Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 179. Γιάννης Αντιόχου

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του τελευταίου σας βιβλίου;

Το τελευταίο μου βιβλίο δεν έχει θύρα, είναι μια ικεσία στη σελήνη από το motto του βιβλίου μέχρι και το τελευταίο ποίημα. Είναι μια εξωστρεφής μαγική ιεροτελεστία για όλα όσα έχω γνωρίσει κι έχω εγκιβωτίσει στην άκατο της ποίησής μου. Είναι μια εξωστρεφής ποιητική κάψουλα παυσίλυπη και δυστυχώς ενδελεχώς ερμητικά κλειδωμένη. Αν επιβιώσει το όποιο έργο θα υπάρξει ο ένας ή η μία που θα την ξεκλειδώσει. 

Θα μπορούσαμε να έχουμε μια μικρή παρουσίαση – εισαγωγή στο κάθε σας βιβλίο χωριστά ή για όσα κρίνετε (είτε σε μορφή επιγραμματικής παρουσίασης, είτε γράφοντας για το πότε, πώς, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους συνεγράφησαν);

Το πρώτο μου βιβλίο «Ανήλικης Νυκτός Παρίστιον Δέρμα», Εκδόσεις Γαβριηλίδης ήταν ένα βιβλίο που αν έβγαινε σήμερα θα κρατούσα τρία ή τέσσερα ποιήματα. Βαριά νεανικό, ρομαντικό και ίσως φορτωμένο στη γλώσσα του διακρίθηκε αμέσως το 2003 και μου έδωσε μια κάποια δυνατότητα να με γνωρίσει ο κόσμος.

Το δεύτερο βιβλίο μου «Στη Γλώσσά του», Εκδόσεις Γαβριηλίδης 2005 θα μπορούσε να ήτανε τρία βιβλία. Ξεχωρίζω την ενότητα «Συμφωνία για δύο σώματα» που αποτελούν πρόδρομη φόρμα των μεγάλων συνθετικών ποιημάτων που ακολούθησαν. Έχω απωθημένο να εκδοθεί η ενότητα εκ νέου μόνη της.

Το τρίτο βιβλίο μου “Curriculum Vitae”, Εκδόσεις Μελάνι 2006 είναι ένα βιβλίο για το οποίο αισθάνομαι υπερήφανος πως ήταν πρωτοπόρο και τολμηρό για την εποχή του. Ένα βιβλίο με δικό μου κολάζ εξωφύλλου και με οπισθόφυλλο το ομότιτλο ποίημα.

Μετά αρχίζει ο κύκλος των Εκδόσεων Ίκαρος, οι Εισπνοές το 2009, οι Εκπνοές το 2014 και η Διάλυσις το 2017. Δεν θέλω να μιλήσω για αυτά τα βιβλία μου, έχει μιλήσει η κριτικογραφία με όσα επαινετικά μπορεί να λάβει ένα ποιητής εν ζωή. Εγώ ευχαριστώ τους ανθρώπους της λογοτεχνίας που ασχολούνται τόσο επισταμένα με το ποιητικό μου έργο και τους αφοσιωμένους μου αναγνώστες που με παρακολουθούν.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Δεν έχω συγκεκριμένο τρόπο, δεν παγιδεύω τίποτα. Έχω ξαναπεί πως γράφω ανερχόμενος κάπου ψηλά, μετά δεν θυμάμαι τίποτα άλλο, είναι μια διαδικασία υπερβατική και απόλυτα μυστικιστική. Δεν γράφω εγώ τίποτα, εγώ δεν είμαι ο ποιητής, είμαι ένα διάμεσο που συμβαίνει να κατοικείται και να χαλιναγωγείται σε τακτά χρονικά διαστήματα από κάποιον υπερβατικό ποιητή.

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Οι μόνες μουσικές που ακούω όταν γράφω είναι τα έργα του Μάνου Χατζιδάκι και όλη η εργογραφία των Radiohead. Άλλωστε μετά από κάποια στιγμή δεν ακούω πια τη μουσική που έχω διαλέξει.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Ναι έχω γράψει παντού, κύρια σε τραπέζια κουζίνας στα σπίτια που τυχαίνει να ξεμείνω κάποιο βράδυ.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε; 

Τον Τ.Σ Έλιοτ μέχρι και το 1925. Μετά δεν με ενδιαφέρει διόλου, παράγινε Άγγλος για τα ποιητικά μου γούστα.  

Γράψατε ποτέ πεζογραφία – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Όχι και δεν θα γράψω ποτέ. Παρακαλώ σημειώστε κι αυτό: δεν θεωρώ ποιητές όσους γράφουν και πεζογραφία. (Ξέρω πως θα συζητηθεί αλλά αυτή είναι η δική μου άποψη).

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρον

οι συγγραφείς.

Α. Χάξλεϋ, Γ. Γκ. Μάρκες, Ντον Ντε Λίλλο, Ο. Μπάροουζ.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Των παραπάνω όλα τα βιβλία.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Δεν μου αρέσουν τα διηγήματα. Ποτέ δεν μου φτάνει τίποτα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος Έλληνας λογοτέχνης;

Δυστυχώς δεν με γοήτευσε κανείς εκτός από την Μαργαρίτα Καραπάνου και την Μαρία Μήτσορα. Να μην ξεχάσω με γοήτευσε και η Μάτα Καστρησίου (και την έκανα φίλη μου).

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ουίλιαμ Λι από το Γυμνό Γεύμα του Μπάροουζ, γιατί μου αρέσουν οι ουσίες και οι παρεκκλίσεις.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Ήταν το περιοδικό Δέλεαρ της Ασημίνας Χασσάνδρα γιατί ήταν εκτός των κλισέ. Αν θέλατε να σας πω ποιο δεν μου αρέσει που έχει και περισσότερο ενδιαφέρον θα σας έλεγα. Υπάρχουν πολλά σκουπίδια περιοδικά, αλλά ας σωπάσω. Ας κυριολεκτούμε στις απαντήσεις σας. 

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Τώρα πια όχι δεν διαβάζω. Τα τελευταία χρόνια εκτός από ελάχιστους κριτικούς όπως την Τιτίκα Δημητρούλια στην ποίηση οι υπόλοιποι γράφουμε ο ένας για τον άλλον. Δεν πειράζει κάτι είναι κι αυτό. Σαφώς όμως και δεν με ενδιαφέρουν αυτές οι κριτικές. Αν τις διαβάσετε είμαστε μια χώρα με αριστουργήματα. Αυτό δεν ισχύει. Είναι πολύ κακά τα περισσότερα βιβλία που εκδίδονται στον χώρο της ποίησης, απλά δεν έχω/ έχουμε την τόλμη να το καταδείξουμε. Επίσης επειδή πια προχωρώ πολύ μέσα στο χώρο βαρέθηκα να αναγνωρίζω τη συναλλαγή για την κριτικογραφία. Ευτυχώς είναι τόσο νάνοι κάποιοι που το παίζουν ρυθμιστές και κριτικογράφοι που είμαι ευτυχής που δεν έχω κριτικές για το έργο μου από αυτούς.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο – λόγος μνήμης]

Δεν ανήκω στους ανθρώπους που αποθεώνουν την ατάκα. Αγαπώ τις μακριές περιόδους. Τα συνθήματα είναι με ημερομηνία λήξης.

Περί μετάφρασης

Διακονείτε και το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

Μεταφράζω τους ποιητές που διαισθάνομαι πως έχω συνάφεια και συγγένεια. Μετά μπαίνω στο δέρμα τους, ίσως και να ζω και τη ζωή τους. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον το ένδυμα του ποιητή που μεταφράζει κανείς.

Πώς επιλέξατε τις ποιητικές συλλογές που μεταφράσατε; ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Με δυσκόλεψε ο Τεντ Χιουζ και ο Χάρτ Κρέιν. Ηδονή μου προσφέρουν όλες οι εργασίες που σχετίζονται με τις κλειδαρότρυπες. Μεταφράζοντας κοιτάζω τη ζωή τους από μια κλειδαρότρυπα. 

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Τα Γράμματα Γενεθλίων του Τεντ Χιουζ, Εκδόσεις Μελάνι και η Θηριώδης Μούσα, Εκδόσεις Μικρή Άρκτος.

Μπορείτε να μας μιλήσετε και για τα υπόλοιπα βιβλία που μεταφράσατε (ή όσα επιθυμείτε); Για την μεταφραστική τους εμπειρία, τις ηδονές, τις απομαγεύσεις τους. 

Δεν θέλω να σας πω για το τελευταίο βιβλίο που μεταφράζω, είναι ποιητής, σημαντικός και σημασία σ’ αυτό έχει ένα πολύ ιδιαίτερο επίμετρο που θα συνοδεύει το βιβλίο. Επιτρέψτε μου να σας το κρατήσω μυστικό. 

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Δεν συμβαίνει αυτό στην μετάφραση της ποίησης. Είναι Αντιόχου οι μεταφράσεις μου.

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Δεν υπάρχουν ιδιαίτερες παρενέργειες. Είναι μικρή άλλωστε η εμπειρία μου στη μετάφραση.

Σας ακολούθησαν ποτέ ήρωες των βιβλίων που μεταφράσατε; Μάθατε τα νέα τους;

Έχω γνωρίσει πέντε τουλάχιστον Σίλβιες (Πλαθ) ευτυχώς το δίκτυο του φυσικού αερίου είχε αργήσει να εγκατασταθεί στη χώρα μας.

Περί αδιακρισίας

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στη γραφή σας (π.χ στην θεματολογία ή τον τρόπο προσέγγισης);

Νοσηλευτική, Διοίκηση και Ιατρική και είναι νομίζω εμφανής η ορολογία και ο τρόπος που εγκιβωτίζεται στην ποίησή μου. Μάλιστα ας πούμε κάποιοι που δεν έχουν τέτοιες σπουδές, δημιουργούν αστειότητες. Κάποτε διάβαζα «κόκκινα αιμοπετάλια», σαφώς τα αιμοπετάλια είναι τα μοναδικά συστατικά του αίματος που δεν είναι ερυθρά, είναι πλατιά σαν πιάτα και διάφανα. Γελάω με αυτούς τους ανθρώπους που νομίζουν πως δεν βλέπουμε.

Πώς βιοπορίζεστε;

Ως Διευθυντικό στέλεχος μεγάλου ομίλου στο χώρο της υγείας.

Τι διαβάζετε, τι γράφετε και τι μεταφράζετε αυτό τον καιρό;

Διαβάζω την Aurora του Βλαδίμηρου Νικολούζου, εκδόσεις Μωβ Σκίουρος και είμαι περήφανος που είναι φίλος μου, γράφω ερωτικά σπαράγματα γιατί με έχει πιάσει η άνοιξη κι ακόμα μπορώ να ερωτεύομαι και δεν θα σας πω τι μεταφράζω.

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Ναι παρακολουθώ σαφώς κινηματογράφο. Θέατρο ελάχιστο, με απογοητεύει αυτή η αισθητική της εξυπνάδας που υιοθετεί το σύγχρονο ελληνικό θέατρο. Λατρεύω οτιδήποτε του  Γουόνγκ Καρ Γουάι. Πάντως οι επιτελεστικές τέχνες δεν είναι το δυνατό μου σημείο.

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής, της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Ναι θα την δεχόμουν αρκεί να επέστρεφα μονίμως στα 35. Ποιος δεν θέλει έτσι κι αλλιώς μια φαουστική συνομιλία στη ζωή του;.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

Θέλω να σας ευχαριστήσω εκ μέσης καρδίας για την φιλοξενία σας.

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 178. Ευθυμία Γιώσα

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Τα «Σώματα Πτερόεντα» αποτελούν μια, τρόπον τινά, αλτρουιστική παραχώρηση του δικαιώματος του λόγου από τον νου στο σώμα. Επί της ουσίας, το σώμα προσωποποιείται και αφηγείται μέσα από τα δεκαπέντε κεφάλαια του βιβλίου την ιστορία του, όπως αυτή προκύπτει από τις διάφορες καταστάσεις που βιώνει. Ξεκινώντας από τη γέννηση και φτάνοντας μέχρι τη στιγμή που κάποιος αρχαιολόγος του μέλλοντος το ανακαλύπτει εν είδει κουφαριού, αποκαλύπτει σιγά-σιγά στον αναγνώστη τη δική του οπτική για τον κόσμο.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Συχνά αναρωτιέμαι το χρονικό σημείο έναρξης μιας πράξης. Είναι η στιγμή της τέλεσής της, ή η στιγμή της σύλληψης της ιδέας της και του σχεδιασμού της; Συνήθως κλίνω προς το δεύτερο, επομένως στο πότε έγραψα το βιβλίο θα απαντούσα «απ’ όταν ξεκίνησα να παρατηρώ το σώμα μου». Οι ιδέες μαζεύονται μέσα στο μυαλό σαν τα μυρμήγκια κι όταν πλέον έχουν φτάσει σε σημείο συνωστισμού τότε, για να μη χαθούν, γίνονται λόγος. Οι συνθήκες εν μέσω των οποίων έλαβε χώρα αυτή η μεταμόρφωση δεν ήταν ιδανικές, γι’ αυτό και τελικά ο μόνος πόθος που είχα καθώς το έγραφα ήταν η δημιουργία μιας προσωπικής σταθεράς, σαν αποκούμπι και σαν πνευματική εκτόνωση. Το χαρτί γίνεται ο πιο πιστός ακροατής.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτόςτου γραφείου σας/σπιτιού σας;

 Συνήθως όχι. Νιώθω σαν να προβαίνω σε κάποιου τύπου απιστία απέναντι στο σπίτι μου. Εξάλλου, ο χώρος μου ξέρει καλά τις ιδιοτροπίες μου και μπορεί να τις ανεχτεί, σε αντίθεση μ’ έναν ξένο χώρο που μάλλον θα προσπαθήσεινα με βάλει στα δικά του καλούπια, αρνούμενος να υποταχθεί στα δικά μου.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα ποιο θα επιλέγατε;  

Κάποιον από τους «Μοιραίους» του Βάρναλη. Ή από τους «Δίκαιους» του Μπόρχες.

 Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Είναι πολλοί και συνεχώς προστίθενται κι άλλοι. Ενδεικτικά: Τσβάιχ, Καλβίνο, Κάφκα, Έσσε, Βιζυηνός, Τερζάκης, Λειβαδίτης, Καββαδίας.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

«Γαλήνη» του Βενέζη, «Μαράν Αθά» του Ψύρρα, «Λόγια του πρωινού και του σούρουπου» του Μαχφούζ, «Ποιήματα και Αντιποιήματα» του Πάρρα, «Η πρώτη αγάπη» του Κονδυλάκη.

Αγαπημένα σας διηγήματα.

«Και υπέρ των ζώντων» της Έλλης Αλεξίου. Δεν ξέρω αν είναι αγαπημένα, αλλά ήρθαν στο μυαλό αυτόματα.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονοςνέος έλληνας λογοτέχνης;

Φέτος την Μεγάλη Πέμπτη άκουσα στο ραδιόφωνο αποσπάσματα από το βιβλίο «Εκείνος ΙΙ» της Ελεωνόρας Σταθοπούλου. Οδηγούσα και χρειάστηκε να σταματήσω. Απορώ γιατί έχουν περάσει τόσες ημέρες χωρίς να έχω αγοράσει ακόμη το βιβλίο της.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Ζορμπάς κι ο Ζαρατούστρα. Η Τζέιν Έιρ κι ο Χήθκλιφ. Ο Εγγλέζος θερμαστής από το William George Allum του Καββαδία κι εκείνη η τριανταφυλλιά στο ποίημα του Ρίτσου, που λύγισε από το βάρος της ευωδιάς της. Γιατί δεν μύρισε κανείς τα τριαντάφυλλά της.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Τον «Αυτοτιμωρούμενο» του Μπεράτη και το «Ας ξαναχτίσουμε τους ανεμόμυλους» του Πατσάκη.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;  [μέσο – διαδρομή – βιβλίο -λόγος μνήμης]

Τις περισσότερες φορές ζαλίζομαι και δεν διαβάζω, ακόμη κι αν το ταξίδι είναι μακρινό κι έχω πολλή ώρα μπροστά μου. Ωστόσο, αυτό το Πάσχα ταξιδεύοντας από την Αθήνα στα Ιωάννινα, δηλαδή πηγαίνοντας από την πόλη που με φιλοξενεί στην πόλη που γεννήθηκα, διάβασα το «Ζώντες και τεθνεώτες» του Κωστή Παπαγιώργη και το θυμάμαι αφενός γιατί είναι πρόσφατο κι αφετέρου γιατί είναι από τα λίγα που έχω διαβάσει εν κινήσει, όπως προείπα.

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ πολύ τόσο θέατρο όσο και κινηματογράφο. Δύσκολο να ξεχωρίσω μία παράσταση. Ωστόσο, θυμάμαι ότι είχα φύγει με κλάματα από την παράσταση «Αβελάρδος και Ελοΐζα» στο Θέατρο του Νέου Κόσμου πριν από λίγα χρόνια και εκστασιασμένη από τον Δαναό μετά την προβολής της ταινίας «Στην αγκαλιά του φιδιού».

Υπάρχει κάποιο αντικείμενο από την παιδική σας ηλικία που θα θέλατε ξανά στα χέρια σας;

Την πιπίλα μου και τη σαλιάρα μου. Νομίζω πως θα τα αντιμετώπιζα πια με τον δέοντα σεβασμό.

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

«Αν χρειαζόταν να κρατήσετε ένα μόνο ποτό επί της γης ποιο θα ήταν αυτό;». Το τσίπουρο. Χωρίς γλυκάνισο.

Στις εικόνες: Jorge Luis Borges, Italo Calvino, Νίκος Καββαδίας, Λοΐζα και Αβελάρδος Νέου Κόσμου.