Eudora Welty – Από πού έρχεται η φωνή;

Welty Cover Small

Προστατευμένες αλλά τολμηρές ζωές

Γράφω για την ευχαρίστηση της γραφής, ούτε για τους φίλους, ούτε για μένα. Τα διηγήματά μου αντικατοπτρίζουν την εποχή τους, ξεκινώντας από την εποχή της Μεγάλης Ύφεσης. Η αρετή τους έγκειται στο γεγονός ότι είναι γραμμένα εκ των έστω. Προέρχονται από τη ζωή μου εδώ, είναι κομμάτι της. / Είμαι συγγραφέας που προήλθε από προστατευμένη ζωή. Μια προστατευμένη ζωή μπορεί να είναι επίσης μια τολμηρή ζωή. Γιατί η σοβαρή τόλμη ξεκινά από μέσα σου…

… έγραφε η Γιουντόρα Άλις Γουέλτυ [1909 – 2001], μια ιδιαίτερα ξεχωριστή συγγραφέας αλλά και φωτογράφος και τα λόγια της καταφέρνουν να αποδώσουν ένα μέρος από την προσωπική της διηγηματογραφία. Η τέχνη της ταυτίστηκε με το Τζάκσον του Μισσισσιπή όπου γεννήθηκε και επέστρεψε μετά τις σπουδές της. Εργάστηκε στο ραδιόφωνο και σε εφημερίδες, περιπλανήθηκε στα αγροτικά περίχωρα της πολιτείας της φωτογραφίζοντας και γράφοντας ανταποκρίσεις, ταξίδεψε στην Αμερική και την Ευρώπη, αλλά πάντα επέστρεφε. Οι παραστάσεις, οι φωτογραφίες και οι ιστορίες που αφουγκραζόταν όπου και να βρισκόταν αποτελούσαν πλούσια μαγιά συγγραφής.

Eudora Welty 1

Είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρον το γεγονός ότι ειδικά οι φωτογραφίες της, αν και με περιορισμένα εργαλεία και τεχνικές, παραμένουν εξαιρετικές, πόσο μάλλον αν σκεφτούμε ότι πρωτοτραβήχτηκαν το 1930. Τα πρόσωπα τους δεν απαθανατίζονται ως σύμβολα ούτε ως αφηρημένα πολιτικά σημεία, όπως τονίζει η μεταφράστρια στην εισαγωγή της· στην ουσία δεν είναι παρά αποδέκτες στοργής. Ίσως με τον ίδιο τρόπο έβλεπε και τις άλλες καθημερινές της ασχολίες, όπως την κηπουρική: να εξασφαλίσει εύθραυστες στιγμές ως αντικείμενα τέχνης.

Eudora Welty, Child on Porch, Mississippi, 1935

Οι κριτικές βιβλίων που έκανε στους New York Times από το 1944 και έπειτα φανερώνουν σε μεγάλο βαθμό και τις προτιμήσεις της: Τσέχωφ, Φώκνερ, Όστιν, Πρίτσετ. Οι επιρροές και των τεσσάρων είναι εμφανείς, ιδίως του πρώτου. Ως προς τους επίγονους, νομίζω αρκεί και μόνο η αναφορά της Άλις Μονρό, για το πόσο αγαπούσε το έργο της και πόσο της άλλαξε την τεχνική της στο γράψιμο. Τα διηγήματα επιλέγονται από διάφορες συλλογές της· συστηματοποιώ από τα περιεχόμενα: πέντε από το A Curtain of Green, δυο από το The Wide Net and Other Stories, δυο από το The Bride of Innisfallen και ένα από το The Golden Apples και το Uncollected Stories.

eudora-welty

Ένα από τα πιο αξανάγνωστα διηγήματα εδώ είναι η Λίβι. Όταν ο Σολομών μετέφερε την Λίβι στο αγροτόσπιτό του, βαθιά στην εξοχή, εκείνη ήταν δεκαέξι χρονών κοριτσάκι. Ηλικιωμένος έγχρωμος με κτηματική περιουσία, υπήρξε καλός μαζί της αλλά την κρατούσε πάντα στο σπίτι, πόσο μάλλον όταν μετά από μια δεκαετία εξασθένησε και έμενε όλη μέρα στο κρεβάτι. Η συγγραφέας περιγράφει με λεπτομέρειες το σπίτι όπου έχει καταδικαστεί να ζει κλεισμένη η νεαρή γυναίκα. Ένα μέρος όπου μπορεί να περνούσαν οι μέρες χωρίς να το καταλάβεις. Ψυχή δεν περνούσε, ούτε καν ένας λευκός· αλλά κι αν εμφανιζόταν κάποιος, ο Σολομών δεν θα την άφηνε να τον κοιτάξει. Οι ώρες της ξοδεύονται δίπλα στο κρεβάτι του, ακίνητοι και οι δυο στην σιωπή. Κάποτε μια λευκή γυναίκα, πλανόδια πωλήτρια καλλυντικών, επισκέπτεται το σπίτι· η Λίβι δελεάζεται αλλά δεν έχει χρήματα. Και ύστερα εμφανίζεται ο Κας, μ’ ένα ινδικό χοιρίδιο στην τσέπη του. Μπορεί, αν δεν εμφανιζόταν εκείνη τη μέρα, να μην τον είχε κοιτάξει έτσι, αλλά ο χρόνος που έρχονται οι άνθρωποι κάνει τη διαφορά. Και ο Σολομών, που είχε χτίσει ένα μοναχικό σπίτι, όπως θα έχτιζε ένα κλουβί, βρίσκεται παγιδευμένος μέσα του, γιατί το σπίτι αναπτύχθηκε έτσι για τον ίδιο, σαν μια μεγάλη πυραμίδα.

Eudora Welty photo

Η σφυρίχτρα έχει τους ως χαρακτήρες δυο απόλυτους αντι – ήρωες, η ιδιότητα των οποίων σπάνια τυγχάνει λογοτεχνικής προσοχής. Δυο ηλικιωμένοι βρίσκονται στο κρεβάτι τους μια παγωμένη χειμωνιάτικη νύχτα υποφέροντας από το κρύο. Έξω το σκοτάδι είναι αραιό, όπως ένα φόρεμα χιλιοφορεμένο, που πάντα αφήνει το κρύο να πιρουνιάζει τα κόκαλα. Ακόμα και η φωτιά βγάζει νυσταγμένο ήχο, με το φως της να ανεβοκατεβαίνει εξαντλημένο στον τοίχο. Κάθε βράδυ το ζευγάρι ξαπλώνει τρέμοντας από το κρύο, επικοινωνώντας όπως τα παντζούρια που χτυπάνε στην καταιγίδα. Ίσως η μακρόχρονη συνήθεια της σιωπής να είχε ξεκινήσει με θυμό ή πάθος – ποιος ξέρει; Όταν υπάρχει απειλή για μεγαλύτερη παγωνιά, στο Ντέξτερ ακούγεται η μεγάλη σφυρίχτρα. Τότε στις φάρμες ανάβουν τα φώτα από τα παράθυρα και βγαίνουν όλοι τρέχοντας να σκεπάσουν τα φυτά τους με ό,τι διαθέτουν. Ο άντρας τα καλύπτει με το παλτό του, η γυναίκα με το φόρεμα που ζέσταινε το κεφάλι της. Πίσω στο σπίτι, παγωμένοι καίνε τα λιγοστά τους έπιπλα κοιτάζοντας με λαιμαργία τις φλόγες.

welty chopping cotton

Η καταλυτική επίδραση της φύσης, η απλή καθημερινότητα, από τις αυτονόητες χάρες της μέχρι την απελπιστική της μονοτονία, η ζωή του Νότου, το μεγαλείο και η ποταπότητα των ανθρώπων έρχονται και παρέρχονται στις ιστορίες της Γουέλτυ. Άλλοτε τα διηγήματα επικεντρώνουν σε ένα αντικείμενο, γύρω από το οποίο αναπτύσσεται μια υποτυπώδης πλοκή με πλήθος λεπτομερειών, ένα ακόμα χαρακτηριστικό της γραφής της. Για παράδειγμα, Το μωβ καπέλο μιας γυναίκας πυροδοτεί συζητήσεις και ερμηνείες σε ένα μπαρ στην Νέα Ορλεάνη. Το ακουμπά κάτω, κάτω από το επίπεδο του τραπεζιού, στη λέτσικη γερο – αγκαλιά της και αυτός το χαϊδεύει… Φαντάζομαι ότι σ’ αυτή την πόλη υπάρχουν περίεργες μορφές αγάπης, και ποιοι είμαστε εμείς να πούμε με ποιους τρόπους οι άνθρωποι θα μπορούν να βρουν την αγάπη; [σ. 81]

Madonna with coca cola

Όταν η γραφή της γίνεται ποιητική, τότε το διήγημα μετατρέπεται σε κομψοτέχνημα, όπως στο Δεν υπάρχει χώρος για σένα, αγάπη μου [The Bride of Innisfallen]. Μια γυναίκα συναντά έναν παντρεμένο «Ανατολικό επιχειρηματία» και συμφωνούν να περιπλανηθούν με το αυτοκίνητο, νότια της Νέας Ορλεάνης. Η συνύπαρξή των δυο άγνωστων ψυχών κινείται σε συνοικίες που αποκαλύπτουν μια ιδιαίτερη ομορφιά, αλλά και άλλες που διαιωνίζουν τις τραγικές κοινωνικές ανισότητες. Ο ξένος στη Νέα Ορλεάνη πάντα ξεκινά να φύγει σαν να ακολουθεί οδηγίες σε λαβύρινθο. Περνούσαν μέσα από τους στενούς μονόδρομους, μέσα από το ξέθωρο μωβ από τις κουρασμένες πλατείες, τα καφετιά καμπαναριά και αγάλματα, το μπαλκόνι με τη ζωντανή και πιθανόν φημισμένη μαύρη μαϊμού που κινούνταν πάνω από τα κάγκελα σαν να ήταν πάτωμα αίθουσας χορού, μέσα από δαντελωτά κάγκελα και σιδερένιους κύκνους φρεσκοβαμμένους στα μπροστινά σκαλοπάτια των εξοχικών σπιτιών. [σ. 104]

 Eudora Welty 3

Το διήγημα που κλείνει της συλλογή και της δίνει το όνομά του αφορά την δολοφονία του έγχρωμου ακτιβιστή Μένγκαρ Έβερς τον Ιούνιο του 1963 από έναν λευκό. Η ιστορία έγινε τραγούδι από την Nina Simone [Mississippi Goddam], τον Phil Ochs [Too many martyrs] και τον Bob Dylan [Only a pawn in their game], αλλά εδώ υπάρχει ένα σπάνιο στοιχείο: η Ουέλτυ έγραψε το διήγημα απνευστί, σε μια νύχτα, αμέσως μετά την δολοφονία και πριν την σύλληψη του δράστη. Το κείμενο πρωτοδημοσιεύτηκε στο The New Yorker έναν μήνα αργότερα. Η συγγραφέας μετατρέπει τον δολοφόνο σε αφηγητή, που δεν παραληρεί αλλά εκφράζει με τρομακτικά ψύχραιμο τρόπο το μίσος του για τον άλλον. Οι λίγες σελίδες είναι συγκλονιστικές: μοιάζουν με την παράλογη, ωμή ομολογία οποιουδήποτε δολοφόνου ρατσιστή των ημερών μας. Τώρα εγώ είμαι ζωντανός κι εσύ δεν είσαι. Ποτέ δεν ήμασταν και ποτέ δεν θα γίνουμε ίσοι, και ξέρεις γιατί; Ένας από εμάς είναι νεκρός. Τι λες γι’ αυτό; Φρόντισες γι’ αυτό, έτσι;

Εκδ. Ένεκεν, 2015, μτφ. Τούλα Παπαπάντου, σελ. 165, με πεντασέλιδη εισαγωγή της μεταφράστριας.

Άννυ Πρου – Μια χαρά είναι κι έτσι

Annie Proux Cover

Η σαγήνη της άγριας ερημιάς

Τι κάνει την πρόζα της Πρου τόσο σαγηνευτική; Ίσως είναι η λογοτεχνικότατη απόδοση της φύσης σε όλες τις εκφάνσεις της· ίσως οι καλλιγραφημένη ιστορίες των έμψυχων και των άψυχων που βρέθηκαν ή φυτεύτηκαν στις εσχατιές ενός κόσμου που πάσχιζε να συνεχίζει να υπάρχει, παρά τις αντιξοότητες μιας ζωής δύσκολης, κάποτε σκληρής και άγριας. Μιλάμε για διηγήματα μεγάλης έκτασης, που συχνά χωρίζονται σε ενότητες· και δεν είναι μόνο αυτή η μορφική διαίρεση που τα απλώνει σε έκταση αλλά και η ίδια η αφήγηση που διακλαδώνεται σε άλλες αφηγήσεις, με δευτερεύοντες ήρωες της αρχικής, σε ιστορίες που στέκουν και ως αυτόνομες αλλά κυρίως συγκολλούνται μετά όλες μαζί, για μια πλήρη απεικόνιση ενός σύμπαντος τόσο μακρινού μας στον χώρο αλλά τόσο κοινού στην ψυχή.

Η συγγραφέας (Νόργουιτς του Κονέκτικατ, 1935, γνωστή στους περισσότερους από Το μυστικό του Brokeback Mountain) γράφει για τους τόπους που φέρει μέσα της, που έζησε και περιτριγύρισε. Και επιχειρεί το δυσκολότερο: να μας τους «δείξει», χωρίς εικόνα αλλά με λέξεις που επάξια την αντικαθιστούν. Στο τέλος οι ιστορίες μοιάζουν ατέλειωτες, πάντα άγριες και μαγικές μαζί, όπως τα αυθεντικά παραμύθια: σκοτεινά και σκληρά. Τέσσερις από τις εννιά ιστορίες μου έμειναν αξέχαστες.

aproulx

Εκείνα τα παλιά τραγούδια, τα καουμπόικα είναι από αυτές: η  ιστορία του Άρτσι και της Ρόουζ ΜακΛάβερτι, ενός νεότατου ζεύγους που χτίζει την καλύβα του στην ερημιά. Ο Άρτσι έχει ως μητρική κληρονομιά δεκάδες παλιά τραγούδια, που πολλαπλασίασε χάρη στην καλόκαρδη Μεθοδίστρια που τον μεγάλωσε, καθώς από τον στάβλο της περνούσαν αμέτρητοι καουμπόηδες κι εκείνος έπιανε με το πρώτο τις μελωδίες τους. Σύντομα ασκεί και ο ίδιος την μονόχορδη φωνή του, θλιμμένη και ξερή, «για να εκφράζει πράγματα αισθητά μα ανείπωτα». Ακόμα και την χάραξη των ορίων του κτήματός του, την επισημοποιεί με τραγούδι. Δεν υπάρχει ευτυχία σαν αυτή του νεαρού ζευγαριού που ζει σ’ ένα σπιτάκι χτισμένο με τα χέρια τους σ’ έναν τόπο πανέμορφο και ερημικό γράφει η συγγραφέας μα ήδη διαισθανόμαστε ότι μπορεί και να μην είναι έτσι. Όταν ο Άρτσι χάνει την δουλειά του ως αγελαδάρης αρνείται να πάει στα ορυχεία και αναγκάζεται να φύγει, περνώντας από ερημιές κίτρινες και ολόισιες σαν παλιά εφημερίδα, για να πιάσει δουλειά σε ράντσο που δεν προσλαμβάνει παντρεμένους.

Τις ξάστερες νύχτες δίχως βροχή το αλύχτισμα των κογιότ λες και ξεπήδαγε από’ να μοναδικό σημείο σαν ίσια γραμμή, οι κραυγές να διασταυρώνονται σαν σύρματα τεντωμένα. Όταν τον ουρανό σκέπαζαν σύννεφα, οι κραυγές απλώνονταν με αλλιώτικη γεωμετρία, αλληλεπικαλυπτόμενες σαν ομόκεντροι κύκλοι από μια χούφτα βότσαλα σε νερόλακκο. Μα πιο συχνά ο αέρας που ξεχείλιζε τον κάμπο μπούκωνε με άμμο τις φωνές, φτιάχνοντας ένα σαν αμμουδερό κλάμα, σπασμένο σε μικρά μόρια ήχου. [σ. 77]

Tennessee Valley Authority, 1942

Η ζωή εκεί δύσκολη και μονότονη, υποκριτική καθώς κρύβει την ιδιότητά του και κοιτάζει τον ορίζοντα απαθής, μα κάθε άνθρωπος έχει κάτι ακριβό στο βάθος αυτού του ορίζοντα· αλλά είναι η επόμενη ενότητα που η μαγεία της γλώσσας υποχρεωτικά ακολουθεί την σκληρότητα της ζωής, που ψυχανεμίζεσαι από τον υπότιτλο – Η Ρόουζ και τα κογιότ. Μαύρα σύννεφα, απόμακρα μπουμπουνητά και η ετοιμόγεννη γυναίκα μόνη και αβοήθητη βυθίζεται στις παραισθήσεις, με ολολύζουσες ικεσίες προς όλους όσους γνωρίζει, και προς τον θεό, τον όποιο θεό, κατόπιν προς όλες τις ποταμίσιες πέτρες και τη νυφίτσα που έκανε φωλιά κάτω από την στέγη, κι ύστερα μόνο ο βυθός μιας μαυροκόκκινης ομίχλης. Αργότερα το παιδί ασάλευτο και γκρίζο, κι εκείνη ματωμένη να μπουσουλάει ως το ποτάμι να το θάψει κι ύστερα στην επιστροφή να ξαπλώνει στο πάτωμα γιατί το κρεβάτι μοιάζει χιλιόμετρα μακριά, «βράχος απόκρημνος που μονάχα τα πουλιά τον φτάνουν». Κι έξω να ακούγονται τα κογιότ στην ερημιά, και να ξέρει ακριβώς τι κάνουν…

Το κλίμα αποδεκατίζει τους γελαδάρηδες, κάποιος γυρνάει κοκαλωμένος, ένα με τη σέλα, σε σημείο μόνο δυο πυρωμένες πέτρες απ’ τον φούρνο να μπορούν να τον ξεπαγώσουν. Αγελάδες καρφωμένες στα αγκαθωτά σύρματα, αντιλόπες παγωμένες σαν αγάλματα, τρένα κολλημένα για βδομάδες στις ράγες – η ζωή στο ράντσο γίνεται ακόμα πιο σκληρή, καθώς η νύχτα βαστά μόνο δυο ώρες κι ο Έρτσι στέλνεται μονάχος του να μαζεύει ό,τι περιπλανώμενο βοοειδές έβρισκε στις ερημιές. Κάποτε έρχεται η σειρά του στην πνευμονία και τότε αρχίζει μια ατέρμονη πορεία επιστροφής, μια αγωνιώδης προσπάθεια να βγει σε αυτή την άγρια φύση για να θεραπευτεί και να βρει την Ρόουζ…

Earp Farm (1) N

Το φασκομηλόπαιδο μας στέλνει στο δρομολόγιο που διέρχεται την Κόκκινη Έρημο αλλά και στις παρακάμψεις που τολμούσαν οι υπάλληλοι του ταχυδρομείου σε μια εποχή που το Γουαϊόμινγκ ήταν μια αχαρτογράφητη περιοχή. Στο σταθμαρχείο ζει ένα ζευγάρι επιστατών κι ένας ιδιόρρυθμος ασυρματιστής. Μέσα στη μοναξιά της η Μίζπα εστιάζει την στοργή της σ’ ένα σύθαμνο φασκομηλιάς που στο ημίφως του δειλινού παίρνει όψη παιδιού με τα χέρια υψωμένα ικετευτικά, σα να θέλει να σηκωθεί από το χώμα. Το χαϊδεμένο μυριστικό ντύνεται με μια κόκκινη κορδέλα και μοιάζει οριστικά με παιδί, προτού μεγαλώσει τόσο ώστε να μοιάζει πια με άντρα.

Οι στρατιώτες που κοιμήθηκαν ένα βράδυ δίπλα στον θάμνο χάθηκαν, οι υπνόσακοι άδειοι και τα χαλινάρια κρεμασμένα στην φασκομηλιά· περαστικοί, ταξιδιώτες και ζώα εξαφανίζονται. Το ζεύγος μετακομίζει στην Μοντάνα, για να διευθύνει ένα πανδοχείο για ορφανεμένους γελαδάρηδες, αφήνοντας το παλιό αμαξοστάσιο στην άμμο και τα ζιζάνια. Κάποτε μια πολυεθνική εκμετάλλευσης μεθανίου ανοίγει ορυχείο στην περιοχή και χτίζει ένα κοιτώνα για τους εργάτες κοντά στη φασκομηλιά. Οι εργάτες λιποτακτούν μαζικά, ένα φορτηγό μένει με αναμμένη την μηχανή και άφαντο τον οδηγό. Πού καταλήγουν όλα αυτά;

western women

Σε παραπέρα απέραντα σύμπαντα ένα άλλο ζευγάρι, η Έλεν και ο Χάι, αναζητά το δικό του μερίδιο ευτυχίας και αγοράζει μια έκταση στην Αποικία Χάσμα στο Φαράγγι υποκύπτοντας στην πίεση ενός επιχειρηματία που διαλαλεί την μετατροπή έρημων βοσκοτόπων σε χαρούμενα νοικοκυριά. Αλλά εκείνος τους έδειξε το μέρος την άνοιξη, καταπράσινο και γεμάτο αγριολούλουδα, ενώ τώρα μοιάζει με χωματερή γεμάτη μαύρους βάλτους. Η παρασκευή ουίσκυ από πατάτα δεν πιάνει και όταν τα πράγματα δυσκολεύουν ο Χάι αναγκάζεται να εργαστεί με τον αντιπαθή και βίαιο γαμπρό του εξημερώνοντας άλογα και αργότερα σε ανθρακωρυχείο. Ο Χάι υποφέρει από την απώλεια της φύσης· του λείπουν οι αμμόλοφοι, οι κίσσες που «κεντούν τον μπαλωμένο ουρανό σαν βιαστική βελόνα», η κρυφή ηδονή των σπάνιων οάσεων. Κανείς δεν μπορεί να καταλάβει την σαγήνη της άγριας ερημιάς και με την πρώτη ευκαιρία επιστρέφει στα άλογα. Η ίδια αυτή ερημιά θα φανεί σκληρή μαζί του. (Το χάσμα).

Το «κατηγορώ» ενός γαϊδάρου ίσως πλησιάζει πιο γνώριμους κόσμους μας αυτή τη φορά με τον Μαρκ και την Κέιτλιν, που ζουν σ’ ένα τροχόσπιτο που νοικιάζουν στις εκτάσεις ενός ιδιότροπου γερο – καουμπόη. Το  ζευγάρι μοιράζεται την ευφορία των συνεχών περιπλανήσεων στην φύση· απολαμβάνει να ανακαλύπτει νέους τόπους, να πεζοπορεί σε άβατες περιοχές, να ορειβατεί όλο και πιο ψηλά, να πηγαίνει όλο και πιο μακριά. Τα ταξίδια στις ερημιές είναι η ολοκλήρωση του παθιασμένου τους έρωτα. «Η κακοτράχαλη ύπαιθρος, ο συναισθηματικός τους πυρήνας». Κάποτε αισθάνονταν πως αντικρίζανε το τέλος του παλιού κόσμου.

like annie proulx

Ένας έντονος καυγάς αναβάλλει την κοινή τους αναχώρηση για νέες απάτητες εκτάσεις κι εκείνη ξεκινάει μόνη της, διασχίζοντας στοιχειωμένες πολίχνεις ανθρακωρύχων, υπήνεμα και πλατώματα, κατακόρυφους βράχους και κατάφυτες πλαγιές. Ακολουθούν σελίδες μοναδικής περιγραφής κάθε περιβάλλοντος και άλλες τόσες αγωνίας και παραίσθησης, καθώς παγιδεύεται τραυματισμένη στην μέση του πουθενά. Είναι η ίδια φύση που σαγηνεύει και παγιδεύει και είναι η ίδια φύση που τιμωρεί δίκαια, όπως κάνει αλλού σ’ έναν αυγοσυλλέκτη που επιχειρεί να κλέψει το αυγό ενός ερωδιού – το ράμφος του πουλιού του τρύπησε μάτι και μυαλό.

Είμαι βέβαιος ότι η συγγραφέας έχει χαθεί στις σελίδες των Γουίλιαμ Φώκνερ και Κόρμακ ΜακΚάρθυ, Μαρκ Τουέιν και Σαμ Σέπαρντ και ότι έχει συνεπαρθεί από λαϊκές διηγήσεις, γουέστερν ιστορίες, μαύρα παραμύθια και ραψωδίες της ερήμου· αλλά και το ίδιο βέβαιος πως έχει φτιάξει χρόνια τώρα την δική της ιδιαίτερη γραφή. Και καμία ταινία δεν θα μπορούσε να αποδώσει την πρόζα της Πρου.

annie_proulx1_

Εκδ. Καστανιώτη, μτφ. Αύγουστος Κορτώ, 2014, 247 σελ. [Annie Proulx, Fine just the way it is, 2008]

Δημοσίευση και σε: Mic.gr / Βιβλιοπανδοχείο, 191, με τίτλο True West, για να ξαναθυμηθούμε κι εκείνο το τραγούδι.