Ολιβιέ Ρολέν – Μερόη

Πολιορκούμαστε από τόσο μεγάλες ιστορίες, πιστεύουμε, για μια στιγμή, ότι βλέπουμε τις εποχές και τους κόσμους να πηγαινοέρχονται μπροστά στα μάτια μας, κι έπειτα εμψυχωνόμαστε, ενθουσιαζόμαστε, καταστρεφόμαστε από υποθέσεις τόσο μικροσκοπικές… (σ. 35)

Ένας άντρας αυτοεξορίζεται στις άκρες του κόσμου, στο Ξενοδοχείο των Μοναχικών στο Χαρτούμ και στην μυθική Μερόη, σ’ αυτό τον δαίδαλο ωμόπλινθων και λαμαρίνας, για να ξεχάσει την Αλφά, μια γυναίκα που τον σημάδεψε καθοριστικά. Τουλάχιστο εκεί «δεν είναι κανείς απλώς ξένος αλλά απολύτως αποκλεισμένος από την παραμικρή, ακόμα και φαντασιακή, ανωτερότητα». Τριγυρισμένος από ξεχαρβαλωμένα κελύφη ποταμόπλοιων που σαπίζουν στη βόρεια όχθη του Κυανού Νείλου και ξύλινες πλατφόρμες που σκίζονται από τροπικές λόχμες, συνομιλεί με τον πελεκάνο Χάραλντ, συνουσιάζεται με την Χουρρίγια σε μια παλιά καμπίνα, ακούει από τον Νιμούρ ατέλειωτες αραβικές ιστορίες από τις οποίες δεν καταλαβαίνει ούτε λέξη, αλλά πού, ίσως εξαιτίας αυτού, του φαίνονται ωραίες – άλλωστε ποτέ δεν τον ενδιέφεραν οι άσκοπες συζητήσεις, αυτή η «κατασπατάληση λέξεων που δεν οδηγούν πουθενά». Ευκαιριακός συμπαίκτης στην αξιομνημόνευτη συναλλαγή του λόγου κι αυτό, χωρίς να τις γιατρεύει, απαλύνει αρκετές από τις αγωνίες. Προτιμότερο να διαβάζει ξεχασμένες παλιές εφημερίδες (που του προσφέρουν μια εικόνα του κόσμου κατακερματισμένη, ετεροχρονισμένη, αλλά όχι λιγότερο ακριβή, ίσα ίσα…)

Αυτός ο μετα – αποικιακός φιλόσοφος – εκούσιο φάντασμα, έκθετος στα καύματα του ήλιου, λαθραίος πότης σε μια χώρα όπου το αλκοόλ απαγορεύεται κι όπου ξυπνά «με την αξιοθρήνητη ευκολία ενός καταναλωτή σόδας» που περνάει την ώρα του διαβάζοντας την Εγκυκλοπαίδεια Λαρούς του 20ού αιώνα, έκδοση του 1933, επικοινωνώντας με την Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, τον Σταντάλ και «τους αιώνες που αστράφτουν μέσα σε μια στιγμή», έλκεται από την ιδέα της ήττας και το συναίσθημα της αποτυχίας. Γι’ αυτό και διαβάζει τα ημερολόγια του στρατηγού Γκόρντον, άλλου μελαγχολικού εραστή της ήττας, που μισούσε τον πόλεμο, που περισσότερο θα προτιμούσε να διασχίζει τις ερήμους του Σουδάν στη ράχη μιας καμήλας, με μια Βίβλο στο χέρι, το τσιγάρο στο στόμα και μερικά μπουκάλια κονιάκ μαζί του. Γι’ αυτό και γνωρίζεται με τον Δόκτορ Βόλλεντερ, Ανατολικογερμανό αρχαιολόγο συντετριμμένο απ’ την Ένωση, με ύποπτο παρελθόν και έξη για τις τεφρώδεις ερήμους, μελετητή των χριστιανικών βασιλείων του Σουδάν, με εμμονή στην αποκλίνουσα χριστιανοσύνη, την αποκομμένης από την πηγή της, την έγκλειστης μέσα στην έρημο.

meroeΌταν τελείωσε η ιστορία του με την Αλφά (η οποία τον είχε κάνει να καταλάβει τι θα ήταν στο εξής για εκείνον η ομορφιά) δεν μετάνιωσε για την βίαιη ευτυχία που έζησε – όταν έχει υπάρξει κανείς βασιλιάς δεν πρέπει να παραπονιέται. Όμως τώρα θέλει να ανασυστήσει όσα έζησε απλά για να ξεφορτωθεί την σήψη των αναμνήσεων, «το παρελθόν, αυτή την τεράστια, αντηχητική σπηλιά». Πηγαίνει στο Παρίσι και προσλαμβάνει την Θιν, που η γοητεία της είναι ακριβώς η απουσία γοητείας, που ορκίστηκε να μην την ερωτευτεί («κάτι τέτοιο θα ήταν πάρα πολύ εύκολο, πολύ συμβατικό») ώστε να ξαναπεράσουν τα πεζοδρόμια που πέρασαν και τα μπιστρό όπου δείπνησαν, για να ανασυστήσει ένα ομοίωμα ζωής που η πίστη προσδίδει στα νεκρά πράγματα. Αντιλαμβάνεται την βλακώδη παραδοξότητα του εγχειρήματός του αλλά επιμένει: Ό,τι καλύτερο έχουμε είναι ίσως καταποντισμένα μεγάλα πράγματα.

Επιστρέφοντας νέο ράκος στην αποχαυνωτική ρουτίνα και τα ηλιακά καύματα της Μερόης, πρώτος επισκέπτης εδώ και δεκαετίες της βιβλιοθήκης του Μουσείου, ερευνητής της λαθραίας ιστορίας, κι ας είχε ψιλή άμμος κατακλύσει τους ανακατεμένους τόμους. Εκεί ξαναψάχνει τον εαυτό του: στους κόλπους της ερειπωμένης γνώσης, φυλακισμένης στο τεράστιο μπορντέλο του κόσμου. Ή έστω στην ακίνητη ομορφιά.

Meroe2Πρόκειται για το πέμπτο μυθιστόρημα του Γάλλου συγγραφέα, ενός εκπληκτικού στιλίστα της πένας, ενός εξαιρετικού επιλογέα λέξεων, που εδώ περισσότερο από ποτέ γίνεται μέσω των ηρώων του – όλοι τους άξιοι επίγονοι των χαρακτήρων του Κάτω από το Ηφαίστειο του Μάλκολμ Λόουρι και Τσάι στη Σαχάρα του Πολ Μπόουλς – απύθμενα ειρωνικός (είτε «για τον μεταφορικό και γραφικό Θεό των Χριστιανών, είτε «για μια από τις πολλαπλές ποιητικές συνέπειες που επισύρει η κατάρρευση μιας χώρας [που] είναι η ευημερία του αγριόχορτου»), τραγικά σαρκαστικός και απροκάλυπτα ευαίσθητος. Ένα από τα γοητευτικότερα μυθιστορήματα που διάβασα ποτέ.

Εκδ. Άγρα, 1999, μτφ. Έφη Γιαννοπούλου, 260 σελ. (Olivier Rolin, Méroé, 1998).

Πρώτη δημοσίευση σε συντομότερη μορφή: εδώ.

Τζων Μ. Κουτσί – Ξένα ακρογιάλια. Κριτικά δοκίμια 1986-1999

Ο επιδραστικότατος νοτιοαφρικανός συγγραφέας, μια από τις μοντέρνες και ριζοσπστικές λογοτεχνικές φωνές, αφήνει στην άκρη τις δικές του λευκές σελίδες για να ασχοληθεί με τις τυπωμένες των άλλων. Εξασκημένος σε εξαιρετικά ενδιαφέροντα δοκίμια (ενδεικτικά: Μίασμα της πορνογραφίας, Λογοκρισία στη Νότιο Αφρική, Δομές της επιθυμίας στη διαφήμιση), εδώ εκθέτει τις ερεθιστικότατες λογοτεχνικές κριτικές του, αποτελώντας την εξαίρεση στον κανόνα που θέλει τους συγγραφείς να αποφεύγουν να κρίνουν δημόσια τα έργα των συναδέλφων τους ή να τα εκθειάζουν συντεχνιακώς.

Ποιους επιλέγει; Μερικούς μοντερνιστές του 20ού – Κάφκα, Μιούζιλ, Ρίλκε (άλλωστε μαζί με τον Μπέκετ οι βασικότερες δεδηλωμένες επιρροές του), Μπόρχες, λιγότερους κλασικούς (Ντηφόου – μην ξεχνάμε, ο Κουτσί επανέγραψε την ιστορία του Ροβινσώνα από την γυναικεία πλευρά (Μια γυναίκα στο νησί του Ροβινσώνα/Foe, 1996), Ντοστογέφσκι – που χρησιμοποίησε ως ήρωα στον Άρχοντα της Πετρούπολης, 1994) και περισσότερους σύγχρονους, ενεργούς «ανταγωνιστές» πεζογράφους: Α.Σ. Μπάιατ, Σάλμαν Ράσντι, Άμος Όζ, Ναγκίμπ Μαφχουζ, Ντόρις Λέσινγκ. Διαβάζει τα Ημερολόγια του Μιούζιλ ως συγκινησιακή αυτοβιογραφία αλλά και ως δυνάμει λογοτεχνία και την μνημειώδη 1500σέλιδη Κλαρίσσα του Ρίτσαρντσον για να ξαναμιλήσει ακόμα και αιρετικά ή ανορθόδοξα (σε πολλά εισαγωγικά οι όροι) για τα προσφιλή του θέματα του βιασμού και της παρθενίας που την διαπερνούσαν.

Είναι ενδιαφέρουσα η κριτική του στους ολλανδούς Χάρρυ Μούλις και Σες Νότεμπομ που τους γνωρίζουμε κι εδώ από πολλά μεταφρασμένα τους βιβλία. Στην περίπτωση δε του δεύτερου θίγει ένα γενικότερα συζητήσιμο θέμα και παίρνει σαφή θέση: αν αποκαλύπτεις στους αναγνώστες τους τελευταίους απομονωμένους ειδυλλιακούς ταξιδιωτικούς προορισμούς, τότε γίνεσαι ο ίδιος μέρος της τουριστικής βιομηχανίας. Σε αντίστοιχα ακάνθινο θέμα (καθαρή συγγραφική συνείδηση συγγραφή ή πολιτική στράτευση;) περιλαμβάνει την συντοπίτισσα Ναντίν Γκόρντιμερ.

Μην περιμένετε εδώ δυσανάγνωστα κομμάτια. Ο Κ. φωτίζει κάπως αφώτιστες όψεις του έργου ή και του χαρακτήρα των συγγραφέων, γράφει απλά, διηγείται πλοκές, περιγράφει χαρακτήρες, εκφράζεται αυτοβιογραφικά. Κάθε του κομμάτι είναι προσιτό κι ενδιαφέρον. Στο κατεξοχήν δε αυτοβιογραφικό του δοκίμιο για το «Τι είναι κλασικό;», εκθέτει τη δική του προσωπική εξομολογητική άποψη για την έννοια αλλά και την ανιχνεύει μέσω του «κανόνα» της …μουσικής του Μπαχ!

Εκδ. Μεταίχμιο, 2007, μτφ. Αθηνά Δημητριάδου, πρόλογος – επιμέλεια: Άρης Μπερλής, σελ. 366 (J.M. (John Mawell) Coetzee, Stranger shores: Essays 1986-1999, εκδ. 2001). Με πρόλογο του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση.

Πρώτη δημοσίευση: εδώ.