Στο αίθριο του Πανδοχείου, 118. Μαρία Πετρίτση

mariapetritsiΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η «Μιράντα, το τελευταίο μου μυθιστόρημα, είναι η ιστορία μιας παρέας τριαντάρηδων που ταξιδεύουν στον κόσμο και στον εσώτερο εαυτό τους προσπαθώντας να γνωρίσουν και να γνωριστούν, να αναγνωρίσουν και να αναγνωριστούν. Κυρίως όμως, να ζήσουν.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το «Λέμον» (Εμπειρία Εκδοτική) είναι μια συλλογή παράδοξων διηγημάτων. Και λέω παράδοξων επειδή ο σκοπός του κάθε διηγήματος δεν είναι να καλλωπίσει και να ολοκληρώσει αλλά να κατορθώσει να ανατρέψει τελικά τις εικόνες που με πολύ κόπο χτίστηκαν κατά την εξέλιξη της πλοκής. Το «Όλα λάθος» (Κέδρος) – μυθιστόρημα – είναι ένα οδοιπορικό στη σκληροτράχηλη ελληνική επαρχία της δεκαετίας του ’80, ειδωμένη μέσα από τα μάτια κάποιων ανθρώπων που τα πράγματα θα ήθελαν από όλα λάθος να τα κάνουν όλα σωστά. Η «Μιράντα» (Κέδρος) – μυθιστόρημα – είναι μια εκδρομή στον κόσμο που μας περιβάλλει και στον κόσμο που κρύβει ο καθένας μέσα του. Είναι επίσης η περιγραφή μιας πρόκλησης που αργά ή γρήγορα περιμένει τον καθένα από μας, είτε λειτουργεί μέσα στο προστατευτικό κουκούλι μιας φιλικής παρέας, είτε στο πλαίσιο της οικογένειάς του, είτε εκεί έξω, σε αυτό το μεγάλο και αδυσώπητο πράγμα που ονομάζεται κοινωνία.

COVER_lemonΈχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Προτιμώ πάντα να γράφω απομονωμένη, ήσυχη, απερίσπαστη. Αυτό είναι εφικτό μόνο όταν κλείνω την πόρτα του γραφείου μου και στο οπτικό πεδίο μου υπάρχει μόνο η οθόνη του υπολογιστή μου.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Οι ήρωες των βιβλίων μου ζουν διαρκώς μαζί μου και αυτό μου φαίνεται απολύτως φυσικό. Ακούγεται βέβαια κλισέ, παρόλα αυτά για όσο διάστημα δέχονται να μου διηγούνται τις ιστορίες τους και μου επιτρέπουν να κάθομαι να τις γράφω, κοιμόμαστε και ξυπνάμε μαζί, πηγαίνουμε στο σούπερ μάρκετ, μαγειρεύουμε, τρώμε και πίνουμε, διασκεδάζουμε, στεναχωριόμαστε. Μου έχει συμβεί να σηκωθώ από το τραπέζι όπου κάθομαι με τους φίλους μου και να τρέξω σπίτι για να γράψω αυτό που μου ψιθύρισε ένας ήρωας και δεν έπρεπε να ξεχαστεί. Ευτυχώς οι οικείοι μου καταλαβαίνουν. Όταν ολοκληρωθεί ένα βιβλίο, αφήνω τους ήρωές μου στην ησυχία τους κι εκείνοι με αφήνουν στη δική μου.

COVER1ola-lathosΠοιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν παγιδεύω τις ιδέες μου, μου είναι αδύνατον. Δεν έχω αυστηρή και απαραβίαστη μέθοδο συγγραφής. Δεν βαδίζω βάσει προσχεδιασμένης δομής που οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια από το σημείο εκκίνησης της ιστορίας μέχρι το σημείο λήξης. Όταν θελήσει κάποιος ήρωας να μου πει κάτι, έρχεται απλώς και μου το λέει βάζοντας στα δάχτυλά μου τις λέξεις που θέλει να περιγράψουν την ιστορία του. Γράφω πάντα όταν ο ήρωάς μου με αφήσει να τον «δω» ή όταν αποφασίσει πως είναι ώρα να μου «μιλήσει». Με το που θα καθίσω μπροστά στην οθόνη ο υπολογιστής γίνεται ένα μέσον επικοινωνίας, ένας δίαυλος, που μου επιτρέπει να μεταφέρω όσα κάποιοι άλλοι μου υπαγορεύουν. Τα πρώτα μου διηγήματα, οφείλω πάντως να ομολογήσω, τα έγραψα με στυλό πάνω σε κάτι άχαρες κόλλες χαρτί από ένα σχολικό μπλοκ που είχε παραπετάξει η κόρη μου ένα καλοκαίρι. Έτσι ξεκίνησαν όλα.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

MIRANTA EX.Γράφω πάντοτε σε απόλυτη σιωπή και πλήρως απομονωμένη. Ένα τραγούδι μπορεί ενίοτε να συνοδεύσει κάποια σκηνή βιβλίου μου, για έναν συγκεκριμένο λόγο, ποτέ αυτά τα δυο δεν γίνεται όμως να συμβούν ταυτόχρονα. Κατά τ’ άλλα, προτιμώ συνήθως να γράφω με το φως της μέρας, μιας και θεωρώ πως το τεχνητό φως παραμορφώνει κάπως τα πρόσωπα των ηρώων που έχω ανάγκη να κοιτάζω. Γενικότερα απολαμβάνω εξίσου τα ροκ κομμάτια της νιότης μου με τους ηλεκτρονικούς ήχους άλλων καλλιτεχνών που γνώρισα αργότερα, τα παλιά ρεμπέτικα και τη Ρίτα Σακελλαρίου.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα στο Τμήμα Ξένων Γλωσσών, Μετάφρασης και Διερμηνείας, στην Κέρκυρα. Κατόπιν συνέχισα τις μεταπτυχιακές σπουδές μου πάνω στο ίδιο αντικείμενο στο πανεπιστήμιο της Μονς, στο Βέλγιο. Ήταν ένα από τα ελάχιστα τμήματα που είχαν τα ελληνικά ως γλώσσα διδασκαλίας εκείνη την εποχή. Πριν βγω στην αγορά εργασίας ήθελα να ασχοληθώ αποκλειστικά με τη λογοτεχνική μετάφραση και μάλιστα όχι σε υπολογιστή: σχεδίαζα να μεταφράζω επαγγελματικά χρησιμοποιώντας μια παμπάλαια γραφομηχανή μάρκας Maritsa. Βγαίνοντας στον πραγματικό κόσμο, λίγο αργότερα, κατάλαβα πως το σχέδιό μου δεν θα λειτουργούσε εύκολα κι έτσι αποφάσισα να ακολουθήσω την πεπατημένη. Εργάζομαι σε μια υπηρεσία εκδόσεων που μου επιτρέπει να βιοπορίζομαι, και βρίσκω τον εαυτό μου όταν κάθομαι μπροστά στον υπολογιστή και περιγράφω ιστορίες των φανταστικών ανθρώπων που μου μιλάνε με φωνές συχνά πιο πραγματικές κι από τις πραγματικές φωνές που ακούω γύρω μου..

36_pasolini_lΓράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Ουδέποτε το αποτόλμησα. Η ποίηση είναι άλλο επάγγελμα. Θα ντρεπόμουν.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Νομίζω τον Μπωντλαίρ. Θα μου άρεσε να υπήρχε ένας τρόπος να στέκομαι πίσω από την πλάτη του την ώρα που γράφει τα Άνθη του Κακού και να περιγράφω με οδυνηρές λεπτομέρειες την όλη διαδικασία.

Τι γράφετε τώρα; 

Γράφω το καινούριο μου μυθιστόρημα, με τίτλο «Ο θάνατος του Τσε», ή κάπως έτσι, που αναμένεται, αν όλα πάνε καλά, να κυκλοφορήσει το 2014, μιας και το μυθιστόρημα του 2013 είναι έτοιμο και βρίσκεται ήδη στα χέρια των επιμελητών του Κέδρου. Σκοπεύουμε να το βγάλουμε στα ράφια γύρω στο φθινόπωρο. Ο τίτλος του είναι «Το τρακ» και, κατά κάποιο τρόπο, κλείνει ως τριλογία το «Όλα λάθος» και τη «Μιράντα» ολοκληρώνοντας έναν κύκλο.

Περί ανάγνωσης

amnotΑγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Κώστας Ουράνης που έγραψε τα ποιήματα που με ξύπνησαν. Ο Μαρσέλ Προυστ που με έκανε να χάσω την αίσθηση του χρόνου. Ο Οβίδιος, ο Εμπειρίκος, ο Ραπτόπουλος, ο Καζαντζάκης, ο Παζολίνι, ο Έρμαν Έσσε, ο Γιώργος Ιωάννου, ο Τσαρούχης, η Αμελί Νοτόμπ, ο Κουμανταρέας, η Έμιλυ Ντίκινσον, ο Ηλίας Πετρόπουλος, ο Ευγένιος Αρανίτσης, ο Όμηρος, οι πρωτοεμφανιζόμενοι συγγραφείς που πετυχαίνω σε λογοτεχνικά περιοδικά, οι αγαπημένοι μου μπλόγκερς στο διαδίκτυο, κι ένας σωρός άλλοι. Ποιητές, συγγραφείς, ζωγράφοι, σκηνοθέτες, παλιοί ή καινούριοι στο βιογραφικό, για μένα δεν διαφέρουν και πολύ. Όσο παλιό και να είναι ένα έργο, όποιο χέρι και να το έχει γράψει, εφόσον διαβάζεται και αρέσει μέχρι σήμερα, παραμένει σύγχρονο και το απολαμβάνω.

sarah_kaneΑγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Ο Ξένος. Η Ιστορία του Ματιού. Φάννυ και Αλέξανδρος. Τα ποιήματα του Παζολίνι. Το κιβώτιο. Η εποχή των καφέδων. Η Λούλα. Η περσινή αρραβωνιαστικιά. Η μητρική γλώσσα. Τα χίλια δέντρα. Το Αντιλεξικόν. Τα Άνθη του Κακού. Φοβάμαι πως θα χρειαστούν σελίδες επί σελίδων αν συνεχίσω να απαριθμώ τα βιβλία που αγαπάω και στο τέλος όλο και κάποιο θα ξεχάσω, δυστυχώς…

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Της Σάρα Κέην, του Νόλλα, του Χουλιαρά, του Αλεξάκη, του Καρκαβίτσα, του Ροΐδη, του Σκαρίμπα, του Μηλιώνη, του Χατζή, της Αξιώτη, κι άλλα, κι άλλα, κι άλλα…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Η Λένα Κιτσοπούλου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Εκείνος που κάνει κατάληψη στο μυαλό μου από το βιβλίο που διαβάζω κάθε φορά και καταφέρνει να με συναρπάσει.

hesseΑγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ο Πόρφυρας, το Πλανόδιον, ο Μανδραγόρας, τα (δε)κατα, το ΤΕΦΛΟΝ, κάποια ένθετα εφημερίδων που εκτιμώ, κάποια διαδικτυακά περιοδικά επίσης. Τα προτιμώ επειδή μου μαθαίνουν καινούριους ή μου υπενθυμίζουν παλιότερους συγγραφείς, και έχουν πάντα κάτι άξιο να προτείνουν.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω το καινούριο μυθιστόρημα του Γιάννη Ξανθούλη, «Ο γιος του δασκάλου».

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τις καλύτερες λογοτεχνικές κριτικές και παρουσιάσεις που έχω διαβάσει τελευταία τις έχω πετύχει στο διαδίκτυο. Ανάμεσα στα δύο, θα έλεγα πως μια παρουσίαση με ενδιαφέρει πιο πολύ επειδή μου αφήνει περισσότερο χώρο για προσωπικές εκτιμήσεις και άρα σαφώς μεγαλύτερη ελευθερία.

emilypoem_originalΘα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Λεωφορείο του ΚΤΕΛ, γύρω στο 1990, διαδρομή Αθήνα – Κέρκυρα. Ήμουν φοιτήτρια, ταξίδευα μόνη μου επί ώρες ατελείωτες και ευχόμουν το ταξίδι να μην τελειώσει ποτέ, μιας και διάβαζα για πρώτη φορά Ζυράννα Ζατέλη. Έκτοτε η «Περσινή αρραβωνιαστικιά» αποτελεί μια από τις καλύτερες αναμνήσεις της ζωής μου από τις στιγμές που έκανα παρέα με ένα βιβλίο.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Το «Θεώρημα» του Παζολίνι είναι η ταινία της ζωής μου, αν μπορώ να το θέσω έτσι απλά. Όσες φορές και να το έχω δει, δεν κατάφερα ποτέ να απομονώσω μία σκηνή ως πιο αδύναμη ή λιγότερο ενδιαφέρουσα από όλες τις άλλες.

1364647022189 Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Άνοιξα το ιστολόγιό μου – για την ακρίβεια ένας φίλος το άνοιξε, με την προοπτική να γράφουμε εκεί τρεις καρδιακοί φίλοι, εξ ου και το όνομά του, παρόλα αυτά στο τέλος κατέληξα να το συντηρώ μόνη – το 2008. Έκτοτε νομίζω πως δεν πέρασε ούτε μία μέρα που να μην επισκεφθώ ιστολόγια φίλων ή ανθρώπων που εκτιμώ και άλλων που ανακαλύπτω καθ’ οδόν χάρη σε αυτή την πλατφόρμα. Το ενημερώνω τακτικά με αναρτήσεις κάθε είδους, ενίοτε και προδημοσιεύσεις ή αναδημοσιεύσεις κειμένων μου που από εφημερίδες, περιοδικά ή και βιβλία. http://www.thethreewishes.wordpress.com

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Μου φαίνεται τόσο παράδοξη αυτή η ερώτηση που, ειλικρινά, δεν τολμώ καν να απαντήσω.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Δεν με απογοητεύσατε στο παραμικρό. Αντιθέτως, σας ευχαριστώ για όλα!

Στις εικόνες: Pier Paolo Pasolini, Amelie Nothomb, Sarah Kane, Herman Hesse, Emily Dickinson.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 117. Χρήστος Αγγελάκος

_DS21641n copyΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Η υπόθεση τoυ τελευταίου βιβλίου εκτυλίσσεται σ’ ένα δάσος. Άρα θύρα δεν υπάρχει. Καθένας μπορεί να μπει. Αρκεί να είναι πρόθυμος να χαθεί.

Θα μοιραστείτε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

98Το πρώτο βιβλίο ονομάζεται «Η τελευταία εικόνα». Ένα μυθιστόρημα που το θέμα του ήταν βουτηγμένο στο αλκοόλ. Το έγραψα πίνοντας Μεταξά εφτά αστέρων και τρώγοντας πικρές σοκολάτες. Τα ποιήματα βγήκαν μόνα τους σαν απάντηση στη θέα. Καθόμουν ένα βράδυ σε μια βεράντα στον Χελμό. Κοίταζα κάτω τον Κορινθιακό· είχε μπουνάτσα. Τα φώτα από τα παράλια της Αιτωλοακαρνανίας έπεφταν στο νερό. Είπα «τα φώτα απέναντι», και είχα τον τίτλο της συλλογής. Από κει και πέρα οι στίχοι άρχισαν να εμφανίζονται στα υγρά της εκτύπωσης, όπως οι φωτογραφίες. To θεατρικό κείμενο που έγραψα πριν από τέσσερα χρόνια παραμένει κλεισμένο στο κομπιούτερ, σ’ ένα φάκελο με τίτλο: «Οι δυο μας τώρα». Το άνοιξα τυχαία τις προάλλες και είδα πως και οι σελίδες στο κομπιούτερ κιτρινίζουν. Τουλάχιστον μέσα μας. Για το «Δάσος των παιδιών» δεν έχω να πω τίποτε. Είναι ακόμα νωπό. Το άδειο του με ορίζει.

08Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι, σε εξοχικά που μου παραχωρούν οι προνομιούχοι φίλοι μου, κάνοντάς με να νιώθω πιο προνομιούχος από αυτούς χάρη στη γενναιοδωρία τους.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Κανείς τους δεν με ακολούθησε. Αλλά δεν παραπονιέμαι. Στο κάτω κάτω δεν τους φέρθηκα καλά.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;11

Το αντίστροφο συμβαίνει. Οι ιδέες μου με παγιδεύουν. Το ίδιο το κείμενο λειτουργεί, στο σύνολό του, ως παγίδα: από τη στιγμή της πρώτης σύλληψης μέχρι το τέλος της συγγραφής. Σ’ αυτό το διάστημα ξεκινάει και το παιχνίδι των μεταμορφώσεων: ο κυνηγός μετατρέπεται σε θήραμα, το θήραμα σε κυνηγό. H εναλλαγή τους γίνεται κάποτε ιλιγγιώδης. Τούτο τον ίλιγγο τον αναγνωρίζω: αποτυπώνεται στο σώμα του κειμένου· δημιουργεί ένα ευφορικό συναίσθημα, κάτι σαν μέθη του βυθού. Με παρασέρνει.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία;

Δεν ξέρω αν πρόκειται για διαμορφωμένους τρόπους ή για τακτικές που αλλάζουν κατά περίσταση. Στην πραγματικότητα δοκιμάζω τα πάντα. Άλλοτε επιβάλλω σιδερένια προγράμματα κι άλλοτε προχωρώ σε αιφνιδιασμούς. Ανατροπή του προγράμματος, παρεκκλίσεις από την πορεία, συντεταγμένες επιθέσεις ή γιουρούσια, μάχες σε ξέφωτα ή σε στενά, τα πάντα είναι θεμιτά. Έτσι κι αλλιώς, κάθε βιβλίο είναι ένας πόλεμος.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Pierrot-Le-FouΤα πάντα εκβάλλουν στο γράψιμο. Και οι σπουδές στη φιλολογία και ο βιοπορισμός από τη διαφήμιση. Και η πραγματική και η φανταστική μου ζωή. Ένα χαρμάνι γίνονται όλα, με το οποίο φτιάχνω κι εγώ την καλύβα μου. Να φέρω ένα παράδειγμα: Όταν θυμάμαι ένα πρόσωπο που ερωτεύτηκα, ανακαλώ κι ό,τι δεν έζησα μαζί του. Το αλλοτινό αντικείμενο του πόθου μου φωτίζεται από μια φράση του Μπαρτ, ένα στίχο του Αναγνωστάκη, το τέλος από τον Έρωτα του Σουάν, ένα πλάνο από τον Τρελό Πιερό, ένα τραγούδι της Στανίση. Κι είναι τόσο πραγματικά όλα αυτά όσο και η καμπύλη ενός λαιμού, το όνομα ενός δρόμου, ένα μπαρ που έκλεισε, ένα χέρι που δίστασε. Καταλήγω λοιπόν στο αυτονόητο: ο τρόπος που έζησα διαμόρφωσε τον τρόπο που γράφω. Σ’ αυτόν αθροίζονται τα πρωινά στ’ αμφιθέατρα και οι νύχτες στα σκυλάδικα. Οι εποχές της συγκομιδής και τα χρόνια της σπατάλης. Μαζί και η εργασιακή μου εξορία. Αφού όπως έλεγε κι ο Καρυωτάκης, «το ψωμί της εξορίας με τρέφει».

gustave-flaubertΈχετε γράψει πεζογραφία και ποίηση. Θα συνεχίσετε να ισορροπείτε ανάμεσά τους; Βλέπετε κάποιο είδος να υπερτερεί του άλλου;

Υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην ξαναγράψω ποιήματα. Μένει να τηρήσω την υπόσχεσή μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Του Αναστάσιου, του αρχιεπισκόπου Αλβανίας. Το παράδειγμά του με συγκινεί από πάντα.

Τι γράφετε τώρα; 

Τις απαντήσεις στο ερωτηματολόγιό σας.

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

120803133054_bΗ ερώτησή σας μου θυμίζει τις δύο λίστες που μου υπαγόρευε η μάνα μου τα Ψυχοσάββατα, όταν ήμουνα παιδί. Μια «Υπέρ Υγείας» και μια «Υπέρ Ψυχών». Έπρεπε να είναι καθαρογραμένες, με μεγάλα στρογγυλά γράμματα, για να μπορεί να τις διαβάζει ο παπάς. Έγραφα τα κατεβατά με τα ονόματα κι αναρωτιόμουν ποιοι είναι οι πιο πολλοί: οι ζωντανοί ή οι πεθαμένοι; Την ίδια απορία έχω και με τους συγγραφείς που αγαπάω. Πάντως για να παρακάμψω την απάντηση και να μη χρειαστεί να ξαναφτιάξω λίστες με ονόματα, θα σας πω ότι αν ναυαγούσα σ’ ένα ερημονήσι κι είχα τη δυνατότητα να πάρω μαζί μου μόνο ένα βιβλίο ενός  συγγραφέα, αυτό θα ήταν οι «Βάκχες» του Ευριπίδη.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

tiramolaΑς πιάσουμε τα παλαιότερα που δεν ήταν ακριβώς βιβλία. Ήταν τα κόμικς που διάβαζα από τεσσάρων έως δέκα χρονών, τα καλοκαίρια στη Βάρκιζα. Τα Μίκυ Μάους, οι Τιραμόλες, οι Μπλέηκ, οι Μικροί Σερίφηδες, Καουμπόιδες, Ήρωες.  Ο Λούκι Λουκ, ο Ταρζάν κι ο Τεν Τεν με τον Μιλού. Και φυσικά η ατέλειωτη σειρά με τα Κλασικά Εικονογραφημένα. Μπορούσες να κάνεις ένα σωρό πράγματα μαζί τους. Να τα παίξεις στις αμάδες, να τα χάσεις ή να κερδίσεις κι άλλα, να τα δανείσεις, να τα ανταλλάξεις, αλλά κυρίως να περάσεις μαζί τους τις ώρες της μεσημεριανής ησυχίας και ν’ αποφύγεις τον ύπνο που σου επιβάλλανε οι γονείς. Τότε ξεκίνησε η εμπλοκή με την ανάγνωση που πήρε με τον καιρό τα χαρακτηριστικά της περιπέτειας. Κι έτσι αφού πέρασα σαράντα χρόνια καταναλώνοντας κυρίως λογοτεχνία και ψυχανάλυση, είμαι πια σε θέση να διακρίνω δύο κατηγορίες βιβλίων: εκείνα που διάβασα κι εκείνα που τα έζησα. Η μνήμη μου ανέλαβε αυτεπάγγελτα να σβήσει τα πρώτα και να κρατήσει τα δεύτερα. Και το ξεσκαρτάρισμα συνεχίζεται. Υπενθυμίζω διαρκώς στον εαυτό μου πως πρέπει να αλαφρώσει τις αποσκευές. Πέντε έξι βιβλία χρειάζομαι. Όχι περισσότερα.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Θα αναφέρω μόνο τις προσωπικές μου κορυφές: «Λίγεια» του Λαμπεντούζα, «Ένα πάθος στην έρημο» του Μπαλζάκ, «Μια απλή καρδιά» του Φλωμπέρ.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ναι. Και πhonore-de-balzac-lovers-128εζογράφοι και ποιητές. Κι εδώ θέλω να ομολογήσω την αγάπη μου στα πρώτα βιβλία των συγγραφέων. Όσο άγουρα ή αφελή κι αν είναι σε σύγκριση με τα επόμενά τους, όσο κι αν διαπιστώνω την ορμή να πουν και να χωρέσουν τα πάντα, έχουν μια φρεσκάδα που με γοητεύει. Ο νέος συγγραφέας θέλει να μιλήσει με τρόπο λογοτεχνικό κι όχι να αναμετρηθεί με τη λογοτεχνία. Τον νοιάζει να υπάρξει κι όχι να ενταχθεί. Ίσως ούτε καν να ξεχωρίσει. Μ’ αυτή την έννοια στα πρώτα βιβλία αποτυπώνονται η επιθυμία της δωρεάς και η διάθεση της σπατάλης που συναντάει κανείς στην εφηβεία.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο αφηγητής στο «Κιβώτιο» του Άρη Αλεξάνδρου. Ένας άνθρωπος που δε θα μάθουμε πώς μοιάζει, αφού δεν περιγράφεται ποτέ. Μια αφηγηματική μηχανή που ηχεί στο κενό, ένας πολλαπλασιαστής λόγων. Ο ανώνυμος αφηγητής είναι μια άλλη εκδοχή της Σεχραζάτ. Ο δικές του «Χίλιες και μία νύχτες» γίνονται χίλιες και μία αφηγήσεις ή, μάλλον, μία αφήγηση που επαναλαμβάνεται επ’ άπειρον, με τις εκδοχές, τις ανατροπές, τις μεταποιήσεις, τις ανασκευές της. Ο στόχος είναι κοινός: όσο κρατάει η ιστορία (οι ιστορίες) ο αφηγητής δεν θα πεθάνει. Η πράξη της ανάγνωσης (της απεύθυνσης) θα συνεχίζεται εσσαεί. Ο ίδιος ο αναγνώστης θα παραμένει ζωντανός ως αποδέκτης των αφηγήσεων. Κι έτσι ο αφηγητής παύει πια να είναι πρόσωπο και γίνεται ρόλος: μετατρέπεται σε μια φωνή μέσα από την οποία μιλάει η γλώσσα. Σ’ ένα ηχείο.

G.d.L.Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ο «Εκηβόλος», ο «Λογοτεχνικός Πολίτης», το «Λόγου Χάριν», η «Νέα Εστία» (επί διευθύνσεως Σταύρου Ζουμπουλάκη). Ο λόγος πάνω κάτω κοινός: όλα τους είχαν εύφορο χώμα. Η σκέψη σ’ αυτά δεν άνθισε ούτε μάταια ούτε τυχαία.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Υπότιτλους σε αγγλικές κι αμερικάνικες σειρές που κατεβάζω μανιωδώς από το διαδίκτυο.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Ας ξεμπερδέψουμε στα γρήγορα με τις παρουσιάσεις των βιβλίων όπου αντιγράφονται συνήθως τα Δελτία Τύπου που στέλνουν οι εκδοτικοί οίκοι. Κι ας πάμε στο ζήτημα της κριτικής. Είχα πάντα την εικόνα μιας αναμέτρησης του κριτικού λόγου με το κείμενο, η οποία διεξάγεται στο ριγκ της ανάγνωσης. Ποιος θα νικήσει; Ποιος θα χάσει; Το αποτέλεσμα δεν με νοιάζει σχεδόν ποτέ. Αλλά ο αγώνας εξακολουθεί να με συναρπάζει, κυρίως όταν οι «αντίπαλοι» είναι ισοδύναμοι. Μιλάω φυσικά για μια δυναμική σχέση της κριτικής με τη λογοτεχνία, η οποία αποκλείει την αυτορρύθμιση του συναφιού και τις παντός τύπου δουλείες.

351px-KaramazoviΘα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Ήταν τον Αύγουστο του 1984, όταν ξεκίνησα να διαβάζω τους Αδελφούς Καραμαζώφ πάνω στο καράβι για την Αλόννησο. Πρώτη φορά μόνος μου σε διακοπές. Έφτασα, βρήκα ένα δωμάτιο στη Στενή Βάλα, πέρασα στον δεύτερο τόμο κι ύστερα στον τρίτο, που τον τέλειωσα στο κατάστρωμα της επιστροφής. Δεν θυμάμαι τίποτα από την Αλόννησο. Θυμάμαι μόνο τους Καραμαζώφ. Τον πατέρα. Τον Αλιόσα και τ’ αδέρφια του. Την κανιβαλική διαδοχή των γενεών, όπου «η μια οχιά τρώει την άλλη». Τον Αύγουστο του ’84 ήμουνα εικοσιδύο χρονών. Είχα την πολυτέλεια να βυθίζομαι στην ανάγνωση και ν’ αδιαφορώ για τη φύση. Σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Ίσως γιατί με τρώει ακόμα η απορία πώς να ’ναι εντέλει η Αλόννησος.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ingmar-Bergman-002Αν ο θεατής ήταν επάγγελμα, θα ήμουν ήδη συνταξιούχος. Και κινηματογράφος, λοιπόν, και θέατρο με πλήθος ακόλλητα ένσημα. Κι επειδή πάλι δεν θέλω να γλιστρήσω σε παράθεση ονομάτων και τίτλων, επιτρέψτε μου να απομονώσω την τελευταία σκηνή από τον Τζον Γαβριήλ Μπόρκμαν, σκηνοθετημένο στο θέατρο από τον κινηματογραφικό Ίγκμαρ Μπέργκμαν. Ο Έρλαντ Γιόζεφσον, μόνος του, στο κέντρο της σκηνής. Ανάβει ένα σπίρτο. Το θέατρο βυθίζεται στο σκοτάδι. Βλέπουμε μόνο τη φλόγα του σπίρτου να ψηλώνει για λίγο κι ύστερα, όσο πλησιάζει στα δάχτυλα του ηθοποιού, να γίνεται όλο και πιο αδύναμη. Η αίθουσα έμοιαζε να κρατάει την αναπνοή της για να μην τη σβήσει. Κι όταν, στο τέλος, εκείνη έσβησε, ήταν σαν να ’σβηνε ο κόσμος.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Όμοιες μ’ αυτές του λαίμαργου που του αρέσαν τα κεράσια: έφαγε τόσα πολλά που αρρώστησε.

XRISTOS_CROPΑν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι, θα τη δεχόμουν. Γιατί ξέρω πως θα προσπαθούσα από την πρώτη στιγμή να κάνω ζαβολιές. Να παραβώ τη συμφωνία. Είναι κι αυτό στη φύση του παιχνιδιού: κάθε παίχτης κρύβει μέσα του έναν κλέφτη.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Η ερώτηση είναι περίπου η εξής: «Πώς θα σας φαινόταν αν το τελευταίο σας βιβλίο ήταν και το τελευταίο που γράφατε;». Η απάντηση δεν υπάρχει.

Στις εικόνες: Τρελός Πιερό και Γυναίκα, Gustave Flaubert, Βάχκες του Ευριπίδη από την παράσταση του Κέντρου Ελληνικού Πολιτισμού και Μελέτης του Αρχαίου Δράματος (Χρυσούπολη Καβάλας), Honoré de Balzac, Giuseppe Tomasi di Lampedusa, Αδελφοί Καραμαζώφ, Ingmar Bergman.