Εντουάρντο Γκαλεάνο – Καθρέφτες. Μια σχεδόν παγκόσμια ιστορία

 Υπέρ Αδυνάτων

Αν η Μνήμη της Φωτιάς αποτελούσε την Άγραφη Ιστορία της αληθινής Αμερικής, οι Καθρέφτες αντανακλούν τις σκηνές που τέθηκαν στο περιθώριο της Επίσημης Ιστορίας (από τις απαρχές του κόσμου ως σήμερα)· τα γεγονότα και τις εκδοχές που δεν ειπώθηκαν ποτέ. Ο Γκαλεάνο γράφει με τον γνωστό του τρόπο: τα αφηγήματά του είναι σύντομα αλλά περιεκτικότατα, η γλώσσα του απλή αλλά όχι χωρίς ποίηση, τα ιστοριογραφικά του σχόλια βασίζονται στη λογική αλλά εκφράζονται με πεντακάθαρη, σχεδόν παιδική ματιά – σα να προσκαλεί στη θέση του αφηγητή οποιονδήποτε «απλό» άνθρωπο. Ειρωνεία, ευφυείς παραλληλισμοί, αναλογίες και αντιστροφές συνδέουν περιπτώσεις που μπορεί να τις χωρίζουν αιώνες. Αυτή τη φορά η τεράστια σε όγκο βιβλιογραφία των πηγών αναπόφευκτα παραλείπεται.

Πολιτική, θρησκεία, τέχνη, ήθη, νομική, όλα τέθηκαν με κάθε δυνατό τρόπο στην υπηρεσία της εκάστοτε εξουσίας. Οι αρχαίες γιορτές των κύκλων της φύσης άλλαξαν όνομα, στις πλατείες που ηχούσαν τα ξεκαρδιστικά γέλια του κόσμου τώρα ακούγονται εδάφια από την Αγία Γραφή όπου κανείς ποτέ δεν γελά. Κανείς δεν αναρωτιέται γιατί οι σημερινοί Θεοί είναι ζηλιάρηδες και ανησυχούν για τον συναγωνισμό, εφόσον Εκείνοι είναι οι μόνοι αληθινοί. Μένουν οι επινοήσεις της Χριστιανικής Εκκλησίας (Καθαρτήρια, υποχρεωτικές εξομολογήσεις, άμμωμες συλλήψεις και η αιώνια ψησταριά της κόλασης – η απειλή της οποίας υπήρξε πάντα αποτελεσματικότερη των παραδείσων), μένουν οι εξακόσιες χιλιάδες φράσεις που αποδίδονται στον Μωάμεθ, από τις οποίες όσες καταριούνται τις γυναίκες μετατρέπονται σε αδιαμφισβήτητες ουράνιες αλήθειες.

Οι εθνικοί ύμνοι διακηρύσσουν την ταυτότητα του έθνους μέσα από απειλές, ύβρεις, αυτοπροβολή, δοξολογίες στον πόλεμο και το ιερό καθήκον να σκοτώσεις και να σκοτωθείς. Ο Διάβολος είναι κατά περίσταση μουσουλμάνος, Εβραίος, μαύρος, γυναίκα, ξένος, ομοφυλόφιλος, Τσιγγάνος, Ινδιάνος. Όταν ο Δαίμονας εμφανίστηκε με τη μορφή μιας υποτρόφου στο Οβάλ Γραφείο του Λευκού Οίκου, ο πρόεδρος Κλίντον δεν ανέτρεξε στην απαρχαιωμένες μεθόδους της Εκκλησίας αλλά επί τρεις μήνες χτυπούσε το Κακό βομβαρδίζοντας ανηλεώς τη Γιουγκοσλαβία.

Η γραφειοκρατία του πόνου βασανίζει στο όνομα της εξουσίας, έτσι ώστε η εξουσία να κρατιέται στη θέση της. Η ομολογία του βασανισμένου δεν αξίζει πολλά ή δεν αξίζει τίποτα. Αντίθετα η εξουσία ξεσκεπάζει το πρόσωπό της στις αίθουσες βασανισμούς. Όταν η εξουσία βασανίζει, ομολογεί πως τρέφεται από φόβο. (σ. 96). Η εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, βασισμένη σε ομολογίες αιχμαλώτων πως εκπαιδεύτηκαν εκεί για τη χρήση χημικών και βιοχημικών όπλων το επιβεβαιώνουν. Ο Τομά Σανκάρα που άλλαξε το όνομα της Άνω Βόλτα σε Μπουρκίνα Φάσο, γη των ενάρετων ανθρώπων, είπε: «Η Παγκόσμια Τράπεζα και το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο μας αρνούνται τους πόρους γα να βρούμε νερό στα εκατό μέτρα, αλλά διατίθενται να σκάψουν πηγάδια τριών χιλιάδων μέτρων για την εξαγωγή πετρελαίου». Η Παραγουάη αφανίστηκε μέσω εξολόθρευσης δασκάλων και μαθητών, εξαφάνισης του εθνικού της αρχείου και υπέρογκου δανεισμού.

Ιστορίες που δεν θα μάθουμε ποτέ, που μας αφορούν ακόμα και σήμερα όσο ποτέ. Όταν γύρω στο 1890 ένας ταξιδιώτης επισκέφθηκε την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης μίλησε κολακευτικά για «την πόλη όπου υπερισχύουν τα ζωηρά χρώματα». Τα σπίτια διέθεταν ακόμα προσόψεις κόκκινες, κίτρινες, γαλάζιες… Οι ειδήμονες εξήγησαν ότι παρόμοια βάρβαρη συνήθεια δεν ήταν αντάξια ευρωπαϊκής χώρας. Για να είσαι Ευρωπαίος έπρεπε να είσαι πολιτισμένος, δηλαδή σοβαρός, συνοφρυωμένος. Έκτοτε η πόλη ενδύθηκε με νόμο το γκρι χρώμα, το χρώμα που έχουν όλες οι μεγάλες πόλεις που μας απαγορεύουν να αναπνέουμε, να περπατάμε και να συνευρισκόμαστε. Ο συχνά αφηρημένος Πολ Γκογκέν έβαλε την υπογραφή του σ’ ένα δυο γλυπτά από το Κονγκό, ένα λάθος μεταδοτικό που επανέλαβαν οι Πικάσο, Μοντιλιάνι, Κλέε, Τζακομέτι, Ερνστ, και μάλιστα αρκετά συχνά, «γεννώντας» την μοντέρνα τέχνη. Η Ωδή στην Ελευθερία του Μπετόβεν λογοκρίθηκε κι έγινε Ωδή στη Χαρά, η Κόκα Κόλα έβαψε κόκκινο τον Άη Βασίλη.

Ηττημένοι και αδύναμοι υπήρξαν εσαεί απόντες από κάθε Ιστορία. Αμέτρητες γυναίκες υπέφεραν, εξ’ ορισμού εξόριστες από αυτήν, τα πάνδεινα. Η Έμιλυ Ντίκινσον, τέκνο μιας εποχής όπου οι άνδρες ασχολούνταν με την πολιτική και το εμπόριο και οι γυναίκες διαιώνιζαν το είδος και αρρώσταιναν, γόνος μιας τάξης που απαγόρευε να μιλήσει για τον εαυτό της, κλεισμένη στο δωμάτιό της επινοούσε ποιήματα που παραβίαζαν τους νόμους, τους κανόνες της γραμματικής και της έγκλειστης ζωής. Όλοι οι πρώτοι ρώσοι επαναστάτες αφανίστηκαν, η μορφή τους σβήστηκε από τις ιστορικές φωτογραφίες, το όνομά τους από τα βιβλία ιστορίας. Ο απαγορευμένος συγγραφέας Ισαάκ Μπάμπελ που κάποτε είπε: «επινόησα ένα νέο [λογοτεχνικό] είδος: τη σιωπή» δικάστηκε μέσα σε είκοσι λεπτά, αλλά η γυναίκα του πληροφορήθηκε την εκτέλεσή του δεκαπέντε χρόνια αργότερα. Οι ολυμπιονίκες Σμιθ και Κάρλος (Μεξικό 1968) που ύψωσαν τη σφιγμένη γροθιά με μαύρα γάντια, Μαύροι Πάνθηρες που καταγγέλλουν τον ρατσισμό στις ΗΠΑ, διώχθηκαν από τους αγώνες, αποκλείστηκαν από κάθε διοργάνωση, έμειναν άνεργοι, ο δεύτερος έπλενε αυτοκίνητα για ένα φιλοδώρημα.

Τόσες λανθασμένες ονομασίες («φυσικές» καταστροφές, λες και η φύση είναι ο θύτης κι όχι το θύμα, Ισπανικός «εμφύλιος»…), τόσες ειρωνείες: ο γιος του ποιητή Λουγκόνες επινόησε τα βασανιστήρια με ηλεκτροσόκ και σαράντα χρόνια αργότερα, η εγγονή του ποιητή, Πιρί Λουγκόνες, υπέφερε από βασανιστήρια από τις ανακαλύψεις του πατέρα της στις αίθουσες μιας άλλης δικτατορίας που εξαφάνισε χιλιάδες Αργεντινούς. Καθώς ηγέτες ακούνε φωνές από το υπερπέραν και σπεύδουν να απελευθερώσουν χώρες και λαούς ακόμα και στην άλλη άκρη της γης, ο Αμβρόσιος Μπιρς διαπίστωνε: Ο πόλεμος είναι ο δρόμος που επέλεξε ο Θεός για να μας μάθει γεωγραφία.

Σ’ έναν κόσμο όπου οι κατακτητές έχουν το άσυλο που τους παρέχει η ιστορία και την ατιμωρησία που τους εγγυάται η εξουσία υπάρχει χώρος για ομορφιά και δικαιοσύνη. Ένας τυφλός ταξιδιώτης έβλεπε με τα πόδια, ο Τζάνγκο Ράινχαρντ έκανε μυστική συμφωνία με την κιθάρα του (κάθε φορά που παίζει να του χαρίζονται τα δάχτυλα που του έφαγε η φωτιά στο τροχόσπιτο), ο Δον Κιχώτης, άλλη μια περιπέτεια της ελευθερίας που γεννήθηκε στις φυλακές (όπου βρισκόταν για χρέη ο Θερβάντες) περιφέρεται ακόμα στον κόσμο και στο τελευταίο γράμμα του στους γονείς του: Νοιώθω και πάλι στις φτέρνες μου τα πλευρά του Ροσινάντη. Ξαναπαίρνω τους δρόμους με την ασπίδα στο χέρι. Κι όπως είπε ο Λουμούμπα, κατηγορώντας την αυτοκρατορία της σιωπής: κάποια μέρα η Ιστορία θα πάρει το λόγο.

Εμείς είμαστε τα ανθρωπάκια: οι εξολοθρευτές των πάντων, οι διώκτες του πλησίον μας, τα μόνα ζώα που εφευρίσκουν τις μηχανές που επινοούν, τα μόνα που δηλητηριάζουν το νερό που πίνουν και τη γη που τα θρέφει, τα μόνα που βασανίζουν αλλά και τα μόνα που δημιουργούν λέξεις, για να μη χαθεί η πραγματικότητα και η μνήμη της, γράφει ο συγγραφέας. Και παρά την αφάνταστη σκληρότητα ζωής και θανάτου των αδυνάτων, μένει το ύστατο μάθημα ζωής από τον Ομάρ Καγιάμ (που προτιμούσε την ταβέρνα απ’ το τζαμί): για μας τους εφήμερους θνητούς, η μόνη αιωνιότητα είναι η στιγμή, και είναι προτιμότερο να την πιείς παρά να την κλάψεις.

Εκδ. Πάπυρος, 2009, μτφ. Ισμήνη Κανσή, σ. 373, με ευρετήριο (Eduardo Galeano, Espejos, 2008)

Πρώτη δημοσίευση: Περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 25 (άνοιξη 2011), Αφιέρωμα Literatura Latinoamericana [Λατινοαμερικανική Λογοτεχνία]. Στις φωτογραφίες: μια αυλή κάπου στην Αγκόλα, μια σχολική αίθουσα στην Καμπούλ.

Athens Review of Books τεύχος 17 (Απρίλιος 2011)

Ίσως αυτό δεν είναι ποίημα αλλά θα πω τουλάχιστον ό,τι νιώθω

Τώρα που πραγματικά χρειάζεται μια επανάσταση

όσοι υπήρξαν ένθερμοι οπαδοί της αδιαφορούν.

Την ώρα που η χώρα δολοφονείται και βιάζεται

η Ευρώπη αντί ν’ ανταποκριθεί στις εκκλήσεις για βοήθεια χασμουριέται.

Ενώ οι πολιτικοί επιλέγουν την αθλιότητα,

καμιά φωνή δεν τολμάει να τη στιγματίσει.

Η εξέγερση των νέων που ζητούσαν έναν νέο κόσμο ήταν απάτη,

η γενιά εκείνη υπέγραψε τη θανατική της καταδίκη.

Ακούει με απάθεια τις κραυγές όσων χάνονται

αφού δεν είναι παρά βάρβαροι που αλληλοσφάζονται

[…]

Αν το ποίημα Σεράγεβο αποτελεί το τελευταίο άκρο της σπουδαίας γραφής του Τσέσλαβ Μίλος, σίγουρα η ψυχή της βρίσκεται στην Αιχμάλωτη σκέψη, στο δοκίμιο που έγραψε το 1951 (έκδ. 1953) όταν εγκατέλειψε την διπλωματική υπηρεσία της Πολωνίας και ζήτησε πολιτικό άσυλο στη Γαλλία και στο οποίο αναλύονται οι εμπειρίες του από τους κύκλους των διανοούμενων στην Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και τη βαθμιαία προσαρμογή τους στο ολοκληρωτικό σύστημα και απομυθοποιείται κάθε ιδεολογική τους ψευδαίσθηση. Το κεντρικό κείμενο του τεύχος («Ο σταλινισμός ως φυσική καταστροφή και η αιχμάλωτη σκέψη», του Λεωνίδα Χατζηπροδρομίδη) αφιερώνεται στο μείζον αυτό έργο.

Ας ακολουθήσουμε ένα νήμα προς τον αιχμαλωτισμένο νου. Στο μυθιστόρημα του Στάνισλαβ Ιγνάτσι Βίτκιεβιτς Η απληστία (Βαρσοβία, 1932) οι ήρωες είναι δυστυχισμένοι, δεν έχουν καμία πίστη ούτε νιώθουν το νήμα της δραστηριότητά τους.  Αυτή η ατμόσφαιρα αδράνειας και έλλειψη νοήματος διαχέεται σε όλη τη χώρα, μέχρι που εμφανίζονται έμποροι – μυστικοί πωλητές του χαπιού Μούρτι – Μπινγκ, που φέρνει γαλήνη και ευτυχία. Η επίδραση της Νέας Πίστης στους διανοούμενους αναλύεται από τον Μίλος με βάση δυο κομβικά σημεία: αφενός το Κενό (που δημιουργείται από την έλλειψη θρησκείας, τη θέση της οποίας φιλοδοξεί να καλύψει η νέα φιλοδοξία), αφετέρου την Αναγκαιότητα (που χαρακτηρίζεται από το φόβο της σκέψης και την συνακόλουθη υποταγή του συγγραφέα).

Και κάπου εδώ εμφανίζεται ο όρος Κέτμαν, που ο Μίλος άντλησε από το βιβλίο του Γκομπινώ Les religions et les philosophies dans l’Asie centrale [Θρησκείες και φιλοσοφίες στην Κεντρική Ασία]. Πρόκειται για έναν τρόπο σκέψης και συμπεριφοράς σε ολοκληρωτικά καθεστώτα, όπου η απόκρυψη της πραγματικής σκέψης, η διχασμένη προσωπικότητα, η διπλή ζωή ανάμεσα στη δημόσια εκφρασμένη άποψη και στο ατομικό πιστεύω απαιτούν μέγιστη επιδεξιότητα και συνεχή αφύπνιση. Αυτή η προσποίηση, η ηθοποιία στις χώρες των Λαϊκών Δημοκρατιών γίνεται στο δρόμο, στο γραφείο, στο εργοστάσιο ακόμα και στο δωμάτιο που κατοικείς. Στις χώρες των Λαϊκών Δημοκρατιών εμφανίζεται η περίπτωση της συνειδητής μαζικής ηθοποιίας. Ένα είδος ηθικού Κέτμαν αποτελεί ο χαφιεδισμός, που στον πολιτισμό της Νέας Πίστης συνιστάται ως αρετή του καλού πολίτη. Να λοιπόν Η Αιχμάλωτη Σκέψη: ανελεύθερη και κατευθυνόμενη, έχει ανάγκη το Μούρτι – Μπινγκ και χρησιμοποιεί το Κέτμαν για να επιβιώσει από τον φόβο και την βιαιότητα της εξουσίας. Και δυστυχώς ο άνθρωπος αποδεικνύεται ένα αδύναμο ον που έχει ανάγκη και τα δύο, για να ισορροπήσει σε τέτοιες συνθήκες.

Ο Μίλος ανήκει στους σπάνιους εκείνους διανοητές που δρουν, κρίνουν και αποφασίζουν παρά τα περιβάλλον τους και εναντίον του, σε αντίθεση μ’ εκείνους που δεν μπορούν να ξεφύγουν από το χάιδεμα και το χειροκρότημα της ομήγυρής τους: Τα λόγια μου είναι ισοδύναμα με διαμαρτυρία. Αρνούμαι το δικαίωμα στο Δόγμα να δικαιολογεί τα εγκλήματα που έγιναν στο όνομά του. Στον σύγχρονο άνθρωπο που λησμονεί πόσο άθλιος είναι σε σύγκριση με αυτό που μπορεί να είναι, αρνούμαι το δικαίωμα να κρίνει το μέλλον και το παρελθόν με τα δικά του μέτρα.

Ένα άλλο βιβλίο από τα ίδια ψυχρά κλίματα (François Fejto, Histoires des démocraties populaires) εξετάζεται από τον Νίκο Μαραντζίδη. Ο Φεϊτό υπήρξε βαθύς γνώστης της ιστορίας του κομμουνιστικού συστήματος, και ειδικότατος στα θέματα της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Εδώ ως σύστημα εννοείται το πολύπλοκο δίκτυο των κομμάτων – κρατών της ΕΣΣΔ και της Ανατολικής Ευρώπης, των κομμάτων του δυτικού κοινοβουλευτικού κόσμου και των κινημάτων που ελέγχονταν από κομμουνιστικά κόμματα. Παρά τις όποιες διαφορές, το πυκνό αυτό δίκτυο διαμόρφωσε κοινές συμπεριφορές και στρατηγικές, με ελάχιστο κοινό παρανομαστή την ευθυγράμμιση με τις στρατηγικές της σοβιετικής εξωτερικής πολιτικής και το ιδεολογικό μοντέλο πολιτικής ανάπτυξης. Δημιουργείται λοιπόν μια διαρκής διελκυστίνδα ανάμεσα στην ομοιομορφία και την διαφορετικότητα, μια σύγκρουση ανάμεσα στην διεθνιστική λειτουργία και την εθνική στρατηγική [δηλ. την συστημική /τελεολογική / ιδεολογική και την ειδικότερη ιστορική / κοινωνική / εθνική διάσταση] που απέκτησε το χαρακτήρα διλήμματος ανάμεσα στο καθήκον για την προάσπιση της ΕΣΣΔ και την υπεράσπιση των εθνικών συμφερόντων.

Η μεταπολεμική μετατροπή των κρατών της Ανατολικής Ευρώπης σε Λαϊκές Δημοκρατίες υπό τον απόλυτο έλεγχο της ΕΣΣΔ και η πλήρης ευθυγράμμιση των κομμουνιστικών κομμάτων (με εξαίρεση την Γιουγκοσλαβία) στις αποφάσεις της Διεθνούς και της Μόσχας δεν απέτρεψε μια νέα διάσταση που το διεθνές κίνημα δεν ήταν έτοιμο να αντιμετωπίσει: την μετατροπή του κόμματος σε κρατική οντότητα και την συνακόλουθη διάρρηξη της διεθνούς του ενότητας (η βαλκανική ρωγμή του Τίτο, η πρώτη αμφισβήτηση του Στάλιν). Ακολούθησε η (αρχικώς) μυστική έκθεση του Χρουστσόφ, τα γεγονότα της Ουγγαρίας, η συνειδητοποίηση πως η αποσταλινοποίηση δεν μπορούσε να οδηγήσει σε αμφισβήτηση του γεωπολιτικού συστήματος που ο ίδιος ο Στάλιν είχε εφαρμόσει, η σοβιετο – κινεζική σύγκρουση και η απομάκρυνση της Αλβανίας και της Ρουμανίας από την σοβιετική επιρροή, ενώ η Άνοιξη της Πράγας και η εμφάνιση ενός αντίθετου από το σοβιετικό μοντέλο σοσιαλισμού άνοιξε το κουτί της Πανδώρας για την ενότητα του κομμουνιστικού κόσμου.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει και η παρουσίαση βιβλίου του Χρήστου Χρυσόπουλου Ο Βομβιστής του Παρθενώνα από την Δέσποινα Μαργωμένου [«Βέβηλα θραύσματα;»], που φιλοδοξεί την αρχαιολογική του ανάγνωση, αποφεύγοντας τις ήδη κατατεθειμένες από τις σκοπιές της λογοτεχνίας, της ιστορίας της τέχνης ή της σύνδεσης με σύγχρονες πράξεις βίας (κατά μνημείων ή γενικά). Οδηγό στην ανάγνωση αυτή αποτελεί η διαπίστωση πως από το Παρελθόν (που μέχρι σήμερα τόσο αισιόδοξα οι αρχαιολόγοι ανασυνέθεταν κι εξιστορούσαν με βάση τα υπολείμματά του) τελικά αποκλείονταν άλλα παρελθόντα, φωνές, ανθρώπους και ιστορίες, ενώ τα τέχνεργα – και όχι τα καλλιτεχνήματα ή τα μοναδικά αντικείμενα/μνημεία – εντάσσονται πλέον σε πολλαπλές αφηγήσεις προκαλώντας φωνές που δεν είχαν μέχρι τώρα θέση στην Ιστορία. Όπως ο σύγχρονος αρχαιολογικός λόγος σέβεται την αποσπασματικότητα του κειμένου κι αντιστέκεται στον πειρασμό της ανασύνδεσης, έτσι και τα θραύσματα προσώπων και γεγονότων (στα οποία προσδίδονται έντεχνα και παραπλανητικά «υλικές» διαστάσεις) που παραδίδει το κείμενο του Χρυσόπουλου είναι αδύνατο να ερμηνευτούν και να ενταχθούν σε κάποια ενιαία αφήγηση.

Τα υπόλοιπα ευρύχωρα μονοσέλιδα έως και εξασέλιδα της εφημερίδας τιτλοφορούνται: Η Κύπρος και η βάσανος της ιστορίας, Διάλογος (προς ένα νέο ομηρικό ζήτημα), Χέρμαν Μέλβιλ και Μοντερνισμός, Και όμως η Goldman Sachs δεν κυβερνάει τον κόσμο, Ο μονοπωλιακός συνδικαλισμός και η ωφελιμότητά του, Ο τυφλός αντιαμερικανισμός και μερικές από τις συνέπειές του, Ποίηση και εθνικη ιδεολογία, Ο Καντάφι, το λιβυκό αίνιγμα και η Διεθνής Κοινότητα, Η πορεία των Ελλήνων Εβραίων από τον θάνατο στη ζωή, Φιλελευθερισμός τότε και τώρα, Ποιος είναι ευτυχής και πότε (Τόμας Νέιγκελ), Τι σημαίνει καλή ζωή; (Ρόναλντ Ντουόρκιν) κ.ά.

Σε τι χρησιμεύει η ποίηση μετά το Άουσβιτς; Τι νόημα έχει η ποίηση μετά τη Σρεμπρέντισα, την Κολίμα, τη Σάμπρα και Σατίλα, την Καμπότζη, τη Ρουάντα, τη Νέα Υόρκη [11/9]; Και όμως, ακριβώς λόγω των παραπάνω και πολλών άλλων φρικαλεοτήτων στις οποίες νικήθηκε η ανθρώπινη ουσία, αυτό το ερώτημα θα μπορούσαμε να το θέσουμε με εντελώς διαφορετικό τρόπο: Και τι θα γινόταν αν δεν υπήρχε η ποίηση; Αν δε φυσούσε ο άνεμος, όλη τη Γη θα την κάλυπτε αφόρητη δυσοσμία. Τι νόημα έχει η ποίηση που δεν σώζει λαούς και ανθρώπους; (Τσ. Μίλος)

Στις φωτογραφίες: ο Ceslav Milosz, το εξώφυλλο μιας έκδοσης του Αιχμάλωτου Νου και ο François Fejto (ανάμεσα στους François Bondy και Ignazio Silone). Μτφ. των στίχων του Μίλος: Χάρης Βλαβιανός.