Mike Curato – Μικρός Έλιοτ, μεγάλη πόλη

Αναρωτιέμαι τι είναι περισσότερο θελκτικό σε τούτο το βιβλίο: η ιστορία ή η εικονογράφησή της. Ο αξιαγάπητος ήρωάς του είναι ένας μικροσκοπικός ελέφαντας που το μέγεθός του τον καθιστά … άφαντο στα μάτια του κόσμου και τον αναγκάζει να είναι ιδιαίτερα προσεκτικός: τα παπούτσια των βιαστικών περαστικών κινδυνεύουν να τον πατήσουν και οι συνωστισμένοι στις πόρτες του μετρό να τον πνίξουν, ενώ τα αυτοκίνητα στους δρόμους αποτελούν μόνιμες παγίδες, για να μην μιλήσουμε για τις λακκούβες με το νερό – έτσι και περάσει κάποια ρόδα, αυτός είναι που θα καταβραχεί!

Όμως ο Έλιοτ σε πείσμα όλων των εμποδίων απολαμβάνει την ζωή του: ζει σ’ ένα σπίτι (ανθρώπινο αλλά χωρίς εμφανείς ανθρώπους) με ζεστές γωνιές, κατεβαίνει τα σκαλοπάτια έξω απ’ την εξώπορτα για να βρεθεί σ’ ένα φαρδύ πεζοδρόμιο με αμυγδαλιές (θυμίζοντάς μας προσφιλείς αναγνωρίσιμες εικόνες από δυτικές μεγαλουπόλεις), κάνει την βόλτα του στην πόλη. Ούτε στο σπίτι οι δουλειές δεν είναι πάντα εύκολες, όμως ο Έλιοτ φροντίζει να τις κάνει με κέφι και φαντασία: Δεν φτάνει στο νεροχύτη να πλύνει τα πιάτα; Τον γεμίζει με νερό και σαπουνάδα και μπαίνει μέσα! Τα πάνω ράφια του ψυγείου παραείναι ψηλά; Βάζει στη σειρά κουτιά και καρέκλες, ανεβαίνει στο επιθυμητό ύψος, τραβά με μια σκούπα το βαζάκι που θέλει, και το ρίχνει στα μαξιλάρια που έχει βάλει από κάτω! Θέλει να καθίσει στο τραπέζι να ακούσει ραδιόφωνο; Αρκούν μερικά βιβλία για τον ανεβάσουν και λίγα ακόμα να τον βολέψουν. Ο Έλιοτ όχι μόνο δεν παραπονιέται μα και φροντίζει να διασκεδάζει με τις νέες κάθε φορά προκλήσεις!

Κι εδώ στο πρόσωπο αυτού του γλυκύτατου ελεφαντάκου αποκαλύπτεται όχι μόνο η εύθυμη αποδοχή κάθε ιδιαιτερότητας αλλά και, ακόμα παραπέρα, η καθολική αγάπη για όλα τα μικρά πράγματα. Μια από τις αγαπημένες εικόνες του βιβλίου απεικονίζει αυτήν ακριβώς την αγάπη: ένα συρτάρι γεμάτο μικροαντικείμενα, μια σωστή συλλογή «μικρών» πραγμάτων που όμως το καθένα έχει παίξει ή παίζει ακόμα τον δικό του σημαντικό ρόλο σε κάτι: κουμπιά, κουκλάκια, ένα μικρό αεροπλανάκι, μια σβούρα, δυο διαφορετικά κλειδιά, τρεις βώλοι, ένα ξερό πλατανόφυλλο, ένα πιόνι σκακιού, δυο κάρτες, μια ροζ κορδέλα, μια κονκάρδα, μια κάρτα τράπουλας, ένα ζάρι και άλλα κρυφτά, δεν συναπαρτίζουν απλά μια συλλογή έτοιμη κάθε φορά για χρήσεις και παιχνίδια, αλλά και ορίζουν την απεριόριστη δυνατότητα του πολλαπλασιασμού της, άρα και των χρήσεων και των παιχνιδιών.

Όμως τα απόλυτα αγαπητά μικρά αντικείμενα για τον Έλιοτ είναι τα μικρά κεκάκια, που, πολύχρωμα και ποικίλα, στολίζουν τις βιτρίνες των φούρνων και των ζαχαροπλαστείων. Αλλά όταν πάρει την απόφαση να αγοράσει ένα, η λιλιπούτεια μορφή του δεν είναι ορατή από την υπάλληλο, κι άλλωστε σύντομα χάνεται κάτω από τα ρούχα των ταχύτατων μπροστινών. Κι έτσι αρχίζει να γίνεται σκεφτικός, να απογοητεύεται. Μέχρι που μια μέρα χάρη στην παρατηρητικότητά του εντοπίζει ένα ακόμα πιο μικρό πλάσμα, ένα ποντίκι, να προσπαθεί να φτάσει ένα κομμάτι πίτσα που κρέμεται πεταμένο στα σκουπίδια. Ο Έλιοτ τον βοηθάει κι αυτή είναι η αρχή μιας φιλίας. Σύντομα οι όροι θα αντιστραφούν και το ποντικάκι θα προσθέσει το δικό του .. ταπεινό ύψος, ακριβώς το ύψος που χρειάζεται για να φτάσει επιτέλους η επιθυμία του Έλιοτ στα μάτια της ζαχαροπλάστισσας και το πολυπόθητο κεκάκι στα χέρια του.

Όμως αυτή δεν είναι η τελευταία εικόνα της περιπέτειας. Στο μαγικό τελευταίο δισέλιδο, στην βραδιασμένη πια πόλη, μέσα από ένα φωτισμένο παράθυρο διακρίνονται οι δυο καινούργιοι φίλοι να μοιράζονται το γλύκισμά της. Γιατί, πράγματι υπάρχει κάτι καλύτερο από ένα κεκάκι: Ένας φίλος για να το μοιραστείς μαζί του! Όταν έχουμε φίλους τα προβλήματα αντιμετωπίζονται ευκολότερα κι η ζωή γίνεται λιγότερο δύσκολη, λιγότερο  μοναχική. Το χέρι βοήθειας που μας λείπει μπορεί κάλλιστα να μας το προσφέρει κάποιος κι εμείς μπορούμε με την σειρά μας να το δώσουμε οπουδήποτε αλλού. Η συνεργασία και η αλληλοβοήθεια δεν σταματούν ποτέ να μας αξίζουν, απ’ όποια πλευρά κι αν βρισκόμαστε. Κι όταν μοιραζόμαστε και τις χαρές, τότε αυτές μεταμορφώνονται σε κάτι πολύ μεγαλύτερο.

Η εικονογράφηση της ιστορίας είναι η πλέον απρόσμενη: μας επιστρέφει σε μια άλλη εποχή εικονογραφημένων ιστοριών, έτσι όπως σχεδιάζει και χρωματίζει με σκουρόχρωμους κι έντονους παστέλ περιβάλλοντα παλιών σπιτιών, κτιρίων και αυτοκινήτων, σαν μια κλεφτή ματιά σ’ ένα κινηματογραφικό παρελθόν που δεν πέρασε στα παιδικά βιβλία που γνωρίζουμε στα καθ’ ημάς. Ο Μικρός Έλιοτ, πολύτιμος ζωγραφιστός φίλος του εμπνευσμένου συγγραφέα του Μάικ Κουράτο, δεν θα μπορούσε να μην πρωταγωνιστεί και σε άλλες περιπέτειες που θα τις εξερευνήσουμε σύντομα όλες. Στο ηλεκτρονικό του σπίτι [mikecurato.com.] μοιράζεται και εκπαιδευτικές δραστηριότητες σχετικές με τα σχετικά βιβλία.

Εκδ. Κλειδάριθμος, 2019, μτφ. Αυγή Δαφερέρα, σελ. 32 [Little Elliot, big city, 2014].

Δημοσίευση και στο Πανδοχείο των παιδιών, εδώ.

Οι ξυπόλητες των ταινιών, 16: Οι αποδραστικές

Πανδοχείο Γυμνών Ποδιών. Αρχιτεκτονική εγκυκλοπαιδικού μυθιστορήματος

Η σπονδυλωτή στήλη του Πανδοχέα στον ηλεκτρονικό Χάρτη

Τεύχος 29 (Μάιος 2021), εδώ

ΧΧVI. Οι ξυπόλητες των ταινιών, 16: Οι αποδραστικές

Όπου ο συγγραφέας του απόλυτου βιβλίου των γυμνών ποδιών αναζητά τις ξυπόλητες γυναίκες των κινηματογραφικών ταινιών και μυείται στα μυστικά τους.

Τι ωραίος τρόπος να ξεκινήσει κανείς μια αφήγηση: να παρουσιαστεί ο ήρωας μόνος του, στην πιο αγαπημένη του στιγμή· στην περίσταση που γνωρίζει καλά πως εκεί βρίσκει κάτι από τον εαυτό του, ισορροπεί από τους συνεχείς κλυδωνισμούς του βίου, βιώνει για λίγα ψευδαισθητικά λεπτά την ψεύτρα ευτυχία ή σκουπίζει λίγο παραπέρα τον πόνο. Η Χόλυ Γκολάιτλι, ένα νεαρό κορίτσι που έφτασε στη Νέα Υόρκη στις αρχές της δεκαετίας του ’60 για να ζήσει όπως επιθυμεί, πηγαίνει ξημερώματα στην άδεια 5η Λεωφόρο και παίρνει όρθια το πρωινό της μπροστά στη βιτρίνα του κοσμηματοπωλείου Tiffany’s. Κάθε ανάλογη ιδιοστιγμή ολοκληρώνεται με το ταιριαστό της σάουντρακ και σ’ αυτήν εδώ πιστώθηκε οριστικά και αμετάκλητα η ψυχωφελής μελωδία του Moon River.

Είχα την τύχη να γνωρίσω την Χόλυ με το πλέον αβίαστο τρόπο: της χτύπησα την πόρτα ως νέος γείτονας, ζητώντας να χρησιμοποιήσω το τηλέφωνό της. Ήμουν ένας συγγραφέας που δεν είχε εκδώσει παρά ένα βιβλίο με ιστορίες πέντε χρόνια πριν. Μου άνοιξε την πόρτα ξυπόλητη με μια άσπρη ρόμπα και μια τυρκουάζ μάσκα ύπνου σηκωμένη στο μέτωπο. Συμβίωνε μ’ έναν γάτο χωρίς όνομα, γιατί αυτό θα αποτελούσε ένδειξη δεσμού και στέρηση ελευθερίας. Στο λιλιπούτειο διαμέρισμά της άρχισε να μου μιλάει ακατάπαυστα· μου είπε για τις κόκκινες μέρες της, που την πιάνει ένας μεγάλος φόβος· τότε είναι που παίρνει ένα ταξί ως το κοσμηματοπωλείο Τίφφανυς κι εκεί όλα γίνονται καλά. Την άκουγα με μέγιστο ενδιαφέρον ιδίως όταν μου ανέφερε την επικείμενη επίσκεψή της στις φυλακές Σινγκ Σινγκ, για να κρατήσει στο επισκεπτήριο μια ώρα κουβέντας μ’ έναν μαφιόζο. Ζούσε συνοδεύοντας κυρίους σε γεύματα και λοιπά και αμειβόταν καλά για τις σχετικές αγαθοεργίες. Το μοναχικό της πρωινό μπροστά στην βιτρίνα του Τϊφφανυς ερχόταν συχνά μετά από κάθε βιοποριστικό ραντεβού.

Την επόμενη φορά ήταν η σειρά της να έρθει στο διαμέρισμά μου· είχε κλειστεί στο μπάνιο της για να αποφύγει έναν ανεπιθύμητο άντρα. Έβγαλε για ευκολία το μαύρο φόρεμα και τις μαύρες γόβες, έβαλε το λευκό της μπουρνούζι και τις «μπαλαρίνες» της, ξεγλίστρησε από το παράθυρο και ανέβηκε την εξωτερική σκάλα. Τώρα ήταν το δικό μου μικροσκοπικό δωμάτιο όπου κάναμε μια ασυνήθιστη βεγγέρα. Ήπιαμε, καπνίσαμε, με ρώτησε αν με πειράζει να με αποκαλεί Φρεντ, όπως λεγόταν ο αδελφός της, με διαβεβαίωσε πως δεν την πειράζει να την θεωρούν τρελή. Ξάπλωσε για λίγο πλάι μου, σα να γνωριζόμασταν χρόνια, κι έφυγε το ίδιο ξαφνικά όπως ήρθε. Την επόμενη βρήκα στο γραμματοκιβώτιό μου ένα σημείωμα: «συγνώμη για χθες, ποτό σήμερα γύρω στις έξι». Η χαρά μου κόπηκε όταν μπήκα στο σπίτι της: οι προσκεκλημένοι ήταν δεκάδες. Ήταν ένα πάρτι που έμοιαζε με πανηγύρι της ματαιοδοξίας. Κι εκείνη απέδρασε για άλλη μια φορά.

Η ανάφλεξη της έμπνευσής μου ήταν γεγονός. Άρχισα να γράφω κάτι που δεν ήξερα τι θα βγει: διήγημα, μυθιστόρημα; «Υπήρχε κάποτε ένα πολύ μοναχικό, πολύ φοβισμένο κορίτσι. Ζούσε μόνη με μια γάτα χωρίς όνομα». Διαισθανόμουν πως κάπου στα βάθη της υπήρχε μια αδήλωτη ιστορία. Κι ο βασικός της μέτοχος εμφανίστηκε μια μέρα στο πεζοδρόμιό μας. Ήταν ο άντρας που παντρεύτηκε στα δεκατέσσερά της, που την περιμάζεψε όταν έφυγε αηδιασμένη από το σπίτι της και αλήτευε κλέβοντας με τον αδελφό της. Ήταν ο μόνος τρόπος να σώσει τον αγαπημένο της Φρεντ αλλά όταν εκείνος έφυγε σε μια στρατιωτική αποστολή, είχε φτάσει η ώρα για την δική της απόδραση. Έπεισα την Χόλυ να συναντήσει αυτόν τον άντρα που μάταια την παρακαλούσε να επιστρέψει. Του τόνισε την αλήθεια της, πως όσο κι αν εκείνος πάντα έφερνε στο σπίτι πλάσματα άγρια, ζώα πληγωμένα, δεν εννοούσε να καταλάβει πως όταν θεραπευτούν «πετάνε μακριά, μέχρι τον ουρανό». Ο γάμος ήταν πλέον ακυρωμένος κι εκείνη ναι μεν ήταν αλλά και δεν ήταν πια η Λούλα Μέη, όπως ονομαζόταν πριν.

Όταν τον αποχαιρέτησε στον σταθμό των λεωφορείων για το Τέξας, μου ζήτησε μ’ εκείνη την αξέχαστη αποστροφή: «μη με πας σπίτι αν δεν έχω μεθύσει». Τήρησα την υπόσχεσή μου και την γύρισα σπίτι καταμεθυσμένη. Μου πέταξε στα μούτρα την πρόθεσή της να παντρευτεί έναν πλούσιο για να μπορέσει να σώσει τον αδελφό της, τώρα που δεν θα τον δεχτεί πλέον σπίτι ο πρώην άντρας της. Στην αντίδρασή μου αντέτεινε πως δεν είμαι καλύτερος, αφού κι εγώ δεχόμουν χρήματα από κυρίες και μου έδωσε δυο δευτερόλεπτα για να φύγω από το σπίτι της. Όμως το New Yorker δέχτηκε να δημοσιεύσει μια ιστορία μου και μου έστειλαν μια επιταγή πενήντα δολαρίων. Ήταν η ιδανική ευκαιρία για συμφιλίωση. Της πρότεινα να το γιορτάσουμε κι είχε την ιδέα να περάσουμε έξω την ημέρα προτείνοντας εναλλάξ ο καθένας μας πράγματα που δεν έχουμε κάνει ποτέ. Περπατήσαμε στην πρωινή πόλη, μπήκαμε στο Τίφφανυς και ζητήσαμε κοσμήματα δέκα δολαρίων, συμβιβαστήκαμε με μια εγχάραξη σ’ ένα δικό μας δαχτυλίδι από γαριδάκια, αναστατώσαμε την δημόσια βιβλιοθήκη και μοιραστήκαμε την έξαψη της απόπειρας κλοπής σ’ ένα κατάστημα παιχνιδιών, απ’ όπου βγήκαμε θριαμβευτές με δυο πολύχρωμες μάσκες σκύλου και γάτας.

Η Χόλυ συνέχισε να ονειρεύεται την μεγάλη ζωή, τους τρόπους που θα το κατάφερνε παραμένοντας μόνη της. Θεωρούσε την αγάπη κτητικότητα, τα αισθήματα καταπιεστικά. Έντρομη μπροστά σε κάθε εκδήλωσή τους, προτιμούσε να φεύγει μακριά, προς μια πιο γήινη απόλαυση του ημερονυκτίου. Μόνο οι συνεχείς διασκεδάσεις και η τρυφηλή ζωή μπορούσαν να κάνουν τις μέρες βιωτές. Άφηνε την αφέλειά της να σκιάζει κάπως το βλέμμα πάνω στην πικρή ζωή, σαν τις αφέλειες μιας καλοφτιαγμένης κόμμωσης. Και ίσως ο Φρεντ να αποτελούσε μια προσφιλέστατη δικαιολογία, έναν κατά κυριολεξία δίκαιο λόγο.

Όμως ένιωθα συνεπαρμένος από εκείνη τη γυναίκα κι ήθελα να ανοιχτώ στα άγνωστα μαζί της. Εγκατέλειψα την χορηγό μου και βγήκα στον ήλιο χαμογελώντας στο φτηνιάρικο δαχτυλίδι. Την εντόπισα  στη βιβλιοθήκη, ιδανικό μέρος να της πω ότι την αγαπώ – διάβαζε βιβλία για την Νότια Αμερική, σκόπευε να παντρευτεί κάποιον από εκεί. Εξοργίστηκα, προσπάθησα να την πείσω πως δεν είναι αυτό που της αξίζει ή κάτι τέτοιο. Με αποπήρε: νομίζεις ότι σου ανήκω; όλοι αυτό νομίζουν! Εγώ δεν είμαι όλοι, της αντέτεινα, αλλά αμέσως κατάλαβα το ενδεχόμενο μιας πλάνης: μήπως τελικά ήμουν κι εγώ όλοι; Μήπως δεν είχα διαφορά από τους άλλους συνοδούς της;

Η σύλληψη εκείνου του μαφιόζου την οδήγησε για μια νύχτα στη φυλακή μα ακόμα κι αυτό το δέχτηκε γελώντας. Την περίμενα μ’ ένα ταξί· ήταν έτοιμη να φύγει για την Βραζιλία αλλά την πληροφόρησα πως ο μέλλων σύζυγος υπαναχώρησε καθώς η υπόληψή της είχε πια λερωθεί. Είχα μαζί μου την γάτα της, το διαμέρισμά της το είχε σπάσει, όταν είχε μάθει την απώλεια του αδελφού της. Τώρα χανόταν και το σχέδιο της μεγάλης ζωής. Γιατί να μην ζούσαμε μαζί μια αληθέστερη ζωή; –Γιατί οι άνθρωποι δεν ανήκουν στους ανθρώπους. Δεν θα με βάλεις στο κλουβί Δεν θέλω να σε βάλω στο κλουβί, σε αγαπώ! Είναι το ίδιο πράγμα Αποκαλείς τον εαυτό σου ελεύθερο πνεύμα, άγριο πλάσμα και φοβάσαι πως κάποιος θέλει να σε βάλει σ ένα κλουβί. Αλλά είσαι ήδη μέσα σ’ εκείνο το κλουβί· το έχτισες μόνη σου· βρίσκεται όπου πας γιατί όπου κι αν τρέξεις καταλήγεις να τρέχεις στον εαυτό σου.

Βγήκα από το αυτοκίνητο μέσα στην καταρρακτώδη βροχή. Αλλά τα λόγια μου την συντάραξαν και λίγο μετά βγήκε κι εκείνη. Τότε λουσμένοι από έναν καθαρτήριο κατακλυσμό σταθήκαμε αντίκρυ, τα γοερά της δάκρυα εξίσου κατακλυσμικά και ανταλλάξαμε το λυτρωτικότερο των φιλιών. Λίγο αργότερα ακούστηκε και ο γάτος που είχε νωρίτερα πετάξει απ’ το αμάξι, και, φυσικά, το σάουντράκ μας. Τώρα τα λόγια του Moon River που είχε τραγουδήσει στην εξωτερική σκάλα έξω από το παράθυρό της ήταν για εμάς: Two drifters, off to see the world / There’s such a lot of world to see…

Δεν ξέχασα τα λόγια της: Δεν θέλω να κατέχω οτιδήποτε αν δεν βρω πρώτα ένα μέρος όπου εγώ και τα πράγματα μπορούμε να ταιριάξουμε. Δεν ξέρω που βρίσκεται αυτό το μέρος, αλλά ξέρω με τι μοιάζει. Μοιάζει με το Τίφφανυς. Έλεγε πως τίποτα κακό δεν είναι δυνατό να σου συμβεί εκεί μέσα· πως αν έβρισκε ένα μέρος που θα την έκανε να αισθάνεται όπως εκεί, τότε θα αγόραζε μερικά έπιπλα και θα έβγαζε όνομα στο γάτο της. Έλπισα να φτιάξουμε μαζί αυτό το μέρος, κέντρο – επίκεντρό μας.

Όταν βρέθηκα έξω από την ιστορία μας και την είδα ως έργο τέχνης, κατά προτίμηση έβδομης, είδα πως η Χόλυ είχε μιλήσει και με τα πόδια της. Τα είχε γυμνά όταν βρισκόταν στον χώρο της και τα έντυνε με γόβες μόνο όταν επρόκειτο να βγει έξω για τις κοινωνικές της «υποχρεώσεις». Υπήρξε συγκεκριμένη σκηνή όπου τις αναζητούσε και ακόμα θα τις έψαχνε αν δεν ήμουν εγώ. Αλλά η μέγιστη αποκάλυψη της ωραίας Ωντραίας ήταν η πατούσα της ανφάς όταν μέσα στο ταξί άλλαζε ρούχα και ίσωνε το μαύρο της καλσόν – οι ραφές του υπογράμμιζαν σαν το μελάνι την αξιόγραφη μορφή της. Η εικόνα της μοιάζει να μαρτυρά την επιθυμία της να επανέλθει άμεσα στην στυλιζαρισμένη κοινωνική της εικόνα, ιδίως μετά το στραπάτσο της απόρριψης. Για εμάς όμως που ευθέως επικοινωνούμε με τα πέλματα, η κατά μέτωπο έκθεσή έστω του ενός σχεδόν προοιωνίζει, αν δεν προετοιμάζει, ακριβώς την επιστροφή της Χόλυ στον εαυτό της και σε αυτό που πραγματικά είναι: ένα ρομαντικό κορίτσι που θέλει να αγαπήσει και να αγαπηθεί.

Ξέρω πως οι χαρακτήρες μας στο βιβλίο Breakfast at Tiffany’s του Τρούμαν Καπότε (1958) ήταν διαφορετικοί: εγώ ήμουν ένας ντροπαλός ομοφυλόφιλος που αναπολούσε ένα κορίτσι που μπορεί και να είχε ερωτευτεί, πως τα συνθηματικά δώρα που δεχόταν η Χόλυ ήταν για τις ερωτικές της υπηρεσίες (αν και η πραγματική Χόλυ που ενέπνευσε τον συγγραφέα δεν ήταν ακριβώς ένα call girl αλλά μια συνοδός που προχωρούσε πέρα από την συνοδεία μόνο όταν το επιθυμούσε), πως ταιριάξαμε ακριβώς για τις ιδιαίτερες σεξουαλικές μας προτιμήσεις και πως στο τέλος έφυγε με το ταξί μέσα στην βροχή και χαθήκαμε για πάντα. Μα δεν εκπλήσσομαι: αν τα βιβλία σελιδοποιούν τις πολλαπλές δυνατότητες της «πραγματικότητας», το σινεμά παραμένει το ομορφότερο ψέμα. Κι εκείνη η κινηματογραφική γυναίκα ελευθέρωσε τον εαυτό της από μια κοινή γυναικεία μοίρα και τον διέθεσε όπως προτιμούσε, εμπνέοντας – άραγε πόσες άλλες;

Κάθε φορά που σπεύδω στην ταινία, όταν φτάσει στο τέλος της ζω την συνέχειά της, σε πείσμα της μαχαιριάς που πάντα μου προκαλεί η φράση The End. Είμαι πια ο εκλεκτός της Χόλυ και ανεβοκατεβαίνουμε στο διώροφο κατακόρυφο των μικρών μας διαμερισμάτων. Έπιασε δουλειά στην βιβλιοθήκη όπου την βρίσκω πάντα βυθισμένη σε κάποιο μυθιστόρημα, έκπληκτη και ανακουφισμένη που υπάρχουν κι άλλες ηρωίδες σαν κι εκείνη. Την παίρνω για το διάλειμμά της και ξεχυνόμαστε στους δρόμους για το γνωστό μας παιχνίδι της «πρώτης φοράς». Στο σπίτι τής διαβάζω όσα έγραψα και μου διηγείται όσα διάβασε. Συνεχίζουμε να πηγαίνουμε στα πάρτι της ματαιοδοξίας αλλά αμέσως μόλις βαρεθούμε συνεννοούμαστε με μια ματιά και τρέχουμε προς την πόρτα. Όποτε βρέχει βγαίνουμε να επαναλάβουμε εκείνο το φιλί και αναζητούμε κάποιο μουσκεμένο γατί να το βαφτίσουμε και να του βρούμε μια καλύτερη γωνιά.

Κάποιες φορές πιστεύω ότι την έσωσα, άλλες πως με έσωσε εκείνη. Μετά συνέρχομαι και σκέφτομαι πως κανείς δεν σώζεται από κανέναν· η προσωπική άβυσσος του καθενός δεν έχει χώρο για τρίτους. Το ξέρω πως και στην δική μας κλεψύδρα μέρα με την ημέρα θα αδειάζει το δοχείο της έξαψης και θα γεμίζει εκείνο της ρουτίνας. Όταν τσακωνόμαστε φεύγει βροντώντας την πόρτα αλλά το πρώτο βήμα της συμφιλίωσης το κάνουμε από την εξωτερική σκάλα. Φιλιώνουμε και φιλιόμαστε στην άκρη, εκεί όπου άλλωστε επιβιώνουν οι δύσκολοι έρωτες. Συνεχίζει να έχει τις κόκκινες μέρες της και τότε την αγκαλιάζω όσο σφιχτά μπορώ, ώστε να γίνουν, όπως κάποτε μου λέει, πορτοκαλί. Κι όταν στις πέντε τα ξημερώματα η πλευρά της στο κρεβάτι είναι άδεια, ξέρω πού θα την βρω. {Συνεχίζεται, πάντα συνεχίζεται}

Για την αναδημοσίευση κειμένου ισχύουν οι όροι χρήστης του Χάρτη, εδώ.

Η ταινία: Breakfast at Tiffany’s (Blake Edwards, 1961). Η γυναίκα: Audrey  Hepburn.