Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 128. Αλέξανδρος Κυπριώτης

Akypriotis_INDIKTOSΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Πολύ ενδιαφέρον ο τρόπος με τον οποίο θέτετε το ερώτημα. Το Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι περιέχει ιστορίες ανθρώπων και αρχίζει με τη φράση: «Άρχισε να ψάχνει πάλι τις τσέπες του για να βεβαιωθεί ότι είχε ακόμα τα κλειδιά του». Ο άνθρωπος της πρώτης ιστορίας ψάχνει απεγνωσμένα τα κλειδιά του, γιατί η πιθανότητα να μην μπορεί να μπει στο σπίτι του όταν θα φτάσει αργά τη νύχτα παίρνει τρομακτικές διαστάσεις στο μυαλό του. Και σίγουρα έχει τους λόγους του. Όπως και όλοι οι άνθρωποι του βιβλίου στη δική τους ιστορία έχουν πολύ σοβαρούς λόγους να κάνουν ό,τι κάνουν, το οποίο μπορεί να είναι ασυνήθιστο ή ακραίο, αλλά δεν παύει να είναι ένα κομμάτι της δικής τους ζωής. Που μπορεί να είναι η ζωή κάποιου δίπλα μας, μία καθοριστική πτυχή της ζωής του, που την αγνοούμε ή τη φανταζόμαστε κάπως διαφορετική.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

b75020Γράφω στον υπολογιστή του γραφείου μου ή σπανιότερα σε ένα laptop στο μπαλκόνι. Οι ιδέες έρχονται όπου και όποτε θέλουν εκείνες. Συνήθως κάτι τις πυροδοτεί, μια εικόνα που βλέπω, μια λέξη ή φράση που ακούω, μια κίνηση, μια ανάμνηση που μπορεί να την έχει προκαλέσει οτιδήποτε. Τις πιο πολλές φορές τις θυμάμαι αυτές τις ιδέες. Αν φοβάμαι ότι θα ξεχάσω κάτι, το καταγράφω σε ένα μαγνητοφωνάκι ή στο κινητό μου με υπενθύμιση. Αν είμαι στον υπολογιστή μου, δημιουργώ αμέσως κάποιο νέο έγγραφο. Τελευταία έχω ανακαλύψει και ένα πρόγραμμα με σημειώσεις. Πάντως, στυλό ή μολύβι πολύ δύσκολα βρίσκω στο γραφείο μου. Αν και θεωρητικά μου αρέσει η ιδέα να κουβαλάω πάντα ένα σημειωματάριο, δεν την εφαρμόζω. Βέβαια, από την αρχική σύλληψη μέχρι τη γραφή μπορεί να μεσολαβήσει ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και φυσικά πολλές ιδέες παραμένουν απλώς ιδέες, που μπορεί κάποια στιγμή στο μέλλον να γίνουν κείμενο ή να μείνουν ιδέες για πάντα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Φροb81172ντίζω να έχω πάντα καπνό ή τσιγάρα, δεν περιμένω να μου τελειώσουν πρώτα, για να πάρω άλλο πακέτο. Φτιάχνω καφέ. Κάποιες φορές προτιμώ αλκοόλ, αν έχω. Κονιάκ, βότκα ή κρασί, με αυτή τη σειρά προτίμησης. Αλλά τις περισσότερες φορές τελειώνω με καφέ. Συνήθως αρχίζω ακούγοντας δυνατά μουσική, κάποιο κομμάτι που θα το ακούσω δυο τρεις φορές συνεχόμενα μέχρι ν’ αρχίσω. Μόλις αρχίσω να γράφω κλείνω τη μουσική ή βάζω το ραδιόφωνο να παίζει σιγανά. Ακούω διάφορα, soundtrack από ταινίες του Κισλόφσκι και του David Lynch, Nick Cave, P.J. Harvey, New Order, David Bowie, Radiohead, R.E.M., Dead Can Dance, Bjork, Flunk, Dream City Film Club, Prodigy, Mendelssohn, Moby, Παυλίδη, Massive Attack, Μαριέττα Φαφούτη, Faithless, Minor Project, Άβατον, Σαββίνα Γιαννάτου, Κάλλας και όπερα, Portishead, Bauhaus, Marilyn Manson, Ramstein, Μπέλλου, Μαρίζα Κωχ, ρεμπέτικα, ηπειρώτικα, διάφορα. Όταν πάντως γράφω προτιμώ να μην ακούω ελληνικό στίχο.

b134547Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ελάχιστα, σε σπίτια φίλων σε περίοδο διακοπών.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Μάλλον τον Τόμας Μανν, με έμφαση στον τελευταίο έρωτα της ζωής του και στο ρόλο που έπαιζε αυτός ο έρωτας στην ολοκλήρωση της συγγραφικής του προσωπικότητας. Τριγυρίζει αρκετά χρόνια αυτή η ιδέα στο μυαλό μου, την έχω καταγράψει αλλά δεν την έχω επεξεργαστεί. Ωστόσο, η ερώτησή σας μου τη θυμίζει πάλι. Ποιος ξέρει!

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

b62399Αν εξαιρέσω κάποιες πρώιμες μετεφηβικές απόπειρες, έχω γράψει μόνο ένα ποίημα, πριν από τέσσερα χρόνια περίπου. Ήταν κάτι που το επέβαλαν κάποιες συγκεκριμένες συνθήκες, θα έλεγα. Γενικότερα, έχω την αίσθηση ότι με την ποίηση εύκολα χάνει κανείς το μέτρο ή την όποια κριτική ματιά μπορεί να διαθέτει σε ό,τι γράφει. Κι αν κρίνω κι από τη μετάφραση της ποίησης που πάσχει από τις μεγαλύτερες μεταφραστικές αυθαιρεσίες, θα έλεγα ότι εν ονόματι της ποίησης μπορούν να γίνονται τερατουργήματα. Ωστόσο, η συμπύκνωση του μεστού ποιητικού λόγου είναι ζηλευτή.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Παπαδιαμάντης, Βιζυηνός, Γκαίτε, Τόμας Μανν, Πιραντέλλο, Ίψεν, Τσέχωφ, Κάφκα, Τζέννυ Έρπενμπεκ, Τερέζια Μόρα, ο Μάριο Βιρτς, συγγραφέας και ποιητής που πέθανε πρόσφατα. Ο Καβάφης, η Κατερίνα Γώγου, ο Ντίνος Χριστιανόπουλος.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

b105055«Η φόνισσα» του Παπαδιαμάντη, «Η μάνα» του Γκόργκι, το «Άννα, τώρα κοιμήσου» του Κώστα Παπαγεωργίου, «Η μονή των ασωμάτων» του Ξενοφώντα Κομνηνού, το «Αλλαγμένα κεφάλια», ο «Τόνιο Κραίγκερ» και ο «Θάνατος στη Βενετία» του Τόμας Μανν, «Η επιστολή προς τον πατέρα» του Κάφκα, «Η αγριόπαπια» του Ίψεν, «Ο Ρόζενγκραντς και ο Γκίλντενστερν είναι νεκροί» του Τομ Στόπαρντ, «Ο ματωμένος γάμος» και «Το σπίτι της Μπερνάντα Άλμπα» του Λόρκα, Το «Έξι πρόσωπα ζητούν συγγραφέα» και «Ο μακαρίτης Ματτία Πασκάλ» του Πιραντέλλο, οι «Εκλεκτικές συγγένειες» και «Τα πάθη του νεραού Βέρθερου» του Γκαίτε, «Ο σκοπός του έρωτα και του θανάτου του σημαιοφόρου Χριστοφόρου Ρίλκε» και τα «Γράμματα σ’ έναν νέο ποιητή» του Ρίλκε, «Το αστείο» και το «Η ζωή είναι αλλού» του Κούντερα, το «Όλες τις μέρες» της Τερέζια Μόρα, «Η Κασσάνδρα και ο Λύκος» της Καραπάνου,  «Ο λύκος της στέπας» και ο «Ντέμιαν» του Έσσε, οι «Ιστορίες των βράχων» του Μαρκάκη, «Ο γύρος του θανάτου» του Θωμά Κοροβίνη, «Η ανάκριση» του Ηλία Μαγκλίνη, η «Ιστορία του γερασμένου παιδιού» και το «Παιχνίδι με τις λέξεις» της Έρπενμπεκ.

b96186Αγαπημένα σας διηγήματα.

Η «Σιβηρία» και η «Άτροπος μπελαντόνα» της Έρπενμπεκ, το «Υπόγειο» του Ντοστογιέφσκι, το «Μια κάποια ευτυχία» και το «Λουϊζάκι» του Τόμας Μανν, «Το αμάρτημα της μητρός μου» του Βιζυηνού,  «Η μεταμόρφωση», «Η κρίση», «Το κτίσμα», «Η Ιωσηφίνα και ο λαός των ποντικών» και το «Μπλούμφελντ, ένας γηραιός εργένης» του Κάφκα, η «Τριλογία» του Ανδρέα Κεντζού, «Η λοταρία» της Σίρλεϋ Τζάκσον, «Η επίδραση του φωτός στα ψάρια» της Κριστίνα Πέρι Ρόσσι, «Η μυρωδιά του μαύρου» της Λείας Βιτάλη, «Ο Μουνής» της Κιτσοπούλου.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Λένα Κιτσοπούλου και ο Ανδρέας Κεντζός με πολλά ποιήματά του.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ιωσήφ του Τόμας Μανν.

b62381Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

«Το Δέντρο», μάλλον για την ισορροπία του και επειδή αντέχει.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Πριν από κάποια χρόνια σε ένα τρόλλεϋ διάβαζα ένα βιβλίο από την ιστορία του Ηρόδοτου και συγκεκριμένα ένα σημείο όπου αναφέρεται η συνήθεια να μην παραδίδεται στους διώκτες του κάποιος που έχει καταφύγει σε ένα άλλο έθνος για προστασία, δεν θυμάμαι καθόλου τις λεπτομέρειες, αλλά μου είχε κάνει ιδιαίτερη εντύπωση αυτή η αρχαία συνήθεια, γιατί συμπτωματικά ήταν η επόμενη ημέρα από την παράδοση του Οτσαλάν στους Τούρκους. Είμαι σίγουρος ότι αν δεν υπήρχε αυτή η σύμπτωση μπορεί και να μη θυμόμουν καν αυτή την αρχαία συνήθεια.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Μεταb90262φράζω πάντα στον υπολογιστή, συνήθως ακούγοντας μουσική ή ραδιόφωνο, όχι δυνατά. Με την οθόνη του υπολογιστή χωρισμένη στα δύο, για να έχω συγχρόνως ανοιχτό το γερμανικό και το ελληνικό κείμενο. Το βιβλίο που μεταφράζω το σκανάρω σιγά σιγά. Με ανοιγμένα διάφορα λεξικά δεξιά κι αριστερά.  Βάζοντας και βγάζοντας τα γυαλιά μου. Στρίβοντας τσιγάρα και καπνίζοντας. Πίνοντας πολλούς καφέδες. Όταν μεταφράζω, μεταφράζω πάντα βάσει κάποιου προγράμματος, με συγκεκριμένο αριθμό σελίδων την ημέρα. Συνήθως τις καθημερινές μεταφράζω και το Σαββατοκύριακο διορθώνω ό,τι έχω μεταφράσει όλη την εβδομάδα. Συχνά δεν τηρώ το πρώτο πρόγραμμα που φτιάχνω, οπότε το αλλάζω, φτιάχνω ένα καινούργιο πρόγραμμα, το οποίο επίσης συχνά αλλάζω. Μετά ακολουθεί το πρόγραμμα της αντιπαραβολής και μετά τα προγράμματα των διορθώσεων. Τώρα για τη σχέση μεταφραστή και συγγραφέα, νομίζω ότι όταν ο μεταφραστής μεταφράζει έναν συγγραφέα που έχει επιλέξει ο ίδιος τον θαυμάζει, τον σέβεται, τον ζηλεύει, νιώθει ενοχές αν καταλάβει ότι παρασύρεται κάποια στιγμή και δεν είναι πιστός, οπότε προσπαθεί να επανορθώσει, συνήθως νιώθει ότι τον ξέρει πολύ καλά, αλλά πολύ συχνά εκπλήσσεται και με κάτι άλλο, και τον θαυμάζει ακόμα πιο πολύ και πάει λέγοντας. Αν μεταφράζει έναν συγγραφέα που του έχει ανατεθεί, προσπαθεί να ανακαλύψει κάποιους λόγους για να πείσει πρώτα απ’ όλους τον εαυτό του ότι θα μπορούσε να τον είχε επιλέξει ο ίδιος. Αν δεν τα καταφέρει, προσπαθεί απλώς να κάνει τη δουλειά του όπως έχει συνηθίσει να την κάνει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

b99899Περισσότερο απ’ όλες με δυσκόλεψαν τα πολλά αποσπάσματα του Κάφκα στη βιογραφία του Nicholas Murray, γιατί ήταν γραμμένα στα Αγγλικά και εγώ έπρεπε να ψάχνω, να τα βρίσκω στο πρωτότυπο, να τα μεταφράζω και να τα στέλνω στον Ξενοφώντα Κομνηνό που μετέφραζε τον λόγο του Murray, για να τα ενσωματώνει στο κείμενο που είχε μεταφράσει εκείνος και να μου στέλνει στη συνέχεια όλο το κείμενο. Και μετά κάναμε πολύωρες συναντήσεις για να διορθώσουμε το κείμενο, συνήθως κεφάλαιο κεφάλαιο. Τις μεγαλύτερες ηδονές μού τις πρόσφερε η μετάφραση της συλλογής «Συγκεχυμένα ανέρχονται τα λησμονημένα», που περιέχει 13 διηγήματα του Τόμας Μανν, μεταξύ των οποίων τον «Τριστάνο», τον «Μικρό κύριο Φρήντεμανν», τον πολύ σκοτεινό «Τομπίας Μίντερνίκελ», το «Λουϊζάκι» και το «Μια κάποια ευτυχία», όλα διαλεγμένα ένα ένα, με πολλή προσοχή και αγάπη.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Για τον b86467Τόμας Μανν και τον Κάφκα, τι να πω; Αν όμως κάποιος δεν γνωρίζει την Έρπενμπεκ, θα του έλεγα να τη γνωρίσει οπωσδήποτε. Θεωρώ ότι είναι μία σύγχρονη επιβεβαίωση αυτού που έχει πει ο Κάφκα, ότι «… ένα βιβλίο πρέπει να είναι το τσεκούρι για την παγωμένη θάλασσα μέσα μας». Και σίγουρα θα πρότεινα τη βιογραφία του Κάφκα σε όσους έχουν γοητευτεί κάποια στιγμή στη ζωή τους από τον Κάφκα και σε όσους δεν είχαν ακόμη την τύχη αυτή.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ο Γκαίτε, ο Νίτσε, ο Μαρξ, ο Ένγκελς, ο Μούζιλ, ο Χάινριχ Μανν, ο Ρίλκε, ο Μπύχνερ, ο Αλεξάντερ Κλούγκε.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

b62448Ίσως δικαίως τίθεται στο περιθώριο ο μεταφραστής. Άλλο πράγμα είναι η κριτική ενός βιβλίου και άλλο η κριτική μετάφρασης. Κάποιοι το γνωρίζουν αυτό και αναφέρουν απλώς το όνομα του μεταφραστή. Και καλά κάνουν. Κάποιοι άλλοι ασκούν κριτική στο μεταφραστή βασιζόμενοι σε δικά τους προσωπικά κριτήρια που μπορεί να μην έχουν καμία σχέση με την ουσία της μετάφρασης ή με το «έργο του μεταφραστή» όπως το έχει ορίσει ο Βάλτερ Μπένγιαμιν για παράδειγμα. Θεωρώ ότι σωστή κριτική μετάφρασης μπορεί να ασκήσει κανείς μόνο αφού συγκρίνει τη μετάφραση με το πρωτότυπο. Εδώ πολλές φορές απλώς συγκρίνεται μία μετάφραση με μία προηγούμενη μετάφραση, χωρίς καμία αναφορά στο πρωτότυπο. Με την ίδια λογική επαινούνται μεταφράσεις χωρίς καμία επιστημονική και ουσιαστική σύγκριση με το πρωτότυπο. Πάντως, ο θεσμός των μεταφραστικών βραβείων δίνει εξέχουσα θέση στον ρόλο του μεταφραστή. Ένας μεταφραστής μπορεί να βραβευτεί όπως μπορεί να βραβευτεί και ένας συγγραφέας. Το πλατύ αναγνωστικό κοινό όμως σωστά το ενδιαφέρει πρωτίστως ο συγγραφέας. Ο συγγραφέας είναι αυτός που λέει κάτι, ο μεταφραστής, αν είναι καλός, το μεταφέρει στη γλώσσα του όπως οφείλει να το μεταφέρει. Η καλή μετάφραση είναι πάντα το ζητούμενο, αλλά θα έλεγα ότι το ζητούμενο kafkaXαυτό θα έπρεπε να είναι αυτονόητο. Κανονικά δεν θα έπρεπε να θεωρούμε απαραίτητη την αναφορά σε κάτι αυτονόητο. Αντίθετα θα ήταν πολύ ωφέλιμο για εκπαιδευτικούς λόγους να γίνεται αναφορά σε κακές μεταφράσεις, με την προϋπόθεση ότι η κριτική θα γίνεται με επιστημονικό τρόπο. Και στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να γίνεται αναφορά και στους επιμελητές ή υπεύθυνους σειρών αλλά και στους εκδότες για τις επιλογές τους. Ο εκδότης είναι ο πρώτος κριτής μίας μετάφρασης. Αποφασίζοντας να την εκδώσει παραδέχεται ότι η μετάφραση είναι καλή. Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ο μεταφραστής θα έχει τελικά τη θέση που του αρμόζει μόνο αν σταματήσουμε κάποια στιγμή να διαβάζουμε εμπεριστατωμένες κρίσεις για κακές μεταφράσεις. Ο μεταφραστής θα έχει τη θέση που του αρμόζει όταν θα γίνει αφανής.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

teresia moraΕίναι η φύση της δουλειάς τους τέτοια που δεν επιτρέπει να είναι διακριτή. Και στην περίπτωσή τους, μόνο ένας κακός επιμελητής ή διορθωτής μπορεί να φανεί. Ένας καλός επιμελητής ή διορθωτής μπορεί να σώσει την τελική εικόνα ενός μεταφραστή ή συγγραφέα. Αυτό όμως μόνο εκείνος που σώθηκε μπορεί να το διακρίνει, όχι ο τελικός αναγνώστης. Όταν ο επιμελητής ή ο διορθωτής ξέρει τη δουλειά του, δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στη συνεργασία. Η δουλειά του μεταφραστή ή του συγγραφέα θέτει από μόνη της κάποια όρια, επιτρέπει τον α΄ ή β΄  βαθμό διορθωτικών επεμβάσεων. Αυτό το διακρίνει κάποιος που ξέρει τη δουλειά του με την πρώτη ανάγνωση. Έτσι, η ιδανικότερη μορφή συνεργασίας θα ήταν η συνεργασία που στηρίζεται στον αλληλοσεβασμό, ο οποίος όμως προϋποθέτει τον αυτοσεβασμό, και ο οποίος με τη σειρά του δεν είναι πάντα ευθέως ανάλογος με την αυτοπεποίθηση.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Νομίζω ότι με τον έναν ή άλλον τρόπο όλοι με ακολουθούν, θέλω δεν θέλω. Ή τους ακολουθώ εγώ. Δεν είναι πάντα εύκολο να διακρίνεις ποιος ακολουθεί ποιον. Ούτε βέβαια να πεις ποιος έχει πιο συχνά νέα, ποιος αλλάζει περισσότερο με την πάροδο των χρόνων.

goethe_Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Έχω σπουδάσει γερμανική φιλολογία. Το πρώτο θεατρικό έργο που έγραψα ήταν κατά κάποιο τρόπο μία συνέχεια της διπλωματικής εργασίας μου, στην οποία είχα ασχοληθεί με «Τα πάθη του νεαρού Βέρθερου» του Γκαίτε και τον «Θάνατο στη Βενετία» του Τόμας Μανν. Ουσιαστικά όμως θα έλεγα ότι ο «Βέρθερος» ήταν το άλλοθι, για να δημιουργήσω τη δική μου «Λόττε», η οποία ως πρόσωπο, όπως και τα άλλα πρόσωπα του έργου, ουσιαστικά κάπου προϋπήρχε. Από την άλλη, η ομώνυμη ιστορία στο βιβλίο «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» είναι η ιστορία ενός μεταφραστή γερμανόφωνης λογοτεχνίας. Πρόσφατα μου είπε μια δεκαοχτάχρονη κόρη φίλης «Η Γώγου λέει “ένα καλά ακονισμένο τσεκούρι”», και είχε προφανώς δίκιο. Δεν γίνεται να ξεχάσεις αυτόν τον στίχο. Μία άλλη ιστορία, το «Η αγάπη κερδίζεται», είναι χτισμένη πάνω σε δυο στίχους του Χριστιανόπουλου και στο μυαλό μου έχει μουσική υπόκρουση ένα κομμάτι της P. J. Harvey, στην «Ευτυχία» υπάρχει μια αναφορά σε μια ταινία, τη «Σταγόνα στον ωκεανό» της Ελένης Αλεξανδράκη, ενώ ο ήχος που «σκίζει το στομάχι» της γυναίκας στην τελευταία ιστορία του βιβλίου είναι ο ήχος του τηλεοπτικού σποτ του Amber Alert. Δεν είναι μόνο οι σπουδές, θα έλεγα. Ό,τι έχω διαβάσει, έχω δει, έχω ζήσει σίγουρα έχει επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο βλέπω τα πράγματα, άρα και αυτά που γράφω. Άλλες επιρροές είναι εμφανείς άλλες όχι. Άλλες σίγουρα παραμένουν ασυνείδητες.

Thomas MannΣτις σπουδές μου υπήρχαν πολλά μαθήματα επιλογής. Το τι επέλεγε ο κάθε φοιτητής καθόριζε κατά κάποιο τρόπο το πρόγραμμα σπουδών του, αν και τα προσφερόμενα μαθήματα ήταν πάντα συγκεκριμένα. Το τι εισέπραττε όμως τελικά ο κάθε ένας από τους φοιτητές  που παρακολουθούσαν το ίδιο μάθημα είχε να κάνει με τον κάθε ένα φοιτητή ξεχωριστά. Το ότι στο πλαίσιο των σπουδών μου είχα επιλέξει ψυχογλωσσολογία και μαθήματα ψυχολογίας σίγουρα έχει παίξει κάποιο ρόλο γενικότερα. Η ενασχόλησή μου επίσης με την τραγική κωμωδία στο πλαίσιο των σπουδών μου έχει επηρεάσει τη θεατρική μου γραφή. Παρ’ όλα αυτά και αυτό το μάθημα αφ’ ενός ήταν μάθημα επιλογής και αφ’ ετέρου δεν ήταν το μοναδικό μάθημα με αντικείμενο θεατρικά έργα που παρακολούθησα κατά τη διάρκεια των σπουδών μου.

Πώς βιοπορίζεστε;

ΔύσκοAnton_Chekhov_1889λα όπως και πολλοί άλλοι. Και προ κρίσης και τώρα. Πάντως εκτός από ελεύθερος επαγγελματίας ως μεταφραστής και συγγραφέας, είμαι και ιδιωτικός υπάλληλος. Πράγμα που σημαίνει τουλάχιστον 8ωρη καθημερινή μισθωτή εργασία. Άλλο κεφάλαιο αυτό!

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Βρίσκω συγκλονιστικές τις ταινίες του Γιάννη Οικονομίδη, το «Σπιρτόκουτο», την «Ψυχή στο στόμα», τον «Μαχαιροβγάλτη». Όταν είδα το «Σπιρτόκουτο», σκεφτόμουν «τι ταινία να κάνεις μετά απ’ αυτό;» Κι όμως έκανε την «Ψυχή στο στόμα». Και μετά η ίδια σκέψη. Κι όμως έκανε τον «Μαχαιροβγάλτη». Μου άρεσε επίσης πολύ ο «Δεκαπενταύγουστος» και πιο πολύ ο «Όμηρος» του Γιάνναρη, η «Χώρα προέλευσης» του Τζουμέρκα, «Το γάλα» του Σιούγα. Συγκλονιστική με άλλο τρόπο ήταν επίσης πριν από χρόνια η «Αγέλαστος πέτρα» του Κουτσαφτή αλλά και το «Ρεμπέτικο» του Φέρρη, «Ο δράκος» του Κούνδουρου. Μου άρεσαν πολύ κάποιες ταινίες του David Lynch, η «Χαμένη Λεωφόρος», το «Mulholland Drive» και το «Inland Empire», πολλές απ’ τις ταινίες του Hanecke, το «Μαζί ποτέ» και «Η άκρη του ουρανού» του Φατίχ Ακίν, πριν από αρκετά χρόνια μία πολύ ωραία ταινία, το «Πριν από τη βροχή» με πολλή ωραία μουσική από τους Anastasia, το «Old boy», το «Άνοιξη, καλοκαίρι, φθινόπωρο, χειμώνας και άνοιξη», ταινίες που ποτέ δεν πρόκειται να θυμηθώ το όνομα των σκηνοθετών τους, «Ο μάγειρας, ο κλέφτης, η γυναίκα του κι ο εραστής της» του Πήτερ Γκρήναγουέι, οι ταινίες του Κισλόφσκι, κάποιες ταινίες του Βέντερς, του Κουστουρίτσα, αλλά και παλιές ταινίες του Φασμπίντερ και του Παζολίνι, το «Και το πλοίο φεύγει» και η «Πρόβα ορχήστρας» του Φελίνι, το «Χάος» των Ταβιάνι, η «Στέλλα» του Κακογιάννη. luigi-pirandelloΠαλιότερα παρακολουθούσα περισσότερο θέατρο. Θυμάμαι τη «Μήδεια κλειστού χώρου», τη «Φάρσα Caldeway» του Μπότο Στράους, την «Camera degli sposi» του Βέλτσου και την «Ηλέκτρα» όλα σε σκηνοθεσία Μαρμαρινού. Μάλιστα, μετά την παράσταση του «Camera degli sposi» έγραψα έναν θεατρικό μονόλογο. Την «Επίσκεψη της γηραιάς κυρίας» σε σκηνοθεσία Βολανάκη. Θυμάμαι πολύ καλά το «Με δύναμη από την Κηφισιά», το «Λαχταρώ» της Σάρας Κέιν και την «Αντιγόνη» σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή. Θυμάμαι επίσης αρκετές πολύ ενδιαφέρουσες σκηνοθεσίες του Χουβαρδά και του Αρβανιτάκη στο «Θέατρο του Νότου» και μία πολύ ωραία σκηνοθεσία της «Φόνισσας» του Παπαδιαμάντη από τον Χατζάκη. Πρόσφατα συμμετείχα σε ένα workshop δραματουργίας στο «Βυρσοδεψείο», το οποίο αποδείχτηκε πάρα πολύ ενδιαφέρον.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το «’55» του Θωμά Κοροβίνη, που είναι συγκλονιστικό, προσπαθώ να ολοκληρώσω ένα θεατρικό έργο, αλλά θέλει πολλή δουλειά ακόμη, έχω στα σκαριά μία συλλογή παραμυθιών, που θέλει ακόμη περισσότερη δουλειά, γράφω κάποια διηγήματα, και πρόκειται να αρχίσω να διορθώνω τη μετάφραση ενός βιβλίου της Έρπενμπεκ, που θα κυκλοφορήσει με τον τίτλο «Ψυχές και χώματα».

Mario-WirzΟι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Πολυποίκιλες, θα έλεγα. Ενδιαφέρουσες αλλά αρκετές φορές και απογοητευτικές. Όμως υπάρχει και πολλή φλυαρία, συχνά. Έχω επίσης την αίσθηση ότι το διαδίκτυο μπορεί να σε παγιδέψει, να σε μπερδέψει. Υπάρχει ο κίνδυνος να νομίζεις ότι κάνεις κάτι, κοινοποιώντας απλώς μία ανακοίνωση, μία είδηση. Η λογική του «τι ωραίο και συγκινητικό που είναι που εμένα με συγκινούν ακόμη τέτοια πράγματα», κάπως έτσι έχει ορίσει πολλά χρόνια πριν ο Κούντερα το κιτς. Αυτό σε συνδυασμό με τους στίχους της Γώγου «Άσκησα την όραση για μακριά / Κι έχασα τα κοντινά μου» μπορεί να γίνει καταστροφικό σήμερα. Συναντάς συχνά ένα περίσσευμα ευαισθησίας για κάτι πολύ μακρινό και μία απάθεια για ό,τι συμβαίνει στη διπλανή πόρτα. Επικρατεί και πολύ μεγάλη ιδεολογική σύγχυση. Βέβαια, οι δυνατότητες πληροφόρησης που προσφέρει το διαδίκτυο είναι τεράστιες. Αλλά και σε αυτόν τον τομέα της πληροφόρησης ακόμη, νομίζω ότι η ταχύτητα του διαδικτύου τείνει να καταργήσει τη διασταύρωση πηγών, την όποια αντικειμενικότητα. Διανύουμε την εποχή του «copy – paste – like – share». Και το διαδίκτυο ένα εργαλείο είναι, θέλει προσοχή στη χρήση του.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

ΓΩΓΟΥΦοβάμαι ότι η αιώνια νιότη θα είναι πολύ μοναχική και θα έχει πολύ πόνο, πολλούς οριστικούς αποχαιρετισμούς. Αν πάλι με αυτή την ερώτησή σας ουσιαστικά με ρωτάτε αν θα μπορούσα, με κάποιο δελεαστικό αντάλλαγμα, να ζήσω χωρίς να γράφω, να μεταφράζω ή να διαβάζω, νομίζω ότι ο καθένας μας κάνει πάντα ό,τι μπορεί. Αν κάποια στιγμή δεν μπορώ κάτι από αυτά, θα μπορώ κάτι άλλο, θα κάνω ό,τι μπορώ.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Όχι, δεν νομίζω.

Στις εικόνες: Frantz Kafka, Terézia Mora, Johann Wolfgang von Goethe, Thomas Mann, Anton Chekhov, Luigi Pirandello, Mario Wirz, Κατερίνα Γώγου.

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 127. Σοφία Διονυσοπούλου

img139Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Στο μυθιστόρημα «Η κόρη του ξενοδόχου» οι θύρες είναι δύο ειδών. Στην παραθαλάσσια ιστορία του 1975, εκεί, στο προς εγκατάλειψη ξενοδοχείο, μπαίνουμε μέσα από τις κλειδαρότρυπες, κλειδαρότρυπες που οδηγούν άλλοτε στο εσωτερικό των δωματίων, άλλοτε στον ψυχισμό των ηρώων και άλλοτε στον περιβάλλοντα χώρο, σαν τα τοπία του Αλαίν Ρομπ Γκριγιέ. Στην αλλόφρονα Αθήνα του 2000, σ’ αυτό το τέλος εποχής και έλλειψης ταυτότητας, η θύρα είναι μια μαύρη βελούδινη αυλαία, που από τη μία πλευρά οδηγεί στο θέατρο και από την άλλη βγάζει ιλιγγιωδώς στην Εθνική οδό μέχρι τα ναυπηγεία, τα διυλιστήρια και τα Ελευσίνια μυστήρια.

b179585Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

«Με τις ευλογίες των νεκρών», Άγρα 1997: Γράφτηκε στο Παρίσι, πρόκειται για μικρές ιστορίες με έναν κεντρικό χαρακτήρα. Φιλία, παιγνίδι, ερωτισμός μέσα από τα μάτια ενός μικρού κοριτσιού που βλέπει την κόσμο με την αθωότητα και τη σκληρότητα της παιδικής ηλικίας.

«Νυχτωδία», θέατρο, Άγρα 2000: Η συνάντηση της Πηνελόπης με τον Οδυσσέα μετά τη σφαγή των μνηστήρων. Σε χρόνο σταματημένο, την αναγνώριση θα διαδεχτεί η αποκάλυψη της Πηνελόπης. Κατά την απουσία του Οδυσσέα συνευρέθηκε μέσα σε μία νύχτα και με τους 129 μνηστήρες. Από την οργασμική αυτή ένωση γεννήθηκε ο Πάνας. Θα υb33862ποστηρίξει ότι ο πόθος της για τον Οδυσσέα και η γιγάντια αναμονή την οδήγησαν σε αυτή την πράξη και ότι αυτό αποδεικνύεται από τη γέννηση ενός θεού.

«Νεροπομπή», θέατρο, Νεφέλη 2001: Ο Ορφέας στον Άδη προς συνάντηση της Ευρυδίκης. Γραμμένο για μία ηθοποιό και βαρύτονη αντρική φωνή. Στον Άδη φαίνονται μόνο οι νεκροί. Οι ζωντανοί είναι σκιές. Η επιμονή της Ευρυδίκης να δει το πρόσωπο του Ορφέα θα καταστρέψει και την επιστροφή της στη γη. Θεατρικό έργο σε οχτώ εικόνες, με λόγο αφαιρετικό.

«img238Ο μονόκερως του πόθου», θέατρο, σε συνεργασία μέσω συνειρμών με τη Μαρίνα Μέντζου: Περί διχασμού και ανέφικτου: ‘Κάποτε ζούσε ένα αγόρι με ένα μάτι μπλε και ένα πράσινο. Το μπλε μάτι έβλεπε τη μέρα και το πράσινο τη νύχτα. Μια μέρα το μπλε μάτι ερωτεύτηκε τον ήλιο. Την ίδια νύχτα, το πράσινο μάτι ερωτεύτηκε το φεγγάρι. Στα όνειρά του μπλέκονταν και τα δυο. Το αγόρι ξυπνούσε τρομαγμένο, Θέλεις εμένα; έλεγε ο ήλιος. Εμένα θέλεις, έλεγε το φεγγάρι. Το αγόρι λυπόταν με τον πόνο του ήλιου. Το αγόρι λυπόταν με τη θλίψη του φεγγαριού. Αποφάσισε να φύγει, να μπει στο πιο πυκνό δάσος, όπου δεν έφτανε το φως και να ξεχάσει. Έμαθε να ζει με τις σκιές. Έμαθε να ζει μόνο. Δεν ξέχασε ποτέ’.

«Ιφιγένimg240εια της Ευριπίδου», μονόλογος, Νεφέλη 2010: Προβληματική πάνω στο πώς το θύμα γίνεται θύτης και αντιστρόφως. Η Ιφιγένεια θυσιάζεται, θυσιάζει, μετατρέπεται στον Ισαάκ, σε παιδί της Γάζας,  σε μετανάστρια πόρνη της Ευριπίδου. Αφιερωμένο στον Αλέξη Γρηγορόπουλο, ο θάνατος του οποίου αποτέλεσε και το έναυσμα για τη συγγραφή του.

«Ροδώνες και πέρλες», διαδραστικός μονόλογος για μπαρ σε συνεργασία με τη Μαρίνα Μέντζου. Μια άστεγη αφηγείται στους θαμώνες ιστορίες παπουτσιών. Κάθε παπούτσι και μια μεγαλομανής φανταστική ερωτική ιστορία-ξόρκι απέναντι στην καθημερινότητα.

Έχετε γράψει πεζογραφία και θέατρο. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσα στους δύο αυτούς κόσμους; Είναι διαφορετικές οι ηδονές και οι ταλαιπωρίες τους;

img241Η λογοτεχνία δεν έχει όρια. Μπαίνει κανείς μέσα στις φόρμες και βγαίνει από αυτές, τις προσεγγίζει και τις αφήνει να αγγίξουν η μία την άλλη, ενίοτε να εισχωρήσουν η μία μέσα στην άλλη. Από εκεί κι έπειτα, ναι, όταν αποφασίζεις ότι μια δεδομένη εποχή αφιερώνεσαι σε κάτι, αυτό το κάτι προσφέρει διαφορετικού τύπου πόνο και ηδονή. Στο θέατρο οι ήρωες παίρνουν σάρκα και οστά σιγά σιγά μέχρι να βρουν την πλήρη τους υπόσταση στο σανίδι. Έως τότε βρικολακιάζουν πίνοντας το αίμα του συγγραφέα, ο οποίος συχνά εναλλάσσει τους ρόλους. Σημαντικότερο όμως είναι το ίδιο το θεατρικό παιγνίδι, η δομή του έργου και ιδίως εκείνα που δεν λέγονται. Στο μυθιστόρημα οι ήρωες στοιχειώνουν την καθημερινότητα του συγγραφέα, τους απευθύνεται, συζητάει μαζί τους για άλλα θέματα εκτός κειμένου και τον κυνηγούν για αρκετό διάστημα μετά την ολοκλήρωση της συγγραφής. Το τελευταίο δεν συμβαίνει στο θέατρο. Οι ήρωες χάνονται στο σκοτάδι μετά το χειροκρότημα και περιμένουν τους επόμενους προβολείς τους.

b21711Οι δύο αυτοί κόσμοι με γοητεύουν εξίσου. Θα συνεχίσω πράγματι να ισορροπώ ανάμεσά τους, με εργαλείο πάντοτε την ποίηση.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Ως προς το θέατρο, έλκομαι απεριόριστα από την ανεξάντλητη ελληνική μυθολογία και τις ανατροπές των μύθων που προσφέρει. Όπως κάθε κοσμογονία, δεν εμπεριέχει μόνο το άλφα αλλά και το ωμέγα της ανθρωπότητας. Έτσι λοιπόν με επισκέπτονται αγαπημένα πλάσματα από το απώτατο παρελθόν που ανήκουν στην αιωνιότητα.

Μέχρι στιγμής, οι ιδέες μού έχουν έρθει τη νύχτα, στο κρεβάτι, σ’ εκείνο το μεταίχμιο ύπνου και ξύπνιου. Ως προς την ίδια τη συγγραφή ο τρόπος είναι ένας και μοναδικός και τον αναλύω στην επόμενη ερώτηση.

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΕργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Βρίσκω πρώτα το θέμα, το οποίο στριφογυρίζει αρκετό καιρό στο μυαλό μου μέχρι να βεβαιωθώ ότι πράγματι με αυτό θέλω να ασχοληθώ. Στη συνέχεια καταστρώνω ένα λεπτομερές και αυστηρό πλάνο, από το οποίο δεν παρεκκλίνω. Πριν αρχίσω έχω έτοιμο το τέλος και τον τίτλο. Αυτό είναι απαραίτητο γιατί νιώθω την ανάγκη να φυλακίσω το κείμενο. Τότε πια έρχεται η ώρα του τρανς.

Με τη μουσική έχω πολύ ιδιαίτερη σχέση. Τα πρώτα μου κείμενα τα έγραψα στο Στρασβούργο περνώντας λευκές νύχτες συντροφιά με κάποιο γερμανικό ραδιόφωνο που έπαιζε κλασική μουσική. Τότε είχα ανάγκη από αυτή τη διαδικασία για να φορτίζομαι. Τα κείμενα όμως δεν είχαν καμία αξία. Στη συνέχεια, όταν άρχισα πια να ασχολούμαι με το κλασικό τραγούδι, ήταν αδύνατο πλέον να ακούω ταυτόχρονα μουσική για τον απλούστατο λόγο ότι στη μουσική βυθίζομαι, παρακολουθώ κάθε μέτρο, μπαίνω ολόκληρη μέσα στο σώμα της συγκεκριμένης τέχνης. Προτιμώ λοιπόν τη σιωπή ή το θόρυβο. Γράφω σε κλειστό χώρο, πάντα στον υπολογιστή, ακόμη και με συνοδεία ηλεκτρικής σκούπας, και κρατώ σημειώσεις οπουδήποτε, σε καφενεία, τρένα, πλοία αεροπλάνα κ.λ.π.

b133506Ως πb146660ρος τις μουσικές προτιμήσεις, είμαι αρκετά ανοιχτή: Μου αρέσει πολύ η όπερα και ιδίως Μότσαρτ, Βάγκνερ, Μασνέ, τα τραγούδια του Σούμπερτ και του Μάλερ, η όπερα δωματίου, πολλά έργα συμφωνικής μουσικής, οι βασιλιάδες της ροκ σκηνής (αναφέρω χαρακτηριστικά τους Pink Floyd), το γαλλικό και γερμανικό καμπαρέ, το τάγκο, το ρεμπέτικο, καθώς και πολλά τουρκικά και αραβικά τραγούδια.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Στο σπίτι μου στην Κέρκυρα, υπό τρομακτικά καταρρακτώδη βροχή, λες και μαίνονταν οι Βαλκυρίες του Βάγκνερ. Στο σπίτι της φίλης και συνεργάτιδάς μου, Μαρίνας Μέντζου στη Σίφνο, υπό τη βία του καύσωνα και την επίμονη μονοτονία των τζιτζικιών. Στην πρώτη περίπτωση έγραψα ένα θεατρικό έργο, άπαιχτο ακόμη, στη δεύτερη, την «Ιφιγένεια της Ευριπίδου».

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Ασυζb24902ητητί τον Ανδρέα Εμπειρίκb3414ο.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Θεωρώ ότι η ποίηση είναι παρούσα στα περισσότερα έργα μου. Απλώς έχουμε συνηθίσει να διαβάζουμε μόνο τις εκδοτικές ταμπέλες. Για παράδειγμα, η «Νυχτωδία» είναι γραμμένη σχεδόν εξολοκλήρου σε δεκαπεντασύλλαβο. Το ότι δεν παρατίθενται οι στίχοι ο ένας κάτω από τον άλλον, νομίζω ότι κάποτε πρέπει να το ξεπεράσουμε. Με τη «Νεροπομπή» συμβαίνει το ίδιο και, επιπλέον, ο λόγος είναι εντελώς αφαιρετικός. Όσο για την «Ιφιγένεια της Ευριπίδου» είναι απολύτως ξεκάθαρο μιας και ο κάθε στίχος είναι κάτω από τον άλλον. Αυτά όμως είναι ζητήματα που η ίδια η ποίηση τα έχει λύσει προ πολλού. Όσο για το μυθιστόρημα, την «Κόρη του ξενοδόχου», εδώ νομίζω ότι υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από πλευράς φόρμας. Διότι, ναι, πρόκειται για μυθιστόρημα. Η ιστορία όμως που εκτυλίσσεται το 2000 και τέμνει ανά τρία κεφάλαια την ιστορία του 1975, είναι γραμμένη σε ποιητικό λόγο, με πολύ μελετημένη προσωδία και θα μπορούσε να παιχτεί αυτόνομα στο θέατρο. Έχουμε λοιπόν και δύο διαφορετικά είδη γραφής και το θέατρο να εισχωρεί μες στην πεζογραφία δια στόματος μιας ηρωίδας-ηθοποιού.

Πεb102238ρί b106871ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Αισχύλος, Ησίοδος, Όμηρος, Ανδρέας Εμπειρίκος, Κώστας Καρυωτάκης, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στρατής Τσίρκας, Σαρλ Μπωντλέρ, Λωτρεαμόν, Τεοφίλ Γκωτιέ, Γκαίτε, Έντγκαρ Άλαν Πόε, Βλαντιμίρ Ναμπόκοφ, Αντονέν Αρτώ, Μαργκερίτ Ντυράς, Μαργκερίτ Γιουρσενάρ, Σάμιουελ Μπέκετ, Ζαν Ζενέ, Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, Στέφαν Τσβάιχ, Κλάους Μαν, Μαρία Πολυδούρη, Μάτση Χατζηλαζάρου, Μίσιμα, Τανιζάκι, Κώστας Αξελός.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Ο μέγας ανατολικός», άνευ ορίων, άνευ όρων. Η ποίηση του Εμπειρίκου, Οι ακυβέρνητες πολιτείες» του Τσίρκα, «Τα άνθη του κακού», «Τα άσματα του Μαλντορόρ».

Στα δεκατρία μου λάτρευα τον Ντοστογιέφκι και συγκεκριμένα τους «Αδελφούς Καραμαζοφ» και τον «Ηλίθιο».

b3492Αγαπηb23865μένα σας διηγήματα.

Όλα τα φανταστικά του Μωπασάν και τα περισσότερα του Παπαδιαμάντη.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Κλεοπάτρα Λυμπέρη με την ποίηση, τη σκέψη και το ήθος της. Ο Σπύρος Κανιούρας με τις ανυπότακτες λέξεις του. Ο Φαίδων Ταμβακάκης με το ρυθμό και την ιδιαιτερότητα των θεμάτων του.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ανδρέας Σπερχής, Δράκουλας και Μίνα, Ιαβέρης, Φάουστ.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

b73095Οδός b80114Πανός και Τραμ. Γιατί κανένα τους δεν ξέρει τι θα πει λογοτεχνική μούχλα.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεκαοχτώ χρονών. Έξω χιόνι. Μεσάνυχτα σ’ ένα τρένο με παγωμένα τζάμια. Βασιλεία-Μετς. Τουρτουρίζω. Είμαι μόνη. Μέχρι που. Το τρένο γεμίζει στρατιώτες. Νεαρά παιδιά. Ορμές. Μυρωδιά σπέρματος που παγώνει. Φόβος. Είμαι ακόμη πιο μόνη. Μου μιλούν. Γερμανικά. Δεν καταλαβαίνω. Γελούν. Με κοιτούν. Χώνομαι στο βιβλίο μου. Χάνομαι στις «Ελεγείες του Ντουίνο».

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Φροντίζω πάντα να κάνω έν2009α ποb147249λύ καλό πρώτο χέρι. Δεν αφήνω ποτέ κενά και απορίες. Και ο ρυθμός πρέπει να είναι αυτός που ζητάω. Αλλιώς, στα επόμενα χέρια δεν θα μπορέσω τίποτε να διορθώσω. Η σχέση νιώθω ότι πρέπει να είναι κάτι ανάμεσα σε έρωτα και εκλεκτική συγγένεια. Τουλάχιστον με μένα αυτό ισχύει.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Μια ιδιάζουσα περίπτωση που περιείχε και βαθμό δυσκολίας και ηδονή ήταν το ‘Ένα πάθος στην έρημο’ του Μπαλζάκ. Κι αυτό, επειδή πρόκειται για ένα μικρό αριστούργημα, που ξεφεύγει από το γνωστό ύφος του συγγραφέα.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

b84723Θα σύστb88295ηνα ανεπιφύλακτα το «Ιστορία της ζωής μου» του Τζάκομο Καζανόβα και το «Διάλογο ενός ιερωμένου με έναν μελλοθάνατο» του Σαντ, και τα δύο στις εκδόσεις Άγρα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Με τον Μπέκετ και τον Μπωντλέρ. Τους θεωρώ και τους δύο αναξιοπαθούντες.

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

b74496b160114Μήπως θα έπρεπε να συζητήσουμε τι θα πει κριτικός στην Ελλάδα; Όταν μεταφράζεται ένα έργο στα ελληνικά, αμέσως έχει προαποφασιστεί ότι έχει κάποια αξία. Οι κριτικοί είναι συνεπώς λιγότερο αγχωμένοι απ’ ότι απέναντι σε κάποιο έργο της εγχώριας παραγωγής. Άλλοτε αφήνονται στις προσωπικές τους προτιμήσεις, άλλοτε διευκολύνονται αντιγράφοντας κομμάτια κειμένων συναδέλφων τους. Ως προς τη μετάφραση τώρα, χρειάζεται άλλη εξειδίκευση που δεν προσφέρεται από τις παρουσιάσεις των ατζέντηδων. Πώς να ξεχωρίσεις, ας πούμε, αγγλισμούς, γαλλισμούς, δυσκαμψίες ή αν ένα κείμενο έχει πράγματι μεταφραστεί από τη γλώσσα που αναγράφεται στην έκδοση; Αν έχεις αναγνωστική εμπειρία, θεωρώ ότι μπορείς. Και αν σέβεσαι τη δουλειά του μεταφραστή. Τώρα, γιατί δεν γίνεται αυτό, φοβάμαι ότι δεν μπορώ εγώ να το απαντήσω.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Πάντοτε ο γλυκύτατος, ευγενέστατος, ερωτικότατος Τζάκομο Καζανόβα, ο οποίος καμία σχέση δεν έχει με την κακεντρεχή μυθολογία που τον κυνηγάει και που ταιριάζει στον Δον Ζουάν.

b118235Περί αb129916διακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Συγκριτική λογοτεχνία στο Παρίσι, φωτογραφία και κλασικό τραγούδι. Φυσικά και υπάρχει επιρροή στη γραφή μου. Θα έλεγα ότι, κατά κάποιον τρόπο, οι σπουδές μου αποτελούν τη βάση της, το στήριγμά της. Από τη Σορβόνη έμαθα αυτό που οι Γάλλοι ονομάζουν πλάνο και που, ως γνήσια Ελληνίδα, το έβρισκα στείρο και ανόητο. Δίχως αυτό, οι ιδέες μου δεν θα έμπαιναν ποτέ σε τάξη. Από την άλλη, το κλασικό τραγούδι και η μουσική γενικότερα με έκαναν εξαιρετικά ευαίσθητη στο ρυθμό. Πρώτα ακούω και μετά γράφω. Το ίδιο ισχύει και με τη μετάφραση. Πρώτα ακούω και μετά μεταφράζω.

Πώς βιοπορίζεστε;

Με μεταφράσεις, επιμέλειες, διορθώσεις.

Πώς εμπλέκεστRadiateur 100ε με τη σκηνοθεσία; Πώς είναι η σχετική εμπειρία;

Ξεκίνησα το 2000, με το πρώτο μου έργο τη «Νυχτωδία». Έκτοτε έχω κάνει οκτώ σκηνοθεσίες. Για μένα η σκηνοθεσία έχει, κατά κάποιον τρόπο, σχέση με τη διεύθυνση ορχήστρας. Οι ηθοποιοί είναι ζωντανά όργανα, το κείμενο και η μουσική είναι αλληλένδετα. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι έχω ονομάσει την εταιρεία μου Θέατρο Ρυθμών. Εκτός όμως από καλό αυτί και αίσθηση του χρόνου που πρέπει να διαθέτει κανείς, χρειάζεται υπομονή και διπλωματία. Τα δύο πρώτα με μαγεύουν, τα δύο δεύτερα με διασκεδάζουν. Το ισχυρότερο όμως είναι η αδρεναλίνη των τελευταίων ημερών και η αίσθηση θανάτου όταν ανέβει η παράσταση.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

nyktodiaΠαρακολουθώ και θέατρο και κινηματογράφο. Στον κινηματογράφο με γοητεύει η Ιαπωνία και η Κορέα: Κιτάνο, Τσαν Γου Παρκ, Κιμ Κι Ντουκ.  Από Ευρώπη και Καναδά αναφέρω ενδεικτικά τους εξής: Ζαν-Λυκ Γκοντάρ, Στάνλεϋ Κιούμπρικ, Κλωντ Σαμπρόλ, Μίκαελ Χάνεκε, Λαρς Φον Τρίερ, Ντέιβιντ Κρόνενμπεργκ, Ατόμ Εγκογιάν.

Στο θέατρο θα ανέφερα συνολικά τη δουλειά της Αριάν Μνουσκίν.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω την «Αποκάλυψη του Ιωάννη» και ξαναδιαβάζω για πολλοστή φορά τον «Μέγα Ανατολικό», γράφω ένα καινούργιο θεατρικό έργο που θα ‘αναρριχηθεί’ μέσα στη «Νεροπομπή» και θα αποτελέσει ενιαία παράσταση. Μόλις μετέφρασα, μαζί με τη Μαρίνα Μέντζου, ένα εκπληκτικό κείμενο, μια ποιητική νουβέλα του 19ου αιώνα. Δεν θα πω λεπτομέρειες. Μόνο ότι θα βγει τέλος χειμώνα, αρχές άνοιξης από τις εκδόσεις Περισπωμένη.

b141500Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθb139477αι;

Εξαιρετικό εργαλείο δουλειάς. Επιπλέον, ευτυχώς που υπάρχει το διαδίκτυο και οι άνθρωποι οργανώνονται ταχύτερα ενάντια στον ολοκληρωτισμό.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θα δεχόμουν για δύο λόγους: Είναι ωραίο να γράφεις για πλάσματα αιώνια, όχι να γίνεσαι εσύ ένα από αυτά. Κι ύστερα, η πρόταση αυτή είναι ύπουλη γιατί, αν πάψει να σε απασχολεί ο θάνατος, είναι βέβαιο ότι έτσι κι αλλιώς δεν θα γράψεις. Συνεπώς, ποια είναι ακριβώς η προσφορά; Λογοτεχνία και έρωτας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με το φόβο του θανάτου.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Με τι χρώμα θα χαρακτήριζα το κάθε έργο μου; Έχουμε και λέμε:

img136‘Με τις ευλογίες των νεκρών’: Λευκό.

‘Νυχτωδία’ Μπλε ινδικό.

‘Νεροπομπή’: Ασπρόμαυρο.

‘Ο μονόκερως του πόθου’: Κυπαρισσί.

‘Ιφιγένεια της Ευριπίδου’: Βαθύ κόκκινο.

‘Ροδώνες και πέρλες’: Ουράνιο τόξο.

‘Η κόρη του ξενοδόχου’: Κίτρινο για την Ηλέκτρα, μίνιο για τη Λη.

Στις θεατρικές εικόνες: Ιφιγένεια [Και κάθε βράδυ βγαίνουμε -χρωματιστές ακρίδες-/ Δέκα κορίτσια εδώ στην Ευριπίδου./ Λάμπες που στρεμοσβήνουμε ] και Νυχτωδία [Αχ, τούτη η νύχτα δεν κυλά, κολλάει πάνω στα μαλλιά κι ανάσα μας βαραίνει. Και το φεγγάρι κρύβεται και μας περιγελά.].

Στην επόμενη ανάρτηση, η Κόρη του Ξενοδόχου.