Γκεόργκι Γκρόζντεβ – Πλιάτσικο

Μέσα στο αγριεμένο πλήθος

Μας διακατέχουν χιονοστιβάδες λέξεων. Έχουν αλώσει τις ψυχές μας (…) Μήπως εσκεμμένα σωπαίνουν τα ζώα; Άραγε θα ήθελαν να επικοινωνήσουν με μας τους ανθρώπους; Τι παραπάνω ξέρουμε να τους πούμε; (…) Όλοι γινόμαστε πλιάτσικο των λέξεων που μας κυνηγούν. Θα έρθει το τέλος αυτής της καταδίωξης; Μήπως η αιώνια σιωπή θα είναι η σωτηρία μας; (σ. 38-39)

Πράγματι, οι λέξεις δεν έχουν θέση μεταξύ των χαρακτήρων του Πλιάτσικου, όχι διότι αδυνατούν να εκφράσουν την μαγεία της φύσης, αλλά επειδή περισσεύουν των απόλυτα ατομικιστικών πράξεών τους. Πρόκειται για πρόσωπα που επιδίδονται σε μια σχεδόν ακραία μορφή «εναλλακτικού» κυνηγετικού τουρισμού σε κάποιο εκτροφείο άγριων ζώων γύρω από ένα εγκαταλειμμένο χωριό, στην καρδιά της βουλγαρικής φύσης. Σε έναν τόπο όπου η άγρια ομορφιά είναι «είδος προς πώληση», η θνησιμότητα των νεογέννητων ζώων φτάνει το 95% και ο σπόρος του αρσενικού αποκτά διαστημική αξία, κυνηγούν τις ελαφίνες και τις αρκούδες σε ερημωμένα αμπέλια και αυλές, αδιάφοροι για τις σφαίρες που βουίζουν επικίνδυνα κοντά τους. Με τα αισθητήριά τους ακονισμένα πυροβολούν τα φοβισμένα ζώα από πάθος ή από συνήθεια.

Σε αυτά τα εμπόλεμα πεδία διασταυρούμενων πυρών συνευρίσκονται ο κοινοτάρχης και βιαστής Ένιο (Νταούλι), ο αστυφύλακας και λαθροκυνηγός Κέμπο (απολαμβάνοντας αμφότεροι την ασυλία των αξιωμάτων τους), ο διαχειριστής του τόπου αλλά και της μοίρας πολλών παρείσακτων περαστικών Χάντερ και ο Ζλάτιο ή «Δράκος», έμπορος γυναικών – πιθανώς οι αντιπροσωπευτικότεροι «αρνητικοί» τύποι της μετασοσιαλιστικής κοινωνίας; Πλάι τους κινούνται ο τραπεζίτης Χανς και ο χρηματιστής Βίλχελμ, πρόσκαιροι φυγάδες της καριέρας χάριν εκτόνωσης, κι ο Μιχάλ ο Λευκός, πουθενά γραμμένος στα μητρώα μα πεισματικά παραμένων των γκρεμισμένων σπιτιών. Στον αντίποδα, η ψυχίατρος Λίνα, που δραπετεύει μαζί με τέσσερις ασθενείς της, για να μην τους καταδικάσει «κλείνοντάς τους σε ένα ντοσιέ», σίγουρη πως ένα ήσυχο χωριό θα τους προσφέρει περισσότερα από ένα περίκλειστο άσυλο. Ονειρεύεται άλλωστε να σώζει ναυαγισμένες ψυχές κι αρνείται να δεχτεί τον πόνο «σαν συμφορά απ’ την οποία πρέπει να κρύβεται κανείς».

Όλος αυτός ο σκοτεινός θίασος, μαζί με τους επισκέπτες που ανεβαίνουν τους κακοτράχαλους δρόμους με σαραβαλιασμένα Μόσκβιτς και Τράμπαντ για να ανταγωνιστούν με την άγρια φύση, που με κάθε νέα βολή νοιώθουν πως δίνουν εξετάσεις, τις νύχτες μεταμορφώνονται σε ανελέητους κυνηγούς, σε σημείο να αναρωτιόμαστε ποιός είναι τελικά ο πραγματικός άγριος λύκος. Οι άνθρωποι δεν είναι μόνο καλοί ή μόνο κακοί. Εξαρτάται σε ποια σελίδα θα τους ανοίξεις (σ. 61).

Η υπαινικτική γραφή του Γκρόζντεβ, διανθισμένη με στοιχεία λαϊκών διηγήσεων, παραμυθιών αλλά και της ανιμαλιστικής βαλκανικής λογοτεχνίας (π.χ. στην έμφαση στις λανθάνουσες αταβιστικές δυνάμεις), χαρακτηρίζεται από έντονη ποιητικότητα ακόμα και στις πιο σκληρές εικόνες: στην ακινησία των ζώων ελάχιστα δευτερόλεπτα πριν τον πυροβολισμό, τις χήνες που πέφτουν απ’ τον έναστρο θόλο στα μαύρα χωράφια, τα πουλιά που κατεβαίνουν απ’ τους αιώνιους αεροδιαδρόμους, τον λαγό που βγαίνει από την κρυψώνα του (οδεύοντας στον αφανισμό του) γιατί δεν αντέχει άλλο την μοναξιά. Αυτή η ποιητική απεικόνιση της «απάνθρωπης» βίας θυμίζει ορισμένες σπουδαίες ταινίες του «μετά το 1989» βαλκανικού κινηματογράφου αλλά και το παλαιότερο μυθιστόρημα του Βασίλη Γκουρογιάννη Το ασημόχορτο ανθίζει.

Τα ζώα αφήνουν τους γενετικούς τους κώδικες στο έδαφος, η γη απορροφά και το σπέρμα τους, στους θανάτους τους εκρήγνυται ο τελευταίος τους οργασμός – η έσχατη έκλαμψη της φύσης πριν τον αφανισμό της ή μήπως η σπορά ενός καλύτερου σύμπαντος; Οι άνθρωποι επιστρέφουν στη Φύση με μεγαλειώδη υπεροψία, αφήνουν ανεξέλεγκτη την αρπακτική τους φύση, στα ξέφωτα ακούγονται μόνο αλαφιασμένες ανάσες και επιθανάτιοι ρόγχοι. Ιδού το ιδανικό πεδίο του πλιάτσικου των πάντων: των πρωτόγονων ενστίκτων, της φύσης, των πλασμάτων της, του απέναντι ανθρώπου, του οποιουδήποτε ανθρώπου – που αποτελεί πλέον και ο ίδιος είδος προς εξαφάνιση.

Ο βουλγαρικής καταγωγής συγγραφέας (γεν. 1957) είναι ιδρυτής του εκδοτικού οίκου Balkani και του δίγλωσσου (βουλγαρικά-αγγλικά) περιοδικού «Λογοτεχνικά Βαλκάνια», καθώς και υπεύθυνος της σειράς «Βαλκανική Βιβλιοθήκη», παρουσιάζοντας για πρώτη φορά στην χώρα του συγγραφείς από άλλες βαλκανικές χώρες (Σεφέρη, Ελύτη, Ρίτσο κ.ά.). Η ελληνική έκδοση συνοδεύεται από κριτικά σημειώματα των Μιχαΐλο Πάντις (από την βουλγαρική εφημερίδα Duma, το βουλγαρικό λογοτεχνικό περιοδικό Literaurni Balkani και το σερβικό λογοτεχνικό περιοδικό Knijevni List) και του Μποζιτνάρ Κούζνεβ (από την βουλγαρική λογοτεχνική εφημερίδα Literaturen vestnik). Επισκεπτήριο: www.balkani.eu.

Εκδόσεις Μανδραγόρας, 2008, μτφ. από τα βουλγαρικά: Χρήστος Χαρτοματσίδης, σελ. 103 (Georgi Grozdev, Pliatchka, 2005)

Πρώτη δημοσίευση: Εντευκτήριο, τεύχος 93 (Απρίλιος – Ιούνιος 2011). Παρουσίαση των τελευταίων τευχών του περιοδικού μέσα στην πρώτη βδομάδα του Σεπτεμβρίου.

Αναδημοσίευση κειμένου, σε μετάφραση του Χρήστου Χαρτοματσίδη, σε Balkani.eu (εδώ) και σε LiterNet, 23.09.2011, № 9 (142) (εδώ).

ΥΓ. Άλλο ένα εξαιρετικό βιβλίο, που αγνοήθηκε από κάθε παρουσίαση και κριτική.

Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 26 (καλοκαίρι 2011)

Η μπανιαροφασκεμένη δέσποινα με τις λευκές στρώσεις και το μαύρο σωσίβιο δια φακού Χέλμουτ Νιούτον δεν αστειεύεται στην έκφρασή της: το καλοκαίρι ήταν και παραμένει εκτυφλωτικό και άγριο, όπως κι όλα γύρω μας, κι ας μας ξεγελούν οι γνωστές αυταπάτες διακοπών, αλλά υπάρχει σωτηρία: η ανάγνωση της λογοτεχνίας αλλά και των περί αυτής. Εδώ είμαστε!

Με το καλημέρα, ένα εξουθενωτικό πλην καταφωτιστικό εντεκασέλιδο κείμενο του George Packer (μτφ. Μαρία Τσάτσου) για τους Χέμινγκγουέι και Ντος Πάσος στον Ισπανικό Εμφύλιο, με αφορμή το βιβλίο του Στίβεν Κοχ, Το σημείο τριβής: ο Χέμινγκγουέι, ο Ντος Πάσος και ο θάνατος του Χοσέ Ρόμπλες. Η δεκαετία 1930-1940 έβρισκε τον Χέμινγκγουέι ως τον λιγότερο πιθανό άνθρωπο για στρατολόγηση στην ισπανική causa. Εμφανιζόταν απογοητευμένος από όλες τις ιδεολογίες και τους υψηλούς στόχους και προτιμούσε το ρόλο του ευγενούς τραυματία που παίρνει αποστάσεις από τα γεγονότα και αντιμετωπίζει στωικά την ήττα του. Όπως ήδη έγραφε στον Αποχαιρετισμό στα όπλα: Υπήρχανε λέξεις που δεν άντεχες ν’ ακούσεις. Τελικά μόνον τα τοπωνύμια είχαν κάποια αξιοπρέπεια. Αφηρημένες λέξεις όπως δόξα, τιμή, θάρρος, αγιότητα, ηχούσαν ως κάτι αισχρό…

Το 1936 ο συγγραφέας παλεύει με το χειρόγραφο του To Have and Have Not και συμφωνεί να στέλνει ανταποκρίσεις από το μέτωπο της Μαδρίτης, ενώ την ίδια εποχή φτάνει και ο Ντος Πάσος, έχοντας μόλις εκδώσει το The Big Money (τρίτο μέρος της τριλογίας USA). Αναμφίβολα ένας πολιτικός συγγραφέας – η ριζοσπαστική του θεώρηση αποκρυσταλλώθηκε τη νύχτα του 1927 όταν οι Σάκο και Βαντσέτι εκτελέστηκαν στην ηλεκτρική καρέκλα – είχε πλέον απομυθοποιήσει την αμερικανική αριστερά και ως ανεξάρτητος ριζοσπάστης ήταν σε δυσμένεια από το Κομμουνιστικό Κόμμα (κι είχε καταγγελθεί το 1934 στο Συνέδριο των Σοβιετικών Συγγραφέων).

Ο θάνατος του στενού του φίλου Ρόμπλες (από εκκαθαρίσεις σταλινικού τύπου) τον συγκλόνισε αλλά και τον σόκαρε, καθώς διαρκώς συναντούσε εμπόδια στις προσπάθειές του να ενημερωθεί και να προστατεύσει την οικογένεια του νεκρού. Η πεποίθησή του πως οι προοδευτικές, λεγόμενες, πολιτικές επιλογές όταν δεν εγγυώνται την ανθρώπινη αξιοπρέπεια είναι απάτη επαληθευόταν. Ο ίδιος είπε κάποτε στον Χέμινγκγουέι: Η ερώτηση που δεν παύω να κάνω στον εαυτό μου είναι, ποια η χρησιμότητα του να μάχεσαι υπέρ των πολιτικών ελευθεριών αν στην πορεία καταστρέφεις αυτές ακριβώς τις πολιτικές ελευθερίες. Αργότερα  ο Όργουελ (του οποίου το Homage to Catalonia παραμένει επίκαιρο, αληθινό και αποκαλυπτικό) θα αναγνώριζε πως ο Ντος Πάσος ήταν από τους λίγους που καταλάβαινε τι συνέβαινε.

Φαίνεται πως ο Χέμινγκγουέι πήγε με το μέρος των παρτιζάνων για προσωπικούς και λογοτεχνικούς λόγους. Το σκηνικό του πολέμου του πρόσφερε το ιδανικό μέσο να εκφραστεί η δική φιλοπολεμική διάθεση. Χαρακτηριστική είναι η φράση του Ισπανού κριτικού Αρτούρο Μπαρέα για το μυθιστόρημα Γη της Ισπανίας: υποτίθεται πως αναφέρεται στους Ισπανούς και τον ισπανικό εμφύλιο αλλά απέχει παρασάγγες από την πραγματικότητα, είναι συνεπώς βαθύτατα αναληθές. Ο συγγραφέας που πάντα αγωνιούσε για την ακρίβεια των εκφραστικών του τρόπων, κατέληξε να αποδέχεται ένα φορτίο ψευδών.

Όσο ο Χέμινγκγουέι έπινε περνό και ακριβά ποτά με ρώσους κομισάριους, ο Ντος Πάσος βίωνε προσωπικές και πολιτικές προδοσίες. Ο Κοχ επικεντρώνει στο μεγάλο ψέμα του Ισπανικού 20ού αιώνα: δεκαετίες ολόκληρες κυριάρχησε ο μύθος ότι ο Εμφύλιος ήταν μια διαμάχη ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο, τη δημοκρατία και το φασισμό. Η μελέτη των Αρχείων του Ρωσικού Κράτους και ιδίως της σοβιετικής μυστικής αστυνομίας απέδειξε ότι ο ρόλος των κομμουνιστών στον πόλεμο υπήρξε σκοτεινός και κατέρριψε το μύθο του καλού εναντίον του κακού. Όμως ένας άλλος συγγραφέας που πολέμησε στον Ισπανικό Εμφύλιο, ο Οκτάβιο Παζ δεν αφέθηκε στις ψευδαισθήσεις αλλά προτίμησε να τις περιγράψει στον Λαβύρινθο της Μοναξιάς του: Πρόσωπα χωρίς ίχνος ευαρέσκειας με έναν σάρκινο, σχεδόν, ρεαλισμό, που όμως αποπνέουν μια απεγνωσμένη αισιοδοξία, συγκεκριμένη και ταυτόχρονα παγκόσμια. Δεν έχω δει ποτέ από τότε την έκφραση αυτή σε κανένα πρόσωπο…Και η ανάμνησή της δεν θα με αφήσει ποτέ. Όποιος είδε μια φορά την Ελπίδα κατάφατσα δεν θα την ξεχάσει  ποτέ. Θα την αναζητάει πάντα και παντού.

Όπως πάντα ο κορμός του περιοδικού είναι τα διηγήματα (Paul Auster, Anne Enright, Παναγιώτης Κουσαθανάς, Άννα Σταυρακοπούλου, Μαρία Τσάτσου, Πάνος Καπώνης, Κώστας Αλεξόπουλος, Νίκος Κουφάκης, Αργύρης Παπαντώνης, Γιάννης Παλαβός, κ.ά.), η ποίηση (Αλέξανδρος Δάρας, Θάνος Τσατσαρώνης, Βασίλης Κουγέας κ.ά.), το δοκίμιο (James Wood για τις νουβέλες του Πολ Όστερ). Ακόμη, συνομιλία με τον Κινέζο εργολάβο κηδειών Ζανγκ Νταολίνγκ, κείμενο του Ντίνου Σιώτη Περί βραβείων και άλλων δαιμονίων, καθώς και των υπόλοιπων ομιλητών στην εκδήλωση του Athens Prize For Literature 2010, ένα Γράμμα από την Ινδία δια χειρός Νίκης Μαραγκού κι ένας φορτισμένος αποχαιρετισμός στον Πάτρικ Λη Φέρμορ.

Η υποδειγματική απόρριψη ενός (και οποιουδήποτε) βραβείου από τον Άσγκερ Γιορν, η φλεγματική αντίστοιχη μιας εργασίας από τον Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, η φλεγόμενη αποκήρυξη κάθε επαγγελματικής σταδιοδρομίας από τον Μίλτο Σαχτούρη, η απάρνηση από τον Βιτγκενστάιν της τεράστιας περιουσίας του, μια αξέχαστη περί λήθης φράση του Τσε Γκεβάρα και η αλησμόνητη παράδοση από τον Γκέοργκ Λούκατς του στυλό του, όταν κλήθηκε από ένοπλο της σοβιετικής καταστολής να παραδώσει τα όπλα του και άλλα αντίστοιχα κι αναντίστοιχα συμπλέκονται στο διήγημα του Χαράλαμπου Γιαννακόπουλου Αναγνώστης βιογραφιών: υποδειγματικές χειρονομίες. Κάπου παραδίπλα κι ένα προσωπικό μου αφήγημα (Αργεντινή 1978) για την τριπλή όψη μιας ιστορίας που αδυνατεί να διαφύγει από την Προσωπική Μνήμη και την Δημόσια Ιστορία και αναγκαστικά μένει σφηνωμένη κάπου ανάμεσα.

Ο Μάνος Στεφανίδης σΤο Πιο σύντομο μυθιστόρημα του κόσμου αποφασίζει να γράψει ένα μυθιστόρημα, όπως και οι εκατοντάδες συμπατριώτες του κι οι χιλιάδες συνάνθρωποί του που το καταφέρνουν χωρίς κατά να φαινόμενα να έχουν καταβάλει και κανένα τεράστιο κόπο, εν γνώσει του πόσο ξέχειλος είναι ο ωκεανός της συγγραφικής ακράτειας, της πολυλογίας, των επανειλημμένων και των βαρετών συμπτώσεων. Η συνέχεια, από τις επιλογές ως τα διλήμματα και τις αποφάσεις είναι σπαρταριστή. Αλλά στο τρίτο μέρος – σας το φυλάω για το επόμενο λογοτεχνείο – μου κόπηκε το χαμόγελο. Ευτυχώς: σε κάποια σημείωση γράφεται: Η παραπάνω ιστορία δεν είναι αληθινή. Δεν είναι ψεύτικη. Είναι κείμενο. Ιδού ο τρίτος πόλος της πραγματικότητας! Δυστυχώς: μου έφυγε κάθε διάθεση να γράψω μυθιστόρημα. Το ίδιο θα συμβεί και σ’ όποιον το διαβάσει. Σας προειδοποίησα.

Ανάστροφο ξεφύλλισμα προς την αρχή, για ένα ανέκδοτο σημείωμα του Γιάννη Βαρβέρη, που αναφέρεται στο Φίλιον: Τη νύχτα δεν έχει κόσμο κι είναι θλιβερά και υπέροχα. Κι αλλού: γκαρσόνια ευγενέστατα, όχι μουσική, όχι παιδιά: η γη της επαγγελίας. Συμφωνώ διπλά κι απόλυτα με τον υπεράξιο εκπρόσωπο της ποιητικής γενιάς των εξαίρετων ποιητών. Το σημείωμα θα συμπεριληφθεί στην έκδοση Café Society, με συγγραφείς συγγράφοντες στα καφέ περί των καφέ, που θα διαμοιράσει η κοινωνία των (δε)κάτων μέσα στο φθινόπωρο. Στον (δε)κατοδείκτη, τέλος, όποια φράση κι αν ξεσηκώσουμε, συμπαρασύρει και την πίεσή μας. Ας πούμε: Υπάλληλοι και συνταξιούχοι της ΔΕΗ που δεν πληρώνουν ηλεκτρικό ρεύμα: 51.000. Μάλλον δεν έπρεπε να γίνω φιλόλογος. Αλλά αξίζει να ενημερώσω τους μαθητές μου περί αυτού. Υποθέτω οι μισοί θα θέλουν να τους κυνηγήσουν κι οι άλλοι μισοί να γίνουν σαν κι αυτούς.  [σ. 192]

Στις φωτογραφίες: ο Χέμινγκγουέι ανάμεσα σε Ισπανούς μαχητές και μαζί με τον Ντος Πάσος (αριστερά), ο δικτάτορας Βιντέλα παραδίδων το παγκόσμιο κύπελλο στον Πασαρέλα στην Αργεντινή του 1978 και ο Οκτάβιο Παζ, διαβασμένος άρα ετοιμοπόλεμος του Εμφυλίου.