Ευγένιος Τριβιζάς – Ο Τζιμ το Τζιτζίκι

…και η συμμορία του μονόφθαλμου τυφλοπόντικα

Θίασος ’81

Δυο λαλίστατα μυρμήγκια μαζεύουν και μαζεύουν και μαζεύουν όχι ένα ούτε δυο αλλά σαράντα σπόρους ροδιού για το χειμώνα ενώ ένα χαμογελαστό τζιτζίκι παραδίπλα απορεί κι ομολογεί: Και μόνο που τα βλέπω παθαίνουν υπερκόπωση τα μάτια μου. Αυτός είναι αοιδός σωστός και τραγουδοποιός χαρωπός, ικανός να σκαρώσει στο άψε σβήσε τραγούδι για τους πάντες.  Εδώ ο παραδοσιακός μύθος του τζίτζικα και του μέρμηγκα δεν έχει την καθιερωμένη, διδακτική εξέλιξη, αλλά ανατρέπεται σε μια εναλλακτική εκδοχή που όλοι σκεφτόμασταν μικροί: μήπως και το να αποταμιεύεις σ’ όλη σου τη ζωή σε στερεί ακριβώς από αυτή; Ή όπως τραγουδά ο τζίτζικας στο πρώτο ρεφραίν που εμπνέεται από τους εργατικότατους μέρμηγκες: Να Τζι Κανείς ή Να Μη Τζι;

Τα μυαλά σου και μια ψείρα του απαντούν εκείνοι και συνεχίζουν να ξεχειλίζουν το κίτρινο μονόκυκλο, δίνοντας ραντεβού για το χειμώνα, βέβαιοι πως αν κάποιος χρειαστεί τον άλλον, αυτός θα είναι ο τζίτζικας. Απ’ τα μέρη περνούν δυο τροφαντές κότες, ένας ντελάλης σκύλος κι ένας μονόφθαλμος τυφλοπόντικας με την ασύλληπτη συμμορία του αλλά κι ένας δαιμόνιος κυνηγός ταλέντων. Ο τελευταίος, μια απολαυστική γοτθική φιγούρα, έχει ήδη εντοπίσει τις φωνητικοσυνθετικές ικανότητες του τζιτζικιού και θέλει να τον μεταλλάξει σε σούπερ σταρ του ζωολογικού στερεώματος. Ο ίδιος άλλωστε καθιέρωσε τον Λάρι το μουλάρι και τον Συλβέστρο τον Αστακό Μαέστρο, όχι αστεία. Απ’ όλα αυτά τα άσματα, γκαρίσματα, βελάσματα ο φαντασιώδης ιμπρεσάριος μπορεί να βγάλει θαύματα: τζιτζιβιάσου για ν’ αλλάξει η θωριά σου! Το συμβόλαιο είναι ακαταμάχητο και περιλαμβάνει μεταξύ άλλων γρύλο μπάτλερ, λιμπελούλα καμαριέρα και προσωπικό πεταλωτή κι ο Τζιμ Τζιτζερόμ είναι πλέον έτοιμος για τα φώτα της σκηνής.

Αλλά ο αιωνόβιος χειμώνας έχει αρχίσει και τα μυρμήγκια αντιλαμβάνονται πως δεν αρκεί μόνο η μάσα στη ζωή. Στο χειμερινό τους καταφύγιο βασιλεύει η ανία και λείπει η διασκέδαση. Ακόμα κι αν έξω βρέχει, η έλλειψη των φίλων είναι πολύ πιο δυσβάσταχτη. Η είδηση της συναυλίας του Τζιμ τους δίνει νόημα κι είναι έτοιμοι να ανταλλάξουν ένα μεγάλο μέρος των αποταμιευμένων σπόρων με το πολυπόθητο εισιτήριο. Ο μονόφθαλμος τυφλοπόντικας θα εκμεταλλευτεί την κοσμοσυρροή έξω από τη συναυλία και θα κλέψει τα ρόδια. Αλλά εκείνα τα ρόδια ήταν ωραία και μεγάλα, λίγο αλλιώτικα από τ’ άλλα: αποτελούσαν την τελευταία λέξη στην κηπουρική, ήταν δηλαδή μεταλλαγμένα. Τα διαφήμιζε το κοτοπόλιταν, τα υποστήριζε το ένα μυρμήγκι και τώρα κάποιοι θα την πληρώσουν! Ωραία θα ήταν να γέμιζαν οι αλάνες αρακά και μελιτζάνες αλλά τι είδους;

Ο «ποιητής παραμυθιών» και  «μαιτρ ανατροπών» Εύγε – Ευγένιος χρωματίζει ένα ακόμα παραμύθι που αλληγορίζει χωρίς ν’ αλλοιθωρίζει. για την φιλία και την υπεροψία, την άκυρη ζωή χωρίς τέχνη και μουσική, τις χαρές της συνύπαρξης και των φυσικών τροφών. Η ωραία μουσική της σκηνικής περιπέτειας είναι εμφανής από τα πρώτα δευτερόλεπτα (Γιάννη Ζουγανέλη υπογράφοντος) ιδίως στο τραγούδι που τιτλοφορεί το έργο αλλά σε μια σειρά ακόμα τραγουδιών που χαρακτηρίζουν όλη την παράσταση ιδίως στο πρώτο μέρος [το δισκάκι διανέμεται μαζί με το πρόγραμμα]. Στο τέλος όλα τα ζώα ενώνονται στο δικό τους σούπερ γκρουπ και στη δική τους νέα γνωστική φιλία. Άρα: Να τζι κανείς, να τζει!

Σκηνοθ. Νανά Νικολάου, μουσ. Γιάννης Ζουγανέλης, σκην. – κοστ.: Λαμπρινή Καρδαρά, χορογρ. Αρετή Μώκαλη, φωτ.: Μελίνα Μάσχα, βοηθ. σκηνοθ.: Πελαγία Αγγελίδου. Παίζουν, αυτοσχεδιάζουν, χορεύουν, τραγουδούν και μας ρωτάνε στα ίσια οι: Πελαγία Αγγελίδου, Γιάννης Πολιτάκης, Θοδωρής Πετρόπουλος, Δημήτρης Μόσχος, Δημήτρης Γαλάνης, Στάλλα Μαγγανά, Θοδωρής Αρεστός. / Λεωφ.Αλεξάνδρας 74/ 210-6424414 και 210-6424424 / Κυριακές 12:00 / 90΄ (με το διάλειμμα).

Περιοδικό Διαβάζω, τεύχος 525 (Ιανουάριος 2012)

Στα μέσα Δεκεμβρίου του 2011 έφυγε πλήρης ημερών ο George Whitman, ο θρυλικός ιδρυτής του Shakespeare & Co, ενός βιβλιοπωλείου στην Αριστερή Όχθη του Παρισιού, πνευματικό ορόσημο της πόλης από το 1948. Ένα μεγάλο ταξίδι του άλλαξε τη φιλοσοφία ζωής, όπως και για τόσους άλλους: στη δική του περίπτωση ήταν οι όλες χώρες της Λατινικής Αμερικής που γύρισε με κάθε τρόπο και με ελάχιστα χρήματα. Η γενναιοδωρία και η φιλοξενία που του έδειξαν οι λατινοαμερικανοί τον σημάδεψαν οριστικά: η επιθυμία του να την ανταποδώσει στους ταξιδιώτες – ανθρώπους των γραμμάτων από όλο τον κόσμο ήταν καθοριστική. Και πώς να ξεχνούσε και το στίχο του Yeats: Μην είστε αφιλόξενοι στους ξένους, γιατί μπορεί να είναι μεταμφιεσμένοι άγγελοι…

Στο βιβλιοπωλείο το έχουν μείνει, κοιμηθεί, φάει, γράψει και δουλέψει πάνω από 40.000 άνθρωποι. Ανάμεσά τους και συγγραφείς: Henry Miller, Anais Nin, Samuel Beckett, James Baldwin, Lawrence Durrell, William Burroughs. Ο φίλος του Lawrence Ferlinghetti άνοιξε ένα αντίστοιχης φιλοσοφίας βιβλιοπωλείο στο San Francisco. Έτσι το παλιό μανάβικο στην Rue de la Bucherie με τα χαρακτηριστικά δέντρα με τα μικρά ροζ λουλούδια έγινε ένας μοναδικός τόπος συγκέντρωσης, με αναρίθμητες ιστορίες και μια σπάνια κοινοβιακή φιλοσοφία ζωής και πνεύματος – και το προς μνήμη του Whitman δισέλιδο του τεύχους μάς θυμίζει πως μας περιμένει πάντα – έστω τους πιο τυχερούς.

Ο Αλαίν ντε Μποτόν συζητάει για το βιβλίο του Μια βδομάδα στο αεροδρόμιο και στην εμπειρία της εβδομαδιαίας του διαμονής στο Χίθροου – αυτός κι αν είναι τυχερός!: «Παρά την εξάντληση του ταξιδιώτη, οι αισθήσεις του βρίσκονται σε εγρήγορση, καταγράφοντας τα πάντα – το φως, τη σηματοδότησης, το χρώμα των δερμάτων, τους μεταλλικούς ήχους, τις διαφημίσεις – τόσο έντονα λες και είναι νεογέννητο… Εδώ βλέπεις την παγκοσμιοποίηση, τον άκρατο καταναλωτισμό, τις διαλυμένες οικογένειες, το σύγχρονο μεγαλείο σε δράση…Τα αεροδρόμια είναι εξαιρετικά μέρη για να παρακολουθείς τον κόσμο χωρίς να κινδυνεύεις να αντιληφθούν ότι τους κατασκοπεύεις….Είναι μέρη όπου η υψηλή τεχνολογία συναντά την καταναλωτική κοινωνία – όπου νοιώθουμε την παρουσία του τεράστιου συλλογικού νου του σύγχρονου κόσμου».

Και πώς δικαιολογεί την συνεργασία λογοτεχνίας και επιχείρησης, καθώς το συγκεκριμένο βιβλίο του ανατέθηκε από την εταιρεία που διαχειρίζεται το αεροδρόμιο το συγκεκριμένο βιβλίο; «Οι συγγραφείς είναι πολύτιμοι μάρτυρες των εξελίξεων στον σύγχρονο κόσμο. Τους χρειαζόμαστε στα αεροδρόμια, αλλά και στα νοσοκομεία, στις τράπεζες, στα σουπερμάρκετ, στα σχολεία. Θα πρέπει να προσέχουμε ώστε η αναφορά στη συναισθηματική ζωή να μην είναι η μοναδική επιλογή που τους αφήνουμε».

Για τον συγγραφέα το πιο συναρπαστικό σχετικό αφήγημα θα το έγραφε ο Ντάντλεϋ Μάστερς, που πέρασε τριάντα χρόνια στο αεροδρόμιο γυαλίζοντας παπούτσια: «Υπάρχει πάρα πολύ υλικό στην καθημερινή ζωή. Αυτό που κάνει έναν συγγραφέα δεν είναι η ποιότητα του υλικού αλλά ο τρόπος που το ερμηνεύει. Γι’ αυτό μερικές φορές πχ κάποιος που έχει δει τα πάντα, όπως ένας πρωθυπουργός για παράδειγμα, να μην μπορεί να γράψει καθόλου καλά…» Και πέρα από τη βαθιά διχασμένη κοινωνία που μας αποκαλύπτουν ολοκάθαρα οι χώροι των αεροδρομίων, «την ίδια στιγμή μας προσκαλούν να ονειρευτούμε έναν τέλειο κόσμο κάπου αλλού. Μας βοηθούν να έρθουμε σε επαφή με την ιδέα των εναλλακτικών πραγματικοτήτων και την έννοια της σχετικότητας. Μας ταρακουνούν ώστε να θυμηθούμε ότι ο κόσμος είναι πιο παράξενος, συναρπαστικός και ποικιλόμορφος απ’ ότι τον φανταζόμαστε όταν βρισκόμαστε σε οικείο περιβάλλον…»

Στον φάκελο του τεύχους, που τιτλοφορείται «Τι Διαβάσαμε το 2011. Τάσεις και προεκτάσεις», η ελληνική πεζογραφική και ποιητική παραγωγή του έτους συντομογραφείται από τους Γιώργο Ξενάριο και Γιάννη Δούκα αντίστοιχα. Η Έρη Σταυροπούλου μιλάει για την περιπέτεια της ανασύστασης του μέχρι τώρα αγνώστου χειρογράφου της Διδώς Σωτηρίου (Τα Παιδιά του Σπάρτακου), παρουσιάζονται πρόσφατες εκδόσεις των Τζέφρυ Ευγενίδη, Τζον Λε Καρέ, Ρομπέρτο Μπολάνιο κ.ά.

Και μια ιστορία από τον Βασίλη Βασιλικό, αφηγημένη στον Γιάννη Ν. Μπασκόζο: «Κάποτε στη Χούντα κάποιοι καταγγείλανε μια οικογένεια ως αντιστασιακούς. Οι αστυνομικοί πάνε για εξακρίβωση. Κτυπάνε την πόρτα: Ασφάλεια, ανοίξτε! Το ζευγάρι κοιτάει μήπως έχει κάτι ενοχοποιητικό και ανακαλύπτει στη βιβλιοθήκη το Ζ. Δεν προλαβαίνουν να το κρύψουν και το ρίχνουν μέσα στη σούπα, μια κακαβιά που έβραζε στο μάτι της κουζίνας. Οι ασφαλίτες κάνουν έλεγχο, δεν βρίσκουν τίποτα και ενώ ετοιμάζονται να φύγουν τους μυρίζει η σούπα. «Δοκιμάστε», τους προτρέπουν οι ιδιοκτήτες. Οι ασφαλίτες νιώθουν άσχημα που τους ταλαιπώρησαν και δοκιμάζουν από ευγένεια. «Ωραία είναι, μάλλον έχει πολλά μελανούρια» αποφαίνονται…»

Γιατί εκτός από την αιώνια ανθρώπινη αντίσταση υπάρχει και η απολαυστική ταπείνωση των απανταχού ανθρωπακίων.