με τα εναέρια πόδια της να εμφανίζονται πρώτα πρώτα μέσα από ασανσέρ και πόρτες. Την ρίχνει στο κρεβάτι, της εξομολογείται πως σκόπευε να την παντρευτεί και σπεύδει να φύγει έξω φρενών, μα εκείνη γνωρίζει καλά δυο μυστικούς μηχανισμούς του χώρου· έναν που κλειδώνει την πόρτα κι έναν που ενεργοποιεί μια honky-tonk εκτέλεση του αγαπημένου του τραγουδιού. Κι ύστερα δε μένει παρά να τον κοιτάξει με λιγωμένο, παραδομένο πια βλέμμα. Είναι τα τελευταία λεπτά του αγώνα, που λήγει ισόπαλος υπέρ του άντρα. Η ιδιότητα της φορητής γυναίκας προστίθεται στις υπόλοιπες. Ρομαντισμός ή υποταγή;

Επιχείρησα να προσομοιώσω μια δική μου σύντροφο, την σχεδόν συνονόματή της Δώρα, που με τα γυριστά ξανθά μαλλιά, το έντονο χιούμορ και τις αυτοσαρκαστικές της τάσεις θα μπορούσε να αποτελεί μια ελληνική εκδοχή της. Της δώρισα τέσσερα μέτρα καλώδιο τηλεφώνου ώστε να μιλάμε από τις μπανιέρες μας, πράγμα που δέχτηκε, όχι χωρίς απορία, και όποτε συνομιλούσαμε  ακουμπούσα το πόδι μου στα πλακάκια σκεφτόμενος πως κι εκείνη κάνει το ίδιο, αλλά τελικά με πάγωνε η υγρασία του τοίχου. Κάθε φορά που κοιμόμασταν μαζί ήμουν σε ετοιμότητα να την συλλάβω επ’ αυτοφώρω να συμμετέχει είτε σε δικό μου όνειρο (την ονειρευόμουν συχνά, σε πράξεις ατόλμητες και ακατανόμαστες), είτε σε δικό της· σήκωνα τα σεντόνια για να εντοπίσω τυχόν χορευτικές ή έστω περιπατητικές κινήσεις στα πόδια της αλλά τίποτα – έμεναν ακίνητα και ζεστά, με την γλυκιά μυρωδιά του ύπνου, ενώ όσες φορές επιχείρησα να την μεθύσω, κοιμήθηκε βαθιά, αναπνέοντας βαθιά κι αξύπνητα· κάποτε μέθυσα ο ίδιος, και, αντί για εκείνη, χόρευαν οι τοίχοι γύρω μου.

Αλλά η σκηνή του μπάνιου δεν υπήρχε σε καμία της ταινία – τις είδα όλες μια προς μία. Το γνωστό της τραγούδι Que Sera Sera με παρακινούσε να αποδεχτώ τα πράγματα όπως είχαν. Πώς ήταν δυνατό να είναι άφαντη; Όταν ήρθε η εποχή του διαδικτύου άρχισα νέες αναζητήσεις: βρήκα την φωτογραφία σε διάφορες λήψεις αλλά χωρίς καμία πληροφορία για την σκηνή. Όμως ανακάλυψα την διεύθυνσή της και της έστειλα μια επιστολή. Ιδού η απάντησή της, λίγους μήνες νωρίτερα:

Αγαπητέ Πανδοχέα των Γυμνών Ποδιών. Σωστά τα γράφετε: μπορεί να μας χωρίζουν 46 χρόνια, αλλά ο κινηματογράφος σμίγει τους ανθρώπους με όποιο τρόπο επιθυμούν. Χαίρομαι που υπήρξα τρυφερή σας συντροφιά, παρόλο που τέτοιες εξομολογήσεις δεν αποτελούν πια καύσιμο για την φιλαρέσκειά μου. Είμαι πλέον 97 και, αντιλαμβάνεστε, οι επιθυμίες μου είναι άλλες. Όσο για την ερώτησή σας, αν μου άρεσε που επιδείκνυα τα πόδια μου με κάθε ευκαιρία, τι περιμένετε να απαντήσω; Αν σας πω ναι, θα είμαι ύποπτη για επιχείρηση ανταπόκρισης στο γούστο σας· αν πω όχι, θα σας απογοητεύσω και μάλιστα αναδρομικά. Προτιμώ λοιπόν να σιωπήσω και να παραμείνετε με την ιδέα κάθε ενδεχόμενου.

Η σκηνή που αναζητάτε είναι από την ταινία Move over darling, του 1963. Θυμάστε; Κάνω μια σύζυγο που εξαφανίστηκε μετά από ένα αεροπορικό ατύχημα και επιστρέφει μετά από καιρό στον σύζυγό της, έχοντας ζήσει με κάποιον άλλον σ’ ένα νησί, όπου εκείνος την έλεγε Εύα κι αυτή τον έλεγε Αδάμ (βλέπετε, άλλη μια σπάνια περίσταση ελευθερίας για την γυναίκα: αγνοούμενη και ανώνυμη σε παραδείσιο νησί· το γράψατε στο βιβλίο σας;). Ο σκηνοθέτης όμως την έκοψε κι έτσι έμεινε για πάντα άπαιχτη, κλεισμένη σε κάποια αποθηκευμένη μπομπίνα. Αλλά τι σημασία έχει; Αν έφτασε η μικρή της φωτογραφία ως εσάς, τότε το σινεμά μπορεί και μαγεύει με τον πιο παράξενο τρόπο. Γύρισα μια σκηνή στις αρχές μιας δεκαετίας, αποτυπώθηκε σε μια φωτογραφία, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο, έφτασε στην χώρα σας με τον παλιό τρόπο στα τέλη της επόμενης δεκαετίας, χώρεσε στο ραδιοτηλεοπτικό σας περιοδικό, την κόψατε και την κρατήσατε, και τώρα γράφετε γι’ αυτήν κι ας μην παίχτηκε ποτέ. Δεν αρκεί αυτό για την αιώνια μα και διαρκώς φευγαλέα σαγήνη του κινηματογράφου; Κι ίσως υπήρξα κι εγώ ένα μικρό αστεράκι στον γαλαξία του. Σας παρακαλώ, όταν εκδοθεί το βιβλίο σας να μεταφράσετε και να στείλετε το προς τιμήν μου κεφάλαιο στην ιστοσελίδα της θαυμαστικής μου κοινότητας, στο dorisday.net. Ακόμα κι αν δε ζω, θα συνεχίζω να υπάρχω μ’ έναν ακόμα τρόπο. Τελικά ίσως παραμένω ακόμα φιλάρεσκη. Δική σας (και όλων), Ντόρις. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Οι ταινίες: Send me no flowers (Norman Jewison, 1964), Where Were You When the Lights Went Out? (Hy Averback, 1968), That touch of mink (Delbert Mann, 1962), Pillow Talk (Michael Gordon, 1959).

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.