Σάββας Πατσαλίδης – Θέατρο και παγκοσμιοποίηση: Αναζητώντας τη «χαμένη πραγματικότητα»

Η μηχανή μνήμης που αναζητά αγωνιωδώς το αυθεντικό δια του ψέματος

Ποτέ επακριβώς και ποτέ αυθεντικώς. Ιστορίες ξαναειπωμένες, γεγονότα ξαναπαιγμένα, εμπειρίες ξαναβιωμένες, ρόλοι ξαναφορεμένοι. Ούτε τελειολογίες, ούτε τελεολογίες. Διαρκώς ένα «ανά»: ανα-πλάθω, ανα-κυκλώνω, ανα-βιώνω, ανα-εώνω, ανα-καλώ, ανα-παριστάνω, ανα-μοχλεύω. Ένας κόσμος εις διπλούν (τουλάχιστον). Και αυτό είναι τελικά το θέατρο: το ανα-κυκλούμενο προσωπείο γεγονότων και σωμάτων, ένα μόνιμο πηγαινέλα σημείων, που λένε (ή δείχνουν) και ξαναλένε (ή ξαναδείχνουν) όσα έχουν ήδη λεχθεί, που τελούν όσα έχουν ήδη συντελεστεί, που λένε την αλήθεια δια του ψέματος, κάθε φορά μέσα από άλλα (υποκρινόμενα) σώματα, σε άλλους χώρους, με άλλους τρόπους και για ένα διαφορετικό κοινό. Και αυτή η αδιάκοπη μεταλλαγή (σωμάτων, εικόνων, θεατών, συναισθημάτων, απουσιών, παρουσιών κ.λπ.) είναι που εμπλουτίζει τη μνήμη, ατομική και συλλογική και δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ακόμη περισσότερες (εν)αλλαγές και, συνεπώς, περισσότερες μνήμες…. [σ. 260-261]

… γράφει ο συγγραφέας στο εκτενές του κείμενο Περί μοντέρνας μνήμης και μεταμοντέρνας λήθης, όπου εξετάζει τις δυο αυτές αντίθετες και αλληλοεξαρτώμενες έννοιες σε όλο το φάσμα του θεάτρου: τον ηθοποιό ως (μετα)φορέα μνήμης, τον σκηνοθέτη ως ενορχηστρωτή της, τους κλασικούς ως αποθήκη της, την αέναη κίνηση της ιστορικής μνήμης, τον χώρο ως οικοδεσπότη της μνήμης (καθώς δεν παίζουμε ποτέ σε χώρους εντελώς γυμνούς από σημασίες – όλοι οι χώροι παραπέμπουν ή θυμίζουν κάτι). Την ίδια στιγμή το ανέβασμα ενός ιστορικού (ή και κλασικού) έργου δεν έχει να κάνει μόνο με τη μνήμη αλλά και με την επαναδραστηριοποίηση της σημασίας του παρελθόντος, σε σχέση πάντα με το παρόν των θεατών, με στόχο την δημιουργία μιας νέας κοινότητας δεκτών με διαφορετικές αποθήκες μνήμες

Το θέατρο είναι εκ φύσεως ένα «μπάσταρδο» είδος: που κινείται αενάως ανάμεσα στο εκεί και τότε (της αναπαράστασης και της μυθιστορίας) και στο εδώ και τώρα (της παράστασης και της ιστορίας)· κι ύστερα, μόλις σβήσουν τα φώτα, δεν υπάρχει πουθενά αλλού, παρά μόνο στα διαμερίσματα της μνήμης και στα παράγωγα της τεχνολογίας. Είναι, λοιπόν, μια μηχανή μνήμης· ένας χώρος που αναζητά αγωνιωδώς το αυθεντικό δια του ψέματος, για να καταλήξει να επαναλαμβάνει το αναπόφευκτο του μη αυθεντικού. Κανένα άλλο καλλιτεχνικό είδος δεν είναι τόσο φορτωμένο με σκιές, με απουσίες και μνήμες όσο αυτό. Κάθε παράσταση είναι ταυτόχρονα και μια άσκηση/δοκιμασία της μνήμης που αναβιώνει ή ξαναπαίζει «εδώ και τώρα» κείμενα και γραφές που έλαβαν χώρα αλλού και άλλοτε.

Μονολογώντας επιβιώνουμε, τιτλοφορείται ένα άλλο εκτενές κείμενο που, όπως όλα εδώ, καλύπτει και εξαντλεί κυκλωτικά το θέμα του. Ο μονόλογος δεν είναι υποχρεωτικά δείκτης ή δεδομένο της ανθρώπινης μοναχικότητας, αλλά μορφή γλωσσικής ατομικότητας, μια στροφή μακριά από τον διάλογο. Δίνει την ευκαιρία στον θεατή να εισχωρήσει στο μυαλό του χαρακτήρα, να μάθει τις ανείπωτες αλήθειες του. Ο άνθρωπος από την φύση του αρέσκεται να αφηγείται και να του αφηγούνται ιστορίες. Μονόλογοι αποκαλυπτικοί (όπως στα σαιξπηρικά έργα), δηκτικοί (John Webster), εξομολογητικοί (Chekhov, Tennessee Williams), σαρκαστικοί (Eric Bogosian), μεταθεατρικοί και φιλοσοφικοί (Beckett, Ευτυχισμένες μέρες), παραληρηματικοί (στα περισσότερα έργα του Mac Wellman), ο κατάλογος δεν έχει τέλος. Η αποξένωση του ατόμου και οι ψυχώσεις του μονολογούνται στα κλασικά έργα του Eugene O’ Neill, ενώ στα αντίστοιχα του Tennessee Williams τα πλάσματα αναζητούν στον μονόλογο λύσεις στα αναπάντητα προβλήματα του εσωτερικού τους κόσμου. Από διαφορετική οπτική γωνία αναζητά λύσεις ο Bertolt Brecht, ο οποίος στη θέση του στανισλαφσκικού υποσυνείδητου επιλέγει  ως ρυθμιστικό μοχλό το συνειδητό κομμάτι του μυαλού, με την αιτιολογία ότι ο υποσυνείδητο έχει ήδη διαβρωθεί και «αποικιστεί» από τους κοινωνικούς θεσμούς.

Στις περιπτώσεις των σύγχρονων δημιουργών (Sam Shepard, David Mamet, Edward Albee) o μονόλογος λειτουργεί ως η στιγμή της κορύφωσης, κατά την οποία αποκαλύπτεται η αλήθεια, ενώ στον Harold Pinter κάνει θέμα την αδυναμία της μνήμης να συλλάβει τις αλήθειες που υποβόσκουν στα δρώμενα. Για να απαλλαγεί κανείς από το τραύμα, πρέπει να μιλήσει γι’ αυτό, όπως συμβαίνει στους μονόλογους των τραυμάτων, ενώ οι γλωσσολάγνοι μονόλογοι, σε μια εποχή όπου η αυτονομία του Εγώ και η ευκλείδεια λογική είναι οι μεγάλοι ηττημένοι, εστιάζουν σε ένα υποκείμενο που είναι ένα δημιούργημα πολλαπλών και συχνά συγκρουόμενων πολιτισμών, ιδεολογιών και γλωσσών. Υπάρχει εδώ και εκεί, χωρίς κέντρο. Από τον Heiner Mueller και τον Peter Handke μέχρι την Μαρία Ευσταθιάδη και τον Δημήτρη Δημητριάδη, η γλώσσα αναδεικνύεται σε απόλυτο πρωταγωνιστή σε σημείο να εξαφανίζεται η ανάγκη του δράματος.

Στις ακραίες σωματικές εμφανίσεις – performances της Karen Finley η εμμονή της για την εικόνα του θεατή ως καταναλωτή γενικώς (προϊόντων, ειδήσεων, θεατρικών θεαμάτων, σωμάτων) και της γυναίκας ως ζώου που ο άνθρωπος ετοιμάζει να σφάξει και να καταναλώσει χωρίς δεύτερη σκέψη. Ο σύγχρονος μονόλογος μοιάζει να επιβεβαιώνει τον Foucault που υποστηρίζει ότι το υποκείμενο δεν μπορεί να μελετάται μεμονωμένα αλλά σε συνάρτηση με όλες εκείνες τις (γλωσσικές, πολιτιστικές, θεσμικές) δυνάμεις που το διαμορφώνουν. Κι εκείνο που τείνει να κυριαρχήσει στον χώρο αυτό είναι μια αναστάτωση των σχέσεων ανάμεσα στην persona και τον πραγματικό εαυτό.

Γράφοντας Περί σωμάτων, πτωμάτων και το φύλο του θανάτου και εστιάζοντας στην  περίπτωση της Στέλλας Βιολάντη, ο συγγραφέας ερευνά διεξοδικά το θέμα εκκινώντας από το σώμα της εκβιομηχάνισης και την εκπόρνευση του ιδιωτικού, τον θάνατο και το τέλος της ανα-παράστασης και την αυτοκτονία (από την ηθική και ηρωική αυτοκτονία στην πολιτικοποιημένη, στην ρομαντική και στην επιστημονική) ως δια-κείμενο· ως προς την τελευταία, διαπιστώνει πως μια μέχρι πρότινος προσωπική επιλογή μετατρέπεται σε επιστημονικά εξηγήσιμο φαινόμενο: η προσοχή μετακινείται από την λειτουργία στο κίνητρο.

Η αυτοκτονία δεσπόζει σε αρκετά έργα του Ξενόπουλου. Η Στέλλα Βιολάντη αποτελεί το καλύτερο θεατρικό του επίτευγμα και, συνάμα, το πλέον ενδεικτικό της άρνησής του ή της αδυναμίας του να καταφύγει σε οποιαδήποτε λύση που θα έθετε σε κίνδυνο τις «φιλειρηνικές» του σχέσεις με το αστικό κοινό. Η αυτοκτονία της ηρωίδας εξαερώνεται από τις κοινωνικές της αιχμές. Από την στιγμή που αρνήθηκε να υποταχθεί στην βούληση του πατέρα της είναι ένας παραβάτης που πρέπει να τιμωρηθεί. Ο θάνατός της είναι ένας τρόπος να επιστρέψουν όλα στην θέση τους και ο θεατής να πίσω στο σπίτι του, αφού η τάξη έχει αποκατασταθεί. Ο Ξενόπουλος δείχνει να δέχεται όλη την κατεστημένη μυθολογία και φιλοσοφία γύρω από τις σχέσεις και ιεραρχήσεις των φύλων.

Μια τεράστια λίστα με τις ηρωίδες του είναι ενδεικτική: ανήθικη αδελφή, πανούργα, ξελογιάστρα, άπιστη, ζηλιάρα, υποκρίτρια, αδίστακτη Σαλώμη, άβουλο αντικείμενο που οδηγείται στον ηθικό ξεπεσμό, αντικείμενο του πάθους, συναισθηματικά ασταθής, οδηγούμενη στην πορνεία… η γυναίκα στα έργα του Ξενόπουλου και δεν είναι ποτέ επικίνδυνη, όπως θα ήταν μια κοινωνική ταραξίας τύπου Nora του Ibsen, η οποία δεν καταλαβαίνει από απειλές και οικογενειακή τυπολογία. Από την στιγμή που νιώθει να πνίγεται, σηκώνεται και φεύγει και μάλιστα εντυπωσιακά: κλείνει με δύναμη την πόρτα πίσω της, θέλοντας έτσι να σηματοδοτήσει και την δυναμική είσοδό της στον μοντερνικότητα, όπου πλέον θα αυτό-ορίζεται, θα είναι ο ελεγκτής του σώματος και της σκέψης της.

Κατανεμημένα σε τρία μέρη, τα ερεθιστικότατα κείμενα του Πατσαλίδη κινούνται από «Από το αρχαίο σώμα στο μεταδραματικό» και «Από τη θεατροφοβία του Πλάτωνα στη θεατρολαγνεία των μεταμοντέρνων», προβληματίζονται «Περί τόπων και ουτοπιών» με αφορμή «το μοντέρνο Bayreuth, τη μεταμοντέρνα Disneyland και το παγκόσμιο Las Vegas», αλλά και για τους τρόπους με τους οποίους η παγκοσμιότητα του χρήματος εισχωρεί στην θεατρική πραγματικότητα, παρατηρούν την «εκπόρνευση της αναπηρίας» στην σκηνική δράση, διυλίζουν την θεατρική κριτική, συναντούν τον Γκονό στην «διεθνή εξουσία της αναμονής» και συστηματοποιούν την παρουσία του αμερικανικού θεάτρου στην Ελλάδα, προτού συλλογιστούν για «Το άγνωστο αύριο του θεάτρου», για να αναφέρω ορισμένους από τους τίτλους εδώ. Ας σημειωθεί πως, παρά την ειδική τους θεματική, πρόκειται για κείμενα που διαβάζονται από θεατρικούς γνώστες και μη, ωθούν στην αναζήτηση κειμένων και παραστάσεων και βρίσκονται σε διαρκή διάλογο με το σήμερα, τόσο το καθημερινό όσο και το καλλιτεχνικό.

Εκδ. Παπαζήση, 2012, 718 σελ [Θεατρικοί Τόποι], Περιλαμβάνεται πολυσέλιδο παράρτημα με κείμενα και πίνακες, βιβλιογραφία, ευρετήρια ονομάτων, τίτλων και θεάτρων.

Στις φωτογραφίες: Heiner Müller – Medeamaterial, Sam Shepard – Fool for love, μονόλογος Karen Finley, Γρηγόριος Ξενόπουλος – Στέλλα Βιολάντη [Εθνικό Θέατρο, 1948], Harold Pinter – The birthday party.

Οι ξυπόλητες των δίσκων, 4

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 10 (Οκτώβριος 2019), εδώ

ΙX. Οι ξυπόλητες των δίσκων, 4

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες στα εξώφυλλα των δίσκων και μυείται στα μυστικά τους.

Όλα εκείνα τα εξώφυλλα δίσκων γίνονταν παράθυρα στον κόσμο, όπως ήταν ο τίτλος ενός δίσκου της Dionne Warwick, στο εξώφυλλο του οποίου ακουμπά σ’ ένα τοίχο του δρόμου, με πολύχρωμο φόρεμα και ξυπόλητη, σα να περιμένει κάποιον. Θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε, αλλά τα λιγνά αφρικανικά γλυπτά που πλαισιώνουν ως κολλάζ την φωτογραφία της μνημονεύουν μια μακρινή καταγωγή (The windows of the world, 1967). Έχουν λοιπόν και τις χαρούμενες πλευρές τα μαύρα πόδια των δίσκων; Στην άλλη, οργιαστική πλευρά του φανκ, η Τσάκα Καν στο οπισθόφυλλο του δίσκου Rufus featuring Chaka Khan, Rufusized (1974) μας δείχνει ξεκαρδισμένη το πέλμα της κι ένα χρόνο μετά, στο εξώφυλλο της κυκλοφορίας με το όνομά τους, τα υπέροχα προφίλ τους. Εδώ αχνίζουν ιδρωμένα σώματα σε ακατάπαυστο ρυθμό· εδώ δεν ισχύουν οι κοσμιότητες των ευπρεπών λευκών κοριτσιών. Άλλωστε δεν μπορείς να πολεμάς όταν χορεύεις, τραγουδούσε η Marcia Barrett των Boney M, στην πλέον αποκλειστική σύνδεση χορού και ειρήνης:  στο εξώφυλλο του You can’t fight while you’re dancing οι μπότες της πατούν πεταμένα όπλα, ενώ λίγο νωρίτερα με γλυκοκοίταζε ξυπόλητη στο Far away from lonely (2013 και 2011 αντίστοιχα).

Δεκάδες καλλιτέχνες κατάφεραν να φτάσουν σ’ ό,τι θεωρούσαν κορυφή επειδή πείσμωναν και θεωρούσαν πως κανένα βουνό δεν είναι αρκετά ψηλό για την επιθυμία τους. Η Diana Ross στον μικρό δίσκο όπου διασκευάζει το Ain’t no mountain high enough (1970) μοιάζει με ξυπόλητο αγρίμι, έτσι κοκαλιάρα με το σορτσάκι και τα κοντά της μαλλιά, ενώ στο Everything is everything της ίδιας χρονιάς έχει γυρίσει κομψά τα μαλλιά της, παραμένει ξυπόλητη κι ας κρύβει τα διπλωμένα της πόδια με τα χέρια της, ενώ παντού γύρω της στραφταλίζουν τα αστέρια της επερχόμενης σκηνής. Ήρεμη κι επιτυχημένη το 1995, βγαίνει σε παλιό εξώστη με λευκό φόρεμα, ξέπλεκα μαλλιά, ξυπόλητη (Take me higher). Ανυπόδητη σε τρία οδόσημα του δρόμου προς την κορυφή: όταν βγαίνει στον πεντάγραμμο κόσμο, όταν αστράφτει κι όταν δρέπει τις δάφνες της. Ή απλά, θα σχολίαζε ένας δύσπιστος αμφίθυμος, τρία κλισέ των φωτογραφικών κασέ.

Έβλεπα την Μόκα και την μητέρα της: αφήνονταν σ’ ένα τρεμούλιασμα που θαρρείς δεν συνέβαινε σκόπιμα αλλά αυτόματα, και μόνο με την δόνηση των ήχων. Κάτι αντιλαμβάνονταν αυτά τα κορμιά, που δεν έπιαναν οι άμεσες αισθήσεις. Ένα μεσημέρι, κι ενώ οι μπαχαρικές οσμές απ’ την ανήλιαγη κουζίνα διαχέονταν παντού, ο χορός τους έμοιαζε ατέλειωτος, σα να περίμενε τα χαμόγελά τους να σβήσουν αλλά εκείνα παρέμεναν φωτεινά, σαν τα ολόλευκα δόντια τους. Είχα την αίσθηση πως εκείνοι οι άνθρωποι βίωναν αλλιώς την μουσική. Το σώμα έμοιαζε μ’ ένα πρόσθετο, εντελώς σιωπηλό μουσικό όργανο, που συμμετείχε ισότιμα στο ομαδικό οργίασμα των οργάνων. Το είδα ανάγλυφα στο εξώφυλλο του Big fun του Miles Davis (1974): μια κοπέλα ζωγραφισμένη προφίλ, στέκει ολόγυμνη ακριβώς μπροστά στο άνοιγμα της τρομπέτας που την καλύπτει ολόκληρη και, αν γυρίσουμε στο οπισθόφυλλο, βλέπουμε πως φυσά εξίσου καλοσχεδιασμένος ο αστρικός τζαζ μουσικός. Η καλοσχεδιασμένη γυναίκα μού το μαρτυρούσε: αυτή η μουσική απορροφάται από κάθε πόρο του σώματος, αρκεί να έρθεις κοντά της.

Η Μόκα σύντομα με εμπιστεύτηκε τόσο πολύ ώστε να μου δείξει ένα μεγάλο λογιστικό τετράδιο όπου έκοβε και κολλούσε δεκάδες φωτογραφίες με ανθρώπους από την ήπειρό της, που μάλλον θεωρούσε ενιαία πατρίδα της. Και τι δεν είχε: εξώφυλλα δίσκων μαύρης μουσικής από τις σχετικές στήλες των περιοδικών, εικόνες από περιοδικά που ζητούσε από το κομμωτήριο και τουριστικά φυλλάδια που έδειχναν οποιαδήποτε όψη της Αφρικής. Έβλεπα στέπες και σαβάνες, φυλές με τοπικές ενδυμασίες σε κάτι εκστατικές γιορτές (εκεί δεν φορούσαν ποτέ παπούτσια – η χαρά των ομοιοπαθών μου!) ή γυναίκες και παιδιά που πόζαραν στους σκονισμένους δρόμους των πόλεων, με ρούχα σε κάθε δυνατή απόχρωση που γνώριζα από ένα χρωματολόγιo αλιευμένο από το υφασματάδικο δίπλα στο σπίτι. Είχε και μερικές εμβληματικές μορφές που απ’ όσο καταλάβαινα θεωρούσε σημαντικές και τις έπαιρνε παντού στη νέα της ζωή.

Μια μαυρόασπρη φωτογραφία με αναστάτωσε για τα καλά. Δυο μαύροι άντρες είχαν στη μέση μια λευκή γυναίκα και περπατούσαν με σφιχτά χέρια σε μια πορεία. Εκείνη ήταν όμορφη και ξυπόλητη. Μου εξήγησε: ο από δω είναι ένας φοβερός συγγραφέας, ο James Baldwin· ο από κει είναι αρχηγός των κινημάτων για τα ανθρώπινα δικαιώματα των μαύρων, ο James Forman· και στη μέση, μια σούπερ τραγουδίστρια, η Joan Baez. Συμμετείχαν στην μεγάλη πορεία του 1965 από την Selma της Αλαμπάμα προς την πρωτεύουσα Montgomery, με αίτημα την κατοχύρωση πολιτικών δικαιωμάτων στους αφροαμερικανούς. Περπατούσαν για πέντε μέρες, από τις 21 ως τις 25 Μαρτίου, ενώ τις νύχτες κατασκήνωναν στις αυλές όσων τους υποστήριζαν και τους προσκαλούσαν. Μου μίλησε για τον Martin Luther King που «οδηγούσε» την πορεία, για το γεγονός ότι εκείνη η μαζική διαδήλωση πέτυχε τον σκοπό της. Δεν θυμάμαι πόση ώρα έμεινα αποσβολωμένος να κοιτάζω την ξυπόλητη κοπέλα στην διπλά θαρραλέα της πράξη – είχε τολμήσει κάτι που ελάχιστοι λευκοί εκείνη την εποχή θα έκαναν δημόσια. Οι αγωνίστριες δεν αμφισβητούσαν μόνο τους άδικους νόμους της πολιτικής αλλά και της υπόδησης! Ποια ήταν αυτή η γυναίκα και ποιους αγαπούσε; Πώς έφτανε κανείς σε τέτοιες γυναίκες;

Πίσω στο μικρό μου δωμάτιο πέντε ορόφους ψηλότερα περίμενα να έρθει το βράδυ για να ξαπλώσω πλάι στο ραδιόφωνο. Εκείνες οι νύκτιες ακροάσεις αποτελούσαν τα πρώτα αστραπιαία ταξίδια στον μακρινό κόσμο. Έβαζα την συσκευή ακριβώς κάτω από το αυτί μου και ψηλαφούσα τους δυο ασημένιους κυκλικούς διακόπτες με τις λεπτές οδοντωτές απολήξεις. Οι κύλινδροι της έντασης και των ραδιοσταθμών γίνονταν ρόδες που κυλούσαν το δωμάτιο σαν τροχόσπιτο όπως το οδηγούσαν εναλλάξ οι διάφοροι τραγουδιστές. Το ασημένιο ηχείο, διάστικτο με σχεδόν αδιόρατες τρυπούλες, ήταν σκληρό για μαξιλάρι, αλλά απαραίτητο ως δοκιμασία ενός μαθητευόμενου της περιπλάνησης.

Αν το πρώτο πολεοδομικό συγκρότημα που με διασταύρωνε με τις γυναίκες ήταν  οι δρόμοι της γειτονιάς και τα κτίσματά της – σπίτια, σχολεία, καταστήματα –, οι ραδιοφωνικές οδοί ήταν τα εξώτερα προάστια, τα απόμακρα περίχωρα, οι νέες χώρες. Από εκεί μού τραγουδούσαν οι γυναίκες των ηχείων: ντιζέζ των σκοτεινών κέντρων, μπλε μπλουζίστριες που πονούσαν μπροστά στο καπνισμένο τους κοινό, άγριες πάνκισσες με αξιοθαύμαστη θρασύτητα, δροσερά κορίτσια κάθε νέου κύματος, μαγεμένες των ηλεκτρονικών πλήκτρων, ντισκοτέκνα που ιδρωκοπούσαν στις πίστες, μιγάδες που λίκνιζαν με μπολερό τους απεγνωσμένους του έρωτα, ρετρό κορίτσια με αγκαλιαστά αγαπησιάρικα του πενήντα, λατινοαμερικάνες με τις αέρινες κιθάρες, ακόμα κι εκείνες που φωνογραφούσαν τις χαρμολύπες τους σε όπερες και οπερέτες, μέχρι και οι εκφωνήτριες των ειδήσεων στις ανατολικές ευρωπαϊκές χώρες με τις γοητευτικά παράξενες γλώσσες… σ’ όλες προσπαθούσα να μαντέψω το πρόσωπό τους, να φανταστώ το σώμα τους, και πάνω απ’ όλα αναρωτιόμουν πώς να είναι τα πόδια αυτών των γυναικών και τι ρόλο να έχουν γράψει στην ζωή τους.

Ένα βράδυ κάποια φωνή μίλησε για τους Νικόλα Σάκο και Μπαρτολομέο Βαντσέτι, δυο Ιταλούς αναρχικούς, λέει, μετανάστες, που καταδικάστηκαν σε θάνατο μόνο με ενδείξεις συμμετοχής σε μια δολοφονική ληστεία ενώ φώναζαν την αθωότητά τους. Η είδηση της εκτέλεσης έβγαλε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους στους δρόμους των έξι ηπείρων. Κι ύστερα δυο αναπάντεχες λέξεις: Τζόαν Μπαέζ. Κράτησα την αναπνοή μου, να ακούσω την ξυπόλητη της διαδήλωσης! Το τραγούδι της έφτανε από το βάθος, με πλήκτρα βηματιστά, μέχρι την ξεσπαστική φωνή που ξεχύθηκε από το μαύρο πλαστικό κουτί, με μια υποψία πολυφωνίας πίσω της, σα να την ακολουθούσαν δεκάδες άλλες. Here’s to you, Nicola and Bart, Rest forever here in our hearts, The last and final moment is yours, That agony is your triumph. Μόνο τέσσερις στίχοι σε μια συνεχή επανάληψη, αγκαλιά με μια μελωδία εξίσου απαράλλαχτη αλλά ανεβατή προς μια αδιόρατη ευφορία.

Οι στίχοι εμπνέονταν από φράσεις αποδιδόμενες στον ίδιο τον Βαντσέτι, όπως τις είχε μεταφέρει ένας δημοσιογράφος που συνομίλησε μαζί του τρεις μήνες πριν εκτελεστεί, το 1927: Αν δεν έπαιρνε εκείνο τον δρόμο, θα μιλούσε άσκοπα στις γωνιές των άλλων δρόμων με αδιάφορους άντρες. Ποτέ δεν φανταζόταν ότι θα έφτανε τόσο μακριά αγωνιζόμενος για δικαιοσύνη, ανοχή και κατανόηση, ως την τελευταία τους στιγμή που τους ανήκε, ολοκληρωτικά. Σ’ εσάς λοιπόν Νικόλα και Μπαρτ – ένα καλλίφωνο κορίτσι χωρίς θλίψη, χωρίς θρήνο, έκανε μια πρόποση σαν επίκληση σε δυο μορφές που προτίμησαν ν’ αφήσουν το σπίτι τους για αμέτρητα άλλα και μόλις έμπαιναν και στο δικό μου.

Αναστατωμένος από τα ραδιούχα καλέσματα έχασα τον ύπνο μου: ήμουν άραγε ο μόνος που αισθανόταν την παράδοση μιας σκυτάλης; Η Ιστορία κατέφτανε τραγουδισμένη κι έκανε το μικρό μου κουβούκλιο εργαστήρι μελλοντικών σχεδίων –  έξω απ’ το παράθυρο άνοιγε κάθε φορά κι από λίγο η σκηνή του αγωνιζόμενου κόσμου. Θα περίμενα το χρονόσημο της ενηλικίωσης και θα πήγαινα να συναντήσω τους συμμάχους που θα γνώριζα χάρη σ’ εκείνο το ραδιοφωνάκι. Κι η πρώτη από αυτούς βρισκόταν έξι ορόφους πιο κάτω.

Αναζήτησα μανιωδώς δίσκους και φωτογραφίες της για να σχεδιάσω τις περαιτέρω κινήσεις μας. Στο εξώφυλλο του μικρού της δίσκου που είχε το We shall overcome, στα γυμνά της πόδια ταίριαζε ένα αισιόδοξο χαμόγελο. Το είχε τραγουδήσει στις 28 Αυγούστου του 1963 στην «Πορεία στην Ουάσινγκτον για δουλειά και ελευθερία» στην οποία ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ άρχισε την ομιλία του με την φράση Έχω ένα όνειρο… κι αργότερα στη διάρκεια των διαδηλώσεων του Κινήματος ελευθερίας του λόγου στο Πανεπιστήμιο Μπέρκλεϋ στην Καλιφόρνια (1964–1965). Το ίδιο ξυπόλητη ή με ανοιχτά σανδάλια την βρήκα και στα εξώφυλλα άλλων δίσκων, μικρών και μεγάλων, σε φωτογραφίες πάνω στη σκηνή και τα παρασκήνια (όπως στο Newport Folk Festival του 1967 που περιμένει με συνεσταλμένη ανυπομονησία, μαζί με την Joni Mitchell και τον Leonard Cohen), ή παίζοντας μουσική με τον εραστή αγαπημένο της Bob Dylan – Οι σφοδροί έρωτες ζευγαρώνουν με τους σφοδρούς αγώνες; Κρατούν ζεστά τα ενθουσιώδη τους οράματα στις ερωτικές αγκάλες; Δεν είχε σημασία που οι χθόνιοι ύμνοι της δεν είχαν ανεβασμένες ταχύτητες ή αναμμένες ηλεκτρικές μηχανές· τα άνω δάχτυλά της έπαιζαν την κιθάρα σα να μάζευε βαμβάκι, όπως είχε περιγράψει κάποιος, και τα κάτω, ήμουν βέβαιος, έλεγαν πολλά.

Δεν ήταν μόνο η απλή, σχεδόν αγροτική ομορφιά· ήταν και τα ριχτά μαλλιά, τα φορέματα και τα πέδιλα, που παραμέριζαν τους κανόνες των εξεζητημένων, αλλιώτικων εμφανίσεων των ροκ καλλιτεχνών. Μήπως μια παράπλευρη όψη της επανάστασης ήταν η επανάσταση της όψης; Να είσαι όπως είσαι χωρίς κανένα άγχος εντυπωσιασμού; Η αντισυμβατικότητά της περπατούσε με σανδάλια κι όταν τα έβγαζε ήταν σα να ήθελε να φτιάξει τον κόσμο από την αρχή και να μπει με αγνά πόδια. Μπορεί και να έλεγε πως όσο και να λερωθεί ή να πληγωθεί ήταν έτοιμη μέχρι να φτάσει ως το τέλος. Ήταν η πρώτη ένδειξη πως τα γυμνά πόδια φέρουν κάτι δημόσιο και επαναστατικό. Αργότερα, σ’ ένα ξένο περιοδικό που ξεφύλλιζα στον προθάλαμο ενός ιατρείου, είχα και το ευτυχές συναπάντημα με το πέλμα της, έτσι όπως είχε αλυσοδέσει τα πόδια της στο λόμπι ενός Θεάτρου στο Ντένβερ πριν από τρεις συναυλίες της το 1974, για να δείξει πώς φυλακίζονταν σε κλουβιά οι πολιτικοί κρατούμενοι στο Βιετνάμ.

Περίμενα εναγωνίως το επόμενο απόγευμα για να διηγηθώ στην Μόκα την συναρπαστική ιστορία των δυο φίλων και το αφιερωμένο τραγούδι της Μπαέζ. Ενθουσιάστηκε· είχαμε ανακαλύψει την διαμαρτυρία μέσα σ’ ένα τραγούδι ωραίο και ξεσηκωτικό. Κοιτούσαμε την φωτογραφία της και δεν μας χωρούσε ο τόπος. Η σκυτάλη ήταν στα χέρια μας· τι θα κάναμε; μήπως την δική μας πορεία; Είχαμε τόσα να απαιτήσουμε: κάτω στα μέρη της η πολιτική αθλιότητα ζούσε και βασίλευε, αλλά και στα δικά μας το αίτημα για δικαιοσύνη ήταν πάντα ζεστό, και στο σχολείο και παντού. Κι ύστερα οι δικοί μας δεν μας αφήνουν να βγαίνουμε μόνοι μας βόλτα ούτε για μισή ώρα. Εσύ θα είσαι η τραγουδίστρια κι εγώ ο συγγραφέας. Ενθουσιάστηκα και μόνο με την ιδία πως θα περπατούσε ξυπόλητη δίπλα μου, γενναία και διεκδικητική.

Δώσαμε ραντεβού στο υπόγειο, έξω απ’ το δωμάτιο του καυστήρα. Παρά την διάχυτη μυρωδιά του πετρελαίου ένοιωθα πως την περιμένω σε μυρωμένα λιβάδια. Κόψαμε δυο μεγάλα λευκά φύλλα από το μπλοκ ιχνογραφίας και γράψαμε με μαρκαδόρους τα συνθήματα. Έκρυψε τα παντοφλάκια της σε μια γωνιά και βγήκαμε στο δρόμο. Περπατούσαμε αργά και τελετουργικά – τα μελαμψά της πόδια ακτινοβολούσαν στα λευκά πεζοδρόμια. Κάθε τόσο κοιταζόμασταν και χαμογελούσαμε – ένοιωθα πως μεγαλώνω στα μάτια της. Συμφωνήσαμε να μην φωνάζουμε, «άλλωστε θα μας κατάπινε ο θόρυβος της Πατησίων». Ντρεπόμασταν τα έκπληκτα βλέμματα των περαστικών αλλά ήταν κι αυτό μέσα στις δοκιμασίες των επαναστατών.

Αλλά αγνοήσαμε την πιθανότητα των ανεπιθύμητων συναντήσεων. Οι δικοί μου δεν κατέβαιναν ποτέ τα απογεύματα στο κέντρο, όμως πολλοί συμπατριώτες της και οικογενειακοί φίλοι έπαιρναν το λεωφορείο από την πλατεία Αμερικής. Μόλις φτάναμε στην στάση δυο τέτοιες γυναίκες την φώναξαν έκπληκτες. Άρχισαν να διαπραγματεύονται σε μια άγνωστή μου γλώσσα, η μια έδειξε και προς τα πόδια της· προφανώς συμφώνησαν να επιστρέψουμε μαζί τους στο σπίτι, ενώ εμείς κρυφογελούσαμε για να μην παραδεχτούμε την ήττα μας. Άραγε γλίτωσε την τιμωρία; Δεν το συζητήσαμε ποτέ, απλά υποσχεθήκαμε πως θα το κάνουμε πιο οργανωμένα κάποια άλλη φορά. Βιάστηκα να εξαφανίσω το ενοχοποιητικό πλακάτ και δεν έχω καμία φωτογραφία μας να αποδεικνύει την τόλμη εκείνου του απογεύματος. Όμως είμαι βέβαιος πως περπάτησα δίπλα στην ξυπόλητη Μόκα και το αγάπησα διπλά εκείνο το διαμαρτυριάρικο κορίτσι, που μου μετέδωσε μια για πάντα το μικρόβιο του αγωνιστή. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

[To ήξερα πως θα ξεκαρδιζόσουν, Joan]

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.