Στο αίθριο του Πανδοχείου, 65. Χίλντα Παπαδημητρίου

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Ο Τσίρκας και ο Έρικ Άμπλερ. Η Μάρω Δούκα και η Μάργκαρετ Άτγουντ. Ο Βενέζης και ο Στάινμπεκ. Ο Γκρέαμ Γκρην. Ο Χάμετ, ο Τσάντλερ, ο Τσέστερ Χάιμς, ο Γουίλιαμ Μπερνέτ. Η Τζην Ρυς και Σώτη Τριανταφύλλου. Ο Σεπούλβεδα και ο Πάκο Ιγκνάσιο Τάιμπο ΙΙ. Η Μέλπω Αξιώτη. Είναι τόσοι πολλοί… πόσες σελίδες έχω στη διάθεσή μου;

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Φαρενάιτ 451. Η Τριλογία του Τσίρκα. Ο άνθρωπος που έπεσε στη Γη. Τα σταφύλια της οργής. Ο υπέροχος Γκάτσμπι. Ο ήσυχος Αμερικάνος. Ο συμβιβασμός (Ηλία Καζάν). Η Τριλογία του Ζαν-Κλωντ Ιζζό. Τι ωραίο πλιάτσικο. Ο τυφλός δολοφόνος. Η Τριλογία του Ρόντι Ντόιλ. – Τόσο πολλά βιβλία, τόσες συναρπαστικές βραδιές… Μια ολόκληρη βιβλιοθήκη. Ελάτε σπίτι μου να δείτε τα αγαπημένα μου βιβλία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Για τι μιλάμε όταν μιλάμε γι’ αγάπη – Ρέημοντ Κάρβερ. Η απλή τέχνη του φόνου – Ρέημοντ Τσάντλερ. Γκάρντεν Πάρτι – Κάθριν Μάνσφιλντ. Σπάνιο να σου τύχει καλός άνθρωπος – Φλάνερι Ο’Κόνορ. Ο εικονογραφημένος άνθρωπος – Ραίη Μπράντμπερι. – Θα τα δείτε κι αυτά στην επίσκεψή σας στη βιβλιοθήκη μου…

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Πολλοί, πάρα πολλοί. Ενδεικτικά αναφέρω: Σώτη Τριανταφύλλου. Έλενα Χουζούρη. Χρήστος Αγγελάκος. Γιάννης Μακριδάκης. Μαργαρίτα Φρανέλι. Κυριάκος Γιαλένιος. Αμάντα Μιχαλοπούλου. Δημήτριος Μαμαλούκας. Έλενα Μαρούτσου. Κι άλλοι τόσοι που ξεχνάω αυτή τη στιγμή.

Περί μετάφρασης

Σας ακολούθησε ποτέ κανένας από τους ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μαθαίνετε τα νέα τους;

Με ακολουθούν οι ήρωες του Νικ Χόρνμπι, πηγαίνουμε στις ίδιες συναυλίες, συχνάζουμε στα ίδια καφέ και στα ίδια μπαρ. Μου τηλεφωνάει μια στις τόσες η Ρέητσελ Σάμστατ από τις «13 συνταγές της απιστίας» και ανταλλάσσουμε τα νέα μας. Πολύ αργά το βράδυ, συναντάω σ’ ένα μπαρ του κέντρου τον Ρίλκε του «Τελευταίου καρέ» της Λουίζ Γουέλς, και πίνουμε ένα ποτό αμίλητοι. Και προετοιμάζομαι να τρέξω στον μαραθώνιο μαζί με τον Σούλμαν, από τον «Άλλο μου εαυτό», του Άλαν Σβαϊμπέλ – εγώ για τον μικρό των 10 χλμ, αυτός για τον μεγάλο.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός αλλά και «μεταφρασμένος» σας χαρακτήρας.

Οι ήρωες του Σκοτ Φιτζέραλντ, όλοι ανεξαιρέτως. Για την κομψότητα και το γούστο τους, γιατί έζησαν τις ζωές τους όσο πιο ανέμελα, έξαλλα κι αυτοκαταστροφικά γινόταν. Οι ηρωίδες του Ντ. Χ. Λόρενς για το πάθος τους. Οι ήρωες και οι ηρωίδες του Γκρέαμ Γκρην, γιατί βγήκαν από την πένα του πολυαγαπημένου μου συγγραφέα. Η Λώρα της Βέρας Κάσπαρι, επειδή είχε την τύχη να την υποδυθεί η Τζην Τίρνεϊ. Από τους «μεταφρασμένους» μου, όπως τους λέτε, προτιμώ την Ρέητσελ από τις «13 συνταγές της απιστίας», τον Ρίλκε από το «Τελευταίο Καρέ» και την Ινές από τον «Ουδέτερο Παρατηρητή».

Έχετε εργαστεί σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Έχω δουλέψει σε σπίτια φίλων, έχω γράψει σε μπαλκόνια ξενοδοχείων κοιτάζοντας τη θάλασσα, έχω κρατήσει σημειώσεις σε καφέ περιμένοντας κάποιο φίλο ή ένα χαρτί από το Υπουργείο Συγκοινωνιών. Προτιμώ όμως το σπίτι μου, το γραφείο μου με τη γάτα μου ξαπλωμένη μεταξύ πληκτρολογίου και οθόνης, και γύρω τα αγαπημένα μου αντικείμενα, τα αγαπημένα μου cd και μια κούπα ζεστό τσάι.

Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση ή την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Όταν κάνω το πρώτο χέρι της μετάφρασης, ακούω ό,τι ταιριάζει με το κλίμα του βιβλίου. Ποτέ όμως κάτι ελληνικό, με αποσυντονίζουν οι ελληνικοί στίχοι. Όταν δεν βρίσκω το «σάουντρακ» του βιβλίου, το επινοώ με ό,τι νομίζω ότι θα του ταίριαζε. Από το δεύτερο χέρι και μετά, δεν ακούω τίποτα: μόνο τον ήχο των λέξεων του κειμένου. Στην ανάγνωση με συνοδεύει συνήθως μουσική, όχι κάποια συγκεκριμένη. Προτιμώ κάτι οικείο, διότι η καινούργια μουσική απαιτεί όλη την προσοχή μου.
Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις; Χα! Οτιδήποτε μαύρο – doo-wop & rhythm’n’blues των ’50, soul των ’60, reggae και afrobeat, funk και hip-hop και κάθε είδος των blues. Americana, trip-hop, σχολή της Γλασκώβης, σκανδιναβική pop, Zydeco & Tex-Mex, ηλεκτρικές κιθάρες, η αγία τριάδα: Dylan, Young, Van the Man. Το punk παραμένει μεγάλη αγάπη μου. Και κάθε τι καινούργιο που μου τραβάει το ενδιαφέρον χωρίς να ανήκει σε κάποια σχολή: η Dessa, οι Avett Brothers, o Ben Sollee, οι Living Sisters, η Cindy Doire….

Έχετε μεταφράσει μερικές από τις πλέον ενδιαφέρουσες πένες της σύγχρονης λογοτεχνίας: Τζον Μπαρθ, Μάλκολμ Μπράντμπερι, Τζόναθαν Κόου, Νικ Χόρνμπυ, Πωλ Μπόουλς, Percival Everett, Minette Walters, Dinaw Mengestu, Ντέιβ Έγκερς  – και πολλές άλλες πιο «άγνωστες». Θα ήταν δυνατό να μας κάνετε μια μικρή παρουσίασή τους; Τυγχάνει κάποιο περισσότερο αγαπημένο των άλλων; 

Ο Μπαρθ, ένας από τους προπάτορες του μεταμοντερνισμού. Τον εκτίμησα αλλά δεν αναπτύξαμε στενές σχέσεις.

Με τον Μάλκολμ Μπράντμπερι δεν λέμε ούτε καλημέρα. Παραείναι συντηρητικός για τα γούστα μου.

Ο Τζόναθαν Κόου είναι πολύ-αγαπημένος μου, κι ας μου είπε ότι έχει απορρίψει το βιβλίο του που μετέφρασα: τους «Νάνους του Θανάτου». (Αλήθεια. Τον γνώρισα το 2002, αν δεν απατώμαι).

Ο Νικ Χόρνμπι είναι φιλαράκι μου, τα είπαμε και πιο πάνω. Παλιά γράφαμε κασέτες, τώρα ανταλλάσσουμε mp3.

Ο Πωλ Μπόουλς με άφησε άναυδη: κάθε λέξη του είχε λόγο ύπαρξης και βρισκόταν στη σωστή της θέση. Διαφωνήσαμε μόνο ως προς τους ταξιδιωτικούς προορισμούς: το μόνο που μ’ αρέσει από τη Βόρεια Αφρική είναι το rai.

O Πέρσιβαλ Έβερετ και ο Ντέιβ Έγκερς με έφεραν στα όρια να πάρω αντικαταθλιπτικά. Τα έχουν αυτά οι μεγάλοι έρωτες.

Ο Μενγκέστου μ’ έκανε να κλάψω με την απλότητα και την ανθρωπιά του. Θα ήθελα πολύ να τον γνωρίσω, κάτι που δεν μου συμβαίνει συχνά με τους συγγραφείς που μεταφράζω.

Όσο για τη Μινέτ Γουόλτερς, τι να πω: η «Ηχώ» και η «Κατάρα της Αλεπούς» είναι δύο βιβλία που έχω ζηλέψει πολύ.

Από μεταφραστική άποψη, ποιο βιβλίο σας ταλαιπώρησε περισσότερο; Ποιο σας πρόσφερε την μεγαλύτερη ηδονή;

Το «Σβήσιμο» του Πέρσιβαλ Έβερετ με ταλαιπώρησε πολύ. Μου πρόσφερε όμως και τη μεγαλύτερη ηδονή. Ακόμα δεν το πιστεύω ότι βγήκε από τα χέρια μου.

Ασχοληθήκατε και με την μετάφραση αλλά και μονογράφηση βιβλίων αφιερωμένων σε μουσικούς (Dylan και Cohen / Beatles και Clash αντίστοιχα). Θα μας διηγηθείτε σχετικά με αυτή την εμπειρία; Τι νομίζετε πως λείπει από την σχετική ελληνική εκδοτική παραγωγή και βιβλιογραφία;

Το γράψιμο των μονογραφιών για τους Beatles & Clash ήταν από τις ωραιότερες στιγμές της ζωής μου. Για ένα εξάμηνο περίπου, είχα βυθιστεί σε βιβλία, περιοδικά και δίσκους, κι έγραφα για ό,τι αγαπώ πιο πολύ.

Η μετάφραση του Cohen ήταν σκέτη απόλαυση. Τον ένιωθα δίπλα μου, να μου καθοδηγεί το χέρι και να μου λύνει τις απορίες.

Ο Dylan ήταν ένα στοίχημα με το χρόνο και με τον εαυτό μου: να προλάβουμε με τη Νίκη Προδρομίδου να τελειώσουμε τη μετάφραση στην ώρα της. Και να μη μου ξεφύγει η παραμικρή αναφορά. Να με αποδεχτούν οι Ντυλανολόγοι. Τα κατάφερα/καταφέραμε και τα δύο.

Αυτό που λείπει από την ελληνική βιβλιογραφία είναι βιβλία κριτικής σκέψης για τα μουσικά φαινόμενα, βιβλία που να αναλύουν, να συσχετίζουν, να βγάζουν συμπεράσματα. Λείπει εν ολίγοις η σοβαρή ροκ δημοσιογραφία – ενώ υπάρχουν πολλοί εξαιρετικοί γραφιάδες.

Μια και το φέρε η κουβέντα: Έχετε μεταφράσει και το εμβληματικό Τhe Sound of the City του Charlie Gillet (Λιβάνης, 1994), από τα ελάχιστα μέχρι τότε βιβλία που ασχολούνται με το σύγχρονο ροκ εντ ρολ. Πού βρίσκεται αυτό το βιβλίο;

Πουθενά. Επειδή δεν πιστεύω ότι εξαντλήθηκε, νομίζω ότι πρέπει να πολτοποιήθηκε μαζί με χιλιάδες άλλα βιβλία που μένουν στα αζήτητα. Σκοτώνουν τα άλογα όταν γεράσουν, πολτοποιούν τα βιβλία όταν μείνουν απούλητα.

Τι μεταφράζετε τώρα; 

Το «Green Shore» της Natalie Bakopoulos, ένα μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στην Αθήνα στη διάρκεια της δικτατορίας.

Περί συγγραφής

Στο μυθιστόρημά σας η μουσική σχεδόν κινεί τα πάντα, και οι θερμοί, «δοσμένοι» ακροατές της. Δεν υπάρχει ως φόντο, αλλά ως πρωταγωνίστρια. Εδώ διαπιστώνω το εξής παράδοξο: αυτός ο κόσμος, υπαρκτός και μεγάλος, έχει σχεδόν εξοριστεί από το μεγαλύτερο μέρος της λογοτεχνίας. Πώς το εξηγείτε;

Πραγματικά, δεν ξέρω. Μ’ έχει απασχολήσει και μένα αρκετά αυτό το θέμα. Εικασίες μπορώ να κάνω μόνο. Ίσως η μουσική δεν θεωρείται αρκετά «σοβαρή». Πόσο μάλλον το rock και οι παραφυάδες αυτού. Ίσως απευθύνεται σ’ ένα πιο πρωτόγονο κομμάτι του εαυτού μας, το οποίο προσπαθούμε να εξοβελίσουμε με λογικά σχήματα και περίπλοκες ιδέες. Ίσως πάλι να λέω μπούρδες. Άλλωστε, ούτε τη ζωγραφική συναντάμε πολύ συχνά στα βιβλία, το θέατρο ή το χορό. Λέτε να υπάρχουν αόρατα όρια ανάμεσα στις τέχνες που δεν επιτρέπουν την ανάμειξή τους;

Πολύ περισσότερο αποτελεί εξαίρεση και στην σύγχρονη νεοελληνική λογοτεχνία. Τελικά οι συγγραφείς είναι ασύμβατοι με το πάθος της μουσικής; Δεν τους καθορίζει τη ζωή;

Από την προηγούμενη ερώτηση ως αυτήν εδώ, έκανα άλλη μία σκέψη: μήπως οι νότες κυνηγούν τις ιδέες και τους δαγκώνουν την ουρά; Ή μήπως μας καλούν στους δρόμους να χορέψουμε, όπως έλεγαν κάποτε οι Martha & the Vandellas; Για φανταστείτε να παρατήσουν όλοι οι συγγραφείς τα λάπτοπ και τα μολύβια και να το ρίξουν στο χορό; Θα καταρρεύσει ο εκδοτικός κόσμος!

Η δική σας σχέση με τους αφοσιωμένους της μουσικής ποια είναι; Είστε μέρος τους, υπήρξατε μέλος τους, τηρείτε τις αποστάσεις; Διαπιστώνετε διαφορές ως προς τις όποιες σχετικές σας ιδιότητες ανάμεσα στο σήμερα και το χθες;

Παραμένω πιστή στην εκκλησία του rock’n’roll, τηρώντας φανατικά το ευαγγέλιο των blues, της soul και του punk. Όλοι οι φίλοι μου, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι, είναι εξίσου «βαρεμένοι» με μένα. Οι διαφορές είναι ότι σήμερα χάρη στο ίντερνετ δεν υποφέρουμε πια από το πάθος του σπάνιου σινγκλ, του καταργημένου δίσκου, της γιαπωνέζικης κόπιας που περιέχει την διαφορετική εκτέλεση. Αν κι εγώ, λόγω του δισκάδικου, είχα πάντοτε τη σιγουριά ότι όλα θα τα βρούμε, κάποια στιγμή.

Έχοντας όλη αυτή τη σκευή αλλά και το πλήθος των ακουστικών σας εμπειριών ξεκινήσατε να γράφετε το μυθιστόρημα. Η επιθυμία σας να τα συμπλέξετε υπήρχε εξαρχής; Πώς πλοηγηθήκατε σ’ όλον αυτό τον ωκεανό;

Η αρχική μου πρόθεση ήταν να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Και είναι σαφώς πιο εύκολο να γράψει κανείς γι’ αυτά που ξέρει και αγαπάει. Έτσι η μουσική μπήκε μέσα στο βιβλίο πριν το προλάβω να το σκεφτώ. Και πήρε τη θέση που ήθελε χωρίς να με ρωτήσει καν.

Για ποιο λόγο επιλέξατε τη μορφή του αστυνομικού μυθιστορήματος;

Αγαπώ πολύ τα αστυνομικά μυθιστορήματα, μ’ αυτά μεγάλωσα και σ’ αυτά καταφεύγω με απόλαυση. Όπως έχουν πει πολλοί άλλοι πριν από μένα, είναι πλέον τα κατεξοχήν πολιτικά μυθιστορήματα, κάτι που ξεκίνησε με τους Γάλλους τη δεκαετία του ’70 και τώρα πια το βλέπουμε σε όλο τον κόσμο: στη Λατινική Αμερική, τη Σκανδιναβία, τη Ρωσία, το Ισραήλ.

Σας ακολούθησε κανένας από τους ήρωες του βιβλίου; Μαθαίνετε τα νέα τους; 

Με ακολουθεί ο Χάρης καθημερινά, σε ό,τι κάνω. Όπως λέει και η Aretha, “The morning I wake up, before I put my make-up…” Το παράπονό μου είναι ότι δεν μ’ έχει πάρει ένα τηλέφωνο ο Μιχάλης ο Ατσαλένιος.

Με ποιες φράσεις θα συστήνατε το βιβλίο σας σε κάποιον αναγνώστη;

Ένα μυθιστόρημα για το κέντρο της Αθήνας, τον καφέ και το τσιγάρο, τις παλιές φιλίες και τους Beatles, τη θλίψη για τα πράγματα που δεν μπορέσαμε να κάνουμε, την ελπίδα ότι θα τα κάνουμε αύριο, σήμερα, τώρα.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Το βασικό για μένα είναι να ξεκινήσω το γράψιμο συστηματικά. Κάτι που δεν είναι εύκολο λόγω της μετάφρασης από την οποία βιοπορίζομαι. Μετά οι ιδέες ακολουθούν η μία την άλλη. Συνήθως, όταν ξεκινάω έχω ολόκληρο το σκελετό του βιβλίου μέσα στο μυαλό μου. Ακολουθούν φυσικά πολλές διορθώσεις, επεξεργασία του κειμένου, αλλαγές… Τα λάθη προβάλουν ανάγλυφα, και το μάτι της μεταφράστριας τα ανασύρει, ψάχνει τρόπους να τα διορθώσει χωρίς να ξηλωθεί το κείμενο.

Τι γράφετε τώρα;

Τις καινούργιες περιπέτειες του Χάρη. Είπαμε, με ακολουθεί καθημερινά και διεκδικεί το χρόνο και την προσοχή μου. Όλα τα άλλα έχουν μπει σε δεύτερη μοίρα, προς το παρόν.

Ασχολείστε επισταμένα με την κριτική παρουσίαση μουσικής. Παλαιότερα στο Ποπ και Ροκ, σήμερα στο mic.gr. Σας κλέβει συγγραφικό, μεταφραστικό  ή αναγνωστικό χρόνο ή εξαργυρώνεται με κάποιο τρόπο;

Μου κλέβει πολύτιμο χρόνο αλλά με ανταμείβει με ανεπανάληπτο τρόπο. Με κρατάει σε διαρκή επαφή με τη νεανική μουσική κουλτούρα, αποτελεί αφορμή για να γνωρίζω πολλούς ανθρώπους, κάτι που επιδιώκω ως άκρως κοινωνικό άτομο, με ξεκουράζει από τον «γκασμά της μετάφρασης» (όπως έχει πει ο Αύγουστος Κορτώ).

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας και της μουσικής ποια θα επιλέγατε;  

Θα διάλεγα τον Willie de Ville, πιθανότατα. Ή ίσως τον Vick Chesnutt. Ή μήπως την Etta James; Μουσικό, σίγουρα.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τον «Ανήλικο Επισκέπτη» της Σάρα Γουότερς. Τις «Στάχτες» του Σέργιου Γκάκα. Το «Never Mind the Bollocks: Women Rewrite Rock» της Amy Raphael.

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι; Όχι μόνο από την προσωπική σας ιστοσελίδα αλλά και γενικότερα.

Τα social media μου ταιριάζουν, διότι μ’ αρέσουν οι άνθρωποι, οι ιστορίες τους, τα γραπτά και οι μουσικές τους επιλογές. Θα έλεγα ότι δεν είχα κακές εμπειρίες, αντιθέτως, γνώρισα ιδιαίτερα ενδιαφέροντες ανθρώπους με τους οποίους γίναμε και «κανονικοί» φίλοι.

Ιστοσελίδα (όπου και πλήρης κατάλογος μεταφράσεων): εδώ. Ιστοσελίδα στο βιβλιονέτ: εδώ.  Παρουσίαση του βιβλίου Για μια χούφτα βινύλια εδώ. Στις φωτογραφίες οι Nick Hornby, Francis Scott Fitzgergald, Jonathan Coe, Percival Everett, Leonard Cohen, Bob Dylan, Paul Bowles, Vick Chestnutt – όλοι τους κάτοχοι διακεκριμένης θέσης στο σύμπαν της φιλοξενούμενης.

Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 64. Όλια Λαζαρίδου

Τα θέατρα θα έπρεπε να είναι ονειροδρόμια

Πως δημιουργήθηκε το Κορίτσι – Μπαταρία… recharged; Πώς σκεφτήκατε να χωρέσετε σε μια ώρα κάτι από τον εαυτό σας;  

Δεν το σκέφτηκα, το έγραψα. Προφανώς κάποια στιγμή ήρθε η ώρα του. Δεν είμαι επαγγελματίας συγγραφέας. Ήταν σαν ένα ποτάμι που κάποια στιγμή έχει αρκετό νερό και ξεχειλίζει η κοίτη του και το αποτέλεσμα ήταν αυτό που γράφτηκε. Κάπως έτσι πρέπει να έγινε!

Άρα από το κείμενο επί σκηνής θα αναβλύσει μια ζωή ενδιαφέρουσα, συναρπαστική;

Δεν είναι συναρπαστική η ζωή μας, δεν είναι συναρπαστική η ζωή των ανθρώπων. Η ζωή μας είναι η ζωούλα μας, μια δική μας φωτιά που της βάζουμε κάρβουνο. Η ζωή μας είναι στενή, τα περιθώριά της είναι στενά. Δεν είναι όπως όταν είμαστε μικροί που νομίζαμε ότι είναι κάτι το συναρπαστικό! Μεγαλώνοντας καταλαβαίνεις ότι είναι στενός ο δρόμος, ότι δεν έχει άπειρες επιλογές. Λίγα έχεις να κάνεις και το καλύτερο που έχεις να προσπαθήσεις είναι αυτά τα λίγα να τα κάνεις καλά και σε βάθος. Αλλά το πλάτος της δεν είναι άπειρο όπως νομίζαμε.

Γι’ αυτό και για να αποκτήσει κανείς τη γεύση του συναρπαστικού γίνεται καλλιτέχνης, για να μπορέσει αυτές τις πολύ λίγες στιγμές, που είναι χώμα, χώμα, χώμα κι ένα διαμαντάκι…χώμα, χώμα, χώμα, χώμα… κι ένα διαμαντάκι…Και για να κρατήσει αυτές τις στιγμές – διαμαντάκια, εκεί είναι η δουλειά της τέχνης, που τις υμνεί, για να θυμόμαστε ότι υπήρξανε κι αυτές μέσα στη χωματίλα. Κάπως έτσι το νοιώθω: αυτές οι στιγμές που εξέχουν από τη γενική μουντάδα της καθημερινότητας είναι που έχουν προσπαθήσει να ζήσουν σ’ αυτό το κείμενο. Υπήρχανε π.χ. στιγμές – αναφέρεται μέσα στο κείμενο – που είπα, την ώρα που την ζούσα, «αυτή τη στιγμή δεν θα την ξεχάσω ποτέ»· και όντως δεν την ξέχασα…

Κάποιοι λένε μέσα τους η ζωή μου είναι πολύ βαρετή, ενώ των άλλων! των ηθοποιών!… Όχι, για όλους μας είναι βαρετή, για όλους πεπερασμένη. Είναι η μοίρα της ανθρώπινης συνθήκης…

Αφήσατε κάτι απ’ τη ζωή σας έξω από το «ωριαίο» αυτό κείμενο, συνειδητά ή ξεχνώντας το;

Εννοείται! Το κείμενο αυτό δεν είναι αυτοβιογραφικό. Είναι ποιητικό, μια αλληγορία, μια παραβολή, σαν κι εκείνες που μιλάνε για την ουσία, αλλά μ’ ένα τρόπο πλάγιο και γι’ αυτό είναι και πιο αληθινές. Δεν πιστεύω στις αυτοβιογραφίες, δεν μπορεί κάποιος να βάλει σ’ ένα κείμενο όλη του τη ζωή και τον εαυτό του μέσα. Κι ούτε είναι τα γεγονότα που απαρτίζουν τη ζωή μας αλλά το προσωπικό πνεύμα που είναι κάτι πολύ ρευστό, που δε φυλακίζεται. Είναι πολύ διαφορετικό το ποίημα του κάθε ανθρώπου, μοναδικό. Κι αυτό μπορεί να υπάρχει και σ’ ένα θραύσμα του. Οπότε υπ’ αυτή την έννοια πολλά πράγματα έχω αφήσει απ’ έξω αλλά την ουσία την έχω κρατήσει.

Σήμερα ο εαυτός σας αποτελείται από κομμάτια κι απομεινάρια απ’ όλους τους ρόλους που υπήρξατε;

Καθόλου. Αυτό είναι μύθος, δεν ισχύει, πιστεύω είναι παραφιλολογία της δουλειάς μας. Το ανάποδο αισθάνομαι: ότι είμαστε ένα παζλ από πάρα πολλά αντιφατικά πράγματα που δεν έχουμε την ευκαιρία στην καθημερινότητα να τα εκδηλώσουμε όλα, τα περιέχουμε όμως.

Όχι μόνο οι ηθοποιοί αλλά όλοι μας;

Ακριβώς. Δηλαδή με τα παιδιά του 18 ΑΝΩ κάναμε μια παράσταση στις φυλακές ανηλίκων Αυλώνα και σκεφτόμουν ότι μια τρίχα μας χωρίζει, που νομίζουμε ότι είμαστε εμείς άλλο κι αυτοί άλλο. Δεν είναι αλήθεια αυτό… κι ίσως η δουλειά του ηθοποιού ήταν που με οδήγησε ν’ ακούσω αυτές τις πολλές αντιφατικές φωνές που περιέχουμε μέσα μας κι ας μην τους δίνουμε φωνή στην καθημερινότητα, δεν τις αφήνουμε προς τα έξω. Με βοήθησε αυτό να το καταλάβω, ότι τα πράγματα που νομίζουμε μακριά από μας, τα τοποθετούμε εκεί επειδή φοβόμαστε το ακραίο, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούν ψήγματα που έχουμε ήδη μέσα μας.

Άρα πώς θα χαρακτηρίζατε το κείμενο της παράστασης;

Είναι ένα ποίημα, που είναι φτιαγμένο με τη λογική του μακριού τραγουδιού, σαν μπαλάντα.

Αφήνεστε στα χέρια του σκηνοθέτη; Τι συμβαίνει όταν υπάρχει διαφωνία, όταν ο ρόλος σας μιλάει «διαφορετικά»;

Συμβαίνει διαμάχη, απλώς το ωραίο είναι ότι υπάρχει κάτι τρίτο, το τρίτο πράγμα στο οποίο βλέπουμε κι οι δύο, οπότε και μεταξύ μας να έχουμε διαφωνία, το ότι κι οι δυο μπορούμε να κοιτάμε προς αυτό το τρίτο, είναι κάτι ωραίο, δίνει ένα σεβασμό και μια ευγένεια σ’ αυτή τη διαμάχη.

Και στην ουσία μέσα σ’ αυτό το «ουδέτερο» έδαφος μπορεί να διυλίζονται οι απόψεις;

Ακριβώς, ναι μεν μπορεί οι δυο να διαφωνούμε, αλλά υπάρχει αυτό που μας υπερβαίνει και τους δυο και οδηγεί στο τελικό αποτέλεσμα.

Έχοντας αναμετρηθεί με τόσα πολλά και διαφορετικά είδη κειμένων, σκεφτήκατε ποτέ την συγγραφή λογοτεχνίας ή θεατρικού έργου;

Μπορεί στο μέλλον. Νοιώθω ότι έχω δημιουργικότητα που κατά καιρούς κατευθύνεται σε διάφορα πράγματα. Μ’ αρέσει γενικά να παίζω με τα κουβαδάκια μου, το έχω αυτό το παιδικό… Ζωγραφίζω κιόλας, χωρίς να σημαίνει ότι τα κάνω όλα καλά. Οπότε μπορεί αύριο να μου έρθει να γράψω κάτι· αυτή τη στιγμή δε το σκέφτομαι αλλά δεν το αποκλείω. Κατά καιρούς έγραψα πεζά για το μπλογκ μου, που τα πήρε ο Ευριπίδης (σημ. Ευρυπίδης Λασκαρίδης, σκηνοθέτης της παράστασης) και τα έβαλε στο κείμενο της παράστασης.

Έχετε μπει ποτέ, ως ηθοποιός στην πρόκληση να μεταπλάσετε έναν χαρακτήρα σε κάτι διαφορετικό από τα εσκαμμένα, ή έστω να τον στρέψετε προς έναν άλλο δρόμο και σαν δικό σας παιχνίδι;

Μόνο αυτό κάνω. Δεν υπάρχει αντικειμενικός ρόλος, οι ρόλοι είμαστε εμείς. Ένας ρόλος είναι ένα πρόσωπο που ανάλογα με κάποια συγκεκριμένη δράση δοσμένη αντιδρά με τον πλούτο των συναισθημάτων του. Μ’ αυτή την έννοια εμείς είμαστε οι ρόλοι. Εξαρτάται και πώς δουλεύεις. Μ’ ενδιαφέρει και ο θεατής και εγώ να ερευνούμε τι είναι η ανθρώπινη ψυχή, τι είναι ένας άνθρωπος. Δεν μ’ ενδιαφέρει να είμαι ένας βιρτουόζος που παίζει ωραία και με δεξιοτεχνία τους ρόλους τους. Οι ρόλοι είμαι εγώ, υπό συνθήκες δοσμένες από έναν συγγραφέα. Κάθε φορά σκέφτομαι τι θα έκανα εγώ στη θέση του χαρακτήρα; Αν εγώ ήμουν π.χ. ο Άμλετ, ο πρίγκιπας στη Δανία που είχε να αντιμετωπίσει όλα εκείνα, τι θα έκανα;

Υπήρξε ρόλος που ένοιωσες ότι σε πηγαίνει εντελώς αλλού, σε μέρη που δεν φανταζόσασταν; Σε τι βαθμό συνέβη;

Εννοείται, μα αυτό ελπίζεις: ότι πάει να σου μάθει αυτά που δεν ξέρεις, κι όχι μόνο να επιβεβαιώσεις αυτά που ξέρεις. Ξεκινάς από κάπου που ξέρεις, ελπίζοντας ότι θα σ’ απογειώσει σε πράγματα άγνωστα, σε δυσκολίες άγνωστες…

Άσχετα από το καλλιτεχνικό, επειδή πιστεύω πάρα πολύ στον αγώνα της ανθρώπινης ψυχής, στην πνευματική διάσταση της ανθρώπινης παρουσίας. Κι όταν το πιστεύεις αυτό, γνωρίζεις ότι πρέπει ν’ αγωνιστείς, ότι υπάρχουν τρόποι ν’ αγωνιστείς. Κι επειδή αυτό μ’ έχει απασχολήσει, είμαι αρκετά εξοικειωμένη με τα «σκοτεινά» σημεία που λέτε, δεν είμαι αθώα ως προς αυτό, δεν τα έχω μάθει απ’ τους ρόλους.

Άρα ο αγώνας σας δεν είναι εντός της υποκριτικής.

Όχι, δεν είμαι μια αγωνίστρια της υποκριτικής. Προσπαθώ να είμαι μια ξύπνια και παρούσα ψυχή της ζωής. Όχι της υποκριτικής, γιατί είμαι τεμπέλα, δεν είμαι ταμένη ηθοποιός. Απλά θέλω να καταλάβω…

Και τι νόημα έχει το θέατρο; Για εσας, για εμάς;

Εμένα είναι η έκφραση της δημιουργικότητάς μου. Για τον θεατή θα έπρεπε να είναι ο ποιητικός τόπος όπου θα μπαίνει και θα ονειρεύεται, να βλέπει ξύπνια όνειρα. Πόσα πράγματα μέσα στη ζωή μας δίνουν την ποιητική διάσταση της ύπαρξής μας; Η καθημερινότητα είναι χωματίλα. Τα θέατρα θα έπρεπε να είναι ονειροδρόμια, να μας απογειώνουν στα όνειρα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας θεατρικός συγγραφέας;

Γιώργος Διαλεγμένος, Δημήτρης Κεχαΐδης. Και Λούλα Αναγνωστάκη, εννοείται.

Ακούτε μουσική όταν διαβάζετε και γενικά δουλεύετε έναν ρόλο; Τι είδους;

Ναι, γιατί ο λόγος είναι ρυθμός. Και μ’ αρέσει, έχω έντονες σχέσεις με τη μουσική. P.J.Harvey, Nick Cave, Radiohead, L.Cohen, Γ. Αγγελάκα, Θ. Παπακωνσταντίνου. Με τα χρόνια πηγαίνω περισσότερο σε μουσικές συναυλίες παρά σε θέατρο. Και μακάρι κάτι από την αμεσότητα που υπάρχει στο άκουσμα της μουσικής να υπήρχε στις θεατρικές παραστάσεις. Το ζηλεύω.

Τι ακολουθεί μετά το Κορίτσι Μπαταρία; 

Υπάρχει ένα σχέδιο μη ανακοινώσιμο. Δεν θα είναι μονόλογος όπως αυτό, δεν θα ξανακάνω μονόλογο. Θέλω να βρεθώ με άλλους στη σκηνή και να μοιράζομαι.

Δημοσίευση και εδώ. Παρουσίαση της παράστασης (από την οποία προέρχεται η προτελευταία φωτογραφία – αφίσα) εδώ.