Στο αίθριο του Πανδοχείου, 84. Διονύσης Μαρίνος

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι χρονικές κατηγοριοποιήσεις ποτέ δεν με απασχόλησαν (ένας συγκαιρινός μπορεί να μοιάζει αναπάντεχα “παλιός” και το ανάποδο) ως εκ τούτου απαντώ ως εξής: Κάφκα, Σελίν, Φώκνερ, Χειμωνάς, Κάρβερ, Βόνεγκατ, Καμύ, Γιόσα, Μπέκετ, Μπάροουζ, Κλάους, Μούλις, Φάντε, Μπουκόφσκι και κάμποσοι άλλοι.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Όπως και στην προηγούμενη ερώτηση, έτσι και σε αυτήν, θα απαντήσω με το πρίσμα της λογοτεχνικής πληρότητας. Ήτοι: “Μεταμόρφωση”, “Βουή και Μανία”, “Γυμνό Γεύμα”, “Sheltering Sky”, “Η πόλη και τα σκυλιά”, “Η θλίψη του Βελγίου”, «Η ανακάλυψη του ουρανού», «Catch 22», και επίσης κάμποσα άλλα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Σχεδόν όλα του Χέμινγουεϊ, του Μπουκόφσκι, του Τσέχοφ, του Σάλιντζερ, του Μανέα, του Καπότε και του Καλβίνο.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Αναμφίβολα η αιρετική ματιά του Χρηστίδη και η υπερβατική γραφή (με λελογισμένα όρια) του Σωτάκη είναι άξια δείγματα της νέας σοδειάς Ελλήνων συγγραφέων. Εξαίρετο δείγμα του σύγχρονου ελληνικού μυθιστορήματος είναι και το «Στην άκρη του κόσμου», του Γιώργου Ξενάριου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Φοβάμαι ότι τους ακολουθώ και με ακολουθούν. Πρόκειται για μια συμπεφωνημένη σκιαμαχία, στην οποία εξαρχής έχουμε δηλώσει, πως ο μοναδικός κανόνας του παιχνιδιού, θα είναι ένας: ουδείς άτρωτος.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Χμ, με μια πρόχειρη σταχυολόγηση: ο πρίγκιπας Μίσκιν, ο Χένρι Τσινάσκι, ο Γκρέγκορ Σάμσα, ο Τζον Γιοσάριαν, όλοι της οικογενείας Σαρτόρις. Με τη βεβαιότητα πως έχω λησμονήσει εκατοντάδες.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω γράψει σε διάφορα σημεία του ορίζοντα, πάνω σε χαρτιά, χαρτόκουτα, πακέτα, στην παλάμη μου, στο σημειωματάριο που θα διατηρώ εδώ και 10 χρόνια. Εντέλει όπου βρω, αδιακρίτως.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Συνήθως ξεκινώ από την πρώτη πρόταση. Πως θα ήθελα να ήταν. Μετά αρχίζω να φτιάχνω έναν χαλαρό σκελετό και εν συνεχεία αφήνω το χάος να εισέλθει. Όταν αρχίζει να ξεφουσκώνει και όλες οι σκέψεις έχουν καταλαγιάσει, ξεκινάω την πρώτη γραφή και όπου με βγάλει. Ευτυχώς υπάρχει πάντα μια δεύτερη -ενδελεχής- ματιά που βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Αν και η μουσική έχει παίξει καίριο ρόλο στη ζωή μου, όταν γράφω δεν θέλω να ακούω  τίποτα. Οι νότες στη φάση της σύνθεσης, λειτουργούν διαλυτικά. Σε αποσπούν. Ωστόσο ο μουσικός παλμός υπάρχει εντός μου. Πάντως, η καλύτερη μουσική για κάποιον που γράφει, είναι ο ήχος των πλήκτρων του κομπιούτερ. Δείγμα ότι οι λέξεις είναι με το μέρος του και οι Θεοί έχουν στριμωχθεί στην άμυνα. Κατά τα λοιπά ιεροτελεστικά… κόλπα δεν υπάρχουν. Κάθεσαι, γράφεις, καπνίζεις, βαράς το κεφάλι σου, αδειάζεις το κεφάλι σου, γεμίζεις χρυσάφι, τρως άνθρακες και πάλι από την αρχή.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Τα “Χαμένα Κορμιά” (εκδ. Τετράγωνο) εκδόθηκε το 2011 και ήταν το βάπτισμα του πυρός. Όλα ξεκίνησαν από έναν πίνακα που άρχισα να ζωγραφίζω. Όταν τον τελείωσα συνειδητοποίησα ότι είχα φτιάξει μορφές που πάλευαν να υπάρξουν, δίχως όμως να είναι σίγουρες για το ευτυχές του εγχειρήματός τους. Ο πίνακας αυτός με στοίχειωσε με την έννοια ότι αυτές οι μορφές ήθελαν κάτι παραπάνω για να αποκτήσουν υπόσταση. Αυτήν τους την έδωσε το βιβλίο.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Πρόκειται για την “Τελευταία Πόλη” (εκδ. Γαβριηλίδης) το οποίο εκδόθηκε πριν από λίγες ημέρες. Πρόκειται για μια έσχατη δυστοπία που αγγίζει τα πέρατα της ανθρώπινης αντοχής. Είναι η πορεία αυτογνωσίας και σωτηρίας μιας οικογένειας, κατά την περίοδο του πολέμου στη Βοσνία. Δεν το κρύβω, βασίζεται σε σπαράγματα αληθινών ιστοριών, με ένα τρόπο όμως – σκόπιμα- αποδραματοποιημένο και περισσότερο μυθοπλαστικό. Ο πόλεμος υπάρχει στο βάθος του κάδρου, ως υπόμνηση ενός σκληρού τέλους. Στο προσκήνιο εμφανίζονται μόνο οι ταλαντώσεις της ανθρώπινης υπόστασης και οι διαδικασίες μετάλλαξής της, σε κάτι εντελώς ξένο και άγριο.

Πώς βιοπορίζεστε;

Τα πρώτα χρόνια έλεγα πως ασκώ το λειτούργημα του δημοσιογράφου, έπειτα από 17 χρόνια πείστηκα να λέω κάτι λιγότερο διθυραμβικό: δουλεύω ως δημοσιογράφος.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Το πρώτο λογοτεχνικό περιοδικό που έπιασα στα χέρια μου ήταν η “Οδός Πανός”. Ήμουν πιτσιρικάς, ριγμένος για τα καλά στο μελάνι της ροκ και νομίζω ότι με τράβηξε αυτή η ανατροπή που πρόσφερε (και συνεχίζει να προσφέρει) ο Γιώργος Χρονάς. Φυσικά το Δέντρο, το Εντευκτήριο και η Λέξη ποτέ δεν έλειψαν από τη βιβλιοθήκη μου.  Εξαίσια δείγματα αγάπης για τη λογοτεχνία.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Νομίζω πως ο πιο αινιγματικός όλων (τόσο με το έργο του όσο και με τη ζωή του) είναι ο Γιώργος Χειμωνάς. Ωστόσο, δεν θα το πραγματοποιούσα. Πολλές φορές η γνωριμία με το δημιουργό, εάν δεν είναι άσκοπη, ενδέχεται να λειτουργήσει επιβαρυντικά για την άποψη που έχεις για το έργο του.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Όσο μου επιτρέπει ο χρόνος, ναι, παρακολουθώ. Προσφάτως ήμουν μια έξοχη παράσταση, έναν σπαραχτικό μονόλογο πάνω στη διαφορετικότητα. Πρόκειται για το έργο του Εμανουέλ Νταρλέ “Την Τρίτη στο σούπερ μάρκετ” με τον εκπληκτικό Φαίδων Καστρή.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έχω υποπέσει και σε αυτό το αμάρτημα. Διατηρώ ένα blog (adespotosskylos.blogspot.com) το οποίο περιέχει μόνο ποίηση. Αρχικά ξεκίνησε ως παιχνίδι, ένα παιδικό παιχνίδι άσκησης και οικονομίας του λόγου. Κατέληξε πάλι ως παιδικό παιχνίδι. Σαν να βουτάω που και που μέσα στα σπλάχνα μου (και στα σπλάχνα των άλλων) και εν συνεχεία να γράφω τι είδα και τι μου έκανε εντύπωση.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη “Δουβλινιάδα” του Ενρίκε Βίλα – Μάτας.

Τι γράφετε τώρα;  

Αυτή τη στιγμή έχω περάσει τη φάση της πρώτης πρότασης και βρίσκομαι σε εκείνη του χαλαρού σκελετού. Επί της ουσίας είμαι στο δρόμο για το τρίτο μυθιστόρημά μου, αλλά με εντελώς χαλαρούς ρυθμούς.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Ανάμεικτες. Υπάρχει μια αίσθηση ελευθερίας, αλλά και ασυδοσίας εξαιτίας της απροσχημάτιστης ανωνυμίας ενός εκάστου. Μπορείς να δηλώσεις ότι θέλεις και να μην πληρώσεις… φόρο. Από την άλλη σε όλο αυτό το ηλεκτρονικό δάσος, φύονται και καλά άνθη. Μένει να τα βρεις και να τους φερθείς με τον πρέποντα σεβασμό.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Βεβαίως. Υπάρχουν κριτικοί λογοτεχνίας που αξίζει τον κόπο να τους διαβάζεις. Τόσο από τη σκοπιά του αναγνώστη, όσο και του συγγραφέα. Προσωπικά δεν ψάχνω ούτε εχθρούς, αλλά ούτε και φίλους σε μια κριτική. Η κριτική δεν είναι τίποτα άλλο από το απόσταγμα αυτών που διάβασε ένας συστηματικός αναγνώστης και ο τρόπος που μετέτρεψε το βίωμά του σε λέξεις. Οι παρουσιάσεις είναι ένα εντελώς άλλο πράγμα, περισσότερο ουδέτερο αλλά αρκετά χρηστικό.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Είμαι 17 χρονών και έχω πιάσει την πρώτη μου δουλειά. Είναι χάραμα και βρίσκομαι στο τελευταίο κάθισμα ενός λεωφορείου. Διαβάζω Χένρι Μίλερ (αν θυμάμαι καλά πρέπει να ήταν το Sexus) και μέσα στη νύστα μου, νομίζω ότι βλέπω στο μπροστινό μου κάθισμα έναν από τους ήρωες του βιβλίου. Τρίβω τα μάτια μου, βέβαιος πως κολυμπάω στον πάτο μιας γαλάζιας παραίσθησης. Αποτέλεσμα; Έχασα τη στάση στην οποία έπρεπε να κατέβω, άργησα στη δουλειά, έφαγα κατσάδα και τελικώς ποτέ δεν διαπίστωσα αν όντως ο μπροστινός μου ήταν ένας από τους ήρωες του φίλτατου Χένρι.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ποτέ, ποτέ, ποτέ. Δεν με ενδιαφέρει ούτε η αιωνιότητα, ούτε η νιότη. Μια χαρά είμαι και έτσι. Επαναλαμβάνω: ποτέ, ποτέ, ποτέ. Ψάξτε αλλού για Φάουστ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν απογοητεύομαι γιατί δεν περιμένω ποτέ κάτι να συμβεί. Έρχεται και με βρίσκει η καταιγίδα από μόνη της. Άρα μια χαρά ήταν οι ερωτήσεις.

Στις φωτογραφίες: Louis Ferninard Celine, Samuel Beckett, Harry Mulisch, Kurt Vonnegut Jr., William Burroughs, Hugo Claus, Italo Calvino.

Εντευκτήριο, τεύχος 95 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2011)

Αφιέρωμα Ντίνος Χριστιανόπουλος

Εσείς που βρήκατε τον άνθρωπό σας/κι έχετε ένα χέρι να σας σφίγγει τρυφερά, /έναν ώμο ν’ ακουμπάτε την πίκρα σας, /ένα κορμί να υπερασπίζει την έξαψή σας,//κοκκινίσατε άραγε για την τόση ευτυχίας σας,/έστω και μια φορά;/Είπατε να κρατήσετε ενός λεπτού σιγή/για τους απεγνωσμένους; [Ανυπεράσπιστος καημός]

Με το λογοτεχνικό του έργο (ποιήματα και πεζά, δοκίμια, μελέτες και βιβλιογραφικές εργασίες), ο Ντίνος Χριστιανόπoυλος έχει κατακτήσει από νωρίς διακεκριμένη θέση στη νεοελληνική γραμματεία του 20ού αιώνα· ειδικότερα στην πνευματική ζωή της γενέτειράς του συγκροτεί από μόνος του ένα ιδιαίτερο και πλούσιο κεφάλαιο της πνευματικής της ζωής, καθώς ―εκτός από το προσωπικό του έργο― δημιούργησε το λογοτεχνικό και καλλιτεχνικό περιοδικό Διαγώνιος (που άφησε βαθύ αποτύπωμα στα μεταπολεμικά μας Γράμματα) και τις «παραφυάδες» του: τις Εκδόσεις Διαγωνίου, τη Μικρή Πινακοθήκη «Διαγώνιος» και το καλλιτεχνικό φυλλάδιο Κόσκινο, όπως γράφει στο ιστολόγιο του Εντευκτηρίου ο Γιώργος Κορδομενίδης.

Ο πολυπράγμων χειρώνακτας των ελληνικών γραμμάτων, που πάντα λειτουργεί με πνεύμα μελισσιού, κήδεψε εξακολουθητικά, με τον προσήκοντα σεβασμό, τους τεθνεώτες, των νεότερων χρόνων, άξιους γραφιάδες της Θεσσαλονίκης και της μακεδονικής γης ευρύτερα, πολλοί απ’ τους οποίους ήταν σπρωγμένοι στην αναγνωστική αφάνεια και την ακαδημαϊκή υπεροψία και μικρότητα γράφει ο Γιώργος Χ. Θεοχάρης (Όταν το βίωμα γίνεται ποίημα πριν γραφεί). Άνθρωπος που δεν ισορροπεί αν δεν μοιράσει και δεν μοιραστεί ό,τι πολύτιμο αναβλύζει απ’ την ψυχή του, ο Χριστιανόπουλος έγκαιρα κατάλαβε πως η καλή λογοτεχνία, ιδιαιτέρως η ποίηση, γράφεται σβήνοντας, σκίζοντας, απορρίπτοντας κι έχτισε ένα έργο με ποιητικό ρεαλισμό, στεγνό, σταράτο και γυμνό. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνεις χαρακτηρίζει την ποίησή του αντι-ποιητική, γράφοντας για μια ουσία που προκύπτει τελικά από την γενική κατάσταση που εκπέμπει το ποίημα, κρυμμένη καλά στα κουφώματα…για να φτιάξει ένα μαρτυρολόγιο του εαυτού του, έναν ερωτικό Γολγοθά, και πίνει θεληματικά το όξος, που κατόπιν μετατρέπει σε γευστικό αψύ κρασί μπρούσκο.

Μα ήταν γυμνό δίχως εσέ το ταβερνάκι, /ήταν απάνθρωπα τα ξένα μάτια/και τα τραγούδια βούιζαν τόσο τρομαχτικά, /που γλίστρησα και πάλι απαρηγόρητος/στις γειτονιές της εγκατάλειψης να ξεχαστώ. [Ξένα γόνατα]

Η μορφή του Ντίνου Χριστιανόπουλου εμπνέει στη Μαρία Κουγιουμτζή «παράλληλες σκέψεις, συνειρμούς και λοξοδρομήσεις» και «αφηγήσεις ψηγμάτων από ερεθίσματα, επιρροές και σκέψεις». Η Μαρία η Αιγυπτία που τραγουδούσε ρεμπέτικα και το αθώο άγγιγμα της Αγίας Αγνής με τον Άγιο Σεβαστιανό της αποκάλυψαν τη δύναμη της σάρκας και της έσκισαν το πέπλο της άγνοιας. Το κράμα πάθους και ηθικής που κατέκλυζε την ποίηση του Χριστιανόπουλου την έμαθε να μην ενδιαφέρεται για τα ξεφωνητά της αμαρτίας αλλά για τους λυγμούς της.

Σαν τους αριστερούς σας αγαπώ, αδέρφια μου·/κι αυτοί κι εμείς διαρκώς κατατρεγμένοι:/αυτοί για το ψωμί – εμείς για το κορμί,/αυτοί για λευτεριά – εμείς για έρωτα,/για μια ζωή δίχως φόβο και χλεύη./ Σαν τους αριστερούς σας αγαπώ, αδέρφια μου,/παρόλο που κι αυτοί μας κατατρέχουν. [Κατατρεγμένοι]

Μαρία Ιατρού, Χρήστος Καββαδάς, Roberto Capel Badino, Crescenzio Sangilio, Δημήτρης Κόκορης, Περικλής Σφυρίδης, Νίκος Δαββέτας, Τάσος Καλούτσας, Παναγιώτης Σ. Πίστας, Θανάσης Μαρκόπουλος, Κωνσταντίνος Ν. Πλαστήρας, Σωτηρία Σταυρακοπούλου, Δημήτρης Χουλιαράκης, Άρις Γεωργίου, Νίκος Καρατζάς, Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου, Γιώργος Κορδομενίδης, Θωμάς Κοροβίνης, Ηλίας Κουτσούκος, Σπύρος Λαζαρίδης, Βάνα Χαραλαμπίδου, Γιώργος Χρονάς προσφέρουν κείμενά τους για τον Ν.Χ. και το αφιέρωμα συμπληρώνεται με επιλογή επιστολογραφίας (1950 – 1954) από το αρχείο του ποιητή, με επιστολές ή μπιλιέτα που του έστειλαν ομότεχνοί του (Γιώργος Θέμελης, Τηλέμαχος Αλαβέρας, Ζωή Καρέλλη, Τριαντάφυλλος Πίττας, Τάκης Βαρβιτσιώτης, Μάριος Βαϊάνος, Γ. Ξ. Στογιαννίδης, Δ. Π. Παπαδίτσας, Ρένος Αποστολίδης, Μίλτος Σαχτούρης, Γ. Τσιτσιμπίκος, Οδυσσέας Ελύτης, Ν. Γ. Πεντζίκης, Κ. Ι. Δεσποτόπουλος, Γιάννης Δάλλας, Τ. Κ. Παπατσώνης) ενώ ο Γιώργος Κορδομενίδης συντάσσει κι ένα συνοπτικό όσο και τεκμηριωμένο χρονολόγιο με τους σημαντικότερους σταθμούς του έργου και της ζωής του.

Ο τελευταίος μας κοινωνεί κι ένα πολύτιμο αφηγηματικό και φωτογραφικό πεντασέλιδο για τα δέκα χρόνια «Underground Εντευκτήριο». Τόσο ωραία πράγματα σ’ εκείνο το υπόγειο, και κρίμα που ξεκίνησαν ακριβώς την εποχή που εγκατέλειπα την Θεσσαλονίκη μετά από δεκαπενταετία στην αγκάλη της.

… Εδώ δεν είναι τόπος να πλαγιάσουμε./Τ’ αγκάθια τσιμπούν και τα τριβόλια κολνούν και προδίδουν//Το λασπωμένο ρέμα, όλο κουνούπι και κακό,/δε μοιάζε τα ολοκάθαρα ρυάκια του χωριού σου.//Εδώ δεν είναι τόπος να ξανάρθουμε./Έχτισαν κι άλλο σπίτι, βλέπω φως στο παράθυρο./Ο χωματόδρομος περνάει σχεδόν δίπλα μας./Ζευγάρια επιστρέφουν με το μοτοσακό./…/Εδώ δεν είναι τόπος για μας./Ακόμα κι εξοχή έχει τον τρόπο της να μας πληγώνει.  [202 σελ.]

Στις φωτογραφίες (από το ιστολόγιο του Εντευκτηρίου και βέβαια από το αφιέρωμα του τεύχους): ο Ντίνος Χριστιανόπουλος ταξινόμος στην Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης (1958), με τη Ζωή Καρέλλη στην παλιά παραλία της Θεσσαλονίκης (1959) και με τους Κάρολο Τσίζεκ και Ν.Γ. Πεντζίκη στον Άγιο Πρόδρομο Χαλκιδικής (1976, φωτ. Γιάννης Βανίδης).