Στο αίθριο του Πανδοχείου, 111. Αμάντα Μιχαλοπούλου

VrilissiaΠερί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

H Λαμπερή Μέρα είναι μια συλλογή διηγημάτων- παλιών και νέων. Κοινό τους θέμα είναι η απώλεια. Ήθελα να δω πώς ζει κανείς ύστερα από μια μεγάλη απώλεια, με ποιες διαδικασίες συνεχίζει να ζει.

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Στο βάθος η ίδια διακαής επιθυμία. Να μιλήσω για τις μετατοπίσεις ταυτότητας, για το πώς στη διάρκεια της ζωής γινόμαστε Άλλοι και πως μέσα από τους κατακερματισμένους εαυτούς μας επιχειρούμε άλλοτε με επιτυχία, άλλα κυρίως με παταγώδεις 2012αποτυχίες, να βρούμε ένα είδος γαλήνης. Ακόμη και στο νέο προεφηβικό μου μυθιστόρημα «Έρχεται ο Ινξορ», ο κεντρικός ήρωας, ένας ενδεκάχρονος εξωγήινος, ονειρεύεται να συναντήσει του Άλλους, τους Γήινους, ώστε να μάθει –μέσω των άλλων- ποιος είναι.

Ποιες επιπλέον ιδιαιτερότητες, απαιτήσεις και δυσκολίες έχει η συγγραφή της παιδικής και εφηβικής λογοτεχνίας;

Είναι η ίδια ακριβώς δουλειά επειδή τα παιδιά – αντίθετα απ’ ό,τι πιστεύουν όσοι τους απευθύνονται με υποκοριστικά – είναι αδέκαστα, ελίσσονται, έχουν ένστικτο και με μια παράξενη προοικονομία τα ξέρουν όλα.

2010Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Γράφω παντού. Ο αγαπημένος μου χώρος είναι τα αεροδρόμια. Και τα ξένα μακρινά μέρη όπου δεν με ξέρει κανείς αρκετά καλά οπότε μπορώ να είμαι ο εαυτός μου.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν ξέρω πως ακριβώς συμβαίνει. Στις καλύτερες στιγμές είναι ενστικτώδες το γράψιμο κι έρχεται από ένα βαθύ σκοτεινό πηγάδι ύστερα από μια περίοδο θλίψης. Στην αρχή ανεβάζεις τον κουβά, το νερό μυρίζει άσχημα, το σχοινί σου γδέρνει τα χέρια. Μετά, όταν αντιληφθείς ποιο ακριβώς είναι το φορτίο –τι περιέχει ο κουβάς- δουλεύεις με άγρια χαρά.

2007Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι, ποτέ. Νομίζω ότι ζουν μέσα στα βιβλία. Δεν μπορώ να τους φανταστώ σε άλλη συνθήκη. Ούτε έχω αναρωτηθεί γι αυτούς. Ίσως έτσι να εξορθολογίζω το αίσθημα απώλειας όταν ένα βιβλίο – κυρίως ένα μυθιστόρημα – τελειώνει.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Γράφω πάντα κάτι συγκεκριμένο, κάτι που έχει αρχίσει και θέλω να μάθω πώς θα εξελιχθεί. Διαβάζω πάντα ό, τι έγραψα τις δυο τρεις τελευταίες μέρες για να ξαναβρώ τη θερμοκρασία του κειμένου. Αν 2005έχω αφήσει το κείμενο για καιρό, το ξαναδιαβάζω ολόκληρο, διορθώνω και περιμένω: συνήθως το βιβλίο δουλεύει υπόγεια- κι όταν σε απασχολεί γράφεται κι όταν δε γράφεις. Οπότε χρειάζεται υπομονή. Και σιωπή. Μουσική ούτε κατά διάνοια. Με διαλύουν οι θόρυβοι. Συνήθως μουσική ακούω μετά, κάτι άγριο και χορευτικό κατά προτίμηση, για εκτόνωση. Όταν είμαι μόνη μου δε χορεύω «ωραία», πηδάω πάνω κάτω για να υποχωρήσει η μυική ένταση

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Έγραφα νεότερη. Σήμερα σπάνια, όταν συμβεί κάτι δραματικό, κάτι που δεν μπαίνε σε τάξη με παράταξη λέξεων και λογικών νοημάτων. Η ποίηση που γράφω είναι αλλόκοτη και τρομακτική, δε θα τη δημοσίευα ποτέ.

2003Τι γράφετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τέλειωσα ένα θεατρικό για παιδιά. Και παλεύω κι ένα θεατρικό για ενηλίκους που με απασχολεί πολύ. Μαζί με το άντρα μου, τον φωτογράφο Δημήτρη Τσουμπλέκα, γράφουμε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Η διαδικασία είναι διασκεδαστική και πολύ διαφωτιστική – αν γράφεις μαζί με κάποιον, κατανοείς μερικά πράγματα που συνήθως δεν τα συζητάς ποτέ με τον εαυτό σου, μόνος σ’ένα δωμάτιο. Τουλάχιστον όχι άμεσα.

Επίσης έχω στα σκαριά εδώ και ένα χρόνο ένα μυθιστόρημα που το πιάνω και το αφήνω – με δυσκολεύει πολύ.

2001Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Εμμανουήλ Ροΐδης, Ξαβιέ ντε Μαιστρ, Στέφαν Τσβάιχ, Άιρις Μέρντοχ, Ε.Χ. Γονατάς,  Μαργαρίτα Καραπάνου. Τα πρώτα βιβλία της Μάργκαρετ Άτγουντ, τα τελευταία του Φίλιπ Ροθ. Επίσης: Ντάσιελ Χάμμετ, Ζαν- Πατρίκ Μανσέτ, Νίκος Καχτίτσης, Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (τα πεζά της περιέργως) κι από ποιητές: Καρυωτάκης, Μαλακάσης, Φίλιπ Λάρκιν,  Ανν Σέξτον, Κατερίνα Αγγελάκη- Ρουκ, Τζένη Μαστοράκη και ο Τίτος Πατρίκιος (ο ποιητής της εφηβείας μου).

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

98«Μαντάμ Μποβαρύ» του Φλωμπέρ, «Οι εκλεκτικές συγγένειες» του Γκαίτε, «Οι ξεριζωμένοι» του Ζέμπαλντ, «Η εκδρομή των κοριτσιών που χάθηκαν» της Ανν Ζέγκερς, «Homo Faber» του Μαξ Φρις, «Σύντομο γράμμα για ένα μεγάλο αποχαιρετισμό» του Πέτερ Χάντκε, «Μαύρα νερά» της Τζόις Κάρολ Όουτς, «Ένας σωσίας» του Γιάννη Μπεράτη, «Ο χάρτης και η επικράτεια» του Μισέλ Ουελμπέκ, «Οι ξένες λέξεις» του Βασίλη Αλεξάκη, «Ανάπλους» του Θανάση Βαλτινού, «Ο χρόνος πάλι» της Σώτης Τριανταφύλλου, «The Driver’s Seat» της Μύριελ Σπαρκ, «Οι γάτες της Rue d’Hauteville» του Βασίλη Βασιλικού, «Αν μια νύχτα του χειμώνα ένας ταξιδιώτης» του Ίταλο Καλβίνο – κι αν δε με σταματήσετε δεν θα σταματήσω μόνη μου.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

96«Νεκροφάνεια» του Η.Χ. Παπαδημητρακόπουλου, «The Faces of Blood Kindred» του William Goyen, «Βίος της Ανν Μουρ» του Ρομπέρτο Μπολάνιο, «Τοπίο με σκύλο» της Έρσης Σωτηροπούλου, «Οι κόρες του αείμνηστου συνταγματάρχη»  της Μάνσφιλντ, «Λόφοι σαν λευκοί ελέφαντες» του Χέμινγουεϊ, «Φαντάσματα μόνο» της Γιούντιθ Χέρμαν. Όλη η Αλις Μονρό, όλος ο Τσέχοφ, ο Κάρβερ και ο Πολ Μπόουλς. Φέτος ανακάλυψα τη συνομίληκή μου Κορεάτισσα Jo Kuyng Ran (Looking for the Elephant) κα τη νεαρή Samanta Schweblin από την Αργεντινή που έχει γράψει το καθηλωτικό διήγημα  «Birds in the mouth».

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Η Ελίζαμπεθ Κοστέλλο του Κούτσι. Ο αφηγητής του Δημήτρη Χατζή στο «Διπλό Βιβλίο». Όλες οι νεαρές Ιρλανδές αφηγήτριες της Έντνα Ο Μπράιαν.

94Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

 Ο Δημήτρης Σωτάκης με «Το θαύμα της αναπνοής», ο Θανάσης Χειμώνας με τα «Σπασμένα Ελληνικά». Ο Κορτώ με τη «Λύσσα».

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Μόλις τέλειωσα «Τα μαύρα λουστρίνια» της Μάρως Δούκα που θέλω να τα φέρω και στην τάξη, στα μαθήματα δημιουργικής γραφής. Με τον ίδιο σκοπό έφερα από τη Νέα Υόρκη τα βιβλία «The Situation and the Story» της Vivian Gornick και το «How to write a sentence» του Stanley Fish που τα διαβάζω αποσπασματικά. Διαβάζω επίσης την αυτοβιογραφία του Μπάλλαρντ που πέρασε τα παιδικά του χρόνια στην Σανγκάη επειδή πέρασα κι εγώ ένα μεγάλο διάστημα φέτος στην Κίνα. Στο κομοδίνο μου έχω τη «Μυστική γραφή» του Σεμπάστιαν Μπάρυ και τη «Μαρία των Μογγόλων» της Μαριάννας Κορομηλά. Τα διαβάζω εναλλάξ. Είναι και τα δύο εξαιρετικά.

2008Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Σπούδασα Γαλλική Φιλολογία και δημοσιογραφία. Τα γαλλικά με αποπροσανατόλισαν λίγο επειδή έκαναν τους πρώτους μου πειραματισμούς στη λογοτεχνία υπερβολικά περίτεχνους. Η δημοσιογραφία με βόηθησε να μειώσω τους επιθετικούς προσδιορισμούς, να προσανατολιστώ σε ένα κείμενο πιο «στεγνό», πιο κοντά στα ουσιώδη. Με έμαθε να σβήνω. Με βοήθησε πολύ επίσης να ερευνώ το θέμα μου χωρίς να πελαγοδρομώ. Συνεχίζω να αρθρογραφώ και τα δύο τελευταία χρόνια διδάσκω δημιουργική γραφή. Η διδασκαλία είναι μεγάλη απόλαυση κι επίσης ένας τρόπος να διορθώνεις τα λάθη – όχι μόνο των άλλων αλλά και τα δικά σου.

2002Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μου αρέσει πολύ το Μπονσάι, το ηλεκτρονικό περιοδικό του Γιάννη Πατίλη που δημοσιεύει διηγήματα. Είναι ένας αληθινός αρχειακός θησαυρός.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Θα έγραφα για τους «ξεριζωμένους» της ελληνικής λογοτεχνίας: τον Καχτίτση, τον Χατζή. Θα με ενδιέφερε να τους δω ως υποπεριπτώσεις εκπατρισμού. Να τους συγκρίνω με τον Βασιλικό, την Κρανάκη, τη Λυμπεράκη – με τη γενιά που αυτοεξορίστηκε στα χρόνια της δικτατορίας.

08Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Θέατρο παρακολουθώ τα τελευταία χρόνια. Φέτος μου άρεσαν πολύ οι «Παραθεριστές» του Γκόργκι στη Στέγη. Ο κινηματογράφος είναι η μεγάλη μου αγάπη. Τελευταία μου άρεσε ¨Το κυνήγι» του Τόμας Βίντερμπεργκ.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Δεν είναι πολλές. Γενικά είμαι άνθρωπος που αν αφεθώ αυτοκαταστρέφομαι με τέτοιες δραστηριότητες. Γι αυτό δεν έχω τηλεόραση ή λογαριασμό στο facebook. Δεν είναι τόσο θεωρητικό, όσο πρακτικό: προσπαθώ να αποφεύγω τους αντιπερισπασμούς.

b183705Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

 Όχι πια – για τον ίδιο ακριβώς λόγο. Κατά τα άλλα, με ανακουφίζει η άποψη του Νίτσε: τα κουνούπια δεν τσιμπάνε από μοχθηρία, θέλουν κι αυτά να ζήσουν.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διαβάζοντας «Το Κοινόβιο» του Μάριου Χάκκα στο μετρό, σηκώνοντας το κεφάλι μου πότε πότε, παρατηρώντας τους ανθρώπους γύρω μου, αυτή την ασφυκτική ακούσια συνύπαρξη, ένιωσα ότι το βιβλίο έχει γραφτεί για όλους μας και ότι δεν θα ήταν καθόλου περίεργο ν’ αρχίσω ξαφνικά να τους διαβάζω αποσπάσματα. LCB3Αμέσως μετά σκέφτηκα ότι αρχίζω να τρελαίνομαι και έκλεισα το βιβλίο και τα μάτια μου.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ως μυθιστορηματική πλοκή μου φαίνεται ενδιαφέρουσα…

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Αυτή η ερώτηση μου δημιουργεί τη διάθεση να παίξω με τις λέξεις, να τις ανακατέψω. Αυθόρμητα μου έρχεται να σας πω: Κάποια απάντηση που θα θέλατε να σας ρωτήσουμε; Απογοητεύστε την!

Φωτογραφίες: Δημήτρης Τσουμπλέκας

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 110. Άρης Μαραγκόπουλος

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το Χαστουκόδεντρο είναι ένα μικρό, προσωπικό έπος, που προσδοκώ να διαβαστεί ως έπος μιας εποχής. (Ξέρω θα πείτε, «μεγάλη φιλοδοξία». Ναι, έχω. Η μικρή φιλοδοξία είναι μικρή.) Είναι η απόπειρα να καταλάβω/καταλάβουμε το γιατί και το πώς της νεοελληνικής μοίρας. Έπος-ντοκιμαντέρ, μυθιστόρημα-ντοκιμαντέρ, Σινεμά-μάτι / μυθιστόρημα-μάτι (για να θυμίσω τη δουλειά του σκηνοθέτη Τζίγκα Βερτόφ), μια κυβιστική οπτική της ελληνικής μας περίπτωσης: με άξονα τη ζωή ενός ζευγαριού κομμουνιστών που, όμως, υπήρξε η ζωή χιλιάδων ανθρώπων που δοκίμασαν να ζήσουν με αξιοπρέπεια στους πιο αναξιοπρεπείς καιρούς, στις πιο αναξιοπρεπείς συνθήκες. Είναι, αν θέλετε, ένα μυθιστόρημα μύησης με πρωταγωνιστή την Ελλάδα του 20ού αιώνα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Τα βιβλία μου μιλάνε πάντα για τα ίδια πράγματα. Αυτά που μου έκαναν εντύπωση από μικρό παιδί. Κυρίως από μικρό παιδί. Απλώς μιλάνε με διαφορετική φωνή το καθένα. Αυτό ψάχνω κάθε φορά: τη διαφορετική φωνή που θα μιλήσει για τα ίδια πράγματα. Τη διαφορετική φωνή την ακούω κάποια στιγμή μέσα μου. Ποτέ δεν εμπνεύστηκα από κάποιο βιβλίο. Εμπνέομαι από τις στενοχώριες και τις χαρές μου. Από τις ματαιώσεις, τις νίκες, τις ήττες μου. Υποθέτω το ίδιο κάνουν όλοι: από τον Τζόις έως τον τελευταίο γραφιά του 19ου αιώνα. Ω, η ζωή του καθενός μας είναι ολόκληρο roman fleuve, τι να λέμε τώρα! Το ζήτημα είναι να βρεις τη φωνή του, τη φωνή σου κάθε φορά που ξεκινάς κάτι.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Μπορώ να δουλεύω ακόμα κι όταν γύρω μου γίνεται χαμός. Αντέχω ακόμα κι όταν με σταματάνε για να κάνω μια δουλειά, ή για να σηκώσω το τηλέφωνο… Άμα έχω μια ιδέα σφηνωμένη στο μυαλό μου δεν με εγκαταλείπει με τίποτε! Αλήθεια. Οπωσδήποτε προτιμώ την ησυχία. Δεν θέλω καθόλου να ακούω μουσική. Με αποσπά. Ο θόρυβος των ανθρώπων με αποσπά πολύ λιγότερο.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολύ συχνά. Κάποτε δούλευα σε φροντιστήρια. Στο δεκάλεπτο διάλειμμα πήγαινα στο δωματιάκι που φτιάχναμε καφέ κι έγραφα. Στη δουλειά μου επίσης: πολύ συχνά γράφω ενώ γύρω μου καίγεται το σύμπαν και, υπόψη, είμαι πολύ συνεπής επαγγελματίας στη δουλειά μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Από Έλληνες θα επέλεγα κάποιον από τους πρωτομοντέρνους π.χ. τον Βιζυηνό, τον Μητσάκη, τον Παπαδιαμάντη (με διάθεση να αποδομήσω εντελώς το θρησκευτικό του στοιχείο επιστρέφοντάς το στη βιβλική ιλύ όπου εξ ορισμού ανήκει…). Αλλά και ο Κοσμάς Πολίτης με ενδιαφέρει πολύ ως περίπτωση μοναχικού αγωνιστή… Η Ελισάβετ Μαρτινέγκου επίσης… Ο Νικόλας Κάλας, πάρα μα πάρα πολύ, αισθάνομαι καμιά φορά ότι του μοιάζω σε μερικά πράγματα…

Από ξένους θα ήθελα να γράψω (σε μια άλλη ζωή πια) για τον Λεονίντ Αντρέγιεφ και όλη εκείνη τη γενιά των ρώσων… Για τον Σέλεϊ επίσης και κυρίως για τη γυναίκα του Μαίρη, συγγραφέα του Φρανκεστάιν. Ω, είναι μεγάλος ο αριθμός για έναν άνθρωπο που βιογραφεί σε όλα του τα βιβλία, αρχής γενομένης με το Οι ωραίες ημέρες του Βενιαμίν Σανιδόπουλου και πάει λέγοντας έως τη Μανία με την Άνοιξη και το Χαστουκόδεντρο.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει;

Ο μεταφραστής είναι συγγραφέας. Τελεία. Η κακή μετάφραση είναι έργο κακού συγγραφέα. Καταλαβαίνετε τι θέλω να πω: ο μεταφραστής μεταγράφει σε άλλο ιδίωμα, με άλλη έμπνευση, σε άλλη περιρρέουσα ατμόσφαιρα, με άλλη υποδομή, σε άλλη κουλτούρα κ.λπ. ένα έργο. Κάνει δηλαδή εξαιρετικά πολλά και δύσκολα πράγματα. Μπορεί να καταστρέψει ένα έργο, μπορεί να αλλοιώσει ένα έργο, μπορεί να δώσει νέα πνοή σε ένα έργο. Όλα μπορεί να τα καταφέρει ο μεταφραστής, και τα καλά και τα άσχημα. Γι’ αυτό είπα, είναι συγγραφέας.

Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Θεωρώ ότι η καλύτερή μου μετάφραση υπήρξε η Πλατεία Ουάσιγκτον του Χένρι Τζέιμς. Και με δυσκόλεψε και την απόλαυσα και κάτι (νομίζω) κατάφερα για τον Έλληνα αναγνώστη.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Εκτός από το Πλατεία Ουάσιγκτον συστήνω και το Μοντεράτο Καντάμπιλε της Μαργκερίτ Ντιράς. Ναι, ήταν κι αυτό μια πολύ καλή μετάφραση. Α! και τον Σαρραζίνο του Μπαλζάκ, κι αυτή δεν είναι κακή μετάφραση. Και τα τρία άλλωστε είναι, για διαφορετικούς λόγους το καθένα, εξαιρετικά έργα.

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Ποιος θα χρηματοδοτούσε μια τετράχρονη-πεντάχρονη δουλειά για να μεταφράσω το Ulysses;

Περί εκδόσεων

Εκδόσεις Τόπος. Θα μας δώσετε ένα γενικό διάγραμμα της δημιουργίας του εκδοτικού οίκου; Πότε ξεκίνησε, τι θυμάστε από τις πρώτες του μέρες, πότε αναλάβατε την διεύθυνσή του;

Είμαι ιδρυτικό στέλεχος του Τόπου. Είμασταν κάμποσοι άνθρωποι με όνειρα για το βιβλίο στον Τόπο. Το 2007. Τώρα έχουμε, οι περισσότεροι, πάντα την ίδια όρεξη και τα ίδια όνειρα. Αλλά η κρίση, ενώ βρισκόμασταν σε πλήρη ανάπτυξη, μας «χαστούκισε» άσκημα…

Διευθύνω μόνον το τμήμα λογοτεχνίας (και η λέξη «διευθύνω», ειδικά σ’ αυτούς τους χαλεπούς καιρούς σηκώνει πάρα πολύ νερό). Δεν έχω ιδέα και φυσικά δεν ασχολούμαι καθόλου με την οικονομική διαχείριση.

Σε ποιο βαθμό συμμετέχετε στην αισθητική εμφάνιση των εκδόσεων (εξώφυλλα κλπ.);

Συμμετέχω σε όλη τη διαδικασία όταν ένα βιβλίο με ενδιαφέρει. Το διαβάζω, το φροντίζω, το περιποιούμαι, με όλες τις έννοιες του όρου. Φυσικά και παίρνω μέρος στην αισθητική του εμφάνιση. Που δεν αφορά μόνο το εξωτερικό περίβλημα αλλά και το εσωτερικό (concept, στήσιμο, γραμματοσειρά, διάστιχο, ένθετες εικόνες και σχέδια κ.λπ.).

Για ποιους τίτλους είστε υπερήφανος; Ποιο βιβλίο σας απολαύσατε ως την τελευταία σελίδα; Ποιο θα προτιμούσατε να μην έχετε εκδώσει;

Είμαι πολύ περήφανος που εκδώσαμε (σε εξαιρετική φιλολογική επιμέλεια του Αριστοτέλη Σαΐνη) την Τριλογία του Βασιλικού. Περήφανος που «κλείσαμε» τα έργα του Ουίλιαμ Μπάροουζ. Πoλύ περήφανος που έδωσα μορφή κατάλληλη στο χρονικό του Χρήστου Δανιήλ ώστε να ξαναδιαβαστεί η ποίηση της Μάτση Χατζηλαζάρου με το Ιούς Μανιούς ίσως και Aqua Marina. Ναι, από… περηφάνεια, για πολλά βιβλία μας, πάμε καλά.

Η ιστοσελίδα των εκδόσεων Τόπος παρουσιάζει όλες τις κριτικές θέσεις που αφορούν τα βιβλία αλλά και ειδικούς οδηγούς ανάγνωσης, ενώ το διαδικτυακό φανζίν ανοίγει θύρες σε διάφορα λογοτεχνικά ζητήματα. Ποια η θέση όλων αυτών στην αναγνωστική διαδικασία; Πώς αποφασίσατε την κατασκευή αυτών των περιεκτικών ιστοσελίδων;

Το Διαδίκτυο είναι εξαιρετικό εργαλείο για την προώθηση των βιβλίων. Το αγκαλιάσαμε από την πρώτη στιγμή. Δεν καθυστερήσαμε λεπτό. Αλλά υπάρχουν πάρα πολλά που θέλουμε να κάνουμε ακόμα και δεν τα προχωράμε λόγω συνθηκών.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Ιστορία, Αρχαιολογία, Ιστορία της Τέχνης, Φωτογραφία, Ζωγραφική. Οι σπουδές μου επέτρεψαν στη γραφή μου να σταθεί πεισματικά, με άποψη, περισσότερο στην τέχνη του πράγματος, στην τέχνη του λόγου, παρά στον πεζό λόγο / περιεχόμενο / πλοκή του κάθε έργου.

Πώς βιοπορίζεστε;

Έχω κάνει όλες τις δουλειές που μπορεί να φανταστεί κανείς. Όλες, τις πιο απίθανες. Συνεχίζω παριστάνοντας τον εκδότη. Στην πραγματικότητα εργάζομαι ως επιμελητής, με την ακριβέστατη αγγλοσαξωνική έννοια του όρου, editor. Στην ανάγκη και ως διορθωτής. Στην ανάγκη και ως γραφίστας. Στην ανάγκη και ως φωτογράφος και επεξεργαστής illustrator, photoshop, κ.λπ. Με καταλαβαίνετε υποθέτω.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Μεταφράζω έναν κλασικό συγγραφέα που δεν θα αποκαλύψω, διαβάζω πάντα τους κλασικούς, γράφω / σχεδιάζω, κάποια χρόνια κιόλας, ένα κόμικς.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Έχω κουραστεί με τα εύκολα αναλώσιμα θεάματα όπως έχω κουραστεί και με τα εύπεπτα αναλώσιμα βιβλία. Έχω κουραστεί με τον αργό θάνατο του παγκοσμιοποιημένου σινεμά. Προσπαθώ να βλέπω μόνο ευρωπαϊκές παραγωγές. Η ταινία που μου αρέσει πάντα να αναφέρω είναι Η επέλαση των βαρβάρων, Les invasions barbares, του Ντενίς Αρκάν.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Υπαινίσσεσθε υποθέτω τα social media, επειδή το διαδίκτυο δουλεύει, είτε μας αρέσει είτε όχι, όπως ας πούμε το ηλεκτρικό φως. Μια χαρά και τα social media. Εικόνα της κοινωνίας μας, με ό,τι σημαίνει αυτό. Δεν ζούμε σε ελεφάντινο πύργο. Μια χαρά, μου αρέσει. Συναντάς τόσον κόσμο που δεν θα συναντούσες ποτέ. Πληροφορείσαι απίθανα πράγματα που, ακόμα κι αν φαίνονται άχρηστα με την πρώτη ματιά, κάποτε αποδεικνύονται χρησιμότατα. Ένα απέραντο καφενείο. Ένας καταπληκτικός χώρος για flaneurs κ.λπ. Και για επαγγελματίες, όπως εγώ, χρησιμότατο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Δεν θέλω την αιώνια νιότη. Ο κόσμος υπάρχει για να γεννιέται, να μεγαλώνει, να γερνάει, να πεθαίνει. Είναι πάρα πολύ όμορφο πράγμα αυτό. Και δεν τρελαίνομαι με το δώρο της γραφής και της ανάγνωσης. Θα μπορούσα να ζήσω και σ’ ένα νησί των Αντιλών (ή έστω του Αιγαίου) ως ψαράς. Ή στο παράσπιτο των 30 τετραγωνικών μιας έπαυλης στην Ιταλία ως κηπουρός. Ω, θα ήμουν ευτυχής, μακάριος, ως πτωχός τω πνεύματι.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Ερώτηση: «Σας αρέσει ο κόσμος που ζούμε;»

Απάντηση: «Όχι, καθόλου, με τίποτε. Η ζωή όμως είναι υπέροχη.»

Σημ.: Παλαιότερα διανυκτερεύσαντες στο Πανδοχείο, Οδυσσέας και Διαστροφείς.