Στο αίθριο του Πανδοχείου, 173. Χρύσα Φάντη

XF

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Για θύρα δεν είμαι σίγουρη, οι θύρες κάποτε αποδεικνύονται αδιέξοδες μπουκαπόρτες. Λοξοκοιτώντας από το φιλιστρίνι θα μιλούσα για ένα παιχνίδι ανάμεσα φαντασίας και πραγματικότητας, μια κολεγιά λοξής ματιάς και επινοημένης μνήμης.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Στο «Δόντι του Λύκου», εξομολογήσεις και παραληρήματα ανθρώπων κερματισμένων, μνήμες ατομικές ή συλλογικές, υπνοβασίες και όνειρα, παλινδρομούσαν ανάμεσα σε ένα ζοφερό παρελθόν κι ένα θρυμματισμένο παρόν. Επρόκειτο για μια συλλογή από 13 διηγήματα που άρχισαν να μπαίνουν σε μια σειρά το 2002 και, φτάνοντας τελικά στο σύνολο τις 37.000 λέξεις, εκδόθηκαν το 2007 από τις εκδόσεις Πατάκη. Στο πρώτο μου εκείνο πόνημα επέλεξα τη μικρή φόρμα σαν ένα στοίχημα, γοητευμένη από την πύκνωση που αυτό το είδος απαιτεί, και υιοθετώντας ένα λόγο όσο το δυνατόν πιο ελλειπτικό. Εννέα χρόνια μετά, στην «ιστορία της Σ.», -ένα μυθιστόρημα 310 σελίδων που εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Γαβριηλίδη- η αφήγηση άγγιξε περισσότερο το αλλόκοτο, το γκροτέσκο και το νουάρ. Εν κατακλείδι, αν και τα γεγονότα ήταν  αληθοφανή και οι τόποι συγκεκριμένοι (Ερεσός του ’50, Παρίσι της δεκαετίας του ’60 και του ’70), τα νήματα της αφήγησης προχώρησαν μέσα από  ένα ου-τοπικό ράβε ξήλωνε.

xrisa-fanth

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Mε τους επινοημένους ήρωες συμβαίνει ό,τι και με τους φίλους. ΄Αλλοι σ’ ακολουθούν, άλλοι σού σκάβουν ανεπαισθήτως λαγούμια, οι αυτονομημένοι προχωρούν ερήμην σου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Πρόκειται για μια επίπονη διεργασία, ένα παιχνίδι του νου, αλλά με πολύ βάσανο και κόπο του σώματος. Γράφω και σβήνω, στο τέλος, αν μπορεί να υπάρξει τέλος, παράγραφοι και κεφάλαια θα μεταφερθούν σε κάποιο άλλο σημείο μέσα στο κείμενο ή σε κάποιο άλλο αρχείο, για να επανέλθουν ίσως  μετά από καιρό σε κείνο το αρχικό, που στο μεσοδιάστημα θα έχει υποστεί τόσες πολλές και διαδοχικές παρεμβάσεις που θα έχει καταστεί αγνώριστο. Σε καμία περίπτωση δεν θα το χαρακτήριζα όλο αυτό προσφιλές.

images (1) (1)

Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Οι ιδέες μπορεί να έρθουν οπουδήποτε και οποτεδήποτε. Περπατάς, τρως, ή έχεις μόλις ξυπνήσει, και ως εκ του πουθενά κάτι παλιό και μπερδεμένο ξεκαθαρίζει, μια νέα  εικόνα σού παρουσιάζεται μέσα από μια άλλη διάσταση. Το δόκανο όμως, πάνω σε μια κόλλα χαρτί ή μπροστά από έναν υπολογιστή θα το στήσεις.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όταν άρχισα να γράφω συστηματικά, για να ξορκίσω τη σιωπή είχα στο πλάι μου ένα μαγνητοφωνάκι και άκουγα σχεδόν υπνωτιστικά τα ίδια και τα ίδια κομμάτια. Εδώ και  χρόνια γράφοντας σε ένα σπίτι μέσα σε δάσος αρκούμαι στα τιτιβίσματα.

jelinek 1

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω κρατήσει σημειώσεις σε καφενεία, αίθουσες αναμονής, αεροπλάνα, τρένα, μετρό. Κάποιες κατόπιν επεξεργάστηκα, άλλες τις πέταξα.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα νομικά και παιδαγωγικά, εργάστηκα για μια εικοσιπενταετία σε διάφορα δημόσια σχολεία, ασχολήθηκα με θέματα που αφορούσαν παιδεία, πολιτική, νόμους και δυναμική των ομάδων, εμμέσως, κάποια από αυτά τα βιώματα ίσως επηρέασαν και την συγγραφή. Αλλά η συγγραφή ως διαδικασία βρίσκεται συνήθως σε ακραίο ανταγωνισμό με τα παραπάνω.

Virginia Woolf by Danielle Fraser_

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Με ποίηση γράφουμε, η αφήγηση είναι το πρόσχημα.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Μονογραφία όχι.  Ένα μυθιστόρημα όπου η  Έρπενμπεγκ θα ανάπνεε στο ίδιο δωμάτιο με τη Γιέλινεκ,  και η Πλαθ θα ψυχαναλυόταν στο ίδιο ντιβάνι με τη Γουλφ, θα το έβρισκα συναρπαστικό. Στην πραγματικότητα δεν νομίζω πως θα αποκτήσω ποτέ τέτοια κότσια.

Τι γράφετε αυτό τον καιρό; 

Κείμενα που μάλλον διαφέρουν από όσα έχω μέχρι στιγμής εκδώσει (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό).

Author Truman Capote (1924 - 1984) relaxes with a book and a cigarette in his cluttered apartment, Brooklyn Heights, New York. Original Publication: A Wonderful Time - Slim Aarons (Photo by Slim Aarons/Getty Images)

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ανάκατα, συνειρμικά, και προφανώς ασύμμετρα: Τσέχοφ, Ντοστογιέφσκι, Φόκνερ, Προυστ,  Τζόις, Κάφκα, Μαν, Μούζιλ, Μπέκετ, Ιονέσκο, Καμύ, Σαρτρ, Ντιράς, Γουλφ,  Πίντερ,  Μπέρχαρντ, Ναμπόκοφ, Σελίν, Σουίφτ, Κάρβερ, Μπόρχες, Μαρκές, Σεμπρούν, Σεπούλβεντα, Μπάνβιλ, Μπαρίκο, Χάντκε, Καλβίνο, Τουρνιέ, Καπότε, Μόρισον… Βουτυράς, Βιζυηνός, Τσίρκας, Χατζής, Δούκας, Γονατάς, Χάκκας, Μάτεσις, Κουμανταρέας, Βαλτινός, Γουδέλης, Δημητριάδης, Δημητρίου, Νόλλας, Καλοκύρης, Μαυρουδής, Σιώτης, Σωτηροπούλου, Μήτσορα, Φάις, Κολιάκου, Ατζακάς, Σωτάκης, Καβανόζης, Παπαμόσχος, Αγγελάκης …

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Οι Δαιμονισμένοι, ο Ηλίθιος, το Υπόγειο (Ντοστογιέφσκι), Φως τον Αύγουστο (Φόκνερ), Δουβλινέζοι, Οδυσσέας (Τζόις), Τα Ημερολόγια, Η Δίκη, ο Πύργος, Η Μεταμόρφωση (Κάφκα), Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο (Προύστ) Ω, οι ωραίες μέρες, όλοι εκείνοι που πέφτουν, Μολόι, Πώς είναι (Μπέκετ), Τρεις νουβέλες (Μαν) Δεσμοί (Μούζιλ) Το στοιχειωμένο σπίτι, Κυρία Ντάλαγουει, Τα κύματα (Γουλφ), Ταξίδι στην άκρη της νύχτας (Σελίν),  Ο κινέζος του πόνου (Χάντκε) Το παιχνίδι της αντιστροφής (Ταμπούκι) Γαλάζια μάτια (Μόρισον) Το Αλεξανδρινό Κουαρτέτο (Ντάρελ) Ακυβέρνητες Πολιτείες (Τσίρκας) Το κιβώτιο (Αλεξάνδρου) Η μητέρα του σκύλου (Μάτεσις) Ο μπιντές και άλλες ιστορίες (Χάκκας) Επιτάφιος θρήνος (Ιωάννου) Βιοτεχνία υαλικών (Κουμανταρέας)…

Handke 2

… Το διπλό βιβλίο (Χατζής) Η αυλή των θαυμάτων (Καμπανέλης) Το συναξάρι του Αντρέα Κορδοπάτη, Η κάθοδος των εννιά, Μπλε βαθύ σχεδόν μαύρο (Βαλτινός) Εορταστικό τριήμερο στα Γιάννενα (Σωτηροπούλου), Πεθαίνω σαν χώρα (Δημητριάδης) Από το ίδιο ποτήρι,  Ελληνική Αϋπνία, Πορφυρά Γέλια, Κτερίσματα, Το κίτρινο σκυλί, Στο παγκάκι του κανένα, Από το πουθενά (Φάις) Ντιάλιθ ιμ, Χριστάκη, Ένα παιδί από τη Θεσσαλονίκη, Το κουμπί και το φόρεμα (Δημητρίου), και από τους νεότερους, Χοιρινό με λάχανο (Καβανόζης) Κάτι θα γίνει, θα δεις (Οικονόμου) Θερμοκρασία δωματίου (Κολιάκου), Το γυμνό της σώμα (Αστερίου) Η πράσινη πόρτα (Σωτάκης) Κατάσταση φούγκας (Ράπη) Ακόμα Φεύγει (Μπογιάνου) … και ο κατάλογος συνεχίζεται.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τα περισσότερα εκείνων στους οποίους έχω ήδη αναφερθεί.

Toni Morrison

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πρωτοεμφανιζόμενοι που διακρίθηκαν μέσα στην τελευταία πενταετία, με τα βιβλία: Το τραγούδι του Λύγκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες (Σιαφάκα) Καιροί τέσσερεις, Ο ψίθυρος  της Ευδοκίας (Καράμπελα), Ο βυθός είναι δίπλα (Βουδούρης), Χορός στα ποτήρια (Τάτση), Μια χαρά (Κυθρεώτης), Η Βικτώρια δεν είναι εδώ (Τσίρμπας), Αλεπούδες στην πλαγιά (Ανυφαντάκης), Καρυότυπος (Παπαντώνης) η Αϊσέ πάει διακοπές (Σωτηρίου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο πρίγκιπας Μίσκιν στον Ηλίθιο του Ντοστογιέφσκι, η κεντρική περσόνα στην Ιστορία του γερασμένου παιδιού της Έρπενμπεγκ, η Ραραού στην μητέρα του σκύλου του Μάτεσι, οι αντιήρωες στα βιβλία του Δημητρίου και του Φάις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ενδεικτικά: Το Δέντρο, τα (δέ)κατα, το Εντευκτήριο, ο Πόρφυρας, ο Μανδραγόρας, ο Αναγνώστης, το Οροπέδιο, το Φρέαρ, οι Στάχτες, το Φράκταλ, το Ιntellectum, η Θράκα, το Νέο Πλανόδιο, το Αίτιον, και όλα όσα ασχολούνται κυρίως -ή εξ ολοκλήρου- με την καλή ποίηση και πεζογραφία. Από τα μη ενεργά το Διαβάζω, το Πάλι και το Πλανόδιο.

bernhard

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το Πόλεμος και πόλεμος του Κρασναχορκάι.  

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τις παρακολουθώ συστηματικά. Τόσο στον έντυπο όσο και στον ηλεκτρονικό υπάρχουν κριτικές τεκμηριωμένες, ενώ στον ηλεκτρονικό οι αναφορές σε συγγραφείς λιγότερο γνωστούς αλλά εξίσου αξιόλογους είναι συχνότερες.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

2008, είμαι στη Βενετία με προορισμό την Ελβετία, κάθομαι σε ένα παγκάκι στον σταθμό του τραίνου και περιμένω το επόμενο, διαβάζω για πρώτη φορά Γιέλινεκ – την Λαγνεία συγκεκριμένα – και συνεχίζω να την διαβάζω και μέσα στο τρένο, μέχρι που ανακαλύπτω πως αντί για την Ελβετία έχω βρεθεί στα Σκόπια. Κερασάκι στην τούρτα, κάποιοι μού έχουν κλέψει τη τσάντα.

Duras_

Είμαι στο κατάστρωμα ενός πλοίου με προορισμό την Άνδρο, δίπλα μου ένας άντρας με τριμμένο και παλιομοδίτικο παλτό έχει ανοιχτό στα πόδια του ένα βιβλίο, ρίχνω λοξές ματιές  στο βιβλίο… και συνεχίζοντας την ανάγνωση αντιλαμβάνομαι πως η υπόθεση αφορά έναν κύριο που μες στο κατακαλόκαιρο φοράει επενδύτη. Επιστρέφω στο σαλόνι του πλοίου και από την τηλεόραση ακούω τον ποιητή Λίκο σε ένα παλιό ποιητικό αφιέρωμα στον φίλο του Εμπειρίκο να απαγγέλλει το ίδιο απόσπασμα. Ο Λίκος προφέρει καθαρά την λέξη επενδύτης, εγώ όμως ακούω επενδυτής. Είναι καλοκαίρι του 2015, «Η γαλήνη ήτο απόλυτος. Η επιφάνεια της θαλάσσης ήτο λεία και έλαμπε εις τον ήλιον, άνευ πτυχών, άνευ κυμάτων»… και το βιβλίο έχει τίτλο: Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία, 1936-1946, τυπωμένο στην Ελλάδα το 1974.

jenny erpenbeckΠερί αιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Αγαπημένοι για την σκηνοθετική τους ματιά: Φελίνι, αδελφοί Ταβιάνι, Σκορτσέζε, Ταρκόφσκι, Αγγελόπουλος, Κούνδουρος, Παναγιωτόπουλος, Τερζόπουλος, Βογιατζής, και επιπλέον για την ηθοποιία τους: Βογιατζής, Κοκκίδου, Μουτούση, Καλτσίκη.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Εργαλείο έρευνας και εύκολο μέσο επικοινωνίας, αλλά στο κρεσέντο της διαδικτυακής ροής αν δεν μπεις υποψιασμένος αποδιοργανώνεσαι.

Federico Fellini on the set of Satyricon, phorographed by Mary Ellen Mark, 1969_

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Όχι, γιατί μάλλον θα έπληττα.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ερ: «Γιατί γράφετε;»

Απ: «Εσείς;»

Στις εικόνες: Elfriede Jelinek, Virginia Woolf [Danielle Fraser], Truman Capote [Aaron Slims, 1958], Peter Handke, Toni Morrison, Thomas Bernhard, Marguerite Duras, Jenny Erpenbeck, Federico Fellini [γυρίσματα του Satyricon, Mary Ellen Mark, 1969].

Ρόμπερτ Βάλζερ – Ο περίπατος

R. Walser

«Αριστοκράτης αλήτης, εκλεπτυσμένος πλάνητας, αργόσχολος αλάνης»;

O περιπατητής συναντά πάντα κάτι αξιοπερίεργο, κάτι που τρέφει τη σκέψη του, κάτι φανταστικό, και θα ήταν ανόητος αν παρέβλεπε αυτή την πνευματική διάσταση, ή ακόμα την απέρριπτε. Όμως, δεν θα το κάνει. Αντιθέτως, καλοδέχεται κάθε αλλόκοτο και ασυνήθιστο φαινόμενο, αισθάνεται φίλος και αδελφός του, επειδή κάτι τέτοιο τον μαγεύει. Το μετατρέπει σε σώμα με σχήμα και ουσία, του προσδίδει δομή και ψυχή, όπως ακριβώς αυτό με τη σειρά του τον εμψυχώνει και τον εμπνέει. [σ. 183, 185]

Έχουμε ήδη απολαύσει το Κατά Βάλζερ Εγχειρίδιο της πρόθυμης υποταγής και έχουμε καταθέσει μια ταπεινή αναφορά περί Ύστατων Ημερολογίων και Φανταστικών Θανάτων στα περιοδικά (δε)κατα και Το Δέντρο αντίστοιχα (εδώ και εδώ αντίστοιχα). Προτού εισχωρήσουμε στην βασική γενεαλογία του βαλζερικού κόσμου οφείλουμε να διαβάσουμε το έργο που εκφράζει όσο κανένα άλλο την αυθεντική περιπλανητική ψυχή του: τον Περίπατο. Αλλά ας θυμηθούμε μερικές σκέψεις της Ελφρίντε Γέλινεκ για τον Βάλζερ, από το εξαιρετικό της βιβλίο των συνομιλιών της με την Κριστίν Λεσέρ.

R. Walser 1

Η Γέλινεκ ομολογεί ότι σε καθένα από τα βιβλία της κρύβει μια φράση του Βάλζερ, ενώ θεωρεί αδύνατο να καταφέρει ως συγγραφέας να επιτύχει όσα πέτυχε ο ίδιος: να πει τα πάντα με αυτήν την φαινομενική απλότητα. Πρόκειται για μοναδικό φαινόμενο στην ιστορία της λογοτεχνίας. Στον Βάλζερ η αισθητικότητα της γλώσσας του είναι παρόμοια με όλα τα υπόλοιπα. Είναι σαν να χρειαζόταν διαρκώς να μαθαίνει τα πράγματα γράφοντάς τα. Ο Βάλζερ λέει πάντοτε «εγώ»αλλά πρόκειται για ένα «εγώ» που δεν είναι «εγώ». Πρόκειται για έναν μηχανισμό, ένα εγώ που σχίζεται στα δύο και μπορεί ακόμη και να επιμεριστεί περισσότερο. Άλλωστε οι μόνοι συγγραφείς που την ενδιαφέρουν είναι εκείνοι που γνωρίζουν την τρωσιμότητα του εγώ, ενώ οι άλλοι, που φωνάζουν διαρκώς «εγώ» κατονομάζοντας τον ίδιο τους τον εαυτό τής είναι πλήρως αδιάφοροι.

Κατά βάθος ο Βάλζερ, συνεχίζει η Γέλινεκ, δεν έχει γράψει παρά μόνο ένα μεγάλο κείμενο που διαχέεται αποσπασματικά σε μια πληθώρα κειμένων. Η γραφή του είναι ουσιαστικά αποσπασματική, όπως και στον Κάφκα ή τον Μπέρχαρντ. Ο Βάλζερ αναζητούσε μέσω της γραφής ένα σημείο καθήλωσης στην πραγματικότητα κι αυτό είναι ιδιαίτερα προφανές στον Περίπατο. Αυτός ο τρόπος να προσηλώνεται σε καθετί που βλέπει, σε καθετί που συναντά στο δρόμο είναι ίσως η απόλυτη μεταφορά της γραφής του. Και, πράγματι, ο Περίπατος αποτελεί μια καταγεγραμμένη αργή λεπτομερή ουσιαστική και ανούσια περιπλάνηση.

R. Walser 3

Ο περίπατος αρχινά από τις πρώτες αράδες. Ο συγγραφέας εγκαταλείπει τον χώρο όπου γράφει, «το δωμάτιο των φαντασμάτων», και βγαίνει βιαστικός στον δρόμο. Γρήγορα λησμονεί τον βασανισμό του πάνω από την άδεια σελίδα και νοιώθει ευδιάθετα αναστατωμένος από την προσδοκία όσων μπορεί να του συμβούν ή να συναντήσει στον περίπατό του. Διαισθάνεται την ύπαρξη κάποιου κοντινού βιβλιοπωλείο, παρατηρεί τις επιγραφές που επιζητούν προσοχή και αναγνώριση, σημειώνει παρουσίες: ένας ιερέας, ένας ποδηλάτης, ένας χημικός, ένας σκύλος, δυο κομψές κυρίες. Ένας ταπεινός διαβάτης δεν είναι σωστό να παραμείνει απαρατήρητος και άνευ καταγραφής, εφόσον του ζητά κι αυτός μια ευγενική αναφορά.

Αγόρια και κορίτσια τρέχουν τριγύρω στο ημίφως, ελεύθερα και ασυγκράτητα. «Ας τα αφήσουν να παραμείνουν έτσι ασυγκράτητα όπως είναι», σκέφτηκα. «Κάποια μέρα ο χρόνος, ούτως ή άλλως, θα τα τρομοκρατήσει και θα τα χαλιναγωγήσει. Δυστυχώς, πολύ σύντομα!» [σ. 23]

R. Walser 5

Σε όλη αυτό το διάστημα δεν παραλείπει να απευθύνεται στον αναγνώστη, εφόσον, μας λέει, μπήκαμε στον κόπο να τον συνοδεύσουμε υπομονετικά στον φωτεινό και φιλικό πρωινό κόσμο. Σύντομα εξοργίζει τον βιβλιοπώλη και ανταλλάσσει ευγενικές και ειρωνικές κουβέντες με τον τραπεζίτη· στην δε βεβαιότητα του τελευταίου, περί της φτώχειας του συγγραφέα, εκείνος του απαντά: Ποιος έντιμος άνθρωπος δεν βρέθηκε κάποια στιγμή στη ζωή του σε αδιέξοδο; Και ποια ανθρώπινη ύπαρξη είδε στο πέρασμα των χρόνων τις ελπίδες, τα σχέδια και τα όνειρά της να παραμένουν αλώβητες; Πού είναι αυτή η ψυχή που οι επιθυμίες και οι τολμηρές φιλοδοξίες της, οι γλυκές και ευγενείς φαντασιώσεις της ευτυχίας της εκπληρώθηκαν, χωρίς αυτή η ψυχή να αναγκαστεί να υποκύψει σε κάποιες εκπτώσεις; [σ. 43]

Η χρυσή επιγραφή του αρτοποιείου συνδέεται άμεσα με την θλιβερή παραμόρφωση του γλυκύτατου αγροτικού τοπίου. Τέτοιες εμπορικές επιγραφικές βαρβαρότητες χαράζουν στο τοπίο την σφραγίδα της ιδιοτέλειας, της απληστίας αλλά και της ψυχικής εκτράχυνσης. Μάλιστα! Ο συγγραφέας δεν φεύγει από το θέμα: βρίσκει ευκαιρία να μιλήσει για το αρμόζον ζύμωμα του ψωμιού, που εδώ όχι μόνο προσβάλλει τα αισθήματα κάλλους και κοινού νου αλλά και κραυγάζει σε απόσταση πολλών μέτρων· στο τέλος με μια υπερβολή θα εξομολογηθεί πως θα έδινε και το αριστερό του χέρι ή πόδι, αν μπορούσε να βοηθήσει «στην επαναφορά της παλιάς εκλεπτυσμένης αίσθησης περί αυθεντικότητας, της παλιάς καλής ολιγάρκειας», σε αντίθεση με την λάμψη και το θάμβος της σύγχρονης εποχής. Κι αν σπεύσουμε να τον χαρακτηρίσουμε αλαζόνα και υπερόπτη αριστοκράτη, μας προλαβαίνει ο ίδιος με ανάλογο χαρακτηρισμό για τον εαυτό του.

R. Walser 2

Παρακάτω στον εξοχικό δρόμο βρίσκεται ένα χυτήριο και αισθάνεται ντροπιασμένος που κάνει περίπατο ενώ τόσοι άλλοι μοχθούν. Όμως κι εκείνος μοχθεί όταν όλοι αυτοί οι εργάτες έχουν σχολάσει και απολαμβάνουν την ξεκούρασή τους. Έχουμε λοιπόν εδώ, αναρωτιέμαι, μια επίκληση για μια ισότιμη θεώρηση της χειρωνακτικής και της πνευματικής δουλειάς; Ο συγγραφέας βρίσκει ενδιαφέρον ακόμα και το πράσινο εξοχικό τοπίο με τις διάσπαρτες βιοτεχνίες, τα συνεργεία και τις αγροτικές καλλιέργειες. Θεωρεί αγαπητό οτιδήποτε εισχωρεί στο πεδίο της όρασής του. Πώς είναι δυνατόν, αναρωτιέται, να αποτελεί απόλαυση να προσπερνάς με ταχύτητα όλα τα σχήματα και τα αντικείμενα που μας επιδεικνύει η όμορφη γη μας, λες και κάποιος έχει τρελαθεί και πρέπει να αυξήσει την ταχύτητά του για να μην βυθιστεί σε ελεεινή απελπισία; [σ. 65]

Ο συγγραφέας, που ομολογεί ανοιχτά πλέον ότι του αρέσει εξίσου να γράφει και να περπατά δεν βρίσκεται διαρκώς σε αυτή την κατάσταση ευδαιμονίας. Αναδιοργανώνει τις δυνάμεις του σαν στρατηγός σε πεδίο μάχης. Είναι κι αυτή μια πολεμική τέχνη, που απαιτεί υπομονή όπως και η τέχνη της συγγραφής. Άλλωστε αργότερα παραδέχεται ότι δεν πέρασε πολύς καιρός που εγκατέλειψε πίσω του ψυχρές, θλιβερές και στενάχωρες συνθήκες, άρρωστος ψυχικά, έχοντας χάσει παντελώς την πίστη του, αποξενωμένος από τον κόσμο και τον εαυτό του. Καθώς συνεχίζει τον δρόμο του «σαν αριστοκράτης αλήτης, εκλεπτυσμένος πλάνητας και χασομέρης, ή σαν αργόσχολος και αλάνης» συναντάει ένα ιδιαίτερα αλλόκοτο τύπο, τον γίγαντα Τόμτσακ. Σα να μου φαίνεται ένα alter ego του, ένας κακός εαυτός που τον παρακολουθεί συνέχεια.

R. Walser 4

Ο Τόμτσακ δεν βρίσκει ηρεμία πουθενά· διαρκώς περιφέρεται στον κόσμο, χωρίς εστία ή δικαίωμα διαμονής. Δεν είναι νεκρός ούτε ζωντανός· δεν είναι γέρος ούτε νέος. Πεθαίνει κάθε στιγμή, και παρ’ όλα αυτά αδυνατεί να πεθάνει. Συχνά εύχεται έναν ήσυχο μικρό τάφο στον δρόμο – και τι ειρωνεία: αυτός θα είναι και ο θάνατος του Βάλζερ (βλ. τις παραπομπές της πρώτης φράσης της ανάρτησης). Πόσο τον επηρεάζει άραγε ο Τόμτσακ; Πάντως προσπερνάει ένα πανδοχείο, αρνείται να εισέλθει στον οίκο της χαράς και της αναζωογόνησης και συνεχίζει τον δρόμο του για να συναντήσει κι άλλους ανθρώπους και να συζητήσει μαζί τους με φιλικό ή εριστικό τόνο. Κάποτε ακούει νεαρές γυναίκες να τραγουδούν, εκφράζει τις σκέψεις του περί μουσικής, νομίζει πως βλέπει τον Ιησού περιπατητή.

Μια αναμαλλιασμένη, καταπονημένη, εξασθενημένη και τρικλίζουσα εργάτρια, που περπατούσε εμφανώς κουρασμένη και αδύναμη, αν και παρ’ όλα αυτά βιαστική, επειδή μάλλον είχε πολλά ακόμα να κάνει και λίγο χρόνο στη διάθεσή της, μου θύμισε προς στιγμήν τις υπερβολικά περιποιημένες, παραχαϊδεμένες θυγατέρες ή κόρες των καλών οικογενειών, που συχνά δεν γνωρίζουν, ή δείχνουν να μη γνωρίζουν, με τι είδους ραφινάτη απασχόληση ή ψυχαγωγία να περάσουν τη μέρα τους, και που ίσως δεν έχουν νιώσει ποτέ στη ζωή τους τι θα πει πραγματικά τίμια κούραση, που σκέφτονται μέρες, εβδομάδες ολόκληρες, τι θα μπορούσαν να φορέσουν για να αυξήσουν την αίγλη της εμφάνισής τους, και που έχουν άφθονο χρόνο στη διάθεσή τους για μακροσκελείς στοχασμούς πάνω στο τι πρέπει να κάνουν ώστε να περιτυλίξουν περισσότερα, υπερβολικά αρρωστημένα, φινετσάτα στολίδια το άτομό τους και το γλυκό, ζαχαρένια κορμάκι τους. [σ. 231, 233]

spaziergang

Υμνητής του απλού, παρατηρητής του «μικρού» και λάτρης της καθημερινότητας, ο συγγραφέας δεν στέκει στην παρατήρηση και στην λογοτέχνηση της Περιπατητικής του. Ασκεί χαμηλόφωνη αλλά διαπεραστική σάτιρα, ξεχειλίζει από διακριτική ειρωνεία. Ρωτάει με προσποιητή αφέλεια, κριτικάρει την ματαιοδοξία. Εφευρετικός στυλίστας της γλώσσας, έχει ομολογήσει πως πειραματιζόταν με την γλώσσα, «με την ελπίδα ότι [αυτή] παρέχει μια άγνωστη ζωτικότητα, η αφύπνιση της οποίας προκαλεί αγαλλίαση». Η ιδιόμορφη ποιητική του πρόζα, που θεωρείται σήμερα κορυφαίο δείγμα μοντερνισμού, είχε προκαλέσει στην εποχή του τον θαυμασμό του Κανέτι, του Μπένγιαμιν, του Κάφκα και του Έσσε.

Σε κάποιο σημείο, μπροστά στην θέα ενός μικρού σπιτιού, εκφράζει την επιθυμία να καταλύσει και να ζήσει εκεί για πάντα. Όμως – διαπιστώνει πως τα πιο όμορφα σπίτια είναι συνήθως ήδη κατειλημμένα κι ένας άνθρωπος που αναζητά ενδιαίτημα να ταιριάζει με τα απαιτητικά γούστα του δυσκολεύεται πολύ, διότι όσα είναι άδεια και διαθέσιμα προκαλούν συνήθως δυσφορία και φρίκη. Και τελικά στις συνεχείς μετακινήσεις του λόγω των υπαλληλικών του εργασιών ο συγγραφέας έμενε σε καταθλιπτικά ενοικιαζόμενα δωμάτια. Η τελευταία του κατοικία ήταν ένα άσυλο φρενοβλαβών αλλά τουλάχιστο ο θάνατος τον βρήκε, σχεδόν προσκεκλημένος – πού αλλού; σ’ έναν από τους συνηθισμένους του περιπάτους.

Walser - Jakob_

Τα παιδιά είναι ουράνια όντα γιατί είναι σαν να βρίσκονται πάντα σε κάποιου είδους παράδεισο. Όταν μεγαλώνουν και ενηλικιώνονται, ο παράδεισός τους εξαφανίζεται και εκπίπτουν από την αθωότητά τους αποκτώντας τον στεγνό υπολογιστικό χαρακτήρα και τις πληκτικές αντιλήψεις των ενηλίκων. [σ. 61, 63]

Εκδ. Γαβριηλίδης, [«Μεταφορές» – Δίγλωσση έκδοση], 2011, εισαγωγή – μετάφραση Τέο Βότσος, Αγορίτσα Μπακοδήμου, 269 σελ. [Robert Walser, Des Spaziergang, 1917]