Ζιλμπέρ Λασκό – Η Κοκκινοσκουφίτσα παντού

σάρωση000148 ζωές για ένα κατακόκκινο κορίτσι

Και ο λύκος με περιμένει να κόψω τα φουντούκια, να κυνηγήσω τις πεταλούδες, να μαζέψω τα λουλουδάκια, να διασχίσω το δασάκι, να μπω στο σπίτι, να του πάω μια πίτα κι ένα βαζάκι βούτυρο, να γδυθώ, να γλιστρήσω στο μεγάλο κρεβάτι και να του ζητήσω να με φάει». Αυτά λέει η Κοκκινοσκουφίτσα. Η φωνή της είναι απαλή και λάγνα. [σ. 28]

Θυμάμαι καλά ένα ολιγοσέλιδο βιβλίο γεμάτο σύντομες ιστορίες, ευφυείς, παράδοξες και παράξενα πειστικές. Το βιβλίο λεγόταν Ένας ναρκοθετημένος κόσμος [Εστία, 1986, μτφ. Δανάη Μιτσοτάκη] και ο συγγραφέας του Ζιλμπέρ Λασκώ [με ωμέγα]. Εκείνες οι σύντομες πρόζες, ικανές να φτιάξουν το δικό τους κόσμο η καθεμιά σε λίγες μόνο γραμμές, αποτελούσαν ιδανικό ανάγνωσμα σε μια από τις ραδιοφωνικές εκπομπές που πλοηγούσα τότε στο Ράδιο Κιβωτός Και να που ξανασυναντώ τον «ολιγόλογο» συγγραφέα σε ανάλογες ακαριαίες αφηγήσεις αλλά με μια κοινή θεματική. Και τι θεματική! Το κατακόκκινο κορίτσι όπως δεν ήταν, όπως κατά βάθος ήταν ή όπως θα μπορούσε να είναι, και μάλιστα σε κάθε δυνατό χρόνο, τόπο και περίσταση.

Le-Petit-Chaperon-rougeΟ Λασκό [Στρασβούργο, 1934], συγγραφέας βιβλίων λογοτεχνίας και αισθητικής, κριτικός τέχνης, πανεπιστημιακός καθηγητής και ερευνητής στην έδρα «Τερατοσκοπίας και Δεινογραφίας» του Κολεγίου Παταφυσικής, αφιερώνει το βιβλίο του στον Ζαν Πιερ Ενάρ [Jean – Pierre Enard], που επίσης έγραψε πάνω στην Κοκκινοσκουφίτσα και σε άλλες ηρωίδες του Charles Perrault Παραμύθια που θα κάνουν τις Σκουφίτσες να κοκκινίσουν. Φαίνεται πως υπάρχει μια σειρά δαιμόνιων μυαλών που γνωρίζουν καλά τις κρυμμένες αφηγήσεις και τα ενδεχόμενα νοήματα των μύθων, των παρα – μύθων και των παραμυθιών. Ή έστω τα επινοούν.

Little Red Riding Hood, by Gustave Dore (d. 1883Κι έτσι εδώ έχουμε σαράντα οκτώ παραλλάξεις και μεταλλάξεις, λοξοδρομήσεις και παρεκκλίσεις, επιτονισμούς και υποσημειώματα πάνω και κάτω από την ιστορία του πορφυρού κοριτσιού που άφησε την αθωότητά του – την όποια του αθωότητα – τροφή – σε ποιους; Για παράδειγμα: ας φανταστούμε την Κοκκινοσκουφίτσα να έχει μόλις κλείσει τα σαράντα και να μοιράζεται το ίδιο επάγγελμα με τους εραστές της (: φορτηγατζήδες), συνεπώς αν έχει μεγάλα χέρια είναι για να κρατάει καλύτερα το τιμόνι του φορτηγού ψυγείου της κι αν έχει μεγάλα δόντια είναι για να τρώει καλύτερα στα φαγάδικα του αυτοκινητόδρομου. Φυσικά θα φοράει κόκκινα – τζάκετ, παντελόνι, κασκέτο, εσώρουχα, κάλτσες – και στα σι – μπί θα αποκαλείται ακόλαστη ντομάτα ή τρελαμένο κεράσι. Και θα έχει μια αμυδρή ανάμνηση από κάτι που κάποτε παρά λίγο να της συμβεί…

Είναι πάντα βιαστιlittle_red_riding_hood_by_mainaκή. Δε χρονοτριβεί ποτέ. Δε στα­ματάει στα πάρκινγκ για να κυνηγήσει πεταλούδες. Όταν βάζει βενζίνη, δεν κόβει φουντούκια από τις φουντουκιές δίπλα στα βενζινάδικα. Δε μαζεύει τα λουλουδάκια που μα­ραίνονται στα κράσπεδα των αυτοκινητόδρομων. Παίρνει πάντα τον πιο σύντομο δρόμο. Ξέρει ν’ αποφεύγει τα μποτι­λιαρίσματα. Λέει καμιά φορά: «Δε μ’ αρέσει να χασομεράω. Ένα χασομέρι κάποτε, παραλίγο να μου στοιχίσει ακριβά». [σ. 12]

Δηλώσεις, συνυποδηλώσεις, νοήματα και απονοήματα του κόκκινου χρώματος, επίσης όλα δεκτά. Αν την συναντήσουμε στη Γενεύη του 1915, μπορεί να προσφέρει το κόκκινο σκουφάκι της στον Λένιν, να το κάνει σημαία μιας μελλοντικής επανάστασης. Εκείνος θα αποδεχτεί το δώρο, χωρίς να πολυπιστεύει ότι κάτι τέτοιο θα κυματίσει μια μέρα στον ουρανό της αγίας Πετρούπολης, αλλά πώς να την κακοκαρδίσει;

Εδώ περιλαμβάνονται και εκείν1471897_614801351909860_16877721_nα που αρνηθήκαμε να σκεφτούμε: πως οι ήρωες των παραμυθιών γερνούν όπως κι εμείς ή ότι ήταν εξαρχής συφοριασμένοι. Δεν φανταστήκαμε, ας πούμε, την Κοκκινοσκουφίτσα άποδη και μονόφθαλμη και τον λύκο κουτσό και ξεδοντιάρη, να μην έχει ούτε την δύναμη να δαγκώσει. Ούτε την αντιστροφή του μύθου, το κορίτσι να ταπεινώνει τον λύκο χρησιμοποιώντας το σώμα του σαν χαλάκι, καθώς σκουπίζει πάνω του τα τσόκαρά της. Ή το αιώνιο δίλημμα: ο λύκος κλείνεται σ’ ένα κλουβί ζωολογικού κήπου όπου θυμάται αμυδρά την γυμνότητα της Κ. όταν γλιστρούσε στο κρεβάτι της γιαγιάς της και δεν είναι πια σίγουρος αν ήθελε να τη φάει ή να της κάνει έρωτα.

bild03Από την άλλη η Κοκκινοσκουφίτσα καταδικάζεται να μην μπορεί να ησυχάσει ποτέ. Ακόμα κι αν βρεθεί δηλαδή στον Βόρειο Πόλο και σπεύδει στο ιγκλού της γιαγιάς της, θα την παραμονεύει μια τεράστια πολική αρκούδα, ενώ στο βυθό του Ειρηνικού θα μάχεται με τους καρχαρίες στο δρόμο για το βυθισμένο υποβρύχιο όπου κατοικεί η γιαγιά της. Σε κάποιον άλλο πλανήτη θα σταυρώνεται από μια συμμορφία αγρίων με κεφάλι λύκου ενώ δώδεκα μαθήτριες της Εσταυρωμένης πιστεύουν ακράδαντα ότι είναι η εγγονή μιας Θεάς. Και στην υπ’ αριθμόν 18 εκδοχή, θα φαγωθεί από την ίδια την γιαγιά της και ο ερωτευμένος λύκος θα εκδικηθεί για τον θάνατό της.

JCgravurePCRlivredartisteΟι αντι – ιστορίες του συγγραφέα χωρούν σε μια σελίδα ή σε μια παράγραφο ή σε λίγες λέξεις, άρα θα μπορούσαν να εκληφθούν ως ακαριαία παραμύθια και ως σχέδια – ιδέες για μεγαλύτερες συνθέσεις φαντασίας και ονείρου. Σε κάθε περίπτωση, εδώ υπάρχει ένα μεγάλο παιχνίδι, και σ’ αυτό το παιχνίδι ο συγγραφέας γνωρίζει, όπως γράφει ο μεταφραστής στην ανάλογης έκτασης εισαγωγή του, πως η μεγάλη λογοτεχνία δεν φοβάται ούτε να αρκεστεί στη μικρή φόρμα, ούτε να παίξει απανωτές παρτίδες με την γλώσσα, τους μύθους και την Ιστορία.

Στην ο11-05PCR25-Le-petit-chaperon-rouge@Elisabeth-Carecchio-HDριακότερη αντιστροφή, οι φωτοστεφανωμένοι λύκοι περικυκλώνουν και τρώνε την μοχθηρή παιδούλα, την ενσάρκωση του Κακού. Διονυσιασμός και επικράτηση του Καλού, στην ίδια πράξη. Σε μια άλλη εξωφρενική εκδοχή (λες και κάποια είναι εσωφρενική ή «λογική»), η μικρή ξυπνάει την Ωραία Κοιμωμένη για να μοιραστούν μια χιλιόχρονη συμβίωση. Κάποτε άλλοτε μπαίνει στη θέση άλλων κοριτσιών σε ζωγραφικά έργα τέχνης (όπου και ο λύκος προφανώς αντικαθιστά τον εκάστοτε σκύλο). Μια φορά ζητείται και η συνδρομή της επιστήμης, και δη του Αλμπέρ Μαντάλ, του Κέντρου Ερεύνης και Αναλύσεων Μύθων στο Κεμπέκ σύμφωνα με τον οποίο «η θηριωδία του λύκου δεν είναι παρά η αυταρχική προσήνεια της γιαγιάς, που συνεχίζεται με άλλα μέσα. Σ’ αυτό το παραμύθι, η γιαγιά είναι ήδη λύκος, κι ο λύκος είναι ακόμα η γιαγιά».

Αλλά εκείνο που θα κυριαρχεί, θα είναι το αναπότρεπτο. Και ιδίως το αναπότρεπτο του έρωτα. Εδώ το ορίζει η στιγμή που πέφτει το μάνταλο – η κορυφαία και κρίσιμη στιγμή στην ιστορία της Κ.· τότε είναι που η παγίδα κλείνει και η μοίρα δρομολογείται…

Όταν η Κοκκινοσκουφί­τσα τραβJuvenile-Illustration-Red-Riding-Hood-French1άει τη σφηνούλα, πέφτει στην ποντικοπαγίδα. Τετέλεσται. Δεν μπορεί πια να γυρίσει πίσω, δεν μπορεί καν να σταματήσει το χρόνο, Πριν απ’ αυτά, όλα ήταν ακόμα εφικτά. Πριν, η Κοκκινοσκουφίτσα μπορούσε να ταυτίζεται με τις πεταλούδες, πλάσματα εφήμερα, με την αλαφράδα τους, το κυμάτισμά τους σε μια γενικότερη θολότητα. Μπορούσε ν’ ακτινοβολεί σαν λουλουδάκι. Όμως, από τη στιγμή που το μάνταλο πέφτει, γίνεται εδώδιμο προϊόν, σαν πίτα η σαν βαζάκι βούτυρο, ένσαρκη τροφή δίπλα σε άσαρκες. Το μάνταλο που πέφτει, προαναγγέλλει το πέσιμο του φου­στανιού και της κιλότας του κοριτσιού όταν, για να πλαγιά­σει πλάι στο λύκο, γδύνεται κι αφήνει να πέσουν τα ρούχα της στο κερωμένο παρκέ. [σ. 61]

Και πάντως πάντα θα υπάσάρωση0003_ρχει κι ένα κακόφημο προάστιο, και η τετρασέλιδη ιστορία του βιβλίου φυλάσσεται για τις τρεις συμμορίες του, τις Κοκκινοσκουφίτσες – διαρρήκτριες, παραχαράκτριες, κοκότρες και λησταρχίνες – Γριες (μεθύστρες, πλύστρες, μαυλισμένες και άλλα) και τους Λύκους, που συναντιούνται σε καταγώγια, οργιάζουν, ενώνουν τα όπλα τους, ριψοκινδυνεύουν τη ζωή τους και καταλαμβάνουν τη Βαστίλη. Εκείνη του 1789, λέει ο συγγραφέας, αλλά και την κάθε Βαστίλη, προσθέτω κι εγώ. Γιατί σε αυτές τις ιστορίες γκρεμίζονται όλες οι φυλακές της έμπνευσης και της φαντασίας.

Εκδ. Opera, μτφ. Αχιλλέας Κυριακίδης, 2011, σελ. 69 [Gilbert Lascault, Le Petit Chaperon Rouge partout, 2007].

ΥΓ. Παρακαλώ σε μια επόμενη έκδοση μη ξεχάσετε τον χορτοφάγο Λύκο.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. / Βιβλιοπανδοχείο, 165.

Ευγένιος Αρανίτσης – Ιστορία των ηδονών

aranitsis_

Η ταξινόμηση των ηδονών φυτρώνει πάνω στην ανάγκη να τις οικειοποιηθούμε: απ’ τη στιγμή που απαριθμούμε τα μέρη του όλου, αυτό το όλο γίνεται κατανοητό και κατοικήσιμο. Για τον ταξινομητή αυτού του είδους, η περιοχή των απολαύσεων δεν είναι πια ένας ρευστός, μυστηριώδης περίγυρος αλλά ένας σοφός, πλήρης και κλειστός κατάλογος ονομάτων. [σ. 401]

Σε οριακές προσωπικές περιόδους όπως αυτή, η επιστροφή στα ράφια της βιβλιοθήκης με τα προσωπικά θησαυρίσματα είναι δεδομένη. Αναζητώντας και πάλι τις σκέψεις που θα δικαιολογήσουν και θα αντιλογήσουν στις αντίστοιχες δικές μου, ανοίγω για άλλη μια φορά την κειμενική αυτή βίβλο του συγγραφέα. Θυμάμαι καλά πως στο τελευταίο μέρος βρίσκονται οι γνωστές, εκτενείς θεματικές συνθέσεις του: Ιστορία των ονομάτων, των φετίχ, των παιχνιδιών, του αλκοόλ και εξίσου μεγάλα κείμενα για την τεμπελιά, το τέλος της μυθολογίας του ρούχου και την ταξινόμηση των ηδονών. Διαβάζω λοιπόν για άλλη μια φορά μια Ιστορία των φετίχ, χωρισμένη σε ευλαβικά αριθμημένες ενότητες: εδώ βρίσκονται τα βιβλία και το μαχαίρι (στα οποία μας μύησε ο Μπόρχες), τα αντικείμενα που έρχονται από τα βάθη του χρόνου, το παρελθόν το ίδιο, τα σύμβολα, τα πράγματα και τα έπιπλα, τα υφάσματα και τα υλικά, οι κούκλες και τα αγάλματα, το μετάξι και τα εσώρουχα, τα μαλλιά, τα παπούτσια και τα πόδια…

Dorina Costras

Η Λολίτα και η Όλγα του Ναμπόκοφ, η Ελβετία του Πίτερ Μπίξελ και η Καραϊβική του Χέμινγουέη, ένα όνειρο του Χέλντερλιν, τα παραμύθια φρίκης του Χάουαρντ Λόβεκραφτ και τα αφηγήματα του Ντάσιελ Χάμμετ, ο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και οι Γκρίμ, ο Λευκάδιος Χερν και ο Σλαβομίρ Μρόζεκ, ο Τσαρλς Μπουκόφσκι και ο συγγραφέας Γούντυ Άλλεν κ.ά. έχουν περίοπτη θέση σε αυτή την σαφώς ατελή, όπως γράφει ο ιστοριογράφος της στον επίλογο, Ιστορία, που ξετυλίγεται σε πέντε μεγάλα κεφάλαια [1. Οι αφηγήσεις, 2. Η ποίηση, 3. Η έρευνα, 4. Το μυστήριο και το γέλιο, 5. Οι μύθοι]. Και βέβαια το βιβλίο είναι γεμάτο με κείμενα για βιβλία.

Antonio López García, Atocha, 1964

Το Βιβλίο των Ηδονών του ρομαντικού επαναστάτη Ραούλ Βανεγκέμ είναι ένα συναρπαστικό μανιφέστο και δοκίμιο μαζί, όπου η εκλογή του καθαρού υλισμού κάνει τον συγγραφέα με τις σιτουασιονιστικές καταβολές να μοιάζει με καθαρόαιμο απόγονο όχι πια του Κροπότκιν, του Μάρξ ή του Στίρνερ   αλλά του Σάντ, τού Φουριέ και τού Ντιντερό. Εδώ η επανάσταση (αγαπημένη λέξη των Γάλλων) δεν εκφράζει την κατάργηση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου ούτε την ισότητα και την δικαιοσύνη αλλά τον έρωτα, την ποίηση, την χίμαιρα, την μέθη και την γιορτή – Την Απόλαυση. Το Αμερικάνικο Όνειρο, από την άλλη, το χαρακτηριστικότερο βιβλίο του Μέιλερ, φανερώνει περισσότερο απ’ οποιοδήποτε άλλο όχι το ηθικό ή το βιολογικό, αλλά το στρατηγικό περιεχόμενο του έρωτα, με δυο λόγια το παιχνίδι του αδιέξοδου (Ματ, καλέ μου φίλε, ψιθυρίζουνε οι νεράιδες στον ήρωα): να διαλέξεις ανάμεσα στην ήττα ή την μοναξιά, ανάμεσα σε δυο χαμένες θέσεις.

Thérèse του Balthus

Στο κείμενό του Φερντυντούρκε, το ποίημα της εφηβείας ο Αρανίτσης διακρίνει την οριακή τριάδα του μείζονος αυτού έργου. Σαν ερωτικός συγγραφέας ο Γκόμπροβιτς στριφογυρίζει γύρω από ένα και μοναδικό αντικείμενο: την εφηβεία. Η εφηβεία είναι βέβαια ανώριμη, κι αυτό είναι που συγκινεί τον μυ­θιστοριογράφο και ίσως ανταμείβει τον αναγνώστη, γιατί η ανωριμότητα είναι το σχήμα που δίνουμε σ’ αυτή την σύντομη άνοιξη τού κορμιού, είναι ο δρόμος απ’ όπου ή επιθυμία μπορεί να περνάει καθαρή σαν χρυσάφι και ειλικρινής σαν εξομολόγηση. […] Η εφηβεία δεν είναι μια περίοδος τής ανθρώπινης ζωής αλλά μια παράσταση πού παίζεται σε ρυθμό γενι­κού εξευτελισμού των πάντων. Ύστερα, ο μύθος του Φερντυντούρκε είναι ακριβώς ο μύθος της ηρωικής επιστροφής στην παιδική ηλικία. Ένας συγγραφέας ξαναγυρίζει στα θρανία του γυμνασίου για να διδαχτεί απ’ την αρχή τη γραμματική και τη γλώσσα Αλλά τα θρανία είναι στην πραγματι­κότητα πηγές σκανδάλων και προστυχιάς. Και τέλος, η μορφή του Φ. αποτελεί μια …παρωδία της μορφής και η περίεργη σχέση πού καλλιεργεί αυτός ο σκυθρωπός Πολωνός ανάμεσα στο δράμα της μορφής και στο δράμα της εφηβείας (δράμα για όσους τη βλέπουν απέξω) είναι ακριβώς η κλειδαριά των μυστικών του Φερντυντούρκε.

Julien Pacaud, Butterfly Factory

Εφόσον παραμένουμε σε επικράτειες παιδικής ηλικίας, επόμενο είναι να συναντήσουμε τον πολυδιαβασμένο όλων ημών Νάσο Θεοφίλου, της γενιάς του ’70. Μόνο που αυτός ο όρος, γράφει ο Αρανίτσης, δεν στεγάζει παρά χίλιες λυπηρά διαφορετικές περιπτώσεις, ενώ ορισμένοι θεωρητικοί του παραμυθιού της «Γενιάς» επιμένουν να μιλάνε για ένα είδος συλλογικής λoγoτεχνικής εξόρμησης πού θυμίζει κάπως την Απόβαση στη Νορμανδία – και τελικά «το ταλέντο (τρυφερό και ανέμελο Παιδί τής Μοναξιάς) είναι τελικά περισσότερο δυσεύρετο απ’ όσο φαντάζονται». Κι όμως, εμείς το θυμόμαστε καλά και συμφωνούμε απόλυτα: ο σουρεαλισμός του Ερημόπολη είναι ακριβώς ένα παιδι­κό όνειρο (ο ποιητής, όπως και ο ερωτευμένος, σώζει μέ­σα του ανέπαφο το Παιδί), ένα μακρύ δοκίμιο πάνω στο χιμαιρικό πεπρωμένο τής παιδικής ηλικίας. Αυτός ο Παράδεισος (όπως όλοι οι Παράδεισοι) είναι κατά κάποιο τρόπο απαλλαγμένος απ’ την ενοχή, κι έτσι στον μονα­χικό του κάτοικο δεν απομένει παρά να γεύεται κατά βούληση όλα τα απαγορευμένα φρούτα των παράδοξων συνδυασμών. Και η πρόζα του συγγραφέα συσσωρεύεται μια μοναδική στιγμή της λoγoτεχνίας: η βλάστηση τής Λέξης. Γιατί η Λέξη εδώ είναι πραγματικά ένα φυτό που βλασταίνει.

9782290305959FS

Παραπλεύρως της [μη] ενοχής, στις Έντεκα χιλιάδες βέργες του Απολλιναίρ η ποίηση και η πορνογραφία μοιράζονται διακριτικά ορισμένα ύποπτα ενδιαφέροντα: το κυνήγι της ανώριμης ομορφιάς, μία πονηρή εκτίμηση της εφηβείας, τον εξωτισμό, μία εσωτερική ροπή προς τη χλιδή, μία ρομαντική και λιγάκι γελοία εκμετάλλευση της αθωότητας και μία κάπως ανατολίτικη εμπιστοσύνη στις υποσχέσεις της φαντασίας να εκπληρώσει τους πιο υπερβολικούς πόθους. Ο κατάλογος του Αρανίτση είναι ακριβής, όπως και η διαπίστωσή του, πως τόσο ο ποιητής όσο και ο πορνογράφος γράφουν την Ιστορία του σώματός τους, κάποτε απαριθμώντας τις άγονες απολαύσεις της σάρκας.

Αλλά εδώ υπάρχει και μια άλλη ερεθιστική βεβαιότητα: το σεξ στον Απολλιναίρ είναι πολύ πιο μοντέρνο και ηδονικό απ’ ότι, για παράδειγμα, στον Σαντ, γιατί είναι θεμελιωμένο και στην ενοχή. Και η ενοχή – παρά­ξενη μοίρα που ποτίζει τη φαντασία με την πολύτιμη ζάχαρη τής λίμπιντο και ανάβει μέσα στην εφευρετικότητα των απολαύσεων τη γλυκιά φλόγα της ανασφάλειας και της ανυπομονησίας – δεν εμποδίζει βέβαια καθόλου τον Απολλιναίρ να μετατρέψει τις Έντεκα χιλιάδες βέργες σε μια μικρή αλλά έγκυρη πορνογραφική εγκυκλοπαί­δεια που, αντίθετα απ’ το Κάμα Σούτρα δεν περιφρονεί καμιά απ’ τις ηδονές. Ένας ακόμα κατάλογος ακολουθεί, με τις σημαντικότερες από αυτές, που μοιάζουν συνδέσεις λογοτεχνίας και κόλασης, ευθύτερες από τους πόθους των Ζενέ και Μπατάιγ.

ZAZIE DANS LE METRO 3

Πίσω στην παιδική ηλικία και στην Ζαζί στο μετρό. Όσο κι αν υπήρξε παρωδία κάθε Πολυάννας ή Δυο ορφανών, η Ζαζί είναι αρκετά έξυπνη ώστε να ξέρει τι της γίνεται, εφευρετική στις ζαβολιές της, δαιμόνια στον τρόπο να φέρνει τους άλλους σε δύσκολη θέση, ανταποκρινόμενη, θαρρείς, σε μια αξιοπερίεργη, κυνική ευτυχισμένη αντίληψη για τη ζωή. Και όσο εκείνη ρίχνει τους μνηστήρες της σε διασκεδαστικές παγίδες σκανδαλιάρικης διπλωματίας, ο συγγραφέας της Ραιημόν Καινώ τα βγάζει πέρα με την σειρά του, πλέκοντας σε ένα τόσο «χοντροκομμένο» θέμα μια πλήρη δαντέλα ειρωνικών τεχνασμάτων.

zazi

Η Ζαζί είναι μια προσπάθεια να δούμε την τρέλα του σύγχρονου κόσμου απ’ την κωμική της πλευρά, τονίζει ο συγγραφέας, και αυτή η επικίνδυνη προσπάθεια πετυχαίνει χάρη στην κρυφή απόσταση από την οποία ο Καινώ βλέπει το θέμα του, οχυρωμένος πίσω απ’ το τρίτο πρόσωπο της αφήγησης. Και αν είναι αλήθεια ότι οι πιο ρεαλιστικές στιγμές του έργου είναι εκείνες ακριβώς που διακηρύσσουν μια έλλειψη πίστης στην πραγματικότητα, και αν σκεφτούμε λογικά (οπότε η τέχνη παύει να μας ενδιαφέρει) ότι η αθλιότητα δεν έχει τίποτα το αστείο, και πάλι θα παραδεχτούμε ότι στα χέρια του Καινώ όλα αυτά σε μετατρέπονται σε λόγο, διασκέδαση και μυστικό έρωτα με το πονηρό χαμόγελο της Ζαζί.

Εκδ. Άκμων, 1982, [Άκμων/Λογοτεχνία, 15], σελ. 436.

Σημ. Όπως πάντα χρησιμοποιούμε την ορθογραφία και τους τονισμούς του εκάστοτε συγγραφέα.