Στο Αίθριο του Πανδοχείου, 172. Γιάννης Παπαδημητρίου

YannisP_

Διακονείτε το κοπιώδες έργο της μετάφρασης. Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Τι είδους σχέση συνδέει τον μεταφραστή και τον συγγραφέα που ο πρώτος μεταφράζει; 

ΣυBERLIN-TESSERA_μμερίζομαι την άποψη (της G. Spivak) ότι η μετάφραση (επιδιώκει να) είναι η πιο προσεκτική ή, επίσης, η πιο προσωπική ανάγνωση. Και με τη λέξη «ανάγνωση» εννοώ τόσο τη διαδικασία της αναγνώρισης και της κατανόησης όσο και την ερμηνευτική προσέγγιση ενός κειμένου. Ειδικά όσον αφορά τη λογοτεχνία, θα περιέγραφα τη μετάφραση ως ένα είδος αναγνωστικής σχέσης με το κείμενο, μια εξελικτική πορεία που ξεκινά με τη διαισθητική κυρίως εμβάθυνση στο περιεχόμενο και στο ύφος του, για να καταλήξει στη λεπτομερή αποκωδικοποίησή του και τη διαμόρφωση μιας ερμηνευτικής εκδοχής.

MILXAUSER-DRESLER_Η όλη διαδικασία δημιουργεί, κατά κανόνα, την αίσθηση μιας διπλής επικοινωνιακής κίνησης (προς το κείμενο και προς τον αναγνώστη), η οποία γίνεται ακόμη πιο αποτελεσματική όταν ο μεταφραστής έχει ήδη ή αναπτύσσει σταδιακά προσωπικό ενδιαφέρον για έναν συγκεκριμένο συγγραφέα και καλείται να μεταφράσει περισσότερα έργα του – πράγμα που σημαίνει ότι, με τον καιρό, τον κατανοεί ολοένα πληρέστερα (προς όφελος, εντέλει, του αναγνώστη). Σε καμία περίπτωση, όμως, δεν πιστεύω ότι ένας μεταφραστής μπορεί να «ταυτιστεί» με έναν συγγραφέα, να «γίνει η φωνή του», όπως λέγεται ενίοτε, σε μιαν άλλη γλώσσα. Αντιθέτως, ένας συγγραφέας (ή και ένα κείμενο) μπορεί (και μάλλον πρέπει) να έχει πολλές και επαρκείς φωνές σε μιαν άλλη γλώσσα, πολλές και διαφορετικές «αναγνώσεις».  

b3648Από τις μεταφράσεις σας ποια σας δυσκόλεψε περισσότερο και ποια σας πρόσφερε τις μεγαλύτερες ηδονές;

Οι περισσότερες μεταφράσεις μου με έχουν δυσκολέψει με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, και ίσως γι’ αυτό στο τέλος με έχουν ικανοποιήσει ιδιαίτερα. Ίσως, λοιπόν, οι «ηδονές» που αναφέρετε να σχετίζονται με τις ιδιαίτερες «αντιστάσεις» των κειμένων. Εάν πάντως επέλεγα ένα και μόνο βιβλίο που με έκανε να σηκώσω τα χέρια ψηλά πολλές φορές, αυτό θα ήταν μάλλον το The Making of the English Working Class του Ε. Ρ. Thompson, η ελληνική έκδοση του οποίου ετοιμάζεται αυτή την περίοδο.

Ο μεγάλος όγκος ιστορικών στοιχείων για τηνBERLIN-RIZES_ εργατική Αγγλία του 18ου19ου αιώνα και, κυρίως, η δυσκολία εξακρίβωσης εννοιών, ιδιωμάτων, πραγμάτων και καταστάσεων πολιτισμικά δυσπρόσιτων με οδήγησαν σε μια πολύ απαιτητική ερευνητική διαδικασία. Και για να προλάβω μια κατοπινή ερώτηση: δεν ξέρω πώς θα μπορούσε να μεταφραστεί ένα τέτοιο βιβλίο (σε εύλογο χρονικό διάστημα) χωρίς τη διαδικτυακή συμβολή. Γεγονός είναι, βέβαια, ότι η ολοκλήρωση της μετάφρασης ενός τόσο πολυδαίδαλου έργου, και τόσο συναρπαστικού από ιστορική και θεωρητική άποψη, μπορεί μόνο να συγκριθεί με τις πιο έντονες προσωπικές εμπειρίες, από τις οποίες βγαίνεις σημαντικά διαφορετικός ως άνθρωπος.

Από τα βιβλία που μεταφράσατε υπάρχουν κάποια στα οποία επιθυμείτε να κάνετε ιδιαίτερη αναφορά ή να συστήσετε στους αναγνώστες;

Said 1Χωρίς δεύτερη σκέψη, θα πρότεινα τις Ρίζες του ρομαντισμού (Scripta, 2000) του Isaiah Berlin. Άρχισα τη μετάφραση αυτή όταν ακόμη έκανα τη στρατιωτική μου θητεία. Και, κυριολεκτικά, το συγκεκριμένο βιβλίο ήρθε να με σώσει εκείνη την περίοδο πλήρους δημιουργικής αδράνειας. Πέραν αυτού, όμως, θεωρώ ότι είναι ένα από τα πιο ενδιαφέροντα κείμενα που έχω διαβάσει, ένας οδηγός για το φιλοσοφικό σύμπαν του ρομαντισμού αλλά και του ίδιου του Berlin, οι ιδέες του οποίου εξακολουθούν να με επηρεάζουν από πολλές απόψεις. Θα πρότεινα όμως τις Ρίζες, ειδικά σήμερα, και για έναν ακόμη λόγο: για την ιστορική σύνδεση ρομαντισμού, εθνικισμού και φασισμού, την οποία θεμελιώνει με τρόπο αφοπλιστικό ο συγγραφέας. Για όσους πιστεύουν ότι πίσω από τον φασισμό υπάρχει και κάτι άλλο πέραν της ψυχοπαθολογίας ή, γενικότερα, κατανοούν ότι πίσω από κάθε απόλυτη επιδίωξη υπάρχει ένας τρόπος σκέψης δυνητικά αδιέξοδος ή και καταστροφικός, η ανάλυση του Berlin νομίζω ότι μπορεί να αποδειχθεί αποκαλυπτική.

Ρίτσαρντ ΒόλχαϊμΕργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την ανάγνωση και την μετάφραση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Με τον καιρό έχω διαπιστώσει ότι η μεταφραστική εργασία αποδίδει περισσότερο κατά τις πρωινές ώρες. Καθώς όμως οι πρωινές μου ώρες είναι αφιερωμένες στην υπηρεσία στην οποία εργάζομαι, έμαθα να εκτιμώ και το νυχτερινό ωράριο. Σε αυτό, προφανώς, συμβάλλει πολύ η μουσική – αλλά μόνο πριν ή έπειτα από την «πράξη»: γενικώς, όταν υπάρχει μουσική στον χώρο, μου είναι απλώς αδύνατον να συγκεντρωθώ σε κάτι άλλο.

b125049Τα τελευταία χρόνια, ακούω κυρίως σύγχρονη electronica, την οποία εκτιμώ, μεταξύ άλλων, για τις απεριόριστες ηχητικές εξερευνήσεις της και την ικανότητά της να δίνει σε μηχανικούς τρόπους συναισθηματική τροπή (Pye Corner Audio, Karen Gwyer, Andy Stott). Το ενδιαφέρον μου για τις σύγχρονες παρυφές του ροκ και τα lo-fi παρακλάδια άλλων ειδών στρέφεται σε μουσικούς μιας αντίστοιχης λογικής (Grumbling Fur, Julia Holter, Dean Blunt, Kim Hiorthøy).

Υπάρχουν συγκεκριμένοι συγγραφείς με τη μετάφραση των οποίων θα επιθυμούσατε να αναμετρηθείτε;

Εδώ και μερικά χρόνια, στα διαλείμματα της επαγγελματικής μου ενασχόλησης με τη μετάφραση, επιστρέφω σε μερικά ποιήματα της Emily Dickinson. Θα ήθελα επίσης να μεταφράσω δοκίμια του John Berger, ποιήματα του Frank O’Hara, το βιβλίο Englands Hidden Reverse του Άγγλου μουσικοκριτικού David Keenan και αρκετά ακόμη. Λόγω επαγγελματικής διαστροφής μάλλον, πάντα θέλω να μεταφράσω κάθε ξενόγλωσσο κείμενο που με συγκινεί∙ ίσως επειδή θεωρώ ότι μέσω της μετάφρασης θα το διαβάσω καλύτερα. Κάπως έτσι, έχω ήδη συγκεντρώσει κάμποσες ημιτελείς μεταφράσεις ή, για να το θέσω πιο κομψά, αρκετές μεταφραστικές αναγνώσεις εν εξελίξει…

emily_dickenson 1

Τις περισσότερες φορές ο μεταφραστής τίθεται στο περιθώριο. Τα φώτα στρέφονται αποκλειστικά στον συγγραφέα, ενώ σπάνια οι κριτικές αναφέρονται στο έργο του. Για ποιο λόγο συμβαίνει αυτό και τι θα προτείνατε ώστε να έχει τη θέση που του αρμόζει;

Νομίζω ότι το ζήτημα αυτό αφορά καταρχήν την κριτική της μετάφρασης και τη θέση της στη λογοτεχνική κριτική. Στη χώρα μας έχουν γίνει, τα τελευταία χρόνια, λίγα μεν αλλά σημαντικά βήματα προς μια ουσιαστική κριτική της μετάφρασης. Παρ’ όλα αυτά, η ένταξη της κριτικής της μετάφρασης στο πλαίσιο της λογοτεχνικής κριτικής εξακολουθεί να αποτελεί ζητούμενο. Και το φαινόμενο αυτό δεν είναι μόνο ελληνικό.

Κάτι όμως που, προσωπικά, βρίσκω άδικο είναι ότι ενίοτε τα ευάριθμα σχόλια ενός κριτικού για μια μετάφραση επικεντρώνονται σε μία, δύο, πέντε αστοχίες, αφήνοντας εντελώς ασχολίαστο το υπόλοιπο μετάφρασμα και τη συνολική, πολυδιάστατη ποιότητα της δουλειάς του μεταφραστή (η οποία, περιέργως, εκλαμβάνεται ως δεδομένη και ίσως γι’ αυτό τις περισσότερες φορές δεν σχολιάζεται καν).

Frank O' Hara

Με τα χρόνια, έχω σχηματίσει την εντύπωση ότι, εντός αλλά και εκτός του κριτικού πεδίου, η μετάφραση ενεργοποιεί το αντανακλαστικό του εντοπισμού του λάθους ή τουλάχιστον του γλωσσικού ελέγχου, αντανακλαστικό το οποίο στην κριτική ή και την απλή ανάγνωση πρωτότυπων κειμένων δεν φαίνεται να είναι εξίσου ενεργό. Ένας λόγος σχετίζεται ενδεχομένως με το γεγονός ότι, συνήθως, στη μετάφραση και στον μεταφραστή δεν αναγνωρίζεται απολύτως δημιουργική ή πρωτότυπη συμβολή ως προς το λογοτεχνικό έργο, παρά μόνον η λειτουργία της ακριβούς και ευανάγνωστης μεταγλώττισης.

Ήδη από τη δεκαετία του 1990, ορισμένοι θεωρητικοί της μετάφρασης έχουν προτείνει ως λύση την ενίσχυση και την υπεράσπιση της παρουσίας του μεταφραστή μέσα στο ίδιο το κείμενο αλλά και εκτός αυτού (μέσω σημειωμάτων, σχολιασμών, προλόγων κ.ο.κ.). Τα αποτελέσματα έχουν σταθεί πενιχρά. Προσωπικά, θα εντόπιζα μία ακόμη λύση στην έναρξη ενός ζωντανού διαλόγου μεταξύ μεταφραστών, θεωρητικών, κριτικών και αναγνωστών λογοτεχνίας (και όχι μόνο), με σκοπό, όπως είπα, τον ακριβή προσδιορισμό της θέσης και της λειτουργίας της μετάφρασης και της κριτικής της μετάφρασης στη λογοτεχνική κριτική.

H. Shelby Jr 1

Από την άλλη οι επιμελητές και διορθωτές τίθενται σε ακόμα μεγαλύτερη «αφάνεια». Τι προβλήματα παρουσιάζει η συνεργασία μαζί τους και ποια θα ήταν η ιδανικότερη μορφή της;

Στο βιβλιοφιλικό πλαίσιο, κάθε «ενδιαφερόμενο μέρος» έχει σαφή επίγνωση του ρόλου του επιμελητή και του διορθωτή∙ επειδή μάλιστα δεν υφίσταται μετάφραση (ή, γενικότερα, κείμενο) που να μην επιδέχεται διόρθωση ή τουλάχιστον βελτίωση, διαδραματίζουν και οι δύο, προφανώς, κρίσιμο ρόλο. Θα τολμούσα να πω ότι ειδικά οι μεταφραστές πάντα ελπίζουν στην ουσιαστική συμβολή του επιμελητή και του διορθωτή, τη σπουδαιότητα των οποίων μόνον ένας πολύ αθώος αναγνώστης θα την παρέβλεπε.

Έχοντας δουλέψει και ο ίδιος ως γλωσσικόςεπιμελητής/διορθωτής, έχω καταλάβει την πρακτική αναγκαιότητα της στενής συνεργασίας με τους μεταφραστές ή τους συγγραφείς κειμένων, γιατί είναι αλήθεια ότι μπορεί να προκύψουν συγκρούσεις μεταξύ των διαφορετικών γλωσσικών επιλογών. Ως επιμελητής, ωστόσο, σκέφτομαι ότι το ύφος του συγγραφέα ή του μεταφραστή ενός κειμένου πρέπει πάντα να είναι κυρίαρχο, μια και αυτός είναι ο δημιουργός του. Γενική μου διαπίστωση πάντως είναι ότι η ιδεώδης κατάσταση αφορά την παραγωγή κειμένων από σταθερά και στενά συνεργαζόμενους μεταφραστές/συγγραφείς και διορθωτές/επιμελητές.

Carson McCullers 1

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Οι πρώτοι λογοτέχνες που μου έρχονται στον νου: ο Τh. Bernhard, o Ch. Dickens, o K. Π. Καβάφης, ο G. Trakl, η C. McCullers, o J. Baldwin, η Ε. Dickinson, ο P. Celan, η Μ. Μήτσορα, ο H. Shelby Jr, o Th. Hardy, ο I. McEwan, η E. Jelinek, ο Π. Μάτεσις, ο Τh. Mann, o J. G. Ballard, o W. Burroughs, o D. DeLillo. Θεωρητικοί: ο E. W. Said, o T. Adorno, o W. Benjamin, η H. Arendt, o G. Lukács, o I. Berlin, η J. Butler, ο Κωστής Παπαγιώργης.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

To μυθιστόρημα στο οποίο έχω ξαναγυρίσει τις περισσότερες φορές είναι τα Ανεμοδαρμένα Ύψη. Μπορώ να αφηγηθώ αποσπάσματά του από μνήμης. Μερικά ακόμη αγαπημένα βιβλία: Η καρδιά κυνηγάει μονάχη της C. McCullers, Οι αναστατώσεις του οικότροφου Ταίρλες του R. Musil, Ο Τσιμεντόκηπος και η Εξιλέωση του Ι. McEwan, Το Λευκό Ξενοδοχείο του Ντ. Μ. Τόμας, Μια άλλη χώρα του J. Baldwin, Πορτραίτο του καλλιτέχνη σε νεαρά ηλικία του J. Joyce, Δρ Φάουστους του Τ. Mann, Σκόρπια Δύναμη της Μ. Μήτσορα, Τελευταία Έξοδος για το Μπρούκλιν του H. Shelby Jr, Τζουντ ο αφανής του Th. Hardy, Άπαντα της E. Dickinson, High Windows του Ph. Larkin, Κουλτούρα και Ιμπεριαλισμός του E. W. Said, Μονόδρομος του W. Benjamin, Ways of Seeing και Selected Essays του J. Berger, Η πρόζα του κόσμου του Μ. Merleau-Ponty, Audio Culture του C. Cox και του D. Warren (επιμ.).

Wuthering-Heights-Penguin-Classics-Deluxe-Edition_

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Η λέξη «διήγημα» αυτομάτως φέρνει στη σκέψη μου, μάλλον ως υποδείγματα, τα διηγήματα «Sonny’s Blues» του J. Baldwin, «Α Family Supper» του K. Ishiguro και «Οι νεκροί» του J. Joyce. Επίσης, αρκετά διηγήματα του G. de Maupassant, τις συλλογές Family Dancing του D. Leavitt, What We Talk About When We Talk About Love του R. Carver, Περσινή Αρραβωνιαστικιά της Ζ. Ζατέλη και Η φλέβα του λαιμού του Σ. Δημητρίου.

Το διήγημα ήταν πάντα η αγαπημένη μου πεζογραφική μορφή (μάλλον επειδή δεν είμαι πολύ υπομονετικός αναγνώστης). Πάντα με συγκινεί η πυκνή αποτύπωση μιας ιδέας, ενός συναισθήματος, μιας αποκαλυπτικής στιγμής.

ISAIAH-BERLIN-FOR-VOGUE-1949-

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Από όσους έχω διαβάσει τα τελευταία χρόνια (και, ομολογώ, δεν είναι πάρα πολλοί), με εντυπωσιάζουν η στιλιστική ικανότητα και η ακρίβεια του Χρήστου Χρυσόπουλου· η αφηγηματική θερμότητα της Μαρίας Πετρίτση· η διεισδυτικότητα της Βασιλικής Πέτσα· η δραματική ποίηση της Γλυκερίας Μπασδέκη. Μιλώντας επίσης για σύγχρονους λογοτέχνες που παρακολουθώ σε σταθερή βάση, θα πρέπει να αναφέρω τη Μαρία Μήτσορα, τα αραιά βιβλία της οποίας παίρνουν πάντα ξεχωριστή θέση μέσα μου.

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Ο Χίθκλιφ.

james_baldwin_0

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Μιλώντας γενικά για περιοδικά λόγου, και όχι αποκλειστικά λογοτεχνίας, οι Σημειώσεις και το Πλανόδιο είναι τα περιοδικά που πάντα εκτιμούσα περισσότερο. Ακόμη και σήμερα ξεφυλλίζω παλιά τεύχη τους, συνεχείς πηγές ανακαλύψεων. Από τα πιο πρόσφατα, ενδιαφέρον, κυρίως επειδή δείχνει να μεταφέρει μιαν ανανεωτική ποιητική πρόταση, θεωρώ το περιοδικό [φρμκ].

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το μυθιστόρημα Ο Ζοφερός Οίκος του Dickens στην εξαιρετική μετάφραση της Κλαίρης Παπαμιχαήλ (Gutenberg, 2008). Καθώς αφιερώνω τον περισσότερο αναγνωστικό χρόνο μου σε κείμενα σχετικά με την εκάστοτε (συνήθως όχι λογοτεχνική) μετάφρασή μου,είναι πάντα απολαυστική η στροφή σε τόσο καθηλωτικές ιστορίες.

john berger

Περί αδιακρισίας

Πώς βιοπορίζεστε;

Την τελευταία εξαετία εργάζομαι ως μεταφραστής σε έναν δημόσιο οργανισμό. Όπως προανέφερα, όμως, τις νύχτες (!) και τα σαββατοκύριακα (θα γνωρίζετε, φαντάζομαι, ότι οι μεταφραστές δουλεύουν πάντα…), ασχολούμαι με τη μετάφραση και τη γλωσσική επιμέλεια πιο δημιουργικών κειμένων.

Ποιες είναι οι σπουδές σας; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφησή τους στην εργασία σας (π.χ. στην επιλογή των τίτλων);

Έχω σπουδάσει Μετάφραση στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο και στο ΕΚΠΑ. Δεν νομίζω ότι χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο – πέρα από το γεγονός ότι οι σπουδές μου στην Κέρκυρα έχουν σταθεί καθοριστικές για τις κατοπινές επιλογές μου.

Film director Derek Jarman, portrait, London, United Kingdom, 1992. (Photo by Martyn Goodacre/Getty Images)

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;  

Τον Derek Jarman. Οι ταινίες, τα βιβλία, τα ημερολόγια και το γενικότερο πνεύμα του συνεχίζουν, εδώ και χρόνια, να με εμπνέουν και να με επηρεάζουν από πολλές απόψεις. Ανάλογες πηγές έμπνευσης έχουν σταθεί ο μουσικός Jhonn Balance και ο κριτικός τέχνης και μυθιστοριογράφος John Berger. Αν μπορώ να βρω κάποια σύνδεση μεταξύ των τριών, θα έλεγα ότι σε όλους εκτιμώ το γεγονός ότι συνειδητά ώθησαν το έργο τους στη λογική του κατάληξη, ανάγοντάς το εμπράκτως σε πολιτική θέση ή, ευρύτερα, σε πρόταση ζωής.

john-balance-

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Πηγαίνω αραιά στο θέατρο. Αντιθέτως, έχω ένα σχετικά πρόσφατο αλλά έντονο ενδιαφέρον για τον θεατρικό χορό. Τελευταία, έχω θαυμάσει τα έργα της Anne Teresa De Keersmaeker και της ομάδας DV8 Physical Theatre.

Αγαπημένοι μου σύγχρονοι κινηματογραφιστές είναι ο Michael Haneke, σταθερά ο David Lynch και, πιο πρόσφατα, ο Cristian Mungiu. Την προηγούμενη χρονιά μού άρεσαν πολύ οι ταινίες Μακριά από τους ανθρώπους του David Oelhoffen και Κάτω από το δέρμα του Jonathan Glazer. Βρίσκω επίσης ενδιαφέρον το εξελισσόμενο ελληνικό weird wave, κυρίως επειδή αισθάνομαι ότι πρόκειται για το βλέμμα μιας πραγματικά νέας κινηματογραφικής γενιάς, με το οποίο, συνήθως, μπορώ να ταυτιστώ. Δεν θα μπορούσα άλλωστε να αντισταθώ σε καμία ταινία που ξεκινάει με το «Ghost Rider» των Suicide. 

Julia-Holter-

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Όπως όλοι οι μεταφραστές σήμερα, αδυνατώ πλέον να φανταστώ πώς μπορεί κανείς να μεταφράσει χωρίς το διαδίκτυο. Η αλήθεια είναι ότι μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου, παλαιότερα, να τρέχει από βιβλιοθήκη σε βιβλιοθήκη, να συναντιέται ή να προσπαθεί να επικοινωνήσει με άγνωστους ειδικούς, για να βρει την απόδοση μίας και μόνης λέξης! Είχε και αυτό τη μαγεία του, βέβαια. Γενικότερα, όμως, το διαδίκτυο αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι και της δουλειάς μου και της καθημερινής ζωής μου. Η αμεσότητα της πληροφόρησης, η απλοποίηση της έρευνας και, κυρίως, η διαδικτυακή επικοινωνία εξακολουθούν πάντα να με συναρπάζουν.

the cost of living

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της μεταφραστικής ή της αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή; 

«Αιώνια» σε καμία περίπτωση, αλλά, ναι, μερικές ακόμη δεκαετίες νεότητας νομίζω ότι τις χρειάζομαι.

Στις εικόνες: Emily Dickinson, Frank O’ Hara, Hubert Shelby Jr., Curson McCullers, Isaiah Berlin, James Baldwin, John Berger, Derek Jarman [1992, Martyn Goodacre/Getty Images], Johhn Balance, Julia Hotler, The cost of living [DV8 Physical Theatre]

Στο αίθριο του Πανδοχείου, 171. Άκης Παπαντώνης

Άκης Παπαντώνης

Περί γραφής

Θα μας συνοδεύσετε ως την θύρα του βιβλίου σας;

Ένας μοριακός βιολόγος μετακομίζει από την Αθήνα στην Οξφόρδη για να εργαστεί σε ένα ερευνητικό πρόγραμμα. Εκεί, ξένος μεταξύ ξένων, μέσα από τα πειράματά του αναζητά απαντήσεις στα προσωπικά ερωτήματα που τον βασανίζουν. Είναι η γονεϊκή στοργή εγγενές ένστικτο ή επίκτητος χαρακτήρας; Πως αναδιαμορφώνει η γενετική του καταγωγή την καθημερινότητά του; Είναι η μοναξιά επιλογή ή αναπόδραστη ανθρώπινη κατάσταση; Πως μπορεί κανείς να πει ψέμματα στον εαυτό του; Καταλήγει, όμως, ο ίδιος πειραματόζωο του εαυτού του, εθελούσιος μετανάστης από την πραγματικότητα, κι έτσι να ξεχνά να ζήσει. Η αφήγηση υποδιαιρείται σε 24 κεφάλαια, τα οποία φέρουν την αρίθμηση των ανθρωπίνων χρωμοσωμάτων, εξού και ο τίτλος της νουβέλας, «Καρυότυπος», αποτελεί και τη δομική της συνθήκη.

Πότε, υπό ποιες συνθήκες και ποιους πόθους το γράψατε;

Το βιβλίο γράφτηκε «στο σύνορο Αττικής-Όξφορντσαϊρ», όπως γράφεται (με άλλη αφορμή) σε κάποια σελίδα του. Πρόθεσή μου, κατά τη σύνθεση των δεκαεννέα χιλιάδων (και κάτι) λέξεων του βιβλίου, που διήρκεσε κάτι περισσότερο από τέσσερα χρόνια, ήταν ένα σχόλιο για τη ρίζα της εσωστρέφεια της σύγχρονης ζωής—για τον ίλιγγο του να είσαι μόνος ανάμεσα σε πλήθος (μόνων) και για το βάρος των πρώτων βιωμάτων. Με γνώμονα αυτό, καθώς διατρέχουμε χρωμόσωμα-χρωμόσωμα τον καρυότυπο του ήρωα, προσπάθησα να ανασυστήσω την αναμέτρησή του με τις ρίζες του, τη χώρα στην οποία ζει, τη χώρα την οποία άφησε, τη γλώσσα, την εικόνα του εαυτού του, την οικογένειά του, το άλλο φύλο, τις επινοημένες μνήμες και ενοχές του, τα πειραματόζωά του και τα «ορφανά Τσαουσέσκου»—με όλα όσα ναρκοθετούν την πραγματικότητα ενός νέου ανθρώπου ο οποίος «πάσχει από μνήμη» και κινείται χωρίς πυξίδα σε μια πόλη που αρνείται πεισματικά να γνωρίσει.

Καρυότυπος

Ο μεγαλύτερος πόθος μου, ή ακριβέστερα, η μεγαλύτερη αγωνία μου, ήταν (και είναι) οι λέξεις που έβαλα στο χαρτί να αναπαριστούν πειστικά τις προθέσεις της αφήγησης. Κι αυτή η συνθήκη δύσκολα ικανοποιείται, κυρίως επειδή ο γράφων την ίδια στιγμή δημιουργεί και δημιουργείται. Και τώρα, που το βιβλίο βρήκε δίοδο προς τους αναγνώστες, απομένει να φανεί εάν τα γραφόμενά μου αφορούν (ερεθίζουν, ικανοποιούν, προβληματίζουν) και άλλους ανθρώπους.

Έχετε γράψει σε τόπους εκτός του γραφείου σας/σπιτιού σας;

Πολλάκις· κατά τη διάρκεια κάποιου βαρετού σεμιναρίου, σε κάποιο καφέ ή στο αεροδρόμιο περιμένοντας την αναχώρηση μιας πτήσης, ακόμα και κατά τη διάρκεια της πτήσης—κυρίως, όμως, με τη μορφή σημειώσεων.

Σας ακολούθησε ποτέ ο ήρωας του βιβλίου σας; Μαθαίνετε νέα του;

Στο πρώτο-πρώτο κεφάλαιο του «Καρυότυπου» ο ήρωας πεθαίνει. Από επιλογή. Δεν θα ήθελα η παρουσία του να απασχολεί τον συγγραφέα ή τον αναγνώστη πιο πέρα από τα όρια των 117 σελίδων της νουβέλας.

Ποιος είναι ο προσφιλέστερός σας τρόπος συγγραφής; Πώς και πού παγιδεύετε τις ιδέες σας;

Πολύ νωρίς το πρωί ή πολύ αργά το βράδυ, στο λαπτοπ μου. Χωρίς μουσική, χωρίς οχλήσεις, απαραιτήτως συνοδεία δυνατού εσπρέσσο. Συνήθως έτσι γράφω.

Robert Musil

Εργάζεστε με συγκεκριμένο τρόπο; Ακολουθείτε κάποια ειδική διαδικασία ή τελετουργία; Επιλέγετε συγκεκριμένη μουσική κατά την γραφή ή την ανάγνωση; Γενικότερες μουσικές προτιμήσεις;

Έχω μια αξεπέραστη εμμονή με τη φόρμα, τη γραμματοσειρά, το διάστιχο… έτσι σπαταλάω χρόνο για να προετοιμάσω το αρχείο πριν καν αυτό αρχίσει να γεμίζει με λέξεις. Μουσική, ενώ γράφω, δεν ακούω. Όμως πολύ συχνά όταν διαβάζω παίζει κάτι στο πικάπ: Μπαχ ή Μπραμς δια χειρός Glenn Gould, Σκριάμπιν δια χειρός Horowitz, ή τζαζ από το Esbjorn Svensson Trio, για παράδειγμα.

Ποιες είναι οι σπουδές σας και πώς βιοπορίζεστε; Διαπιστώνετε κάποια εμφανή απορρόφηση των σπουδών και της εργασίας σας στη γραφή σας;

Σπούδασα βιολογία στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας, έκανα μεταδιδακτορική έρευνα στο Πανεπιστήμιο της Οξφόρδης, από το 2013 εργάζομαι ως Junior Research Group Leader (αντίστοιχο του Επίκουρου Καθηγητή) στο Πανεπιστήμιο της Κολωνίας. Παρά τον μείζονα ρόλο της βιολογίας στην καθημερινότητά μου—η έρευνα είναι εξίσου απαιτητική και εξουθενωτική με την γραφή—το μόνο κοινό που σημειώνω είναι η ανάγκη για διάβασμα και επαναλήψεις, των πειραμάτων αφενός, των δοκιμών στην αφήγηση αφετέρου. Ξέρω, σκέφτεστε τώρα πως ο πρωταγωνιστής στον «Καρυότυπο» είναι κι αυτός μοριακός βιολόγος—μη φοβού, δεν είναι παρά μια επιμελώς επινοημένη σύμπτωση.

Tomas Tranströmer Photo by Lois Shelton 02-26-1974

Γράψατε ποτέ ποίηση – κι αν όχι, για ποιο λόγο;

Μια φορά μόνο. Ακριβώς επειδή θαυμάζω τους ποιητές, αυτή την πύκνωση που επιτυγχάνουν, φοβάμαι την δοκιμή της ποίησης. Προσπάθησα, πάντως, ν’ αφηγηθώ μια ιστορία σε δεκαέξι χαϊκού (όπως κάποτε ο Σεφέρης). Τα έγραψα στο αεροπλάνο, στην πτήση Αθήνα-Λονδίνο, μετά το θάνατο του θείου μου. Ο ευγενής Ντίνος Σιώτης τα δημοσίευσε αργότερα στο Poetix.

Αν είχατε σήμερα την πρόταση να γράψετε μια μονογραφία – παρουσίαση κάποιου προσώπου της λογοτεχνίας, ή γενικότερα, ποιο θα επιλέγατε;  

Θα ήθελα να είχα γράψει τη βιογραφία του σπουδαίου Ελίας Κανέττι, ειδικά τα όσα ο ίδιος περιγράφει στο «Η γλώσσα που δεν κόπηκε» (Καστανιώτης). Επειδή όμως (ευτυχώς) με πρόλαβε, στο νου έρχεται το όνομα του ###.

Τι γράφετε τώρα;

Έχω ξεκινήσει κάτι που δεν έχει ακόμα σαφές σχήμα, έχει μάλλον όμως τίτλο: «Faux Bijoux». Θα χρειαστεί αρκετός χρόνος ώστε να αποκτήσει κρίσιμη μάζα το κείμενο. Δε βιάζομαι—δηλώνω άλλωστε συγγραφικό σαλιγκάρι.

C. Lispector

Περί ανάγνωσης

Αγαπημένοι σας παλαιότεροι και σύγχρονοι συγγραφείς.

Με τη βεβαιότητα πως θα ξεχάσω αρκετούς: ο Εμμανουήλ Ροΐδης, ο Ν. Γ. Πεντζίκης, ο Θανάσης Βαλτινός, ο Δημήτρης Χατζής, ο Τάσος Χατζητάτσης, ο Μισέλ Φάις, η Μαρία Μήτσορα, ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος, ο Γιάννης Βαρβέρης, ο Μανόλης Αναγνωστάκης· ο Κόρμακ Μακάρθι, ο Ρίτσαρντ Φορντ, ο Γουίλιαμ Φώκνερ, ο Ρέημοντ Κάρβερ, ο Ελίας Κανέττι, ο Β. Γκ. Ζέμπαλντ, η Κλαρίς Λισπέκτορ, ο Ρόμπερτ Μούζιλ, ο Φραντς Κάφκα, ο Φίοντορ Ντοστοέφσκι, ο Τόμας Τρανστρούμερ, η Ανν Σέξτον, ο Αντόνιο Πόρτσια.

Αγαπημένα σας παλαιότερα και σύγχρονα βιβλία.

Με την ίδια αίρεση όπως πιο πάνω: «Η Πάπισσα Ιωάννα» (Ροΐδης), «Το διπλό βιβλίο» (Χατζής), «Aegypius monachus» (Φάις), «Έντεκα σικελικοί εσπερινοί/Στη σφενδόνη» (Χατζητάτσης)· «Λολίτα» (Ναμπόκοφ), «Infinite Jest» (Γ. Φ. Γουάλλας), «Elephant and other stories» (Κάρβερ), «Οι ξεριζωμένοι» (Ζέμπαλντ), «Ταξίδι στην άκρη της νύχτας» (Σελίν), «Τα μαγαζάκια της κανέλας» (Σουλτς), «Πλωτή όπερα» (Μπαρθ), «Καθώς ψυχορραγώ» (Φώκνερ), «Ιστορίες από τη ζωή στο χωριό» (Οζ), «Collected prose» (Μπέκετ), «Μέρα ανεξαρτησίας» (Φορντ), «Ναρκόπολις» (Θαχίλ), «Ο ηλίθιος» (Ντοστοέφσκι), «Η αριστερόχειρη γυναίκα» (Χάντκε), «Oι άγριοι ντετέκτιβ» (Μπολάνιο), «Το ημερολόγιο ενός ευαίσθητου killer» (Σεπούλβεδα).

Elias Canetti

Αγαπημένα σας διηγήματα.

Όσα έχει γράψει ο Τάσος Χατζητάτσης, σχεδόν χωρίς εξαίρεση, το «Τέλος της μικρής πόλης» του Δημήτρη Χατζή (Το Ροδακιό) ή τα «Μερόνυχτα Φραγκφούρτης» του Αντώνη Σουρούνη (Καστανιώτης), ο «Επιτάφιος θρήνος» του Γιώργου Ιωάννου (Κέδρος). Τελευταία, ξαναδιαβάζω—και προσπαθώ να μεταφράσω—τις ιστορίες του Miroslav Penkov στο «East of the West» (Sceptre), οι οποίες είναι σπουδαίες.

Σας έχει γοητεύσει κάποιος σύγχρονος νέος έλληνας λογοτέχνης;

Νομίζω πως τα τελευταία 3-4 χρόνια έχουμε διαβάσει βιβλία ανθρώπων της γενιάς μου, λιγότερο ή περισσότερο, που είναι ζηλευτά. Δείτε, για παράδειγμα, τις «Ιστορίες του Χαλ» του Γιώργου Μητά (Κίχλη), το «Βικτώρια δεν υπάρχει» του Γιάννη Τσίρμπα (Νεφέλη), το «Ο βυθός είναι δίπλα» του Νίκου Βουδούρη, τις «Αλεπούδες στην πλαγιά» του Ιάκωβου Ανυφαντάκη και το «Μια χαρά» του Χρίστου Κυθρεώτη (Πατάκης), τη «Νουθεσία ημιόνου» του Γιάννη Αστερή και το «Μ’ ένα καλά ακονισμένο μαχαίρι» του Αλέξανδρου Κυπριώτη (Ίνδικτος), ή τη «Μοναδική οικογένεια» του Λευτέρη Καλοσπύρου (Πόλις).

Peter Handke

Αγαπημένος ή/και ζηλευτός λογοτεχνικός χαρακτήρας.

Αγαπημένος ο «κύριος Krapp» του Μπέκετ, ζηλευτή η Αντιγόνη του Σοφοκλή.

Αγαπημένο σας ελληνικό λογοτεχνικό περιοδικό, «ενεργό» ή μη; Κάποιες λέξεις για τον λόγο της προτίμησης;

Θα μου επιτρέψετε μια κάπως εκτενή απάντηση. Τα (δέ)κατα δημοσίευσαν το πρώτο πρώτο μου διήγημα, αλλά κι ένα ακόμα το 2009 το οποίο αποτέλεσε τη μαγιά του «Καρυότυπου». Το Εντευκτήριο όχι μόνο με φιλοξένησε πολλάκις, αλλά μου έδωσε και την ευκαιρία να διατηρώ μια μικρή στήλη στο «Καπνιστήριό» του. Πρόσφατα, το Intellectum μου εμπιστεύτηκε μέρος της επιλογής της ύλης του, ενώ φιλοξενεί, στην ιστοσελίδα του, φωτογραφίες μου. Εξού, λοιπόν, η πολυπλόκαμη προτίμησή μου.

Τι διαβάζετε αυτό τον καιρό;

Το σημαντικό «Πόλεμος και πόλεμος» του Krasznahorkai (Πόλις), το συγκλονιστικό «Family Ties» της Clarice Lispector (University of Texas Press), ξανά τα ποιήματα του Tomas Tranströmer, ξανά τα διηγήματα του Χατζητάτση.

john barth

Διαβάζετε λογοτεχνικές παρουσιάσεις και κριτικές; Έντυπες ή ηλεκτρονικές; Κάποια ιδιαίτερη προτίμηση στις μεν ή (και) στις δε;

Διαβάζω, ναι, και όχι μόνο τώρα που αγωνιώ για τη πρόσληψη του «Καρυότυπου». Με ενδιαφέρει η προσέγγιση των βιβλίων από διαφορετικούς ανθρώπους—πείτε τους κριτικούς, βιβλιόφιλους bloggers ή απλά συστηματικούς αναγνώστες—και, ελέω επιστημονικής ξενιτιάς, τις διαβάζω πια μόνο ηλεκτρονικά. Αν έχω, πάντως, κάποια προτίμηση, είναι σε όσες κριτικές δεν περιορίζονται στα δυνατά σημεία ενός βιβλίου, αλλά επισημαίνουν και τις αδυναμίες.

Θα μας γράψετε κάποια ανάγνωση σε αστικό ή υπεραστικό μεταφορικό μέσο που θυμάστε ιδιαίτερα;

Το καλοκαίρι του 2007, στην διάρκεια της πτήσης Νέα Υόρκη-Αθήνα, επιστρέφοντας από ένα επιστημονικό συνέδριο, διάβασα το «The Road» του Κόρμακ Μακάρθι (Knopf) το οποίο είχε μόλις βραβευθεί με Πούλιτζερ. Με συγκλόνισε ο συντονισμός γλώσσας-αφηγηματικού περιβάλλοντος. Εν μέσω ενός μετα-αποκαλυπτικού τοπίου ο Μακάρθι επέλεξε να αναπαραστήσει το τέλος του Κόσμου με το τέλος της γλώσσας: κυκλοτερής αφήγηση, επαναληπτική, περιορισμένο λεξιλόγιο και χειρουργική επιλογή επιθετικών προσδιορισμών. [ΥΓ: χρόνια μετά, το 2011, το ξαναδιάβασα—μόλις είχε γεννηθεί ο μεγάλος μου γιος—και ανακάλυψα πόσο συγκλονιστικότερη της γλώσσας είναι η ίδια η ιστορία. Ξαγρύπνησα.]

cormac mccarthy

Περί αδιακρισίας

Παρακολουθείτε σύγχρονο κινηματογράφο ή θέατρο; Σας γοήτευσε ή σας ενέπνευσε κάποιος σκηνοθέτης, ταινία, θεατρική σκηνή;

Παρακολουθώ όσο μπορώ—τώρα στη Γερμανία πιο δύσκολα, καθώς υπάρχει μια εμμονή με τις μεταγλωττίσεις. Σε κάθε περίπτωση, από την «Έκλειψη» του Αντονιόνι έως το «Lost in translation» της Σοφίας Κόππολα και από το ελειπτικό στήσιμο του «Dogville» του Λαρς φον Τρίερ έως τα κάδρα του Ταρκόφσκι (για να αναφέρω όσα μου έρχονται αντανακλαστικά στο νου), η κινηματογραφία έχει επανακαθορίσει την έννοια της αφηγηματικότητας (και) στη λογοτεχνία—πως θα μπορούσα να αποτελώ εξαίρεση;

Οι εμπειρίες σας από το διαδικτυώνεσθαι;

Είμαι εθισμένος· χρησιμοποιώ μετά μανίας το facebook από το 2008, οπότε και μετακόμισα στην Οξφόρδη, διατηρώ τη σελίδα Absentia lucis στο tumblr, όπου συχνά πυκνά αναρτώ φωτογραφίες μου, ενώ παλαιότερα διατηρούσα το blog «Υψικάμινος» με σύντομα διηγήματά μου. Άλλωστε, αναρωτιέμαι τώρα, οι περσόνες που ο καθένας μας υποδύεται στο διαδίκτυο, δεν είναι κι αυτές ένα είδος αφήγησης;

Αν κάποιος σας χάριζε την αιώνια νιότη με αντίτιμο την απώλεια της συγγραφικής ή αναγνωστικής σας ιδιότητας, θα δεχόσασταν τη συναλλαγή;

Αν υποθέσουμε πως κανείς δεν ζει την αιωνιότητα μέσα από τα γραπτά (δικά του ή άλλων), τότε: που υπογράφω;

mark rothko blue-no-18-ketubah

Κάποια ερώτηση που θα θέλατε να σας κάνουμε μα σας απογοητεύσαμε; Απαντήστε την!

«Τι σας γοητεύει στη ζωγραφική του Μαρκ Ρόθκο;» Η εμμονή στο ίδιο αισθητικό ερώτημα. (Μη με ρωτήσετε, όμως, πως προέκυψε αυτή η ερώτηση.)

Στις εικόνες: Robert Musil, Tomas Tranströmer [φωτ. Lois Shelton, 26 – 2 – 1974], Clarice Lispector, Elias Canetti, Peter Handke, John Barth, Cormac McCarthy, Mark Rothko.