Γκούναρ Στόλεσεν – Τα μαύρα πρόβατα

ex_TA MAURA PROVATA_8_EkdoseisPolisΣυλλογικά εγκλήματα για μια «επιτυχημένη» χώρα

Τα οδοφράγματα τα σκέπασαν τα βρύα, Χάουγκεν. Εμπιστεύσου με, κάτι ξέρω κι εγώ. Βοήθησα στο στήσιμό τους. Εξαφανίστηκαν πίσω από ένα σύννεφο καπνού από χασίσι και πίσω από μια στοίβα μετοχές χρηματιστηρίου, κάπου μεταξύ 1970 και 1980. [σ. 75]

…εξομολογείται ο ιδιωτικός ντετέκτιβ Βαργκ Βέουμ στον άσπονδο συνομιλητή του Χανς Χάουγκεν, έναν μυστακιοφόρο μακρυμάλλη που του θυμίζει τον …Ρίτσαρντ Μπρότιγκαν. Αυτό το απολιθωμένο παιδί των μαραμένων λουλουδιών συντροφεύει τον Αλεξάντερ Λατούρ, νοτιοαφρικανό φοιτητή τεχνολογίας πετρελαίου που ζητάει από τον Βέουμ να αναλάβει την ανανέωση της άδειας παραμονής του, μεσολαβώντας στην «αξιοσέβαστη νορβηγική γραφειοκρατία», καθώς έχει μόλις ένα εικοσιτετράωρο προτού απελαθεί.

Από τις πρώτες σελίδες η μαύρη μυθοπλασία του Στόλεσεν εκθέτει τις δυο απαραίτητες αρετές του είδους: την δημιουργία μιας ολικής ατμόσφαιρας και την ευρηματικότητα του λόγου – ή έστω του διαλόγου. Για το τρίτο, απαραίτητο πλέον στοιχείο των σύγχρονων ανάλογων ιστοριών, η βορειοευρωπαϊκή / σκανδιναβική σχολή και το νορβηγικό της μπλοκ έχουν ήδη καταθέσει πολυσέλιδα διαπιστευτήρια:Staalesen οι εγκληματικές τους ιστορίες αποτελούν πλήρεις κοινωνικές τοιχογραφίες της σύγχρονης ζωής στις βόρειες ζώνες της ευδαιμονίας – μιας ευδαιμονίας που όταν δεν ήταν απατηλή αφορούσε ελάχιστους και στηριζόταν σε βρώμικα εδάφη.

Ο Βέουμ αποτελεί αρχέτυπο μονήρη και μίζερου πλην συμπαθούς και παλαιάς κοπής ντετέκτιβ: χρησιμοποιεί περσινό ημερολόγιο (με το άγχος να θυμάται πως όλα πάνε μια μέρα παρακάτω), αφήνει τους πιστωτές να μιλάνε στον αυτόματο τηλεφωνητή, έχει στο πάντα στο μυαλό του σε εκατό άλλα μέρη όπου θα προτιμούσε να βρίσκεται και φλερτάρει παταγωδώς αποτυχημένα την γραφειοκράτισσα του ληξιαρχείου, όπως αποτυχημένα άλλωστε κάποτε την φίλησε. Αυτή τη φορά όμως δεν επιτρέπεται καμία σκέψη αποτυχίας: η Κάριν ψάχνει την ναρκομανή αδελφή της Σιρέν που εκδιώχθηκε από το σπίτι της καθώς σταμάτησε να πληρώνει το ενοίκιο. Ένας λόγος παραπάνω για τον Βέουμ να θεωρήσει την αναζήτησή της οικογενειακή υπόθεση.

Δυο απ2953918479_e519c601ecοστολές λοιπόν χωρίς το παραμικρό στοιχείο· και η αφετηρία τους δε θα μπορούσε να είναι περισσότερο δυσοίωνη: αρχικά η επίσκεψη σε ένα εγκαταλελειμμένο σπίτι αστέγων όπου πιθανώς ζει η Σιρέν γίνεται κυριολεκτικά παρανάλωμα, ύστερα το πρώτο – σε σειρά πολλών – κακό συναπάντημα με τον αντιπαθή αστυνομικό Ντάνκερτ Μύυς (σε σύγκριση με τον οποίο ο Βέουμ μας φαίνεται αξιολάτρευτος) αναγκάζει τον τελευταίο να φυλάγεται και από τους σωτήρες του νόμου και τέλος ένας πιθανώς πολύτιμος συνομιλητής, γόνος ισχυρού οίκου της πόλης «πνίγεται» σ’ ένα ενυδρείο προτού τολμήσει να διαφοροποιηθεί από τον δοτό του ρόλο.

Φυσικά το περιβάλλον είναι απόλυτα μελαγχολικό – «εκείνο το φθινόπωρο, ούτε οι τοξικομανείς δε έβγαιναν απ’ τα σπίτια τους». Φυσικά η αισθηματική ζωή του Βέουμ είναι χρεοκοπημένη – το πολύ να καταφέρει κλεφτό έρωτα το βράδυ της Κυριακής με την πρώην γυναίκα του, με τον νυν σύζυγο κάπου απόντα και τον γιό τους στον κόσμο του – ή στο διπλανό δωμάτιο. Παντού όμως το μάτι του μοιάζει με θεριστική μηχανή και τα σιωπηρά του σχόλια είναι κοφτερά: παρατηρώντας το ΙΚΕΑ σπίτι του νέο ζεύγους αμέσως εντοπίζει «μια συλλογή δίσκων από την εποχή της νιότης τους μια επιλογή βιβλίων για τα γεράματά τους».

Oslo  20100623.Forfatter Gunnar StaalesenFoto: Berit Roald / SCANPIXΗ διπλή σκοτεινή ιστορία απαιτεί διείσδυση στα κατάβαθα της κοινωνίας, μουντής και ζοφερής όπως το καταθλιπτικό της φθινόπωρο· στα πολιτιστικά κέντρα που μέσα σε μια μέρα αντικαθιστούν τις βιομηχανίες κονσερβοποίησης θαλασσινών, στα νοσοκομεία όπου οι υγιείς ξεφορτώνονται τους ανεπιθύμητους, στις γραφειοκρατούμενες υπηρεσίες των αλλοδαπών, στα σπίτια της Γενιάς των Κακομαθημένων, στις συνοικίες των ασιατών που φοβούνται και τη σκιά τους και συνακόλουθα φοβίζουν και τις άλλες σκιές, στα πορνοξενοδοχεία και στις επιχειρήσεις των πετρελαίων, στην δικτατορία του αόρατου χρήματος.

Internet-Portfolio, Rubrik PEOPLEO Στόλεσεν έχει ιδιαίτερη ευκολία στην γρήγορη, ευφάνταστη γραφή (διόλου τυχαία έχει ήδη δεκαέξι βιβλία με ισάριθμες περιπέτειες του μυθοπλασμένου χαρακτήρα του), πλημμυρίζει το κείμενό του με δεκάδες παρομοιώσεις οι περισσότερες από τις οποίες είναι απρόβλεπτες, σκαρώνει απολαυστικούς διαλόγους ειρωνείας και κυνισμού και δημιουργεί έντονες κινηματογραφικές εικόνες (και πάλι διόλου τυχαία ο εγχώριος κινηματογράφος φροντίζει να διασκευάζει τα έργα του). Η άσπονδη παρέα του με τον αυτονομημένο πλέον Βέουμ ξεκινάει από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, ενώ αμφότεροι ζουν στο λιμανίσιο Μπέργκεν της δυτικής νορβηγικής ακτής.

europe-norway-bergenΤο Μπέργκεν του Μπέουμ εμφανίζεται όπως κάθε καπιταλιστική πόλη που σέβεται τον εαυτό της: έχει υπηρεσίες ναρκωτικών, πορνείας, χρηματιστηρίου, διεφθαρμένης πολιτικής και κάποιων νόμιμων επιχειρήσεων που κραυγάζουν το παραμύθι της επιτυχίας. Σε αυτές τις συνθήκες βέβαια οι «τριτοκοσμικοί» ανεπιθύμητοι αποτελούν τα πλέον επιθυμητά θύματα, για έναν λόγο παραπάνω: η λάμψη του αρκτικού κύκλου κάπως μαυρίζει με όλες αυτές τις άλευκες μούρες των μεταναστών. Όταν η δύναμη και η σήψη έχουν εισχωρήσει σε κάθε θεσμό και αποτελούν την ίδια την προϋπόθεση της επιτυχημένης κοινωνίας, τότε δυο, τρεις, πέντε νεκροί παραπάνω είναι αμελητέα ποσότητα. Τέρμα λοιπόν τα εγκλήματα από άσχημους, βρώμικους και ρακένδυτους ανθρώπους. Τώρα αυτοί θα είναι τα θύματα, μαζί με τους απλούς και τους ανώνυμους, και οι άλλοι οι θύτες. Όχι μόνο των πολιτικών και οικονομικών εγκλημάτων αλλά και των «ταπεινότερων» ποινικών.

Εκδ. Πόλις, 2012, μτφ. Γιάννης Στρίγκος, 334 σελ., με τετρασέλιδες σημειώσεις του Γάλλου και του Έλληνα μεταφραστή [Gunnar Staalesen, Svarte far, 1988]

Στην δεύτερη εικόνα το ….άγαλμα του Βέουμ, στην τελευταία η κοινή γενέτειρα.

Πρώτη δημοσίευση:  περιοδικό (δε)κατα, τεύχος 35, φθινόπωρο 2013.

Χίλντα Παπαδημητρίου – Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς

Μ1ια ολόκληρη δισκογραφία ενόχων

Εμένα παππούδες μου είναι ο Βαμβακάρης και ο Τζων Λη Χούκερ. Θείοι μου ο Αδάμης Μελισσηνός και ο Έρικ Μπάρτον. Η μάνα μου με νανούριζε με σμυρναίικα και Χατζιδάκι και ο πατέρας μου άναβε κάθε βράδυ το ραδιόφωνο με τις λυχνίες για να ακούσει τα μπλουζ του Μισσισιπή…

… έλεγε ο Απόστολος Μελισσηνός, προικισμένος τραγουδιστής και αξίως κι επαρκώς αγαπημένος του κοινού του, αλλά τι κληρονομιά αφήνουν τα λόγια όταν η φωνή σιωπά και το σώμα εξαφανίζεται; Και τι μένει από το ίδιο του έργο, και τι απομένει στις μνήμες των άλλων όταν ο δημιουργός μεταβαίνει σε κόσμους άλλους; Η απάντηση δε μπορεί παρά να διαμερίζεται στα πρόσωπα που σχετίστηκαν μαζί του ή αγάπησαν τα τραγούδια του. Και στο μυθιστόρημα υπάρχουν αρκετοί κι από τις δυο μεριές. Αλλά υπάρχει και μια μαύρη τρύπα που οφείλει να κλείσει για να συνεχίζει η μουσική του το ταξίδι της: η αναγκαιότητα της δικαιοσύνης, η απονομή του φυσικού δικαίου της ίδιας της δημιουργίας της. Και πάλι εδώ πολλοί θα εμπλακούν, αλλά μόνο ο εντεταλμένος των θεσμών, αστυνόμος Χάρης Νικολόπουλος, θα λάβει κλήση ανίχνευσης του πλέον απρόσμενου εγκλήματος. Κι ας βρίσκεται ο δύσμοιρος στην αρχή των πολυπόθητων διακοπών του και στο μέσ2ο ενός θέρους φλογοβόλου και δραματικά φλογοφόρου.

Προτού ο Μελισσηνός εξαφανιστεί στην ούτως ή άλλως τα πάντα απορροφούσα Κρήτη, έχει από καιρό διατρανώσει την οικογενειακή του καταγωγή από τον μυθικό λυράρη Αδάμη Μελισσηνό κι έχει μείνει αδιάψευστος με τα χρόνια· η εξαργύρωση της τιμητικής ρίζας έγινε πάνω στη σκηνή: ήταν ο πρώτος που αντικατέστησε την κιθάρα με κρητική λύρα ή με λαγούτο, δημιουργώντας το ρεύμα του μεσογειακού ροκ! Και καθώς το ρεύμα τώρα φύσηξε μακριά, μένει μια χαμένη λύρα, ένα τσαλακωμένο αυτοκίνητο στο φαράγγι του Ίμπρου, ένα καλοδιπλωμένο γυναικείο μαντίλι, το αποτύπωμα τροχού μηχανής στο πορτμπαγκάζ κι ένα κρητικό μαχαίρι στο στέρνο. Και τεθλιμμένοι φίλοι, πολλοί τεθλιμμένοι φίλοι.

Για τον Χάρη Νικολόπουλο και τις χαώδεις του διαφορές από τον μέσο όρο τόσο των αρχετυπικών λυτών μυστηρίου έχουμε ήδη γράψει κατά την πρώτη του γραπτή περιπέτεια, όταν αναζητούσε εκείνον που σκότωσε Για μια χούφτα βινύλια. Εδώ μπορούμε να απολαύσουμε την αυτόφωτη συστηματική του ακόμα περισσότερο. Αυτός ο μοναχικός εργάτης ενός δικαίου που εκλείπει από παντού, μοιάζει να ισορροπεί μόνο στις επαγγελματικές του υποχρεώσεις. Όσο κι αν η ζωή του καταβρέχ5εται από τις φουρτούνες, στη δουλειά του αποδεικνύεται η απόλυτα ήρεμη δύναμη που αρχινά ανθρώπινα, προχωρά λογικά, επεκτείνεται διαισθητικά, βηματίζει μεθοδικά – κι ας σιγοβράζει εντός. Ανάμεσα στους ταραγμένους δορυφόρους χαρακτήρες που τρέχουν γύρω γύρω του για να τον ζαλίσουν, εκείνος παραμένει στην πορεία του, ακόμα κι όταν τα φώτα γύρω του σβήνουν κι ο δρόμος του χάνεται. Διόλου τυχαία – κι αυτό κι αν σπανίζει στα μαύρα αναγνώσματα – όταν στις σελίδες έρχεται η σειρά του, ο αναγνώστης ηρεμεί. Ενίοτε και τον χαζεύει, κάποτε δε συμπάσχει.

Υπάρχει μια σκηνή όπου ο Χάρης ερευνά στο γραφείο του Απόστολου και βρίσκεται μπροστά σ’ ένα εντυπωσιακό τζουκμπόξ Wurlitzer, σαν εκείνο που χάζευε μικρός στην επαρχιακή ταβέρνα ή έμαθε από τις παλιές ταινίες. Σταματάει κάθε άλλη έρευνα και αναζητάει ένα 45άρι με μαύρη ετικέτα. Η σκηνή δεν εξελίσσεται όπως θα περίμενε κανείς – αλλά μέσα στο απειροελάχιστο διάστημα ανάμεσα στο μηχανισμό του βραχίονα και τους πρώτους στίχους ο Χάρης είναι ένας άλλος Χάρης, ή, μάλλseeburgc_jukebox_11ον, ο πραγματικός Χάρης. Ο ίδιος Χάρης που αργότερα θα πληγωθεί όταν κάποια τυχάρπαστη δημοσιογραφίσκη θα γράψει πως ο αστυνόμος που αναζητά τους φόνους των μουσικών, δεν ακούει καν μουσική.

Αλλά τουλάχιστο θα έχει την τύχη να έχει δίπλα του ερίτιμη συνεργάτιδα, μοιραζόμενος μαζί της την βεβαιότητα ότι άλλο πράγμα ο κινηματογράφος και τα βιβλία, κι άλλο η ζωή, αλλά και τον δοτό Παρασκευά, ενίοτε καρτούν αλλά γερό γνώστη μερικών απαραίτητων ήχων, κι ίσως το κοινό τους ανηφόρισμα στο Εκράν για το Γεράκι της Μάλτας ακριβώς να μαρτυρά έναν παλιό κώδικα και μια νέα σεμνότητα. Ο νεαρός άλλωστε θα ανακαλύψει κι έναν δεύτερο νεκρό σε μια κινηματογραφικότατη σκηνή βαλκανικής κωμωδίας, διαμέσου γειτονικού ακάλυπτου, αλουμινένιας σκάλας και πλημμυρισμένου μπάνιου. Πιθανώς μια παλαιο-νεοελληνική εκδοχή του αξιώματος «ο καθένας έχει τον θάνατο που του αξίζει»;

3 - ΠουλικάκοςΌταν κάποιος είναι αθώος και τον καλούν για ανάκριση, αισθάνεται ενοχές ακόμα κι αν δεν έχει διαπράξει κανένα αδίκημα. Όταν είναι ένοχος, προβάρει ιστορίες και δικαιολογίες και συνήθως μιλάει περισσότερο απ’ όσο πρέπει. Αυτό το είχε διαβάσει κάποτε σ’ ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, την εποχή που πήγαινε στη σχολή. Και στην πράξη είχε διαπιστώσει ότι έτσι λειτουργούν οι άνθρωποι…

… σκέφτεται ο Χάρης, αλλά πώς να βγάλεις άκρη με τόσους εμπλεκόμενους, ποιον να πάρεις και ποιον ν’ αφήσεις; Τον λάτρη του Πουλικάκου και πιστό του καθαρόαιμου ροκ ήχου, σαν του Εξαδάκτυλου, Φάνη, που δεσμεύεται με την αδελφή του Απόστολου Εριέττα; Τον μπασίστα Θοδωρή που επιμένει να ανεβάσει τον Νικολόπουλο μέρα μεσημέρι στα παντέρμα ορεινά χανιώτικα χωριά και να του μάθει τον Ρόμπερτ Τζόνσον και τον Τουμάνι Ντιαμπατέ; Τον  ανεκδιήγητο «Ακατοίκητο» Πέτρο Πάκμαν που υποφέρει στις δικές του ανταγωνιστικότητες; Τον ιδιοκτήτη της ανεξάρτητης δισκογραφικής Βohemia Records που επιζητά με νύχια και με δόντια να κρατήσει τον Απόστολο μακριά από τις πολυεθνικές; Την άλλοτε ερώμενη και νυν μάνατζερ Νίνα; Τους έτερους αυλικούς και γελωτοποιούς του βασιλιά; Όλους όσους ήθελαν δουλειά στη μπάντα και στις ηχογραφήσεις του Απόστολου;

4 - Δάμων και Φιντίας [Παύλος Σιδηρόπουλος - Παντελής Δεληγιαννίδης]Ίσως κάποιες απαντήσεις πάνε πολύ πίσω: Στις παρέες και στα δοξασμένα τους συγκροτήματα· στις πρόβες στο πλυσταριό, στα βιβλία με τα ακόρντα των Simon & Gartfunkel, στους ψαγμένους στίχων του Νικ Ντρέικ και του Πήτερ Χάμιλ, στις συναυλίες σε καταλήψεις των ΚΑΤΕΕ, σε παλιές επαγγελματικές κάρτες στούντιο, στον φίλο στο αμαξίδιο που είχε μια οντισιόν στους Magic de Spell λίγο πριν το ατύχημα, στις πικρές κουβέντες την παραμονή της τελευταίας συναυλίας και ξανά στις παλιές παρέες που «κρύβουν μυστικά, έχθρες, μνησικακίες και ανταγωνισμούς». Αλλά πάνω απ’ όλα στην ίδια την εποχή:

Όταν απολύθηκε, τέλη του 1981, νοίκιασε ένα δώμα στην ταράτσα μιας μονοκατοικίας στο Κουκάκι. Βρήκε λίγα μαθήματα σ’ ένα ωδείο και δυο τρία ιδιαίτερα, σύντομα όμως κατάλαβε ότι δεν θα την έβγαζε καθαρή μ’ αυτά. Ο Απόστολος τα ζύγισε, τα συζήτησε με τον Αναστάση που δούλευε σε σκυλάδικο για να βγάλει το ψωμί του, και με βαριά καρδιά έπιασε δουλειά σ’ ένα μαγαζί στην Ιερά Οδό. Πίστευε ότι στη διάρκεια της μέρας θα έβρισκε χρόνο να δουλεύει τα τραγούδια του, αλλά η ρουτίνα του σκυλάδικου τον αποχαύνωσε και τον έριξε στο βαθύ πηγάδι της απελπισίας. Τρεις σεζόν άντεξε… 

3893629859_ebb3e073ed_zΊσως λοιπόν αυτή να ήταν η πρώτη μεγάλη αιμορραγία του ελληνικού ροκ, όταν διέφυγε από τις συμπληγάδες των συντηρητικών ή φασιστικών καθεστώτων και της φοβικής κοινωνίας των εικοσιπέντε μεταπολεμικών χρόνων: η επιβίωση στην άλλη άκρη των βαρέων λαϊκών. Οι αλλοτινοί ρόκερς επάνδρωναν τις ηχογραφήσεις των σκυλάδικων για να βγάζουν το ψωμί τους κι έφτιαχναν τον … ήχο των δισκογραφικών της Ομόνοιας. Οι τυχερότεροι κατέληξαν να δουλεύουν στις ταβέρνες του Καρέα, σε κομματικές συνεστιάσεις και στις γιορτές των πολιτιστικών συλλόγων της περιοχής. Κι αν κατορθώσεις και διασωθείς, η δισκογραφία πνέει τα λοίσθια και μόνο στις συναυλίες στηρίζεται πια, ο τελευταίος δίσκος βγαίνει πειρατικός και πάμφθηνος, οι πολυεθνικές σε αγοράζουν κοψοχρονιάς και «τα καλύτερα» θα βγουν προσφορά στις φυλλάδες. Τουλάχιστο μετά θάνατον σε περιμένει αυξημένη λατρεία, καμιά φιλανθρωπική συναυλία, προσφορές στις εφημερίδες, δίσκος με ανέκδοτα, κάποιος μουσικός που θα ισχυριστεί πως έχει τις τελευταίες σου ηχογραφήσεις.

DSC_4464Βλέπετε, ακριβώς σε αυτούς τους κόσμους, τους παράλληλους της μουσικής και τους επάλληλους της δημιουργίας, τα εγκλήματα δεν περιμένουν αιμοσταγείς φυσικούς αυτουργούς. Έχουν ήδη συμβεί από πολύ καιρό, δεν έπαψαν ποτέ να διαπράττονται, δεν αφαιρούν μόνο ζωές αλλά και συνειδήσεις. Αφήνουν σπουδαία ταλέντα σε χωματερές μουσικών, αφήνουν ανθρώπινα ράκη με διαψευσμένα όνειρα. Ένας ολόκληρος κόσμος πια μπορεί όχι μόνο να φτάσει στα άκρα για τα αγαθά που χάνει ή που νομίζει πως είχε. Εδώ τα άλλοθι δεν έχουν καμία σημασία και όλοι έχουν τους λόγους τους να σκοτώσουν. Και καθώς οι ράγες των ενόχων καταλήγουν στο τέρμα, μένει η αίσθηση πως δεν είχε σημασία ο οδηγός αλλά το όχημά του. Τουλάχιστο κάποιοι ψάχνουν το συναίσθημα της γαλήνης μετά την τρικυμία ή, έστω, ακόμα και μια προσωπική τραγωδία, ώστε να ζήσουν τη γαλήνη μετά.

Εκδ. Μεταίχμιο, 2013, σελ. 347.

Πρώτη δημοσίευση: mic.gr. Ακουστική λίστα εδώ. Η συγγραφέας στο Αίθριο του Πανδοχείου, εδώ. Στις μαυρόασπρες φωτογραφίες: Δημήτρης Πουλικάκος, Δάμων και Φιντίας [Παύλος Σιδηρόπουλος – Παντελής Δεληγιαννίδης]. Ο πρώτος τραγούδησε το ιδανικότερο στιχούργημα για το βιβλίο: Μην τους πιστεύεις ό,τι κι αν πουν, έχουνε όλοι κακούς σκοπούς. Οι δεύτεροι συνυπάρχουν μαζί Μπουρμπούλια, Πελόμα Μποκιού, Διόσκουρους κ.ά. σε μια 60άρα TDK σε κρίσιμο της πλοκής σημείο.