Philip Roth – Το θέατρο του Σάμπαθ

Roth 1Ο έρωτας ως κουκλοθέατρο, οι εραστές ως μαριονέτες

Τα πρώτα δεδομένα: ακόλαστος δεσμός δεκατριών χρόνων. Οι κρυφοί εξωσυζυγικοί σύντροφοι: η Κροάτισσα Ντρένκα Μπάλιτς, δημοφιλής σύντροφος του πανδοχέα Ματίγια στη δουλειά και στο γάμο και ο ξεχασμένος μαριονετίστας Μίκι Σάμπαθ· Δραπέτης από το «χαμογελαστό τέρας» του τιτοϊκού καθεστώτος, με τις ενοχές δυστυχισμένου θανάτου των γονέων της η πρώτη, βεβαρημένος με την απώλεια του στρατιωτικού αδελφού του Μόρτι ο δεύτερος. Ο εξηντατετράχρονος άντρας έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια κάθε προσπάθεια επικοινωνίας με τους ζωντανούς – του αρκεί άλλωστε η διαρκής παρουσία της φασματικής μορφής της μητέρας του· η συνομιλία με την νεκρή είναι αδύνατο να αποφευχθεί. Η πενηνταδυάχρονη γυναίκα, από την άλλη, επιμένει στην συμφωνία περί μονογαμίας στην θυελλώδη τους σχέση, ιδεολογική διαφωνία που καλύπτουν οι αναμενόμενες ροθικές σελίδες περί πίστης. Έξω από τον γάμο σου θες μονογαμία και μέσα πολυγαμία

Sailor-and-Girl_-1923-Otto-DixΕκείνη μοιάζει με τα πήλινα εδώλια της δεύτερης προχριστιανικής χιλιετίας, γεμάτη και πλουσιόστηθη, εκείνος κοντός βαρύς γενειοφόρος με τεράστια μύτη προκαλεί και απολαμβάνει τα αρνητικά βλέμματα παντού. Όμως οι φυσικές καρικατούρες του ζεύγους ωχριούν μπροστά στον πραγματικό διονυσιασμό της σχέσης τους. Η απόλαυση της σωματικής τους δέσμευσης δεν έχει όρια. Μπορούν να προσδώσουν ερωτική υπόσταση στα πάντα, εκτός από τους συζύγους τους. Ο Σάμπαθ επιθυμεί να γνωρίζει κάθε σπιθαμή της πρότερης ερωτικής ζωής της, εκείνη γίνεται πόρνη του, ικανοποιώντας όλες του τις επιθυμίες με το αζημίωτο. Σε μια από αυτές, η πρόσκληση μιας νεαρότερης γυναίκας τους οδηγεί σε μια σχεδόν … μόνιμη σχέση με μια τρίτη σύντροφο, την νεαρή γερμανίδα Κρίστα. Ίσως όχι τυχαία, η γνωριμία τους έχει ως υπόκρουση Body and Soul από το τρίο του Μπένι Γκούντμαν.

Αυτός ο αυτάρκης οργιασRoth 2τής, αυτός ο δάσκαλος της απόκλισης από την κανονικότητα» χάνει τον κόσμο κάτω (και μέσα) από τα πόδια του με τον θάνατο της Ντρένκα. Ακόμα και νεκρή εκείνη η γυναίκα συνεχίζει να του αιχμαλωτίζει το μυαλό και να του ορίζει την λίμπιντο· φτάνει στο σημείο να πηγαίνει και να … ξεσπάει ερωτικά πάνω στον τάφο της, κάνοντας μάλιστα μια παγωμένη διαδρομή έξω απ’ την πόλη. Ο έρωτας ως θρίαμβος επί του θανάτου; Ο σεξουαλισμός ως απόλυτη δύναμη ζωής; Η ζωώδης ενστικτότητα ως απόλυτη κυρία του εαυτού μας; Ή, αντίστροφα, η αποδοχή εκείνου που πάντα επικρατεί στο τέλος; Γιατί η σύμπλεξη έρωτα και θανάτου, μόνιμη έγνοια της λογοτεχνίας και ακατανόητος δεσμός στην καθημερινότητα, απασχολεί τον Ροθ μέχρι εμμονής.

Otto-Dix-Old-loversΌπως πάντα, η πρόζα του συγγραφέα περιέχει καλά μοιρασμένες δόσεις πλοκής και σκέψης, ιστορίας και προβληματισμού, εκείνου που εκχέεται από έναν άνθρωπο που επιθυμεί διακαώς να ζήσει όπως επιθυμεί. Σε κάθε σελίδα η ανάγνωση μας αφήνει αμφίθυμους, καθώς τη μια στιγμή μας δοκιμάζει με κοινότοπες ερωτικές περιγραφές, χρησιμοποιώντας ενίοτε ροζ μελάνι, και την επόμενη αφήνει τον χαρακτήρα του να δοκιμάζεται πάνω στους οριακούς συλλογισμούς της ζωής. Κι εμείς κάθε φορά μένουμε γυμνοί, όπως και οι χαρακτήρες του Ροθ στις επί κλίνης πάλεις τους, μένουμε να κρίνουμε τι θα διαλέξουμε και τι θα αφήσουμε (από τη γραφή του δημιουργού του; από τη ζωή του χαρακτήρα του;). Ακόμα κι όταν τα όρια ξεχειλίσουν, ο Ροθ μας έχει ήδη δείξει ότι δεν υπάρχουν όρια – σίγουρα όχι στις πειστικότατες ιστορίες των βιβλίων του.

kokoschka1Το τρομερό με τον Σάμπαθ είναι ο τρόπος που περιγελά οτιδήποτε τον βασανίζει, μέχρι να το κάνει δικό του και να το αντιμετωπίσει εκ των έσω. Αλλά είναι τόσα πολλά εκείνα που τον διαολίζουν: οι ματαιωμένες οικογένειες, οι ματωμένες οικογένειες, τα όρια και «η παραβίαση του ιερού μυστηρίου της ερωτικής απιστίας», το θέατρο στη ζωή αλλά και η ζωή ως θέατρο, η αυτοχειρία, πρώτα ως παράδειγμα ενός φίλου και ύστερα ως λογικό ενδεχόμενο μπροστά στην αποδοχή του τέλους της ηδονής.

lovers-openΚι όσο κι αν αυτός μοιάζει ο απόλυτος πρωταγωνιστής στη σκηνή της ζωής του, είναι οι γυναίκες εκείνες που την στοιχειώνουν, είτε ως μαριονέτες του είτε ως παίκτριες σ’ ένα θέατρο όπου δεν επιλέγουμε όλους τους ρόλους μας. Η πρώτη του γυναίκα, Νίκη, δοκιμάστηκε στο θεατρικό σανίδι αφού πρώτα υπήρξε μαθητευόμενή του στα μυστήρια και τους ρόλους τη ζωής, αλλά την κατάπιε όπως καταπίνει το σκοτάδι τον ηθοποιό που φεύγει από τη σκηνή. Η δεύτερη γυναίκα του, Ροζάνα, επέλεξε άλλου είδους χάσιμο, εκείνο της αλκοολικής καταβύθισης και ανέλιξης προς μια νέα ζωή. Μια τρίτη γυναίκα θα αποτελέσει την τελευταία ζωοφόρο πρόκληση ή μια ύστατη φάρσα στη συναυλία του Πανός.

Καθώς ο Σάμπαθ πραRoth 3γματοποιεί πλέον την τελευταία του κάθοδο, όχι μόνο στις αβύσσους της ηδονής, που βλέπει σιγά σιγά να χάνονται από το άσπλαχνο πέρασμα του χρόνου, αλλά και στην ίδια την απώλεια και στα μεγάλα ερωτήματα που χάσκουν κάθε φορά που χάνουμε τα πάντα. Μένει η οριστική συνειδητοποίηση (κάποτε και μέχρι απόλυτης βίωσης) ότι οι πιο μανιασμένοι για ζωή μπορεί είμαστε ενορχηστρωτές στο δικό μας κουκλοθέατρο, αλλά πάντα θα υπάρχουν οι μαριονέτες εραστές που θα παίζουν μόνοι τους. Και πάντα τα κυριότερα νήματα θα τα κινεί άλλος. Ποιος άλλος συγγραφέας μας έχει προετοιμάσει τόσο πολύ στα ανομολόγητα και τα ανεπιθύμητα;

Εκδ. Πόλις 2013, μτφ. Α. Βαχλιώτης, θεώρηση μετάφρασης Κατερίνα Σχινά, με 202 σημειώσεις της επιμελήτριας, 614 σελ. [Sabbath’s Theater, 1995]

Δημοσίευση και σε: mic.gr, στο Βιβλιοπανδοχείο, 167 / Love will tear us apart.

Nancy Huston – Χαμένος βορράς. Δώδεκα Γαλλίες

0566 HUSTON-XAMENOS VORRASΗ διγλωσσία, η ξενικότητα και οι πολλαπλές μας ταυτότητες

Το εντελώς μοναδικό χαρακτηριστικό της παιδικής ηλικίας είναι ότι δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Δύσκολο για κάποιον εκπατρισμένο να μην έχει συνείδηση αυτού του γεγονότος, ενώ οι εκπατρισμένοι μπορούν σε όλη τους τη ζωή να βαυκαλίζονται με μια γλυκιά αυταπάτη συνέχειας και βεβαιότητας. [σ. 20]

1. Η μόνη καταγωγή

Την εποχή που η συγγραφέας γράφει το βιβλίο συμπληρώνονται εικοσιπέντε χρόνια ζωής στη Γαλλία [1973 – 1998]. Αλλά εκείνη νοιώθει πάντα παιδί της χώρας της επειδή εκεί πέρασε τα παιδικά της χρόνια. Και τίποτα δεν μοιάζει με τα παιδικά χρόνια, είναι βέβαιη. Άλλωστε δεν είναι καθόλου το ίδιο να περνάς τα εικοσιπέντε πρώτα χρόνια της ζωής σου σε μια χώρα ή οποιαδήποτε άλλα εικοσιπέντε χρόνια. Τώρα νιώθετε Γαλλίδα; την ρωτούν συχνά. Οι εκπατρισμένοι είναι αιωνίως εκτεθειμένοι σε ανόητες ερωτήσεις, σκέφτεται κι εκείνη συχνά και αναρωτιέται τι να σημαίνει το να νιώθεις Γαλλίδα. Από τι θα το καταλάβεις; Και θα γίνει ποτέ κανείς Γάλλος αν δεν του δώσεις γαλλικά παιδικά χρόνια;

hustonnancyΗ συγγραφέας είναι απόλυτη: η παιδική ηλικία, κοντινή ή μακρινή, βρίσκεται πάντοτε μέσα μας. Κάποτε στην επισήμανση ενός αναγνώστη της πως ορισμένα της μυθοπλαστικά θέματα όπως η έκτρωση ή η παιδοκτονία είναι καθαρά γυναικεία ζητήματα, εκείνη του απάντησε, ότι μπορεί ως άνδρα να μην τον αγγίζουν, αλλά ως παιδί θα συμφωνούσε ότι αφορούν όλο τον κόσμο. Και στην διαμαρτυρία του πως δεν είναι παιδί, του απάντησε: Μα και βέβαια είστε παιδί· είμαστε όλες οι ηλικίες μας συγχρόνως, δεν το πιστεύετε; Η παιδική ηλικία είναι σαν τον πυρήνα του φρούτου: το φρούτο, μεγαλώνοντας, δεν γίνεται κούφιο! Δεν σημαίνει ότι επειδή η σάρκα ωριμάζει, ο πυρήνας εξαφανίζεται…

Από Βορρά σε Βορρά λοιπόν: το Κάλγκαρι που την γέννησε βρίσκεται περίπου στο ίδιο γεωγραφικό πλάτος με το Παρίσι που την υιοθέτησε. Χώρα της συνεπώς ο «αληθινός βορράς», έξω από σύνορα και ονομασίες – άλλωστε η χώρα όπου γεννήθηκε, ο Καναδάς, ονομάζεται έτσι μόνο τους τελευταίους δυο αιώνες – , χώρα της και η εξορία. Γεωγραφική εξορία σημαίνει ότι η παιδική ηλικία είναι μακριά. Εδώ, αποσιωπάς αυτό που ήσουν, εκεί αποσιωπάς αυτό που κάνεις εδώ. Η εξορία ταυτίζεται με τον ακρωτηριασμό, την λογοκρισία, την ενοχή. Αυτή η γεωγραφική ασυνέχεια μπορεί να κρύβει μια αντίστοιχη κοινωνική εξορία, που αντιλαμβάνεσαι όταν αναγνωρίζεις ότι δεν μοιράζεσαι πια τις αξίες εκείνων που σε γέννησαν. Η συγγραφέας άργησε να αντιληφθεί ότι και η δική της εξορία ήταν κοινωνική· δεν επρόκειτο για ένα κενό ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αμερική αλλά ανάμεσα σε δυο κόσμους και δυο συστήματα αξιών.

2. Η εnancy_huston_4νσυνείδητη μίμηση

Ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου έχει τον τίτλο «Η μάσκα…». Η επιλογή της εγκατάλειψης της χώρας σου για έναν πολιτισμό και μια γλώσσα άγνωστους μέχρι τότε σημαίνει την αποδοχή της μίμησης, της προσποίησης, του θεάτρου. Φορτωμένος με τις βαριές αποσκευές των προηγούμενων δεκαετιών σου, καταδικάζεσαι στην ενσυνείδητη μίμηση της ξένης γλώσσας. Η προέλευσή σου άλλωστε είναι η πληροφορία που αποκρυσταλλώνεται στο μυαλό των άλλων ως η πιο αξιοπρόσεκτη ιδιότητά σου. Εκείνη, για παράδειγμα ήταν πάντα «η Καναδέζα»· η μελαγχολική μας Καναδέζα, όπως την αποκαλούσαν αμέτρητες φορές. Αλλά εκεί που οι άλλοι είναι προκατειλημμένοι αρνητικά, εκείνη ακούει θετικά όσο τίποτε άλλο κάθε προφορά, ξενική και μη.

Είτε πρόκειται για κάποιον Αϊτινό από το Μόντρεαλ, για μια Γερμανίδα στο Παρίσι ή για έναν Κινέζο στο Σικάγο, όλα είναι μυθιστόρημα, αν το σκεφτούμε. «Α…σκέφτομαι, αυτός ο άνθρωπος είναι κομμένος στα δύο· έχει λοιπόν μια ιστορία». Διότι εκείνος που γνωρίζει δυο γλώσσες, γνωρίζει αναγκαστικά και δυο πολιτισμούς και συνεπώς το δύσκολο πέρασμα από τη μια γλώσσα στην άλλη και τη επίπονη σχετικότητα των δυο πολιτισμών Και έχει όλες τις πιθανότητες να είναι κάποιος πιο εκλεπτυσμένος, πιο «πολιτισμένος», λιγότερο μονολιθικός απ’ ό,τι οι μονογλωσσικοί εκπατρισμένοι. [σ. 38]

3. Η ξενικότητα, μια μεταφορά σεβασμού

Η ξένη γλώσσα δεν αποθαnancy_huston_3ρρύνει μόνο φλυαρίες και ανακεφαλαιώσεις αλλά και σε εμποδίζει να παίρνεις πολύ στα σοβαρά τον εαυτό σου. Σου δίνει μάλιστα και μια σωτήρια απόσταση ως προς όλους τους άλλους «ρόλους» της ζωής σου. Για την Χιούστον η ξενικότητα αποτελεί μια μεταφορά του σεβασμού που οφείλουμε στον άλλο. Είμαστε δυο, ο καθένας από εμάς, το λιγότερο δύο, αρκεί να το ξέρουμε! Και, ακόμα και στο εσωτερικό μιας μόνο γλώσσας, η επικοινωνία είναι ένα θαύμα. (Οι ξενόφοβοι, με το μήνυμα της ταυτότητας, απλουστευτικό αλλά τόσο καθησυχαστικό, επιζητούν αντιθέτως να ισοπεδώσουν τις τραχύτητες και να διαλύσουν τις αποχρώσεις.) [σ. 38 – 39]

Ο ξένος είναι εκείνος που προσαρμόζεται και αυτή η διαρκής ανάγκη προσαρμογής μπορεί να είναι εξαιρετικά ευνοϊκή για το γράψιμο. Στα ξένα τίποτα πια δεν σου ανήκει από καταγωγής, δικαιωματικά και αυτονόητα. Σε μια ξένη γλώσσα κανένας τόπος δεν είναι κοινός (ούτε κυριολεκτικά, ούτε γραμματικά): τα πάντα είναι εξωτικά. Η διγλωσσία είναι η πνευματική διέγερση κάθε στιγμής. Και η Χιούστον ως «ξένη» συγγραφέας μπορεί ευκολότερα να παραβιάζει τους κανόνες και τις προσδοκίες της γαλλικής γλώσσας. Και τουλάχιστο στο γράψιμό της δεν ακούγεται η προφορά της!

Οι εξόριστοι είναι πλούσιοι. Πλούσιοι από τις συσσωρευμένες και αντιφατικές τους ταυτότητες. [σ. 20]

Emiliano_Ponzi 134. Ακατάρριπτες λέξεις, άπιαστη μνήμη

Καθώς προχωρούν οι σελίδες, η αυτοβιογραφική γραφή της συγγραφέως βαθαίνει όλο και περισσότερο, ιδίως στο κεφάλαιο για την μη γνήσια διγλωσσία, το βασανιστήριο να μην βρίσκεις ποτέ τις λέξεις την στιγμή που τις χρειάζεσαι, την άγνωστη γλώσσα πίσω από τα σύνορα: τοίχος αδιαφανής, όρια αδιαπέραστα. Ο ξένος ψελλίζει, τραυλίζει· γίνεται σιωπηλός, άλαλος. Η παραμικρή λεπτομέρεια γίνεται βουνό. Όσες επικλήσεις κι αν κάνουμε στην παγκόσμια γλώσσα της μουσικής, στην επικοινωνία των αισθημάτων κ.ά., οι λέξεις παραμένουν ακατάρριπτες ως μέσο επικοινωνίας.

Υπάρχει βέβαια εκεί στα ξένα η σωτήρια μνήμη· αυτή η ιερή γη, αυτό το κομμάτι του εαυτού μας που δεν μπορεί κανείς να το κυριεύσει και να το αλλοιώσει, κανείς δεν μπορεί ποτέ να μας στερήσει. Αλλά και αυτή είναι αναξιόπιστη, όπως και οι αναμνήσεις μας, που, διαμορφώνονται από αυτό που ζούμε κάθε μέρα, με τον ίδιο τρόπο που διαμορφώνονται και οι προτιμήσεις, οι απόψεις, οι δεσμεύσεις μας. Η μνήμη είναι ευμετάβλητη, ιριδίζουσα, φευγαλέα, άπιαστη. Τι απέγιναν λοιπόν οι σωτήριες αναμνήσεις στην Ξένη Γη; Έσβησαν από ασιτία, μαράζωσαν από έλλειψη επισκέψεων. Οι αναμνήσεις χρειάζονται επίσκεψη, τροφή, αερισμό, επίδειξη, διήγηση. Στην άγνωστη χώρα κανένα τοπίο ή πρόσωπο ή γεγονός δεν πυροδότησε το ηλεκτρικό σήμα επαναφοράς τους.

HUSTONn_A.Sagalyn5. Οι πολλαπλές μας ταυτότητες

Η συγγραφέας γράφει για την ελευθερία να πηγαίνουμε αλλού και να είμαστε άλλοι μέσα στο κεφάλι μας, την ελευθερία να μην ικανοποιούμαστε από μια ταυτότητα (θρησκευτική, εθνική, πολιτική, σεξουαλική) που παρέχεται από τη γέννηση, την επίγνωση ότι έχουμε χίλια διαφορετικά πρόσωπα και ότι αυτό ακριβώς είναι που ονομάζεται «εγώ».

Το να είσαι ολοκληρωτικά ανοιχτός σ’ αυτήν τη ροή, σ’ αυτήν την πολλαπλότητα, σ’ αυτήν την δεκτική ικανότητα του εαυτού σου, σημαίνει ότι βουλιάζεις μέσα στην τρέλα. Για να φυλάξουμε τη λογική, γινόμαστε μύωπες και αμνησιακοί. Οριοθετούμε αυστηρά τη ζωή μας. Χαρτογραφούμε την ίδια γη μέρα με τη μέρα, χαρακτηρίζοντάς την ως «η ζωή μου». Και τελικά η λογοτεχνία μας επιτρέπει να διευρύνουμε αυτά τα όρια, καθώς, διαβάζοντας, επιτρέπουμε σε άλλα όντα να εισχωρήσουν μέσα μας και τους δίνουμε αβίαστα χώρο, γιατί τα γνωρίζουμε ήδη. Το μυθιστόρημα είναι αυτό που εξυμνεί αυτή την αναγνώριση των άλλων σε σένα και του εαυτού σου στους άλλους.

Emiliano Ponzi 19BTo επισυναπτόμενο στην έκδοση μικρό δοκίμιο για τις Δώδεκα Γαλλίες σκιαγραφεί με μικρά κείμενα τις όψεις / προσωπικές της προσλήψεις της χώρας της: Φαντασιωσική [της γλώσσας, του τραγουδιού και της ποίησης], την Θολή [με τις δυσκολίες κατανόησης και αποδοχής], Μνημειώδης [που υπερηφανεύεται για τα περασμένα της μεγαλεία, ξεχνώντας όμως το παρόν], Αριστερίστρια [των διαδηλώσεων και του ’68], Καμακατζού […], Θεωρητική [όπου και η εμπειρία της επίδρασης, της υποταγής αλλά και του απογαλακτισμού από τον Ρολάν Μπαρτ], Φεμινίστρια, Κοινότοπη, Κοσμοπολίτισσα, Κομφορμίστρια, Χλευαστική, Απόκρυφη.

Ένα τόσο σύντομο αφήγημα αποτελεί το πολυτιμότερο εγχειρίδιο κατανόησης της διγλωσσίας, της ξενικότητας και των πολλαπλών ταυτοτήτων, όχι μόνο των συνανθρώπων μας αλλά και των δικών μας εαυτών.

Εκδ. Άγρα, 2000, μτφ. Ειρήνη Τσολακέλλη, 133 σελ. [Nord Perdu / Douze France, 1999].