Κώστας Δεσποινιάδης – Έξοδος κινδύνου. Δοκιμές και αντιρρήσεις

exodos-kindynou

Τα κείμενα ως ανθρακιά

Οι θεωρητικοί της ναζιστικής προπαγάνδας ήταν υποχρεωμένοι να αποσιωπήσουν τα πολυάριθμα χωρία με τα οποία ο Νίτσε επιτίθεται στον γερμανισμό και τους Γερμανούς, κατακεραυνώνει το εκπαιδευτικό σύστημα της Γερμανίας, το απολυταρχικό κράτος, τη νοοτροπία του οπαδού και ταυτόχρονα εκφράζει τον θαυμασμό του προς τους Εβραίους, το αρχαίο ελληνικό και το ρωμαϊκό πνεύμα, την προτίμησή του προς τον κοσμοπολιτισμό και τόσα άλλα που κάθε άλλο παρά συμφωνούν με το ναζιστικό πνεύμα. [σ. 88]

Πόσοι αλήθεια γνωρίζουν με ποιο τρόπο ο ναζισμός οικειοποιήθηκε τον Νίτσε και ποιες ήταν οι πραγματικές απόψεις του Νίτσε ως προς την Γερμανία; Ο Νίτσε έμελλε να πέσει θύμα της πιο χυδαίας διαστρέβλωσης και παρερμηνείας που υπέστη ποτέ φιλόσοφος. Το όνομά του συνδέθηκε για πολλές δεκαετίες με τον ναζισμό και ο υπεράνθρωπός του θεωρήθηκε το πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκε η κτηνώδης κοσμοθεωρία του Χίτλερ. Πρόκειται για απόψεις που σήμερα κανείς μελετητής δεν συζητά σοβαρά, αλλά για πολλές δεκαετίες υπήρξαν κοινός τόπος όχι μόνο για τους αδαείς καταναλωτές ιδεολογιών αλλά και για ένα μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής διανόησης. Αυτό είναι το αντικείμενο ενός από τα πλέον ενδιαφέροντα κείμενα της παρούσης συλλογής (Ο Νίτσε και ο ναζισμός. Οικειοποίηση και αποκατάσταση).

nietzsche

Το κακό ξεκίνησε όταν η αδελφή του παντρεύτηκε έναν φανατικό αντισημίτη Μ. Φέρστερ, τον οποίο αντιπαθούσε ο Νίτσε για τις αντισημιτικές του θέσεις. Ο Φέρστερ και ο ξάδερφός του ξεκίνησαν την ιστορία της σύνδεσης με τον ναζισμό. Η Ελίζαμπετ είχε στα χέρια της όλες τις ανέκδοτες σημειώσεις και τα προσχέδια διαφόρων έργων του μετά την πνευματική του κατάρρευση [1889] και οργάνωσε στην Βαϊμάρη το «Αρχείο Νίτσε» λίγα χρόνια αργότερα. Έχοντας ασπαστεί τις απόψεις του συζύγου της άρχισε να χτίζει το αντισημιτικό και εθνικοσοσιαλιστικό προφίλ του Νίτσε. Αργότερα χάρισε το … μπαστούνι του αδελφού της στον Χίτλερ ο οποίος έσπευσε να φωτογραφηθεί δίπλα στην προτομή του.

Δυο θεωρητικά βιβλία επικύρωσαν τις συμβολικές κινήσεις της Ελίζαμπετ. Ο Ρόζενμπεργκ έγραψε για τον φιλόσοφο της πειθαρχίας και του αυτοελέγχου και ο Μπούμλερ για τον στοχαστή της θέλησης για εξουσία, που είχε ως ιδανικό του την ισχυρή Γερμανία. Ακολούθησαν οι γνωστές φτηνές συλλογές με αυθαίρετες επιλογές αποσπασμάτων από το νιτσεϊκό έργο.

nietzsche-5

Ο σπουδαίος φιλόσοφος συνταξιοδοτήθηκε έφυγε οριστικά από την Γερμανία και πήρε την ελβετική υπηκοότητα και έζησε μέχρι την κατάρρευσή του μια ζωή περιπλανώμενη. Η εναντίωσή του στον γερμανισμό και το γερμανικό έθνος υπήρξε και η βασική αιτία της σφοδρής σύγκρουσης με τον Βάγκνερ. Η απέχθειά του αυτή τον έκανε τα τελευταία χρόνια να εκθειάζει συνεχώς τους Γάλλους. Άλλωστε στην περίφημη παράγραφο 377 από την Χαρούμενη Επιστήμη με τίτλο «Εμείς οι απάτριδες» είναι έκδηλη η περιφρόνησή του προς τους εθνικιστές και τους αντισημίτες.

Ευτυχώς αργά ή γρήγορα, γράφει ο Δεσποινιάδης, όλα τα σπουδαία έργα διαβάζονται. Η ανάγνωση του Νίτσε έφερε αναπόφευκτα και την αποκατάστασή του, ενώ πολλοί από τους σημαντικότερους ευρωπαίους στοχαστές (Γιουγκ, Χάιντεγκερ, Φουκώ, ντελέζ, Αντόρνο, Κλοσόφσκι, Βανεγκέμ, Λεφέβρ, Κάουφμαν κ.ά) αλλά και λογοτέχνες (Μιούζλι, Καμύ, Έσσε, Στρίνγμπεργκ κ.ά.) επηρεάζονται από το έργο του και σχολιάζουν την φιλοσοφία του. Και μοιάζει περισσότερο από ποτέ να δικαιώνεται η φράση του: Είμαι ένα κιγκλίδωμα με ρεύμα, ας με πιάσει όποιος μπορεί να με πιάσει – αλλά δεν θα είμαι το δεκανίκι σας.

hanna-arendt

Ένα άλλο εξαιρετικά ενδιαφέρον κείμενο καταπιάνεται με την διαμάχη της Χάννα Άρεντ με τον με τον φιλόσοφο και εξέχοντα μελετητή της Καμπάλα Γκέρσομ Σόλεμ σχετικά με το έργο της Άρεντ Ο Άιχμαν στην Ιερουσαλήμ. Η φιλία τους κράτησε πάνω από τρεις δεκαετίες και διακόπηκε το 1963 με αφορμή την έκδοση του περίφημου αυτού βιβλίου της για την περίφημη σύλληψη και δίκη του υπεύθυνου για τον συντονισμό της «Τελικής Λύσης» στα γερμανικά στρατόπεδα συγκέντρωσης. Όπως είναι γνωστό η Άρεντ αναθεωρούσε την παλαιότερη θέση της περί «ριζικού κακού» και τώρα κάνει λόγο για «κοινοτοπία του κακού». Ο Άιχμαν δεν είναι κάποιος «τέρας» αλλά ένας συνηθισμένος, μάλλον φαιδρός άνθρωπος χωρίς ιδιαίτερες πνευματικές ικανότητες. Δεν αισθανόταν μίσος για τα θύματά του, παρά εκτελούσε πιστά τις εντολές ως μέρος του στρατιωτικού του καθήκοντος. Πρόκειται για τον ανθρωπολογικό τύπου του συνηθισμένου πειθήνιου εκτελεστή εντολών και όχι κάποια «εξαιρετική» σαδιστικού τέρατος.

Επιπλέον η Άρεντ επέκρινε δριμύτατα τους ηγέτες των εβραϊκών κοινοτήτων, δίχως την συνεργασία των οποίων το έγκλημα των Ναζί δεν θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί σε τέτοια διάσταση. Για την φιλόσοφο πρόκειται για το σκοτεινότερο κεφάλαιο σε αυτή την ιστορία. Ανάμεσα σ’ εκείνους που αντέδρασαν στις θέσεις της ήταν ο Σόλεμ, που την κατηγορεί για μίσος προς την εβραϊκή της καταγωγή, μίσος που οφείλεται στην νεανική θητεία της στον μαρξισμό και την αριστερά. Ο Σόλεμ διαφωνεί για την ασαφή διάκριση μεταξύ βασανιστή και θύματος και μιλάει για ακραίες συνθήκες, εξαναγκασμό συμμετοχής και άγνοια όλων όσοι δεν βρέθηκαν εκεί. Η Άρεντ απαντά συμπυκνώνοντας την οριστικής της κοσμοθεωρία:

gershom-scholem_

Ποτέ στη ζωή μου δεν αγάπησα κανέναν λαό και καμιά συλλογικότητα. Ούτε τον γερμανικό λαό, ούτε τον γαλλικό, ούτε τον αμερικάνικο, ούτε την εργατική τάξη ή οτιδήποτε τέτοιο. Στην πραγματικότητα αγαπώ «μόνο» τους φίλους μου και το είδος αγάπης στο οποίο πιστεύω είναι η αγάπη για πρόσωπα. Δεύτερον, αυτή η αγάπη για τους Εβραίους, δεδομένου ότι η ίδια είμαι Εβραία, θα μου φαινόταν μάλλον ύποπτη… και αργότερα: είμαι ανεξάρτητη…δεν ανήκω σε καμία οργάνωση και πάντοτε μιλάω εξ ονόματός μου [σ. 100 – 101, 102]. Όσο για την στάση των Εβραίων ηγετών, δεν υπήρχε η δυνατότητα αντίστασης αλλά υπήρχε η δυνατότητα να μην κάνουν τίποτα.

Ο συγγραφέας μας παρουσιάζει όλη την σειρά των αντίθετων απόψεων των δυο στοχαστών και διαπιστώνει ότι ακριβώς χάρη στην επιμονή του Σόλεμ έχουμε την ευκαιρία να προβληματιστούμε πάνω σε δυο κόσμους και να αναρωτηθούμε αν πρέπει η συμπάθειά μας προς έναν λαό για την οδύνη του Ολοκαυτώματος να μας αποτρέπει από την κριτική της πολιτικής που ακολούθησαν οι ηγέτες του τότε αλλά και αργότερα ο κρατικός τους σχηματισμός.

20-noviembre-1936

Πρόκειται για μια πολύτιμη συλλογή κειμένων που καλύπτουν όλο το εύρος του προβληματισμού και των ενδιαφερόντων του Κώστα Δεσποινιάδη: Φασισμός, Ολοκληρωτισμός, Κατάσταση Εξαίρεσης, Αντιεξέγερση και Κρίση, η Προοπτική της Ουτοπίας. Παράλληλα παρουσιάζονται βιβλία σύγχρονα ή παλαιότερα, απαραίτητα όμως για μια σύγχρονη πολιτική κριτική σκέψη, όπως το Μηδέν και το Άπειρο του Άρθου Καίσλερ, το Ταξίδι στο Παρελθόν του Abel Paz, που συμμετείχε στον Ισπανικό Εμφύλιο από την πλευρά των αναρχικών και γράφει όχι μόνο για την επανάσταση που βιώθηκε σαν γιορτή αλλά και για τα λάθη της πλευράς του.

Δυο κείμενα αφιερώνονται στο τρομερό παράγγελμα Wstawac, που ακουγόταν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, το εγέρθητι που άκουγαν οι έγκλειστοι του Άουσβιτς στα πολωνικά, το οποίο σηματοδοτούσε την εφιαλτική επιστροφή στην καθημερινή ζωή. Λίγο μετά την απελευθέρωσή του ο Πρίμο Λέβι είχε «προβλέψει» σε ποίημά του ότι το παράγγελμα θα ακουστεί ξανά και η κτηνωδία θα επιστρέψει. H έξαρση του φασισμού αποδίδεται στην φτώχεια και στην κρίση, ο Δεσποινιάδης όμως παραθέτει σειρά συγκριτικών στοιχείων και στοχασμών από τα οποία προκύπτει πως, ιστορικά, δεν αναπτύχθηκε ποτέ φασισμός σε μη καπιταλιστικές κοινωνίες, όπου μπορεί να είχαμε άλλες μορφές ολοκληρωτισμού, ποτέ όμως φασισμό. Χρειάζεται ακριβώς η συγχώνευση πολιτικής και οικονομίας για να ευνοηθεί ο φασισμός.

primo-levi_

Οι σημειώσεις για τον Αγκάμπεν και την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης ασχολούνται με ένα άλλο βαθύ και απαγορευμένο θέμα, που σε λίγο θα είναι αδύνατο να αγνοήσουμε, όσοι ακόμα παραμένουμε αδαείς. Ο Θορώ στα περίπτερα, Ένα σχόλιο για τον Ολοκληρωτισμό, Η χαμένη τιμής της Φαίης Μάγιερ (και της παλαιότερης Καταρίνα Μπλουμ), Το κρυφό χέρι της ακροδεξιάς, Ο επαναστατικός ρομαντισμός του Michael Lowy, είναι μερικά από τα υπόλοιπα ερεθιστικά κείμενα του τόμου, που έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Πανοπτικόν, Βαβυλωνία, Σημειώσεις της στέππας, Σημειώσεις (ένα κείμενο αφορά και στον εκδότη τους Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο), Χουλιγκανιζατέρ, Ένεκεν, Νέον Πλανόδιον, Κοινωνικός Αναρχισμός και στις εφημερίδες Εποχή και Δρόμος της Αριστεράς (από την τελευταία αναδημοσιεύεται και με ενδιαφέρουσα συνομιλία μαζί του), ενώ άλλα αποτέλεσαν το αντικείμενο ομιλιών, παρεμβάσεων κλπ.

Όταν δεν μπορούμε παρά να προβληματιζόμαστε πάνω σε όσα ανοίγουν και συζητούν τα κείμενα του Δεσποινιάδη, ο πρόλογος και ο επίλογος είναι ο ίδιος: Αν θέλουμε όχι απλώς να βγούμε από την οικεία μας κρίση αλλά και να πολεμήσουμε την πανταχού παρούσα φρίκη και την επέλαση της βαρβαρότητας, που σθεναρά υποστηρίζει και ο κυρίαρχος λόγος, μας χρειάζεται η συσσώρευση ιδεών που θα ξαναγεννήσουν την κατά Μπλοχ Αρχή της ελπίδας. Έτσι τα κείμενα αποτελούν την ανθρακιά για μια μεγαλύτερη φωτιά. Όπως είπε και ο Ντουρούτι, καψαλισμένος από την φωτιά του Ισπανικου Εμφυλίου, δεν μας τρομάζουν τα ερείπια, γιατί κουβαλάμε έναν καινούργιο κόσμο μες στις καρδιές μας. Αυτός ο κόσμος γεννιέται αυτή τη στιγμή που μιλάμε.

Εκδ. Πανοπτικόν, 2016, σελ. 206, με δισέλιδο για τις πρώτες δημοσιεύσεις.

Στις εικόνες: Φρειδερίκος Νίτσε, Ο Νίτσε και τα ψεύδη, Χάνα Άρεντ, Γκέρσομ Σόλεμ, Ισπανικός Εμφύλιος, Πρίμο Λέβι.

Ο Κώστας Δεσποινιάδης και οι Εκδόσεις Πανοπτικόν στο Αίθριο του Πανδοχείου εδώ.

 

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα – Ντουέντε. Πρακτική και θεωρία

%ce%bd%cf%84%ce%bf%cf%85%ce%ad%ce%bd%cf%84%ce%b5_

Διάλεξη για το άλεκτο

Το ντουέντε είναι από τις λέξεις που είναι δύσκολο όχι μόνο να μεταφραστούν αλλά και να οριστούν μέσα σε μια άλλη γλώσσα. Αποτελεί δημιούργημα μιας συγκεκριμένης γλώσσας ενός συγκεκριμένου λαού, που φέρει την ιδιαίτερη ματιά τους αλλά και μια ολόκληρη πρόσληψη του κόσμου. Έχει αποτελέσει συστατικό της ίδιας της σκέψης του, έχει αποκρυσταλλωθεί στην συλλογική του συνείδηση. Ακριβώς επειδή οι λέξεις έχουν πρωτίστως χρήσεις και όχι έννοιες, ορθά ο μεταφραστής εδώ αφήνει το ντουέντε αμετάφραστο.

Το κείμενο προέρχεται από την διάλεξη που έδωσε ο Λόρκα τον Οκτώβριο του 1934 στο Μπουένος Άιρες. Ο ποιητής δεν το είδε ποτέ δημοσιευμένο· περιλήφθηκε στα άπαντά του, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Δεν πρόκειται για μια αυστηρή αισθητική πραγματεία, όπως γράφει στα προλεγόμενα ο μεταφραστής αλλά περισσότερο για ένα από στήθους ενθουσιαστικό δοκίμιο για την καλλιτεχνική δημιουργία και μια απόπειρα αναψηλάφισης στα λιγότερο συνειδητά επίπεδα της ανθρώπινης δημιουργικότητας.

el-duende

Πώς να περιγραφεί το ντουέντε; Η ίδια η ουσία του παραμένει πέραν του επιστητού και μόνο οι ενέργειές του μπορούν να γίνουν αντιληπτές. Έτσι η αναγνώρισή του δεν μπορεί παρά να προσεγγιστεί με παραδείγματα, όταν επισυμβαίνουν τα μυστικά διονυσιακά επιφάνειά του. Το ντουέντε είναι μια δύναμη κι όχι ένα έργο· ένας αγώνας κι όχι μια αφηρημένη έννοια. Δεν πρόκειται για ζήτημα δεξιοτεχνίας αλλά ζώσα αληθινή μορφή, η ίδια η δημιουργία εν τω γεννάσθαι. Συνεπώς για τον Λόρκα η δεξιοτεχνία δεν μοιάζει να είναι σπουδαίος παράγοντας στο σύνθετο φαινόμενο της δημιουργίας, που δεν μπορεί να γίνει πλήρως κατανοητό, καθώς βρίσκεται «επέκεινα του λόγου».

Ο Λόρκα εκκινεί από την φράση του Μανουέλ Τόρρες, του φημισμένου τραγουδιστή του φλαμένκο προς έναν τραγουδιστή: «έχεις φωνή, κατέχεις την τεχνική, αλλά δεν θα πετύχεις ποτέ, γιατί σου λείπει το ντουέντε». Σε όλη την Ανδαλουσία οι άνθρωποι μιλούν για το ντουέντε κι όταν αυτό εμφανιστεί, μπορούν αμέσως να το αναγνωρίσουν. Το αισθανόταν ο θαυμάσιος τραγουδιστής του φλαμένκο Ελ Λεμπριχάνο, το διέκρινε η γριά τσιγγάνα χορεύτρια Λα Μαλένα και βέβαια ο Τόρρες, που έλεγε πως ό,τι έχει μαύρους ήχους έχει ντουέντε. Αυτοί οι μαύροι ήχοι είναι το μυστήριο, οι ρίζες που εκτείνονται βαθιά στο χώμα.

lorca

Ο Γκαίτε μιλώντας για τον Παγκανίνι έδωσε τον ορισμό του ντουέντε: μια μυστηριακή δύναμη που όλοι νιώθουν, μα που κανένας φιλόσοφος δεν εξήγησε. Είναι το ίδιο εκείνο ντουέντε που άδραξε την καρδιά του Νίτσε καθώς γύρευε τις εξωτερικές μορφές στη γέφυρα του Ριάλτο στη Βενετία ή στη μουσική του Μπιεζέ, χωρίς ποτέ να την βρει, εκείνο που βρίσκεται στα σπασμένα διονυσιακά ανακραυγάσματα του Σιλβέριο, όταν τραγουδάει μια σεγκρίγια, μια από τις γνωστές μορφές του φλαμένκο, που εκφέρεται συνήθως σε ολιγοσύλλαβα τετράστιχα.

Ο καλλιτέχνης έχει μπροστά του έναν σκληρό αγώνα με το ντουέντε, όχι με τον άγγελο ή την μούσα. Ο άγγελος οδηγεί και προικίζει με δώρα, διαμοιράζει την χάρη του και ο άνθρωπος μπορεί να δικαιώσει την έφεσή του. Από την άλλη, η μούσα υπαγορεύει και κάποτε εμπνέει. Είναι λίγα τα όσα μπορεί, έτσι απόμακρη και κουρασμένη όπως είναι – την είδε κι αυτός δυο φορές, κι έπρεπε να την ενδυναμώσει με μισή μαρμάρινη καρδιά. Οι μουσόληπτοι από τους ποιητές που ακούν φωνές χωρίς να ξέρουν από πού έρχονται, ας μάθουν ότι έρχονται από την μούσα τους που τους αναπτερώνει και κάποτε τους καταβροχθίζει, όπως στην περίπτωση του Απολλιναίρ. Και οι δυο έρχονται απ’ έξω· ο άγγελος χαρίζει φώτα, η μούσα χαρίζει μορφές.

Erik Sandgren (American, born 1952), Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992, woodcut on paper, The Vivian and Gordon Gilkey Graphic Arts Collection, © Erik Sandgren, 1997.228.218

Ο αληθινός αγώνας όμως είναι με το ντουέντε, που πρέπει να εγείρεται στο βάθος των κυττάρων του αίματος. Δεν εντοπίζεται με κανένα χάρτη, δεν ανιχνεύεται με κάποια μέθοδο. Εξαφανίζει κάθε γεωμετρία, θρυμματίζει όλες στις τεχνοτροπίες. Η έλευσή του προϋποθέτει πάντοτε μια ριζική αλλαγή όλων των μορφών. Είναι εκείνο που άρπαξε δυο σπουδαίους ποιητές: ξεγύμνωσε τον Βερντάγκερ κι έστειλε τον Μανρίκε να περιμένει τον θάνατο στις ερημιές. Είναι το ίδιο που έντυσε το λιγνό σώμα του Ρεμπώ και σκέπασε τον Λωτρεαμόν. Χωρίς αυτό οι μύστες του φλαμένκο ξέρουν πως δεν μπορεί να υπάρξει αυθεντική συγκίνηση.

Είναι εμφανές ότι ο Λόρκα μιλά συνειρμικά, συνεπαρμένος από το ίδιο το αντικείμενο του λόγου του. Περιγράφει ένα ντουέντε ως απόγονο «εκείνου του μελαγχολικού δαίμονα του Καρτέσιου, που κορεσμένος από γραμμές και κύκλους έβγαινε έξω τις νύχτες να περπατήσει πλάι στα κανάλια ακούγοντας το τραγούδι μεθυσμένων ναυτικών». Παραθέτει τις εμφανίσεις του· πώς, για παράδειγμα, το αναζητούσε χωρίς αποτέλεσμα η Παστόρα Παβόν, «το κορίτσι με τις χτένες», σ’ ένα ταβερνείο στο Κάδιθ, μέχρι που την αναστάτωσε κάποιος σαρκαστής και τότε γκρέμισε τον σκελετό του τραγουδιού της κι αφέθηκε σ’ ένα μανιασμένο ντουέντε να σκίζεις τα ρούχα σου με τον ίδιο ρυθμό που προσεύχονται οι Νέγροι των Αντιλλών μπροστά σε μια ιερή εικόνα. Έπρεπε να κομματιάσει την φωνή της, να απαρνηθεί την μούσα της και να μείνει μονάχη για να έρθει το ντουέντε και να παλέψει στήθος με στήθος μαζί του.

nicholas-de-lacy-brown-duende_12

Το διακρίνει στην αραβική μουσική, στις εκστατικές κραυγές της ελεγείας της, στην τρικυμισμένη κλίμακα του θρήνου στον Άγιο Ιωάννη της Κλίμακος, στην ογδοντάχρονη Χερέθ ντε λα Φροντέρα που νίκησε όμορφες νέες κοπέλες σε διαγωνισμό χορού. Όλες οι τέχνες είναι επιδεκτικές για το ντουέντε αλλά το πεδίο είναι πιο ελεύθερο στο χορό, την μουσική και την ποιητική απαγγελία, γιατί αυτές απαιτούν ένα ζωντανό σώμα πάνω σ’ ένα ακριβές παρόν. Η μαγική ιδιότητα του ποιήματος έγκειται στην αδιάκοπη κατοχή του ντουέντε, έτσι ώστε, όποιος το αντικρίζει, να βαπτίζεται σε ύδατα σκοτεινά. Στην γλυπτική βάφει με αίμα τις παρειές των αγίων του Ματέο της Κομποστέλλα, στην αρχιτεκτονική ύψωσε τον πύργο του Σααγκούν. Όσο για τον χορό, δεν υπάρχει καμία διασκέδαση στην ισπανική του μορφή, που είναι, όπως και στην ανατολή, μια θρησκευτική εκδήλωση.

Ο συγγραφέας μιλάει για το ντουέντε μέσα από μια εντελώς προσωπική ματιά, αντλώντας επιγραμματικά ιστορίες και παραδείγματα από την ισπανική πολιτιστική παράδοση. Όσο οικουμενικός κι αν είναι ένας καλλιτέχνης, γράφει ο μεταφραστής, θα εκφραστεί μέσα από τα οικεία και τα εθνικά. Ο εθνισμός εδώ είναι μέσα στην φύση του δημιουργού, όχι στις προθέσεις του. Η Ισπανία λοιπόν, λέει ο Λόρκα, δονείται ακατάπαυστα σε όλους τους καιρούς από το ντουέντε, σαν χώρα πανάρχαιας μουσικής. Ο νεκρός στην Ισπανία είναι πιο ζωντανός απ’ οπουδήποτε αλλού κι ο ισπανικός λαός ατενίζει στοχαστικά τον θάνατο με τον δικό του μοναδικό τρόπο.

federico_garcia_lorca_by_lervold_

Και το Μεξικό; αναρωτιέμαι; Μόνο το Μεξικό μπορεί να παραβγεί σ’ αυτό την Ισπανία με προλαβαίνει λίγο πιο κάτω ο ποιητής, που ξεχύνεται σε μια λίστα εικόνων, μνημείων, μνημών, σκηνών που συνιστούν τον λαϊκό θρίαμβο του θανάτου στην χώρα του – από τις αμέτρητες λιτανείες της Μεγάλης Παρασκευής μέχρι την συμμετοχή των νεκρών στην πομπή στον Άγιο Ανδρέα του Τεϊξίδο και τα μοιρολόγια των γυναικών της Αστούρια τις νύχτες του Νοέμβρη. Γι’ αυτό και το ντουέντε τριγυρίζει πάντα σε όλα αυτά τα μέρη: δεν εμφανίζεται ποτέ αν προηγουμένως δεν δει κάποια πιθανότητα θανάτου.

Και ο Λόρκα συνεχίζει να παραθέτει λίγες λέξεις για τους εκστατικά εκβακχευμένους, τους μουσόληπτους, τους κατεχόμενους από την «θεία μανία», τους enduendandos, μέχρι να καταλήξει ξέπνοος να το δει να κρύβεται πίσω από την άδεια αψίδα ενός κτίσματος, όπως το αποδίδει κι ο καλλιτέχνης Erik Sandgren στο εικονιζόμενο έργο [Homage to Lorca: The Muse, the Angel, and El Duende, 1992]. Ένα σπάνιο, παρορμητικό, ποιητικό, πυκνό κείμενο ενός δημιουργού που χωρίς αμφιβολία, κι ας μην αναφέρει τίποτα για τον εαυτό του, είμαι βέβαιος: είχε το ντουέντε μέσα του και ήταν εκείνο που τον οδήγησε στο έργο του και στον θάνατό του.

lorca-menchu-gamero

Εκδ. Γαβριηλίδη, 2007, εισαγωγή – μετάφραση – σχόλια Γιώργος Γεωργούσης, σ. 78, δίγλωσση έκδοση με δεκασέλιδες σημειώσεις [Federico García Lorca, Juego y theoría duende].