Οι ξυπόλητες των δίσκων, 5

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 11 (Νοέμβριος 2019), εδώ

Χ. Οι ξυπόλητες των δίσκων, 5

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες στα εξώφυλλα των δίσκων και μυείται στα μυστικά τους.

Καθώς τα ξυπόλητα κορίτσια στα εξώφυλλα των δίσκων φωτογραφίζονταν αποκλειστικά σε ιδιωτικούς χώρους ή σε σκοτεινούς δρόμους και πάντα στο ημίφως, αναρωτιόμουν: Δεν υπήρχε τραγουδίστρια να γυμνώνει τα πόδια της στο φυσικό φως;  Υπήρχε αλλά εντοπίστηκε στην άλλη άκρη του κόσμου! Ήταν ένα στρογγυλοπρόσωπο κορίτσι μεσογειακής κατατομής και σαρκώδους ομορφιάς, με μακριά μελαχρινά μαλλιά σε συμμετρικές αφέλειες, με μηρούς χυτούς και πόδια τορνευτά, όπως θα καλολογούσαν οι πεζογράφοι άλλων δεκαετιών.

Στα ίδια μουσική τοπογραφία αλλά σε αντίθεση με τις άλλες εξώφυλλες νεοϋορκέζες Κάρλυ και Κάρολ, η Λίντα Ρόνσταντ ήταν κορίτσι του ζεστού νότου της Αριζόνα. Προικισμένη κι αυτή με φωνητικό και συνθετικό τάλαντο, από το ντεμπούτο της κιόλας στο εξώφυλλο του Hand sown…Home Grown (1969) πόζαρε με λευκό φόρεμα μπροστά από φωτεινά δέντρα, πατώντας ξυπόλητη πάνω σε μια πέτρα και ένα σωρό φύλλα, ενώ στο οπισθόφυλλο καθόταν έξω από ένα πετρόκτιστο, σχεδόν αυτοσχέδιο σπίτι που έμοιαζε με καλύβα, τυλιγμένη με μια μακριά εσάρπα με ξέφτια, ξανά ξυπόλητη. Πίσω της ψηλά δέντρα και πράσινη ησυχία. Είμαι βέβαιος πως χαιρόταν ένα ένα τα φυλλαράκια κάτω από τα πέλματά της, εκτός αν τα είχε τόσο συνηθίσει στην φυσική της ζωή.

Ήταν άραγε η ίδια εκείνη φύση που την ωθούσε να βγαίνει ξυπόλητη στις συναυλίες της; Κάποτε την βρήκα με ανάλογη εμφάνιση σ’ ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα να τραγουδάει με την μπάντα της, τους The Stone Poneys, το Α different drum. (Μπορεί κανείς να την χαρεί έτσι σε μια επιβραδυμένη εκτέλεση που διασώζεται στο αχανές βιντεοκλάμπ του διαδικτύου.) Σ’ εκείνο το έξοχο τραγούδι απομάκρυνε γλυκά κι αιχμηρά κάποιον που προφανώς επιθυμούσε να την περιορίσει στα δικά του δεσμά:  Εγώ κι εσύ ταξιδεύουμε στο χτύπο ενός διαφορετικού τύμπανου … δεν είμαι έτοιμη για κανέναν και τίποτα που θα μου βάλει τα ηνία… θα ζήσουμε περισσότερο αν ζήσουμε χωριστά. Με την ίδια μπάντα στο Train And The River ψέλλιζε και τον στίχο Ι remember we used to go barefoot hand in handΤα γυμνά πόδια ως ασυμβίβαστη φύση και ως κοινή βίωση – συμβίωση του έρωτα!

Η Λίντα απαρνήθηκε το Λος Άντζελες, όπου η επίδειξη της λάμψης ήταν υπερβολική και οι αυτοκινητόδρομοι απολύτως απαραίτητοι ακόμα και για να φτάσει ως το στούντιο, κι έφυγε για το Σαν Φρανσίσκο, φορώντας σίγουρα λουλούδια στο κεφάλι της. Αλλά η πολυπόθητη αρμονία βρισκόταν και πάλι αλλού κι έτσι προτίμησε την επιστροφή στο αριζόνιο Τούσον, να βρει το δικό της προσωρινό κάθισμα στη γη. Πριν και μετά από αυτήν, ανυπότακτα κι ελεύθερα τα ξυπόλυτα κορίτσια των δυτικών λειμώνων της άλλης άκρης του κόσμου, μαζί με τις χίππισες που διατήρησαν την ιδιότητά τους και μετά τα ψυχεδελικά χρόνια, ζούσαν σε καλύβες, τροχόσπιτα, φάρμες, ασράμ και πάσης φύσεως κοινόβια όπου βίωναν την φύση με κάθε τρόπο, από την αναπνοή τους μέχρι τα γυμνά βήματα στο χώμα. Άραγε γνώριζαν το παράδειγμα του Thoreau, που έφυγε για να ζήσει σ’ ένα δάσος κοντά σε μια λίμνη που του πρόσφερε και το όνομα του κλασικού του βιβλίου Walden, ή του Le Corbusier, που σχεδίασε πόλεις ολόκληρες και οραματίστηκε ουρανοξύστες χιλιομέτρων αλλά δεν έχτισε για τον εαυτό του παρά μια μικρή ξύλινη καλύβα κάπου στην Κυανή Ακτή; Είχαν διαβάσει τον Χάιντεγκερ, που έλεγε πως το κτίριο πρέπει να φύεται από την γη; Συγκέντρωνα στοιχεία για τα αναχωρήτριες του κόσμου, που δεν αρνήθηκαν την ζωή άλλα έφυγαν για να την βρουν και να την μοιραστούν, για εκείνες που με συντριπτικές πιθανότητες θα χαίρονταν ξυπόλητες την γη.

Την ίδια εποχή στο καθιστικό μας άνοιξα με την έξαψη της παρανομίας το ξύλινο συρταρωτό πορτάκι του μπουφέ, σχεδιασμένου από τον Σκουρόπουλο της Πατησίων και συχνά  σκηνογραφημένου σε ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες όπως το Ρεμάλι της Φωκίωνος Νέγρη, με την ψευδαίσθηση της ταύτισης με τον νεαρό αποπλανητή ωραίων μοναχικών γυναικών σαν την Αλεξάνδρα Λαδικού, που τον υποδεχόταν με τα πασούμια της στο μοναχικό της σαλόνι. Στα ενδότερα του ντουλαπιού μια σειρά ευφάνταστα μπουκάλια με υποσχετικά ονόματα, όπως βερμούτ, τσέρρυ ή καμπάρι περίμεναν τον δοκιμαστή τους. Στην αριστερή άκρη σίγαζε μια πάκα παλιών δίσκων· στο φυλλομέτρημα μου αποκαλύφθηκε μια ζουμερή κοσταρικανή με πολύπτυχο φόρεμα, σφιχτές κοτσίδες και ξυπόλητη – εμφάνιση που θα είχε σε πολλά ακόμη εξώφυλλα. Δίπλα της δυο χαρωποί κιθαρωδοί με τουλάχιστον δυο λατινοαμερικανικά χαρακτηριστικά, το πόντσο και το σομπρέρο. Ονομάζονταν Los Machucambos κι επρόκειτο εμφανώς για σχήμα λατινοαμερικάνικης ευφορίας, που παρακινούσε τα σώματα σε χορευτικές χαρές, ενώ ένα τραγούδι με τον αναπάντεχο τίτλο El Otorrino Laringolo με προσκαλούσε να τους γευτώ όχι μόνο με ώτα αλλά και με λάρυγγα. Αυτό ήταν: η ονομαζόμενη Julia Cortes σχεδόν βγήκε από το κάδρο κι άρχισε μπροστά μου έναν ξυπόλητο χορό που μόνο χάρη στη μέθη μου μπορούσα να απολαύσω. Στο τέλος, κάτω από μια παραίσθηση καθαρά οινοπνευματώδη, σωριάστηκα στα χάρτινα πόδια της.

Έκτοτε σχεδόν χάθηκα στις εξοχές μιας μουσικής εξωτικής, όπως ονομαζόταν το είδος από κάποιους που προφανώς βρίσκονταν κάπου «μέσα», η οποία πήγαζε από μακρινούς τόπους: από την Αφρική και την Κεντρική και Νότια Αμερική, μέχρι την Καραϊβική και τον Νότιο Ειρηνικό. Τα ξυπόλητα κορίτσια της με τα χειροποίητα φουστάνια και τα θεαματικά κοσμήματα ακολουθούσαν μια εμφάνιση που ήταν αυτονόητη για όλες τις γυναίκες του τόπου τους. Σωστά ξωτικά της exotica, είχαν πάντα τα ποδαράκια τους ελεύθερα και κάτι θα σήμαινε αυτό, κάτι θα ήθελαν να πουν! Μακάρισα τους τυχερούς των νοτίων ημισφαιρίων που είχαν ως καθημερινότητα εκείνο που για μένα ήταν μια σπανιότητα. Όμως μια υποψία σφηνώθηκε μέσα στην ευδαιμονία μου: Μήπως δεν θα με συντάραζε η γύμνια των άκρων αν την είχα ανά πάσα στιγμή δεδομένη; Μήπως ακριβώς η κρυφότητα και η σπανιότητα απογείωσαν αν όχι προκάλεσαν την προτίμηση;

Το εφιαλτικό ενδεχόμενο επιβεβαιώθηκε σε μια δημόσια παρουσίαση βιβλίου από τον Δημήτρη Καλοκύρη, ο οποίος διαπίστωνε την απομυθοποίηση στα μάτια ενός ταξιδιώτη συγγραφέα [Αντώνης Καλαϊτζάκης, Ένας Έλληνας στη χαμένη Αφρική, εκδ. Παρατηρητής, 1997], ο οποίος έγραφε: Αυτό που εγώ βλέπω σαν κάτι παράξενο και μυστηριακό, γι’ αυτούς […] είναι καθημερινή ρουτίνα. Αυτό που εμένα με συνεπαίρνει, γι’ αυτούς είναι μια καθημερινότητα. Εγώ παίρνω τον αιθέρα της ομορφιάς του τόπου, γι’ αυτούς χάθηκε [1]. Αναρωτήθηκα κι εγώ αν αυτή ήταν η μικρή εκδίκηση του Δυτικού: να χάσει την αιώνια συνήθεια μα να κερδίσει ένα μοναδικό φετίχ. Ή αν πρόκειται για μια οριστική ήττα: να καταδικάστηκε να απολαμβάνει τα αλλοτινά ελεύθερα δώρα της ζωής σε εξαιρετικές μόνο περιστάσεις.

Σα να μην έφτανε αυτό, σύμφωνα με το Δοκίμιο για τον εξωτισμό του ταξιδευτή λογοτέχνη Βικτόρ Σεγκαλέν, αν ο εξωτισμός είναι η αισθητική και η αντίληψη του Διαφορετικού, τότε η δύναμη του εξωτισμού δεν είναι παρά η δύναμη να αντιλαμβάνεσαι τον άλλον. Ο εξωτισμός είναι, επομένως, ένας διαρκής συγκλονισμός, μια μόνιμη διαταραχή του γνώριμου και του οικείου, το ταρακούνημα κάθε εύκολης αποδοχής ή πίστης. Όμως δεν νοείται σε αυτόν καμία προσαρμογή. Δεν είναι η τέλεια κατανόηση εκείνου που βρίσκεται έξω από τον εαυτό μας, κλείνοντας το μέσα μας, αλλά η οξεία και άμεση αντίληψη του αιώνιου ακατάληπτου. Ας ξεκινήσουμε από αυτή την ευχή της αδύνατης διείσδυσης [2].

Αυτά μας έκαναν οι εξωτικές ξυπόλητες! Διατάραζαν τα δεδομένα μας και παρέμεναν ακατάληπτες και ασύλληπτες μέσα στους πόθους μας, όσο κι αν προσπαθήσαμε να τις προσαρμόσουμε στα δικά μας βλέμματα. Όμως εκείνος ο στοχαστής των μακρινών οριζόντων είχε επιπλέον γράψει πως η αναζήτηση του άλλου, του απόμακρου και του άγνωστου των εξωτικών κόσμων, ήταν η συνάντηση με την άγνωστη και ξένη πλευρά του εαυτού του. Ίσως, λοιπόν, αν οι δικές μας αστικές δυτικές γυναίκες κάποτε υποδύθηκαν εκείνες τις «ξένες», μπορεί στο βάθος να βρήκαν κάτι ολότελα δικό τους. Γι’ αυτό κι εγώ συνέχισα πλέον στις ταινίες να αναζητώ όλες τις εξωτικές· τις πραγματικές, που κάπου στον κόσμο θα ζούσαν δίπλα στη θάλασσα ή μέσα στα δέντρα και τις καλαμιές, και τις σταρέσσες που προσομοίασαν ιδανικά στις πρώτες και προσάραξαν σε καλαμένια δωμάτια και αμμώδεις αυλές.

Και πάντα θυμάμαι την Kerima, με το περήφανο ξυπόλητο βάδισμα της ανάμεσα στις ξύλινες ινδονησιακές καλύβες πάνω από το νερό, στην ταινία  Outcast Of The Islands (Carol Reed, 1952), μιας νέας που διάλεξαν για την ανατολική ομορφιά της και διέδωσαν την φράση της «ζω την ζωή της φύσης, περπατώ ξυπόλητη, κολυμπώ γυμνή», για να ταιριάξει με τον ρόλο της Aissa (όνομα που κυριάρχησε στον ελληνικό τίτλο της ταινίας: Αισά, το Ρόδο της Πολυνησίας)· την λατρευτή μου Gene Tirney στο Son of Fury (John Cromwell, 1942) να κουλουριάζεται στην αγκαλιά του Tyrone Power, με τις πατούσες της χωμένες στην άμμο των Νοτίων Θαλασσών· την Heddy Lamar ως αξέχαστη Tondelayo να παγιδεύει στα δίχτυα της δυο άντρες στην ζούγκλα του Κονγκό έχοντας φυσικά χορέψει ξυπόλητη (White cargo, Richard Thorpe, 1942)· την «βουβή» και διαρκώς γυμνόποδη βασίλισσα της ζούγκλας Edwina Booth στο Trader Horn, στην πρώτη ταινία που γυρίστηκε στην Αφρική (W.S. Van Dyke, 1931)· ακόμα και την αυστηρότερη Ava Gardner να εμφανίζεται ξυπόλητη σε μια ξύλινη αποβάθρα κάπου στην Αφρική με μια βαλίτσα στο χέρι, έτοιμη να προσαρμοστεί στα νέα κλίματα (Mogambo, John Ford, 1953).

Έσπευσα, βέβαια, να μειώσω τις χιλιομετρικές αποστάσεις για να αυξήσω τα ενδεχόμενα μιας πιθανότερης συνάντησης. Πιστός των μεσαιωνικών παραμυθιών και της βικτωριανής ατμόσφαιρας ήρθα πρόσωπο με πρόσωπο μ’ ένα αλλόκοσμο κορίτσι που εμφανιζόταν ξυπόλυτο σε εξώφυλλα δίσκων, σαλόνια περιοδικών και πάσης φύσεως φωτογραφίες επί και εκτός σκηνής. Οι χορευτικές της χειρονομίες πρόδιδαν την χορεύτρια που κάποτε υπήρξε, τα μακριά ξέπλεκα μαλλιά της σχεδόν μου γαργαλούσαν τα μάγουλα και τα γυμνά της πόδια τονίζονταν περισσότερο κάτω από τα μακριά της φορέματα – ή μάλλον ακριβώς εξαιτίας τους.

Την άκουσα να μου κελαηδά με την ιδιαίτερη φωνή της μέσα από το κασετόφωνο του γειτονικού διαμερίσματος. Μου συστηνόταν ως Cathy και με αποκαλούσε Heathcliff· μου έλεγε πως κρυώνει και μου ζητούσε να την αφήσω να περάσει μέσα από το παράθυρο, βεβαιώνοντάς με πως γύρισε σπίτι, σπίτι μας, στα ανεμοδαρμένα ύψη. Από εκείνη διάβασα για πρώτη φορά πως ο έρωτας δεν ταυτίζεται με την ευτυχία,  πως είναι πόνος βαθύς. Και μαζί υπήρξαμε στις φαντασίες μου πραγματικό ζεύγος σε σκοτεινό ρομάντζο, εξίσου μυθιστορηματικό μ’ εκείνο της Έμιλυ Μπροντέ. Η κατά κόσμον Kate Bush του Wuthering Heights έγινε η δική μου Ανεμοδαρμένη των Υψών της Αγάπης και την περιμένω, με ανοιχτή την μπαλκονόπορτα κάθε φορά που την ακούω, να έρθει πετώντας, όπως εμφανίζεται φτερωτή στο εξώφυλλο του Butterfly kisses (1988), μιας ανεπίσημης live συλλογής με αποσπάσματα από συναυλίες μεταξύ 1978 – 1987, με τα πόδια της ευκρινέστερα από ποτέ.

Στο τέλος, ίσως τίποτε απ’ όλα αυτά, τα στημένα μπροστά στους τρίποδες ή τα εκτεθειμένα στις σκηνές των συναυλιών, δεν είχε τόση μαγεία όσο μια στάση σ’ ένα γυμνό δωμάτιο. Εκεί ήθελα να με περιμένει μια γυναίκα απλή, γοητευτική όπως κάθε γυναίκα, με ελαφρώς ανταριασμένα μαλλιά, μ’ ένα χρωματιστό φουστάνι, ξυπόλητη στο ξύλινο πάτωμα, με το βλέμμα της πάνω μου. Την έψαχνα για χρόνια μέχρι να την βρω σ’ ένα εξώφυλλο, γνωρίζοντας πως νωρίτερα φυλλομετρούσε τον Φερνάντο Πεσσόα και διάλεγε λέξεις του για να τις μελωδήσει με την φωνή της παρέα με δυο τσέλα. Την έλεγαν Μπεβίντα (Bévinda ((Ferreire)) και χάρη στον δίσκο της Pessoa em Pessoas (1997) διάβασα το Βιβλίο της Ανησυχίας, που με κατεύθυνε οριστικά στην γραφή των παθών μου. Το ιδανικό μου, έγραφε ο Πεσσόα, θα ήταν να τα ζω όλα σε μυθιστόρημα και να αναπαύομαι στη ζωή – να διαβάζω τις συγκινήσεις μου…. Για όποιον έχει τη φαντασία εύκολη, οι περιπέτειες ενός πρωταγωνιστή μυθιστορήματος είναι αρκετή προσωπική συγκίνηση, και ακόμα πιο πολύ γιατί είναι και δικές του και δικές μας. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη περιπέτεια από το να έχεις αγαπήσει τη Λαίδη Μάκβεθ με αληθινή και άμεση αγάπη [3]. Έτσι άρχισα τούτο το μυθιστόρημα, για να διαβάζω τις συγκινήσεις που έζησα με τις αναρίθμητες ξυπόλητες των δίσκων, των ταινιών και της έξω ζωής, με τις οποίες αγαπηθήκαμε με άμεση και αληθινή αγάπη.

[1] Δημήτρης Καλοκύρης, Παρασάγγες. Τόμος Α΄. Ονομαστικόν, εκδ. Άγρα, 2014, λήμμα Αφρικανός, σ. 31.

[2] Μαρία Στεφανοπούλου, «Ο εξωτισμός, η αισθητική του διαφορετικού και η εσωτερική εμπειρία. Για τον Victor Segalen», Η επιστροφή της σκιάς. Δοκίμια και άρθρα για το θέατρο, τη λογοτεχνία και τη βία της Ιστορίας, εκδ. Αρμός, 2015, σ.  90-120, ιδίως 105-107.

[3] Fernando Pessoa, Βιβλίο της ανησυχίας, Τόμος Β΄, εκδ. Gutenberg, 2018, μτφ. Μαρία Παπαδήμα, αρ. 348, σ. 111.

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 186. Λίζα Καβάγιου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Σας συνοδεύω ως την θύρα της πρώτης μου συλλογής διηγημάτων «Εκεί, ακριβώς». Εκεί θα σας υποδεχθεί η ηρωίδα του πρώτου διηγήματος της συλλογής, η κυρία Μάρω.  Η κυρία Μάρω στέκεται υποδειγματικά στην αρχή του βιβλίου ως πιο σοφή, πιο έμπειρη.  Αποτελεί την εισαγωγή σε μια σειρά μαχών μεταξύ των ηρώων και της καθημερινότητας.  Ο καθένας τους στέκεται ηρωικά ή όχι, ανάλογα με τις αδυναμίες και την ψυχοσύνθεσή του. Το «Εκεί, ακριβώς» είναι έντεκα διηγήματα εμπνευσμένα από έντεκα εικόνες, του φωτογράφου Μπάμπη Γιαννικάκη, που εστιάζουν ακριβώς τη στιγμή που οι ήρωες καλούνται να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της ζωής τους.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Τα διηγήματα γράφτηκαν μέσα σε δύο χρόνια, αφότου γέννησα τον γιο μου. Είχα πάντα ιστορίες στο μυαλό μου αλλά τότε έκατσα τελικά να τις γράψω. Παρακολούθησα κάποια σεμινάρια, που με βοήθησαν αρκετά.  Οι συνθήκες δεν ήταν και δεν είναι εύκολες, διότι εργάζομαι, ασχολούμαι το απόγευμα εξ ολοκλήρου με τον γιο μου και καταλήγω να κοιμάμαι ελάχιστα προκειμένου να γράψω στις μόνες ελεύθερες ώρες που διαθέτω το βράδυ.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Τελευταία έτυχε να γράψω σε ταξί στο κινητό μου. Επειδή, όμως, γράφω πολύ πιο γρήγορα στο πληκτρολόγιο απ’ ότι σε χαρτί, κυρίως γράφω όπου έχω υπολογιστή (σπίτι) ή laptop. Επίσης «γράφω» το μυαλό μου ενώ οδηγώ και συνήθως τότε μου έρχονται οι καλύτερες ιδέες.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Η κυρία Μάρω είναι η αγαπημένη μου και αποτελεί ένα αμάλγαμα αγαπημένων μου πραγματικών προσώπων. Με ακολουθεί κάπως σαν συμβουλάτορας.  Αλλα γενικά, όχι, δεν συνηθίζω να σκέφτομαι ήρωες των οποίων την ιστορία έχω «κλείσει» στο νου μου, γιατί αφοσιώνομαι στους τρέχοντες.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Στον υπολογιστή ή στο μυαλό μου.  Συνήθως σκέφτομαι την αρχική ιδέα, την δουλεύω όλη μέρα νοητά και το βράδυ την καταγράφω.  Βέβαια με την καταγραφή έρχονται νέες ιδέες, προβλήματα, αδιέξοδα και νέες σκέψεις για την επόμενη μέρα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Ανοίγω τον υπολογιστή μου, κλείνω εκκρεμότητες (λογαριασμούς, email, κοινωνικά δίκτυα) πριν ξεκινήσω και φροντίζω να έχω ανοιχτό μόνο το αρχείο στο οποίο πρόκειται να γράψω. Το καλοκαίρι συνήθως έχω ένα δροσερό κρασί και το χειμώνα ένα σκωτσέζικο ουίσκι. Μουσική σπάνια ακούω όταν γράφω ή όταν διαβάζω, γιατί με αποσπά. Τραγουδάω από μέσα μου, της δίνω πολλή σημασία και δεν μπορώ να συγκεντρωθώ. Μερικές φορές, όμως, μπορεί να ακούσω ορχηστρικό metal γιατί με βοηθά να μείνω ξύπνια.

Ως προς τις γενικότερες μουσικές προτιμήσεις, αγαπώ το rock, alternative και κάποιες metal μπάντες. Η ελληνική μουσική σκηνή έχει πολλά χρόνια να με συγκινήσει, δυστυχώς. Αγαπημένος μουσικός και ποιητής, που θαυμάζω και μου ασκεί τεράστια επιρροή, είναι ο Nick Cave.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Οι σπουδές μου είναι κάπως ετερόκλητες γι’αυτό και στο βιβλίο μου δεν έχω συμπεριλάβει το μη-λογοτεχνικό μου βιογραφικό.  Έχω σπουδάσει στη σχολή Ηλεκτρολόγων και Μηχανικώς Υπολογιστών του ΕΜΠ και κατόπιν έκανα MSc in Computer Science στο Εδιμβούργο. Παράλληλα, πήρα πτυχίο στο πιάνο και στον χορό, και για κάποιο διάστημα δίδαξα και τα δύο. Από γλώσσες, πέρα από αγγλικά, έχω μάθει γερμανικά και ιταλικά.  Εργάζομαι στην οικογενειακή επιχείρηση χονδρικού εμπορίου κοσμημάτων. Ξεκίνησα να ασχολούμαι με υπολογιστές για να αποφύγω τους ανθρώπους και κατέληξα να γράφω μόνο για αυτούς!

Οι θετικές επιστήμες σίγουρα με έχουν επηρεάσει στο να γράφω με μια λογική αλληλουχία, χωρίς κύκλους και αδιέξοδες σπείρες, ακόμη κι όταν αναφέρομαι σε ονειρικές καταστάσεις. Από τις καλλιτεχνικές μου σπουδές έχω πειστεί ότι αν θες να ακούσει ο αναγνώστης αυτό που έχεις να πεις, οφείλεις να το εκφράσεις δυνατά και καθαρά. Η εργασία μου, από την άλλη πλευρά, με έχει φέρει σε επαφή με μια τεράστια ποικιλία ανθρώπων –εν δυνάμει ηρώων διηγημάτων- που καλούμαι να ψυχογραφήσω προκειμένου να συνεργαστώ επιτυχώς. Από όλα, κάτι μαθαίνεις αν θέλεις να μάθεις.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Αν είχα τον χρόνο και τις γνώσεις, θα επέλεγα την Ζυράννα Ζατέλη.

Τι γράφετε τώρα; 

Έχω στο νου μου ένα μυθιστόρημα, το οποίο όμως μου κρατάει πολλά μυστικά ακόμη, οπότε δεν το ξεκινάω. Συνθέτω δύο νέες συλλογές.  Η μία αφορά ανθρώπους που τόλμησαν την υπέρβαση. Η άλλη, πιο ελαφριά και χιουμοριστική, αφορά παράδοξα και παιχνίδια της ειρωνείας και της τύχης στις ζωές μας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αυτή είναι μία από τις ερωτήσεις, που σίγουρα θα έχω πολλά ονόματα να προσθέσω, αφού στείλω την απάντηση. Ενδεικτικά λοιπόν, οι Χέμινγουεϊ, Πόε, Καμύ, Μπόρχες,  Δάντης,  Παπαδιαμάντης, Καζαντζάκης, Στάινμπεκ, Ζατέλη, Λουντέμης, Βιρτζίνια Γουλφ, Σκαμπαρδώνης, Φλάννερυ Ο’ Κόννορ και η λίστα συνεχίζεται…

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Οι Κερασιές θ’ανθίσουν και φέτος (Λουντέμης), Με το παράξενο όνομα Ραμάνθις Ερέβους (Ζατέλη), Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις), Confiteor (Καμπρέ), Τα σταφύλια της οργής (Στάινμπεκ), Το άρωμα (Ζισκιντ).

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Μου είναι πολύ δύσκολο να θυμάμαι τίτλους διηγημάτων, οπότε θα αναφερθώ στους συγγραφείς διηγημάτων που με έχουν συγκινήσει. Χέμινγουεϊ, Παπαδιαμάντης, Παπαδημητρακόπουλος, Ροϊδης, Σκαμπαρδώνης, Alice Munro, Flannery O’Connor και Πόε.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Σκαμπαρδώνης, η Ζατέλη και ο Παλαβός. Η αλήθεια είναι ότι τελευταία εντρυφώ στην παιδική λογοτεχνία λόγω του γιου μου, οπότε έχω μείνει αρκετά πίσω ως προς τις νέες ελληνικές κυκλοφορίες!

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ζαν Μπατίστ στο «Άρωμα», ο Μερσώ στον «Ξένο» και ο Καπετάν Μιχάλης του Καζαντζάκη.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Πρέπει να είναι κοντά στα δέκα βιβλία ταυτόχρονα. Έχω μεγάλη περιέργεια να ξεκινήσω κάποιο νέο μου απόκτημα, οπότε δεν μπορώ να περιμένω να τελειώσω το προηγούμενο.  Είναι ο «Επικίνδυνος Οίκτος» του Τσβάιχ, το «Αστείο» του Παλαβού, τα Άπαντα του Σαχτούρη, δύο βιβλία με πεζά του Μπόρχες που μ’ αρέσει να ανοίγω και να διαβάζω τυχαία κάποιο, «Τα ψάρια δεν κλείνουν τα μάτια» του ντε Λούκα, «Η γραμματική της φαντασίας» του Ροντάρι, κάποια λογοτεχνικά περιοδικά και άλλα!

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω ηλεκτρονικές λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές. Είναι πολύ πιο προσβάσιμες και ανά πάσα στιγμή διαθέσιμες οι ηλεκτρονικές. Έχω ξεχωρίσει συγκεκριμένους κριτικούς, που δε με έχουν απογοητεύσει ποτέ.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν ήταν ανάγνωση ακριβώς, αλλά ακρόαση, γιατί ακούω και βιβλία στα αγγλικά μέσω του audible. Σε μια πτήση άκουγα τον Δράκουλα του Bram Stoker και αποκοιμήθηκα. Στον ύπνο μου ονειρεύτηκα την εξοχή, το σπίτι και τον ίδιο τον Δράκουλα, όπως τα περιγράφει ο συγγραφέας κι ήταν μια εμπειρία σχεδόν βιωματική, λόγω του ονείρου και της απώλειας της συνείδησης.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Προσπαθώ να βλέπω τις παραστάσεις της Κατερίνας Ευαγγελάτου. Μου αρέσει η ματιά της, οι πειραματισμοί που τολμά, και διαλέγει έργα που σου εντυπώνονται πολύ μετά το πέρας της παράστασης.  Ταινίες βλέπω κυρίως ξένες και με εμπνέει η απλότητα κι ο ρεαλισμός του ευρωπαϊκού κινηματογράφου. Δεν μπορώ τις επικές και  πολύ φορτωμένες, θορυβώδεις ταινίες. Συνήθως όταν γράφω φαντάζομαι την σκηνή όπου δρουν οι ήρωές μου, ως σκηνή ταινίας, ειδικά του Κισλόφσκι.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Έχοντας μεγαλώσει με το διαδίκτυο και σπουδάσει τους υπολογιστές, δε με ξενίζει καθόλου.  Αποτελεί ένα ακόμη μέσο, που είτε θα το χρησιμοποιήσουμε έξυπνα είτε θα μας αποχαυνώσει. Ως προς την κοινωνική πλευρά του πράγματος, όπως σε οποιαδήποτε κοινωνική συναναστροφή, αργά ή γρήγορα ο καθένας δείχνει τον χαρακτήρα/απωθημένα/στόχους του και αντίστοιχα κρίνουν οι γύρω του.  Προσωπικά με διευκολύνει και με βοηθά να κρατώ ουσιαστική επαφή με φίλους σε όλη την Ελλάδα και στο εξωτερικό ακόμη και τώρα που έχω μηδενικό ελεύθερο χρόνο.  Άλλωστε το πόσο ουσιαστική είναι η επαφή μας με κάποιον δεν ορίζεται από το μέσο ή από το αν η επικοινωνία είναι σύγχρονη ή ασύγχρονη, αλλά από το κατά πόσον είμαστε διατεθειμένοι να επιδιώξουμε την ουσιαστικότητα των σχέσεών μας.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Οτιδήποτε «αιώνιο» μού μοιάζει τρομακτικό. Δεν θα με απασχολούσε τόσο η απώλεια της συγγραφικής μου ιδιότητας.  Θα έβρισκα άλλον τρόπο να εκφραστώ αργά ή γρήγορα, αλλά η ατέρμονη νιότη, χμ, βγαίνει εκτός των ορίων του εγκεφάλου μου…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Γιατί γράφετε;

Από τη μία γράφω για να πω κάποιες ιστορίες ανθρώπων που δεν θέλω να περάσουν στην αφάνεια. Να αναδείξω ήρωες και να διηγηθώ αυτό που δεν μπορούν εκείνοι. Από την άλλη, όμως, γράφω επειδή στον γραπτό λόγο εκφράζομαι καλύτερα από τον προφορικό, οπότε είναι το μέσο που ασυνείδητα διάλεξα για να με γνωρίσουν οι γύρω μου.

Στις εικόνες: Virginia Woolf, Ernest Hemingway, Nick Cave, John Steinbeck, Flannery O’Connor, Patrick Suskind, Μερσώ Εικονογραφημένος, Alice Munro, Κατερίνα Ευαγγελάτου.