Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 99. The Last Drive

Οι Αλέξης Καλοφωλιάς και Χρήστος Μιχαλάτος από τους Last Drive μας εκθέτουν τα αγαπημένα τους rock’n’ roll βιβλία.

1. Peter Guralnick – Lost Highway

Το δεύτερο μέρος της τριλογίας του Guralnick για την αμερικάνικη roots μουσική και κουλτούρα (τα άλλα δύο μέρη είναι τα Feel like Going Home και το Sweet Soul Music). Εδώ εξερευνά διεξοδικά την country, τα blues και το νόθο παιδί που γεννήθηκε από την ένωση των δύο, το rockabilly. Η χαμένη λεωφόρος του τίτλου ξεκινάει από τα Απαλάχια και τη μουσική τους, περνά από τα jook joints του Σικάγο και καταλήγει στο Grand Ole Opry και τα στούντιο της Sun Records.

2.  Greil Marcus – Mystery train

Σαν ένα στοιχειωμένο τραίνο που τρέχει μέσα στη νύχτα, σ’ ένα ταξίδι στην rock’n’roll μουσική, την πολιτική και την λογοτεχνία της “America”. Σταθμοί: Robert Johnson, The Band, Sly και φυσικά ο Elvis.

3. Mick Farren – Gene Vincent/ There’s one in every town

Δεν είναι η πληρέστερη βιογραφία που μπορείς να διαβάσεις αλλά το τυφλό πάθος του Vincent είναι παρόν σε κάθε σελίδα. Γρήγορη και νευρική γραφή από τον χρονικογράφο του underground Mick Farren, ένα βιβλίο για το αρχέτυπο των rockers, έναν ακόμη «Elvis Presley των φτωχών».

4. Bob Dylan – H Ζωή μου (εκδ. Μεταίχμιο, μτφ. Χίλντα Παπαδημητρίου)

Διαβάζεται και σαν κατάθεση μιας βασανισμένης και δημιουργικής ψυχής (ΤΗΣ βασανισμένης και δημιουργικής ψυχής), αλλά και μόνο για την υπέροχη περιγραφή της φολκ σκηνής της Νέας Υόρκης τη συγκεκριμένη εποχή, αξίζει πολλές αναγνώσεις.

5. Charles Mingus – Beneath the Underdog

Το μαύρο υπόστρωμα κάτω από το λευκό λούστρο της Αμερικής, μία ιστορία καταπίεσης και προσωπικού τσαμπουκά που δεν σταματάει ποτέ, γραμμένη καταιγιστικά, σαν σόλο του Charlie, παιγμένο ψηλά, πολύ ψηλά, εκεί που τελειώνει το μανίκι του κοντραμπάσου και αρχίζει το κενό.

6. Abbie Hoffman – Επανάσταση για την κάβλα της (εκδ. Διεθνής Βιβλιοθήκη, μτφ. Δ. Φινινής)

«Οι μπάτσοι με βάζουν στο πίσω δωμάτιο. Βρίσκομαι με τους μαύρους. “Τρακάρω” ένα τσιγάρο από έναν. Είμαστε όλοι αδέλφια. Οι περισσότεροι με περνάνε για τρελλό, όπως ακριβώς ο Φινκ και οι μπάτσοι, αλλά ένας πιτσιρίκος που έχουν πιάσει, περίπου δώδεκα χρονών, χαμογελάει και μου κλείνει το μάτι. Πιάνετε τι είδους χαμόγελο εννοώ; Ο Φινκ μπαίνει μέσα και προσπαθεί πάλι να με «ψήσει» να πάω σπίτι. Του λέω ότι απλώς κάνω τη δουλειά μου και καλλίτερα θάκανε να με θέσει υπό κράτηση προτού βάλω μπουρλότο στο αστυνομικό τμήμα. Βγαίνει από το δωμάτιο ιδρώνοντας. Γίνομαι ανυπόμονος…».

Αν δεν είχε προηγηθεί το rock’n’roll, το κλίμα της εξέγερσης της αμερικάνικης νεολαίας στα σίξτις θα ήταν πολύ διαφορετικό. Δεν αρμόζουν χαμόγελα για την «αφέλεια των γίπις», καθώς η καταστολή που ακολούθησε ήταν αμείλικτη, συντριπτική και δυστυχώς αποτελεσματικότατη.

7. Hunter S. Thompson – Hell’s Angels

Δεν έχει – άμεση – σχέση με μουσική, αλλά είναι μία από τις καλύτερες δημοσιογραφικές έρευνες που έχουν προκύψει, καθώς αποδομεί την υποτιθέμενη «απειλή» των μηχανόβιων για να φτάσει στην καρδιά της υπόθεσης, που είναι ίσως πιο τρομακτική, προσεγγίζοντας το κενό στην ψυχή της Αμερικής. Ο Hunter Thompson έχει τον τρόπο να σε μεταφέρει στη στιγμή και να σε αφήνει εκεί μετέωρο και έκθετο στον παραλογισμό της, όπως έκαναν οι μεγαλύτεροι ρεαλιστές συγγραφείς, χωρίς να χάνεις στιγμή την αίσθηση ότι διαβάζεις εφημερίδα.

8. David Nobakht – Suicide: No compromise

Μέσα από συνεντεύξεις και αφηγήσεις χτίζεται σιγά-σιγά μία ιστορία που μοιάζει απίστευτη, και βγήκε πέρα μόνο από το πείσμα που προσφέρει ένα καλλιτεχνικό όραμα σαν αυτό που συνέλαβαν και υλοποίησαν με κάθε κόστος ο Martin Rev και ο Alan Vega. Squares of any kind, beware!

9. Clinton Heylin – From the Velvets to the Voidoids

Η ιστορία του αμερικάνικου punk από τα σκιρτήματα των σίξτις (ξεκινάει με τους Primitives, μία πρώιμη εκδοχή των Velvets) μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ’70, με ιδιαίτερη έμφαση στην σκηνή της Νέας Υόρκης. Μία εμπεριστατωμένη έρευνα με συνεντεύξεις σε πρώτο πρόσωπο από σχεδόν όλους τους πρωταγωνιστές της έκρηξης. Κλασικό.

10. Lester Βangs – Psychotic Reaction and Carburetor Dung

Το βιβλίο δανείζεται τον τίτλο του δεύτερου δίσκου των Count Five, ο οποίος δεν υπήρξε ποτέ. Το rock’n’roll χαρίζει στο γράψιμο την εκρηκτικότητά του και η περιεκτικότητα της λογοτεχνικής γραφής εμπλουτίζει το rock’n’roll με ποταμούς νοήματος. Φαντασία και πραγματικότητα μπλέκονται με χιούμορ στο μυαλό και την καρδιά του Bangs, μια ζωή-πυροτέχνημα, μια ψυχή που είδε στο rock’n’roll την μοναδική ελπίδα ενός αμείλικτου κόσμου, και ίσως γι’ αυτό το αντιμετωπίζει με τέτοια τρυφερότητα και ταυτόχρονα τέτοια «ιερή» μανία…

11. Greil Marcus – Lipstick Traces

Με αφορμή το πνεύμα της μουσικής των Pistols κι ό,τι αυτό αντιπροσωπεύει, ο Marcus ανιχνεύει την υπόγεια διαδρομή που συνδέει πολιτικά και κοινωνικά μανιφέστα, θρησκευτικές σέχτες, κινήματα τέχνης, ξεχασμένες ταινίες και κείμενα, συνθέτοντας μία μυστική ιστορία του 20ου αιώνα.

12. David Toop – Ωκεανός του Ήχου (εκδ. Οξύ, μτφ. Ηρακλής Ρενιέρης)

Από τον πρόλογο: «Δεν είναι ένα βιβλίο για τις κατηγορίες της μουσικής, – άμπιεντ, ηλεκτρονική, περιβαλλοντική ή οποιονδήποτε άλλο διαχωρισμό που αξιώνει τη δημιουργία τάξης και λογικής ενώ στην πραγματικότητα εξυπηρετεί εμπορικούς σκοπούς. Αντίθετα, ο δρόμος που ακολούθησα, ξεκινώντας από τον Debussy του 1889 είναι η διάβρωση των κατηγοριών, το ξεγύμνωμα των συστημάτων, ώστε να δημιουργηθεί χώρος για νέα ερεθίσματα, νέες ιδέες, νέες επιρροές από ένα περιβάλλον που μεταμορφώνεται συνεχώς. Τότε, όπως και τώρα, αυτό το περιβάλλον περιελάμβανε τόσο ήχους του κόσμου- μουσικές που δεν είχαν ξανακουστεί και ατμοσφαιρικούς ήχους όλων των ειδών, θορύβους της πόλης και βιοακουστικά σήματα- όσο και πειράματα στην παρουσίαση τελετουργιών, τεχνολογικές καινοτομίες, άγνωστα συστήματα συντονισμού και δομικών αρχών, αυτοσχεδιασμό και πιθανότητες».

13. Nick Hornby – High Fidelity (εκδ. Πατάκης, μτφ. Σώτη Τριανταφύλλου)
Το χρονικό της αγάπης και της ήττας, ζεστό σαν πάπλωμα που σε τυλίγει τις κρύες νύχτες του χειμώνα, ενώ εσύ σκέφτεσαι το καλοκαίρι.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 98. Σέργιος Γκάκας

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Μανόλης Αναγνωστάκης, Χούλιο Κορτάσαρ, Ντον ΝτεΛίλλο, Τζον Μ. Κουτσί, Χρήστος Βακαλόπουλος, Ιωάννα Καρυστιάνη.

(Θα ήθελα να σημειώσω ότι οι απαντήσεις μου, που έχουν να κάνουν με πρόσωπα και έργα, δίνονται τον Ιούνιο του 2012. Αν με ρωτούσατε πριν ή μετά από ένα μήνα ίσως ήταν διαφορετικές.)

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Οι Ακυβέρνητες πολιτείες του Σ. Τσίρκα, οι ποιητικές συλλογές του Γιάννη Βαρβέρη και του Γιώργου Μαρκόπουλου, Η μαγεμένη ψυχή του Ρ. Ρολλάν, Το κουτσό του Χ. Κορτάσαρ, Κάτω από το ηφαίστειο του Μ. Λόουρι, Η σούμα του Δ. Σαββοπουλου, Το τελευταίο φιλί του Τζέημς Κράμλεϋ.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Τζακ και Κινέτα της Ιωάννας Καρυστιάνη, Εκεί, πού όμως, πώς; και Χειρόγραφο που βρέθηκε σε μια τσέπη του Χούλιο Κορτάσαρ,  Νυχτερινό σχολείο του Ρέιμοντ Κάρβερ, όλες οι Αόρατες πόλεις του Ίταλο Καλβίνο και οι Τεχνητές αναπνοές του Αχιλλέα Κυριακίδη.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης και τα νεότερα σε ηλικία μέλη της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας, δηλαδή ο Νεοκλής Γαλανόπουλος, ο Βασίλης Δανέλλης, ο Ανδρέας Μιχαηλίδης και ο Κώστας Μουζουράκης.

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων σας; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Όχι ευτυχώς. Έχω φίλες και φίλους που οι ζωές τους είναι πολύ πιο ενδιαφέρουσες.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Φίλιπ Μάρλοου.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Σε σπίτια φίλων που με φιλοξενούσαν και σε δωμάτια ξενοδοχείων.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όταν νομίζω ότι έχω παγιδεύσει μια ιδέα που γεννήθηκε από ένα πρόσωπο, μια φράση ή ένα περιστατικό, κάθομαι στο γραφείο μου, ανάβω τη λάμπα, βεβαιώνομαι ότι η πένα μου έχει μελάνι, το πακέτο τσιγάρα, η κούπα μου καφέ, τσάι ή ό,τι απαιτεί η στιγμή και προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι εξακολουθώ να είμαι συγγραφέας.

Συνήθως δεν ακούω μουσική όταν γράφω.

Οι μουσικές μου προτιμήσεις αλλάζουν ανάλογα με τη στιγμή και τους ανθρώπους που είναι κοντά μου. Οι αγάπες μου αυτόν τον Ιούνιο είναι η Φλέρυ Νταντωνάκη, ο Ζακ Μπρελ και η Νουόβα Κομπανία ντι Κάντο Ποπολάρε. Και τα βράδια στην αυλή του φίλου Νικήτα, ο Βαμβακάρης, ο Τσιτσάνης, ο Παπαϊωάννου.

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα των δυο βιβλίων σας, είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν;

Κάσκο: Η Κατερίνα στη Θεσσαλονίκη, η ίδια η Θεσσαλονίκη, το αλκοόλ, η ομίχλη, το τσίρκο, η αγάπη μου για τον Τσάντλερ.

Στάχτες: Είναι καλοκαίρι και συμμετέχω σ’ ένα θίασο που περιοδεύει στην Ελλάδα. Μια ηθοποιός μου εξομολογείται σ’ ένα μπαρ μιας πόλης της Μακεδονίας ότι θα ήθελε κάποτε να έχει σωματοφύλακα στις περιοδείες της. Έτσι ξεκίνησα να γράφω το μυθιστόρημα σε μικρά δωμάτια ξενοδοχείων.

Συμμετέχετε με κείμενά σας σε πολλές ανθολογίες και συλλογές ιστοριών αστυνομικής λογοτεχνίας. Από πότε εμπλέκεστε με το είδος, τι χαρές σας προσφέρει, πού υπερισχύει από άλλες επιλογές;

Οι πρώτες μου συμμετοχές σε συλλογές διηγημάτων (Η τέχνη του γράφειν, εκδ. Καστανιώτη και Πέντε ζωγράφοι ζητούν συγγραφέα, εκδ. Πατάκη) ήταν μια προσπάθεια μίμησης του τρόπου του Κορτάσαρ. Αυτές είναι οι μικρές ιστορίες μου που αγαπώ πιο πολύ. Μετά έγραψα διηγήματα με ‘αστυνομική’ φόρμα. Μερικά καλά και μερικά μέτρια. Πάντως, θα ήθελα να βρω τον χρόνο και το μέσα μου κίνητρο να γράψω κι άλλες μικρές ιστορίες. Είναι χρήσιμες ανάσες, σαν επιστολές σε αγαπημένα πρόσωπα.

Πώς βιοπορίζεστε;

Από τη σκηνοθεσία θεατρικών παραστάσεων και τα δικαιώματα των βιβλίων μου.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Οι γονείς μου, μεροκαματιάρηδες άνθρωποι στα χρόνια του εξήντα και του εβδομήντα, ξόδευαν απ’ το υστέρημά τους για να αγοράζουν βιβλία. Είχαν όλα τα τεύχη της Επιθεώρησης Τέχνης, η οποία έγινε η πρώτη μου αγάπη. Από τότε διαβάζω σχεδόν όλα τα λογοτεχνικά περιοδικά. Δεν γίνεται όμως να μην νοσταλγώ τον Χάρτη.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Τον μακαρίτη φίλο μου Μάκη Στάθη, ιατρό και ποιητή. Ή την Ιωάννα Καρυστιάνη. Ή τον παλαιό ποδοσφαιριστή Βασίλη Μποτίνο.

Θα μας ξεναγήσετε στους βασικούς σταθμούς της ενασχόλησής σας με τη σκηνοθεσία;

Το 1973, στο σχολείο, μπλέχτηκα με τη σκηνοθεσία της Αποικίας των τιμωρημένων του Καμπανέλλη. Ήμουν 16 χρονών. Από το 1978 ως το 1983 ήμουν μέλος του θιάσου Άστεγοι στο Χαλάνδρι. Ήταν η πιο δημιουργική περίοδος της ζωής μου. Από τότε μέχρι σήμερα, υπήρχαν καλές και κακές στιγμές. Πέρσι ένοιωσα πάλι νέος δουλεύοντας με τον θίασο των Ex animo.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Γοητεύομαι κυρίως από ηθοποιούς αλλά ο κατάλογος είναι τεράστιος και ανανεώνεται συνέχεια. Τελευταία, χάρηκα που γνώρισα τον Ρ. Καστελούτσι και το έργο του. Απόλαυσα την ταινία του Καουρισμάκι Το λιμάνι της Χάβρης και την τηλεοπτική σειρά The wire.

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Μαθητής έγραφα στίχους που τώρα βρίσκονται (αν δεν τους έχουν πετάξει) στα συρτάρια ώριμων πια κοριτσιών. Έχω σκαρώσει και στιχάκια για τις ανάγκες των θεατρικών έργων για παιδιά που έχω γράψει.

Αγαπώ και θαυμάζω τους ποιητές αλλά δυστυχώς δεν ανήκω στη μαγική τους παρέα. Μάλλον είναι θέμα ταλέντου και αυταπάρνησης.   

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τη συλλογή της Ε.Λ.Σ.Α.Λ. Η επιστροφή του αστυνόμου Μπέκα, τη Γραμματική της Μαρίας Τσολακούδηκαι τη βιογραφία του Μπέκετ που έγραψε το 1978 η Deirdre Bair. Αυτά υπό το φως της ημέρας. Αυτές τις ζεστές νύχτες με παρηγορεί το μυθιστόρημα Γυναίκες ή σκοτεινή ύλη της Αλεξάνδρας Δεληγιώργη, τα Πορφυρά γέλια του Μισέλ Φάις και το δοκίμιο για το φλίππερ Τιλτ ! του Κώστα Καλφόπουλου.

Τι γράφετε τώρα;

Ένα μυθιστόρημα με ήρωα τον Συμεών Πιερτζοβάνη που προσπαθεί να προστατεύσει ένα κυνηγημένο παιδί από το Μπανγκλαντές.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι πολύ ικανοποιημένος που τα καταφέρνω με τα βασικά και που βρίσκω τις πληροφορίες που χρειάζομαι. Και που βλέπω ποδοσφαιρικούς αγώνες από πειρατικά σάιτ.

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές;

Τις διαβάζω με μεγάλο ενδιαφέρον.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Διάβασα το βιβλίο του Τσέζαρε Παβέζε Ο θάνατος θα έρθει και θα ‘χει τα μάτια σου στο τραίνο Θεσσαλονίκη – Αθήνα. Μου το είχε χαρίσει μια φίλη που δεν ζει πια.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Χωρίς δεύτερη σκέψη.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θα ήθελα να με ρωτούσατε ποια ομάδα υποστηρίζω και γιατί. Κι αυτό διότι στα βιβλία μου, εμμέσως πλην σαφώς, δηλώνω την προτίμησή μου στον Πανιώνιο. Η αιτία είναι πως από μικρός διέκρινα την ανάγκη να συμπαρίσταμαι σε μια ομάδα που, όπως γράφει σ’ ένα του ποίημα ο Κώστας Καναβούρης, με «διδάσκει την υψηλή τέχνη της ήττας».

Στις εικόνες: Julio Cortazar, Βασίλης Μποτίνος,  Malcolm Lowry, Αθλητική Ηχώ της επομένης του Τελικού Κυπέλλου Ελλάδος του 1979.